ΕΥΘΥΜΙΟΥ ν. ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ. Κ2/2018, 18/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2021:7 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Ν. Χατζημπέη και Γ. Παναγιώτου, Παρέδρων Αίτηση Αρ. Κ2/2018 Μεταξύ׃ XXXX ΕΥΘΥΜΙΟΥ, εκ Λάρνακας Αιτητή και
- XXXX ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ, εκ Λάρνακας
- XXXX ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ, εκ Λάρνακας Καθ' ων η Αίτηση - και όπως έχει τροποποιηθεί δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 05/12/2019 - Μεταξύ׃ XXXX ΕΥΘΥΜΙΟΥ, εκ Λάρνακας Αιτητή και
- XXXX ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ, εκ Λάρνακας
- XXXX ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας XXXX Χωματένου Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 18/06/2021 Για τον Αιτητή: κα M. Χριστοφή για Αντωνάκη Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κα Χ. Θεοδούλου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ / ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ. Με την παρούσα κυρίως Αίτηση (στο εξής: η «Αίτηση») αξιώνεται ο παραμερισμός της τελικής Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/12/2017 στην αίτηση υπ' αρ. Ε32/17 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας - Αμμοχώστου, τμήματος Λάρνακας (στο εξής «η Απόφαση»), η οποία εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή στην παρούσα αίτηση και ενοικιαστή του υποστατικού (στο εξής: «ο Ενοικιαστής») και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην παρούσα και Ιδιοκτητών (στο εξής: «οι Ιδιοκτήτες»). Το επίδικο υποστατικό (στο εξής: «το Υποστατικό»), είναι ένα κατάστημα που βρίσκεται στη XXXX, στη Λάρνακα, όπως αυτό καλύτερα περιγράφεται στο σώμα της Αίτησης. (α) Η Κυρίως Αίτηση. Τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση της προαναφερόμενης Απόφασης, καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση, η οποία ακολούθως τροποποιήθηκε στις 29/06/2018, η οποία νομικώς εδράζεται στο Άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Συγκεκριμένα, γίνεται επίκληση ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση εκδόθηκε συνεπεία αμέλειας για την οποία δεν ευθύνεται ο ίδιος ο Αιτητής. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η εν λόγω τελική απόφαση είναι αποτέλεσμα ψευδών ισχυρισμών και/ή απάτης των Ιδιοκτητών προς το Δικαστήριο και συγκεκριμένα ότι οι Ιδιοκτήτες έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο την ύπαρξη τροποποιητικής συμφωνίας, η οποία συνήφθη περί το έτος 2016 με βάση την οποία μειώθηκε το καταβαλλόμενο ενοίκιο και ταυτόχρονα ο Ενοικιαστής απαλλάχθηκε από την καταβολή των μέχρι τότε οφειλόμενων ενοικίων. Προβάλλεται συναφώς ότι εκδόθηκε απόφαση για μεγαλύτερο ποσό από το πραγματικά οφειλόμενο. Επιπλέον, αναφέρεται ότι δεν αποκαλύφθηκε η ύπαρξη υπενοικίασης. Πέραν αυτών, αν και αναγνωρίζεται πως ο Ενοικιαστής δεν καταχώρησε Απάντηση αλλά μόνο «σημείωμα εμφάνισης», υποστηρίζεται ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφαση είναι αποτέλεσμα «ουσιώδους λάθους» του Δικαστηρίου στο οποίο καταλογίζεται ότι δεν ενήργησε δικαστικά αλλά τιμωρητικά, αρνούμενο να ακούσει τον Ενοικιαστή. (β) Η Απάντηση. Στην Απάντησή τους, οι Ιδιοκτήτες εγείρουν τρεις προδικαστικές ενστάσεις, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας διαδικασίας, το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής. Επί της ουσίας, σημειώνουν ότι τα πλείστα από όσα υποστηρίζει ο Ενοικιαστής δεν αφορούν ζητήματα που σχετίζονται με τη διαδικασία παραμερισμού και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Επιπρόσθετα, υπερασπίζονται τη νομιμότητα της εκδοθείσας Απόφασης χαρακτηρίζοντας τους ισχυρισμούς του Ενοικιαστή, ως νεοφανείς, αόριστους και ανεδαφικούς. Περαιτέρω αμφισβητούν τον ισχυρισμό ότι ο Ενοικιαστής δεν ευθύνετο για τη μη παρουσίασή του κατά την προηγηθείσα διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση Απόφασης εναντίον του και υποστηρίζουν ότι ουδέποτε διαβεβαίωσαν τους δικηγόρους του ότι δεν θα προχωρούσαν με τη λήψη όλων των δικονομικών μέτρων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσαν μαρτυρία συνολικά τέσσερα πρόσωπα, όλα εκ μέρους του Ενοικιαστή. Η πλευρά των Ιδιοκτητών, πέραν της κατάθεσης εκ συμφώνου κάποιων εγγράφων, δεν προσέφερε άλλη μαρτυρία. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[1] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. (α) Η μαρτυρία της πλευράς του Ενοικιαστή.
(1)Η μαρτυρία του κ. Σκορδή (Μ.Α. 1). Ο κος Σκορδής είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας - Αμμοχώστου και ανάμεσα σε άλλα είναι υπεύθυνος για το Τμήμα Ελέγχου Ενοικιάσεων. Λόγω της ιδιότητάς του αυτής έχει στη φύλαξη και κατοχή του τους σχετικούς φακέλους της υπόθεσης Ε32/
- Κατά την κυρίως εξέτασή του, παρουσίασε διάφορα έγγραφα τα οποία είναι δικόγραφα και αποφάσεις της Ε32/2017, τα οποία και καταχωρήθηκαν λαμβάνοντας αριθμούς ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ από 1 ως
- Στο ειδικό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων θα γίνει αναφορά εφόσον κριθεί σκόπιμο. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.
(2)Η μαρτυρία του κ. XXXX Ευθυμίου - (Ενοικιαστής / Αιτητής). Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενοικιαστής. Παρουσίασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ Α. Μέσω αυτής αναφέρθηκε στη συνεργασία που είχε με τους ιδιοκτήτες κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, η οποία άρχισε από το 2004. Όταν παρατήρησε πως στις αποδείξεις είσπραξης ενοικίων οι Ιδιοκτήτες άρχισαν να αναγράφουν πως τα εν λόγω ποσά παραλαμβάνονται με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, σταμάτησε να πληρώνει τα ενοίκια και αποτάθηκε στον δικηγόρο του για νομική συμβουλή. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων, και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν όφειλε οποιοδήποτε ενοίκιο, στις 06/11/2017 του επιδόθηκε η αίτηση των Ιδιοκτητών με την οποία ζητείτο η ανάκτηση κατοχής του επίδικου υποστατικού. Αυθημερόν συναντήθηκε με τους δικηγόρους του και έδωσε σ' αυτούς οδηγίες για να εμφανιστούν στη διαδικασία και να καταχωρήσουν την Απάντησή του. Ακολούθως, στις 10/11/2017, οι δικηγόροι του καταχώρισαν «Ειδοποίηση Εμφάνισης μετά συνημμένου σχετικού εγγράφου διορισμού δικηγόρου». Στις 28/11/2017 οι δικηγόροι του αποτάθηκαν στους δικηγόρους των Ιδιοκτητών αξιώνοντας την επιθεώρηση συγκεκριμένων εγγράφων, ενώ σημειώνει επίσης πως και ο ίδιος βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία τόσο με τους δικηγόρους όσο και τους λογιστές του για να εντοπίσει τα απαραίτητα έγγραφα για τη σύνταξη της Απάντησής του. Στις 19/12/2017 επιδόθηκε σ' αυτόν η προσβαλλόμενη τελική Απόφαση. Η αντίδραση των δικηγόρων του ήταν να τον διαβεβαιώσουν ότι θα λάμβαναν όλες τις ενέργειες για να «αποκατασταθεί η αλήθεια». Διατείνεται ότι ουδέποτε αδιαφόρησε για την τύχη της υπόθεσής του και υποστηρίζει ότι ακόμα και αν ακολούθησε λανθασμένο τύπο ως προς την εμφάνισή του, θα ήταν δικαιότερο το Δικαστήριο να του επιτρέψει να ακουστεί πριν να εκδώσει απόφαση εις βάρος του. Προβαίνει σε διάφορους νομικούς ισχυρισμούς κατ' επίκληση συμβουλών των δικηγόρων του, για τους οποίους παρέλκει οποιαδήποτε ειδική αναφορά. Κατά την αντεξέτασή του ζητήθηκε να τοποθετηθεί σαφώς για την ύπαρξη και το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων. Δέχθηκε ότι υπάρχουν καθυστερημένα ενοίκια και στο πλαίσιο των απαντήσεων που έδωσε για τούτο το θέμα, επιχείρησε να δικαιολογήσει την παράλειψη καταβολής τους στο γεγονός ότι οι Ιδιοκτήτες άρχισαν κάποια στιγμή να παραλαμβάνουν τα ενοίκια με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Ακολούθως, του υποβλήθηκε ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση αφορούσε επακριβώς τα οφειλόμενα ενοίκια, δηλαδή €32.770 από τον Φεβρουάριο 2014 έως και τον Αύγουστο του 2016, πλέον τόκους ως η προσβαλλόμενη Απόφαση. Περαιτέρω, του ζητήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για την ισχυριζόμενη συμφωνία απαλλαγής του για τις οφειλές μέχρι το 2016 καθώς και για τη συμφωνία που επικαλείται με την οποία μειώθηκε το ενοίκιο και επικαλέστηκε προφορικές συζητήσεις που είχε με τον κ. ΧΧΧΧ Χωματένο. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη υπενοικίαση, επέμεινε πως υφίσταται, αλλά δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Σημείωσε πως θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
(3)Η μαρτυρία της κα XXXX Τουλούπη (Μ. Α. 3). Η κα Τουλούπη είναι λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Κατά τη μαρτυρία της, ανέφερε πως στις 12/07/2016 παραχωρήθηκε δικαίωμα επικαρπίας επί του ακινήτου από τον XXXX Χωματένο (Καθ' ου 1) στη μητέρα του XXXX Χωματένου (Καθ' ου 2).
(4)Η μαρτυρία της κας XXXX Ονουφρίου (Μ. Α. 4). Η κα Ονουφρίου εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας του Φόρου Εισοδήματος. Δεν επιτράπηκε η παρουσίαση της προτιθέμενης μαρτυρίας καθότι, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε εκτός δικογράφων και άσχετη με το αντικείμενο της επίδικης Αίτησης. (β) Οι Αγορεύσεις. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων τόσο οι συνήγοροι των διαδίκων απέστειλαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και υιοθέτησαν γραπτά κείμενα. Ακολούθως, η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. (γ) Περιορισμός / Προσδιορισμός Επίδικων Θεμάτων. Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων και λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα αλλά και τις αγορεύσεις, προχωρώ ακολούθως σε σύνοψη, περιορισμό και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου δεν αμφισβητείται, και επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς αφού πρόκειται για υποστατικό που βρίσκεται σε ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή, το οποίο συμπληρώθηκε και ενοικιάστηκε πριν το 1999 (Δείτε: ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 - (Α)
(1)ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΑΙΤΗΤΩΝ) και αφορά ενοικίαση που έχει προ πολλού καταστεί θέσμια. Νομικώς, το αίτημα του Ενοικιαστή για παραμερισμό στηρίζεται, αφενός, στο κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η υπεράσπιση του άρθρου 6(β) του Νόμου, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα απάτης, «ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους» και αφετέρου, στο κατά πόσο πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 6(δ) του Νόμου, δηλαδή εάν «το διάταγµα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αµέλειαν εκ µέρους του». Στην επιμέρους επιχειρηματολογία θα αναφερθώ ειδικότερα κατά το στάδιο παράθεσης των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου έχει ως εξής: « 6. Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » Ως σαφώς προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο, η ικανοποίηση του Δικαστηρίου περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης,[2] που ισχύει γενικότερα στις πολιτικές υποθέσεις, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος στην παρούσα Δικαιοδοσία με βάση το προπαρατεθέν άρθρο 6 του Νόμου. Συνακόλουθα, η στοιχειοθέτηση των αναφερόμενων στο άρθρο 6(β) του Νόμου προϋποθέσεων της «απάτης» ή των «ψευδών παραστάσεων»[3] κινείται σε ουσιωδώς υψηλότερο και αυστηρότερο[4] πλαίσιο από την απλή διαπίστωση ύπαρξης «συζητήσιμης υπόθεσης». Σημειώνεται ότι, επειδή οι έννοιες της «απάτης», των «ψευδών παραστάσεων» και της «αποκρύψεως ουσιαστικών γεγονότων» δεν προσδιορίζονται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, εφαρμόζονται[5] τα άρθρα 17 και 18[6] του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ. 149. Στη Ονησιφόρου ν. Ηλιάδη κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 1442 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τα άρθρα 6 και 15 του Νόμου: « Έχουμε διεξέλθει τη μαρτυρία και καταλήγουμε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν έχει αποδειχθεί, με τη βεβαιότητα που απαιτεί η νομολογία, ο ισχυρισμός για απάτη, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. » ΙV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Έχοντας υπόψιν τα προαναφερόμενα, τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[7] καθώς και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. (α) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Σκορδή. Πρόκειται για τυπική μαρτυρία, η οποία και γίνεται αποδεκτή για τον σκοπό που έχει παρουσιαστεί. Στα σχετικά παρουσιασθέντα έγγραφα θα κάνω ειδική αναφορά, στο μέτρο που θα κρίνω σκόπιμο κατά την παράθεση των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. (β) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενοικιαστή. Κατ' αρχάς, αναγνωρίζω ότι ο μάρτυρας δεν βοηθήθηκε από τον τρόπο σύνταξης της γραπτής του δήλωσης. Η νομική επεξεργασία που έτυχε το εν λόγω έγγραφο βρισκόταν σε εμφανή ανακολουθία με το πραγματικό γλωσσικό επίπεδο του Ενοικιαστή (λεξιλόγιο, λεκτική επικοινωνία και ορθοέπεια), με αποτέλεσμα η αναφερόμενη γραπτή δήλωση να ανταποκρίνεται περισσότερο στη θεώρηση των δικηγόρων του παρά στη δική του αντίληψη και προσέγγιση των πραγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, το περιτύλιγμα δεν αλλοιώνει την ουσία του πράγματος, η οποία συνοψίζεται στο ότι η μαρτυρία του Ενοικιαστή εξαντλείτο σε αοριστίες και γενικότητες, δίχως την παρουσίαση απτών στοιχείων που να επιβεβαιώνουν τους ακόλουθους, βασικούς του ισχυρισμούς: · Ότι κατά την καταχώρηση της Αίτησης Ε32/2017, δεν όφειλε κανένα ενοίκιο (παρ. 10 της δήλωσής του). · Ότι διατάχθηκε να πληρώσει ποσά που ήδη είχε εξοφλήσει (παρ. 22 της δήλωσής του). · Ότι δια μέσω της υπενοικίασης του συγκεκριμένου καταστήματος βιοποριζόταν και επηρεαζόταν άμεσα η ευημερία του (παρ. 17 της δήλωσής του). · Ότι συνεπεία της ανάκτησης κατοχής που έχει μεσολαβήσει έχει υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές (παρ. 23 της δήλωσής του). Η δε αντεξέτασή του, όχι μόνο επιβεβαίωσε την αποδεικτική αδυναμία της υπόθεσής του αλλά επιπροσθέτως κατέδειξε τη μεγάλη διάσταση που υφίσταται μεταξύ της πραγματικότητας και των δικογραφημένων του ισχυρισμών. Συγκεκριμένα: · Δεν θυμόταν καν ποιο ήταν το αρχικό ενοίκιο που κατέβαλλε, με αποτέλεσμα οι όποιοι ισχυρισμοί του περί μεταγενέστερης μείωσης ενοικίου, να καθίστανται άνευ υποβάθρου. · Δέχθηκε την ύπαρξη καθυστερημένων ενοικίων, ακυρώνοντας τόσο τη δικογραφημένη του θέση περί δήθεν συμφωνίας για την απαλλαγή του για τα ενοίκια πριν το 2016, (παρ. 5 της δήλωσής του) όσο και τον ισχυρισμό του ότι δεν όφειλε οποιοδήποτε ενοίκιο κατά την καταχώρηση της Αίτησης Ε32/2017 (παρ. 10 της δήλωσής του). · Ως προς τον επιμέρους ισχυρισμό του ότι η εκδοθείσα απόφαση συμπεριλαμβάνει ενοίκια που έχουν εξοφληθεί, υπήρξε εξίσου ασαφής και αντιφατικός. Στην αρχή, έκανε αναφορά για οφειλόμενα 2 με 3 ενοίκια, ενώ ακολούθως είπε πως μπορεί να ήταν 3 ή και 4 μετά το 2016. · Εν τέλει, σε σχέση με την υποβολή ότι το συνολικό ύψος των οφειλόμενων ενοικίων ανερχόταν στο πόσο που αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8, απάντησε κατά λέξη: « Δεν μπορώ να σας απαντήσω ακριβώς σε αυτήν την ερώτηση, διότι δεν έχω στοιχεία από πλευράς δικής μου να πω. Αναγνωρίζω ότι χρωστούσα ενοίκια, αλλά δεν μπορώ να πω επακριβώς. » · Έδωσε δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές για τον λόγο που σταμάτησε να καταβάλλει ενοίκια. Αρχικώς ισχυρίστηκε ότι ήταν λόγω των επιφυλάξεων που ετίθεντο στις αποδείξεις είσπραξης, ενώ στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν σε σοβαρά προβλήματα υγείας που είχε. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: « Μέχρι τον Αύγουστο του 2016 όφειλα κάποια ενοίκια τα οποία γνώριζε και ο κύριος Αντρέας. Δημιουργήθηκαν λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας τα οποία είχα. Τον Αύγουστο του 2016 όταν ήρθε να κάνουμε συμβόλαιο και να κάνουμε και διευθέτηση του ενοικίου [.] Αναγνωρίζω ότι χρωστούσα ενοίκια, αλλά δεν μπορώ να πω επακριβώς. Τον Αύγουστο του 2016 όταν ήρθε ο Αντρέας στο γραφείο μου να ανανεώσουμε για να κάνουμε και διευθέτηση του ενοικίου, [.] Εκεί μου ανάφερε ο κύριος Αντρέας ότι υπάρχουν και καθυστερημένα. Του είπα ότι αναγνωρίζω τα καθυστερημένα. » · Από τα προαναφερόμενα προκύπτει σαφώς ότι η δικογραφημένη θέση περί της δήθεν «απαλλαγής» του Ενοικιαστή για τις οφειλές ενοικίων πριν το 2016 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού αυτό που πράγματι συνέβη, ήταν ότι ο Ενοικιαστής ζήτησε «διευθέτηση» δηλαδή διακανονισμό των οφειλόμενων μέχρι τότε ενοικίων. Επιπρόσθετα, η δήλωση του Ενοικιαστή ότι «εκεί μου ανάφερε ο κύριος Αντρέας ότι υπάρχουν και καθυστερημένα» επιβεβαιώνει την επιμονή των Ιδιοκτητών για την είσπραξη των οφειλόμενων και όχι για να τον απαλλάξουν, άνευ λόγου και ανταλλάγματος, από τις προς αυτούς υποχρεώσεις του. · Ως αναληθής ταξινομείται η μαρτυρία του ως προς το ζήτημα της ισχυριζόμενης ύπαρξης υπενοικίασης. Ενώ στην κυρίως εξέτασή του επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ότι η υλοποίηση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής του επέφερε καταστροφικές συνέπειες, κατά την αντεξέτασή του όχι μόνο ήταν παντελώς αόριστος αλλά και εν τη ρύμη του λόγου παραδέχθηκε ότι ουδέν οικονομικό όφελος αποκόμιζε από την ισχυριζόμενη υπενοικίαση. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του, έχει αυτόδηλο περιεχόμενο: « Ε. Κύριε μάρτυς στη γραπτή σας δήλωση αναφέρεστε στην παράγραφο 17 σε υπενοικίαση του καταστήματος. Μπορείτε να μας εξηγήσετε σε ποια υπενοικίαση αναφέρεστε; Α. Είχα δικαίωμα στο συμβόλαιο το οποίο είχα με τον κύριο να υπενοικιάζω στο κατάστημα, ναι E. Μπορείτε να μας αναφέρετε πού ισχυρίζεστε ότι υπενοικιάζατε το κατάστημα; A. Δεν έχω συμβόλαιο τώρα μπροστά μου, αλλά ήταν υπενοικιασμένο ναι. Τα οποία ουδέποτε εισέπραξα ενοίκια, αλλά εν πάση περιπτώσει αυτό είναι θέμα δικό μου. E. Πότε ισχυρίζεστε ότι το υπενοικιάζατε; Χρονικά. Χρόνο να μας πείτε. A. Δίχως να έχω συμβόλαια μπροστά μου δεν μπορώ να πω ημερομηνία. Δεν ξέρω, δεν θυμούμαι. » · Επιπλέον, σε σχέση με τη θέση του ότι η απόφαση εκδόθηκε για μεγαλύτερο ποσό από το πραγματικά οφειλόμενο, ουδεμία τεκμηρίωση έδωσε. · Αυτό που εν τέλει προέκυψε από τη μαρτυρία του, είναι ότι θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο, λόγω των χρηματικών επενδύσεων που διενήργησε στο Υποστατικό, ισχυρισμός όμως που βρίσκεται παντελώς εκτός του δικογραφημένου πλαισίου. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του Ενοικιαστή δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων και απορρίπτεται εξ' ολοκλήρου.
(3)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της κα XXXX Τουλούπη (Μ. Α. 3) και της κας XXXX Ονουφρίου (Μ. Α. 4). Όσον αφορά τους υπόλοιπους μάρτυρες για τον Ενοικιαστή, δεν χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, αφού εξ' όσων ανέφεραν δεν προέκυψε οτιδήποτε ουσιαστικό ως προς τα επίδικα θέματα. Σημειώνεται μόνο, και γίνεται αποδεκτό από τη μαρτυρία της Μ. Α. 3, ότι στις 12/07/2016, παραχωρήθηκε δικαίωμα επικαρπίας επί του ακινήτου από τον XXXX Χωματένο (Καθ' ου 1) στη μητέρα του XXXX Χωματένου (Καθ' ου 2), μαρτυρία η οποία συνάδει και με το περιεχόμενο της παρ. Α
(2)της Κυρίως Αίτησης Ε32/2017 - ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Α. Τα πραγματικά περιστατικά. Με βάση ό,τι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, τα πραγματικά γεγονότα, έχουν ως εξής. Δυνάμει συμβατικής ενοικίασης που άρχισε το 2004 και συν τω χρόνω κατέστη θέσμια («ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β» στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5), η Καθ' ης 2 ενοικίασε στον Αιτητή το επίδικο Υποστατικό, την ιδιοκτησία του οποίου μεταγενέστερα μεταβίβασε («ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α» στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) στον υιό της Καθ' ου 1, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να την υποκαταστήσει μέσω νέας συμφωνίας που έγινε το 2012 («ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ» στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Από τις 12/07/2016 και μέχρι τον θάνατό της που επεσυνέβη περί τις αρχές του 2019,[8] η Καθ' ης διατηρούσε δικαίωμα επικαρπίας επί του Υποστατικού. Λόγω προσωπικών προβλημάτων υγείας του Ενοικιαστή («ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ» στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) προέκυψαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των ενοικίων, και αφού απεστάλη η προβλεπόμενη εκ του Νόμου προειδοποιητική επιστολή και παρήλθε άπρακτη η σχετική προθεσμία για πληρωμή, («ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε» στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5), στις 03/11/2017 καταχωρήθηκε η Κυρίως Αίτηση στην Ε32/2017 με την οποία οι Αιτητές/Ιδιοκτήτες αξίωναν από τον Καθ' ου η Αίτηση/Ενοικιαστή διάταγμα ανάκτησης κατοχής του αναφερόμενου καταστήματος, πλέον €32.770 ως δεδουλευμένα ενοίκια, πλέον €800 μηνιαίως ως ενδιάμεσα κέρδη από 01/10/2017, μέχρι παραδόσεως της κατοχής του υποστατικού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Στις 10/11/2017, ο Καθ' ου καταχώρησε μέσω των δικηγόρων του διοριστήριο δικηγόρου μαζί με «σημείωμα εμφάνισης» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3), δίχως όμως να καταχωρήσει Απάντηση. Στις 22/11/2017, οι δικηγόροι των Αιτητών, εκμεταλλευόμενοι τούτη τη δικονομική παράλειψη του Καθ' ου καταχώρησαν μονομερώς αίτηση για Απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Απάντησης η οποία ορίστηκε στις 07/12/2017 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Εν τέλει, και κατόπιν συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 15/12/2017 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6), στις 19/12/2017 και για τους λόγους που επεξηγούνται στη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ίδιας ημερομηνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7Δ), εκδόθηκε διάταγμα ανάκτησης κατοχής εναντίον του Καθ' ου, πλέον απόφαση για €32.770 για οφειλόμενα ενοίκια, πλέον €800 από 01/10/2017 μηνιαίως, μέχρι παράδοσης της κατοχής, ως ενδιάμεσα οφέλη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Η τελική απόφαση επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου στις 03/01/
- Στις 25/01/2018, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 12/01/2018 και με βάση τη Δ.43Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο εξέδωσε Ένταλμα Ανάκτησης Κατοχής του επίδικου καταστήματος και περαιτέρω παραχώρησε άδεια για την κατάσχεση και εκποίηση επιτρεπόμενης κινητής περιουσίας του Ενοικιαστή που βρίσκεται στο Υποστατικό ιδιοκτησίας των Αιτητών, προς εξόφληση του υπόλοιπου του εξ αποφάσεως χρέους, πλέον εξόδων. Ακολούθησε αίτηση του Ενοικιαστή για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, η οποία και απορρίφθηκε δυνάμει ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/09/2018 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) ως επίσης απορρίφθηκε και αίτηση τρίτου προσώπου ο οποίος παρουσιαζόταν ως ο φερόμενος υπενοικιαστής του Υποστατικού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4(ΣΤ)). Ταυτόχρονα, δόθηκαν σχετικές οδηγίες προς τον αρμόδιο δικαστικό επιδότη για την εκτέλεση του εντάλματος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20). Εν συνεχεία, η κατοχή του Υποστατικού ανακτήθηκε από τους Ιδιοκτήτες (ΕΓΓΡΑΦΟ Α, παρ. 23). Β. Η προδικαστική ένσταση των Ενοικιαστών, ως προς τη δικαιοδοτική βάση της επίδικης Αίτησης. Προέχει η εξέταση της δεύτερης προδικαστικής ένστασης η οποία σχετίζεται με το δικαιοδοτικό πλαίσιο της Αίτησης, ότι δηλαδή η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, καθότι η μοναδική υπό τις περιστάσεις εφικτή θεραπεία είναι, δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου, εκείνη των αποζημιώσεων, οι οποίες όμως δεν αξιώνονται. Η ένσταση είναι ορθή. Η παρούσα Αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Το εκδοθέν διάταγμα ανάκτησης κατοχής, έχει υλοποιηθεί, ως ρητώς και ο Ενοικιαστής έχει παραδεχθεί στη μαρτυρία του. Δοθέντος αυτού, το άρθρο 6 του Νόμου, επί του οποίου εδράζεται το υπό εξέταση αίτημα, δεν μπορεί να τύχει πλέον εφαρμογής. Τούτο διότι, μετά την ανάκτηση της κατοχής, η εναπομείνασα εν προκειμένω δικονομική δυνατότητα του Ενοικιαστή αφορά το δικαίωμα αποζημίωσης που βασίζεται στο άρθρο 15[9] του Νόμου και όχι στο άρθρο
- Το σχετικό απόσπασμα από τη Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679 έχει αυτόδηλο περιεχόμενο, δίχως να χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε περισσότερο: « Η απόφαση αυτή που ακύρωσε το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής, είναι το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Το άρθρο 6(β) του Ν. 23/83, πάνω στο οποίο βασίστηκε η αίτηση του εφεσίβλητου για ακύρωση του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής, αναφέρει τα ακόλουθα: [...] Το άρθρο αυτό καλύπτει την περίπτωση που επιζητείται αναθεώρηση ή τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής ενώ ακόμα ο ενοικιαστής κατέχει το μίσθιο, οπότε ακυρωνόμενο το διάταγμα δεν υπάρχει πρόνοια για πληρωμή αποζημιώσεων, γιατί ο ενοικιαστής βρίσκεται ακόμα στο μίσθιο. Όταν όμως υλοποιηθεί η έξωση και επιδιώκεται αποζημίωση για ζημιά που υπέστη ο ενοικιαστής λόγω της έξωσης, τότε πρέπει να γίνει επίκληση του άρθρου 15, » Τα προαναφερόμενα σφραγίζουν την τύχη της Αίτησης. Παρόλα αυτά, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω και επί της ουσίας την Αίτηση. Γ. Οι λοιποί ισχυρισμοί του Ενοικιαστή. (
- i)Η ανεπάρκεια της παρουσιασθείσας μαρτυρίας. Προχωρώ στα συμπεράσματά μου σε σχέση με την ουσία της μαρτυρίας που παρουσίασε ο Ενοικιαστής. Υπενθυμίζω ότι το κριτήριο του άρθρου 6 του Νόμου, δεν είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στη βάση της διαπίστωσης για ύπαρξη «συζητήσιμης υπόθεσης» αλλά η στοιχειοθέτηση, σε υψηλότερο και αυστηρότερο αποδεικτικό επίπεδο, των προϋποθέσεων είτε της «απάτης», είτε των «ψευδών παραστάσεων». Προσθέτω συναφώς ότι η ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας μιας απόφασης και της βεβαιότητας που αυτή προσδίδει στην έννομη τάξη και γενικότερα στην κοινωνία,[10] επιτάσσει όπως ο αιτών τον παραμερισμό προμηθεύσει το Δικαστήριο με ξεκάθαρη και εμπεριστατωμένη μαρτυρία που να αποδεικνύει, χωρίς σκιές, το αίτημά του. Η μη παρουσίαση μαρτυρίας από την άλλη πλευρά δεν καθιστά αυταπόδεικτο το όποιο αίτημα παραμερισμού.[11] Εν προκειμένω, η προσφερθείσα μαρτυρία υπήρξε πλήρως ανεπαρκής. Η αδυναμία της υπόθεσης του Ενοικιαστή είναι εμφανής. Δεδομένου ότι έχω ήδη προβεί σε σχετικά ευρήματα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενοικιαστή, δεν πρόκειται να μακρηγορήσω. Επιγραμματικά μόνο, σημειώνω τα πιο κάτω: · Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τον ισχυρισμό ότι οι δικηγόροι των Ιδιοκτητών προέβησαν σε «ψευδείς παραστάσεις» προς το Δικαστήριο και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι συνεπακόλουθο αποτέλεσμα των εν λόγω «ψευδών παραστάσεων». · Οι ισχυρισμοί που αμφισβητούν την ορθότητα του ύψους του εξ' αποφάσεως χρέους δεν προωθήθηκαν. · Ομοίως, τα περί ύπαρξης δήθεν υπενοικίασης και συνεπακόλουθης ανεπανόρθωτης ζημίας, κρίθηκαν αναληθή. · Ο ισχυρισμός περί συμφωνίας για την απαλλαγή του Ενοικιαστή από την πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων δεν στοιχειοθετήθηκε. Αντιθέτως, παραδέχθηκε την ύπαρξη οφειλόμενων ενοικίων και περαιτέρω διαφάνηκε πως στην πραγματικότητα αυτό που είχε συζητηθεί δεν ήταν η απαλλαγή του, παρά μόνο ο τρόπος για τον διακανονισμό τους. (
- ii)Κατά πόσον, η μη δεύσμευση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων από τους κανόνες του δικαίου της Απόδειξης, αναπληρώνει και/ή καλύπτει την ανεπάρκεια της προσφερθείσας μαρτυρίας. Η συνήγορος του Ενοικιαστή, πιθανόν κατανοώντας τα αποδεικτικά κενά στη μαρτυρία του πελάτη της, επιχειρεί να τα υπερκεράσει υποβάλλοντας πως ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα πως το «Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δε[ν] δεσμεύεται από τους αυστηρούς κανόνες απόδειξης.». Η εισήγηση απορρίπτεται. Πέραν του ότι η εν λόγω εισήγηση συγχέει το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof), το οποίο είναι στους ώμους του Ενοικιαστή και δεν μεταφέρεται,[12] με το επίπεδο (standard of proof) απόδειξης,[13] βασίζεται και σε παρανόηση των αναφερόμενων στο άρθρο 5 του Νόμου. Το υπό συζήτηση άρθρο, υπό τον παράτιτλο, «συνοπτική εκδίκασις», προβλέπει τα εξής: « Το Δικαστήριον κατά την ακρόασιν οιασδήποτε υποθέσεως δυνάμει του παρόντος Νόμου, τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δεν δεσμέυεται υπό του εκάστοτε ισχύοντος δικαίου της αποδείξεως, εν η δε περιπτώσει μάρτυς αρνείται να απαντήση εις οιανδήποτε ερώτησιν, ήτις κατά την γνώμην του Δικαστηρίου τείνει να ενοχοποιήση τούτον, δεν απαιτείται παρ' αυτού όπως απαντήση εις την τοιαύτην ερώτησιν και δεν υπόκειται εις δίωξιν διότι αρνείται να απαντήση εις ταύτην. » Όταν θεσμοθετήθηκε η αναφορά για μη δέσμευση του Δικαστηρίου από τους εκάστοτε κανόνες απόδειξης, δηλαδή αρχικώς το 1975 με το άρθρο 4
(2)του Ν. 36/1975 και ακολούθως με το άρθρο 5 του ισχύοντος Νόμου του Ν. 23/1983, δεν επιδιωκόταν βεβαίως η νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας[14] κατά την εφαρμογή του Δικαίου, ούτε δόθηκε το δικαίωμα στο Δικαστήριο να θεωρεί το ανύπαρκτο ως υπαρκτό. Ο προφανής σκοπός του Νομοθέτη ήταν να επιτρέψει, κατά αιτιολογημένο τρόπο,[15] εκείνη τη σχετική μαρτυρία που θα υποβοηθούσε στην πρακτική υλοποίηση της συνοπτικότητας της διαδικασίας, αποτρέποντας ταυτόχρονα τις όποιες πιθανές αδικίες μπορούσαν να προκύψουν από την αυστηρή εφαρμογή των τότε ισχυόντων κανόνων απόδειξης και κυρίως του κανόνα του αποκλεισμού της εξ' ακοής μαρτυρίας. Εξ ου και δεκαετίες αργότερα, η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, με το Νόμο αρ. 32(Ι)/2004, είχε τον ίδιο σκοπό και αποτέλεσμα.[16] (iii) Το ισχυριζόμενο δικαίωμα του Ενοικιαστή να ακουστεί στα πλαίσια της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης, παρά το γεγονός ότι δεν καταχώρησε Απάντηση. Επιπλέον, ο Ενοικιαστής εισηγείται ότι θα έπρεπε να είχε ακουστεί πριν να εκδοθεί απόφαση στην Ε32/2017 παρά το γεγονός ότι δεν καταχώρησε Απάντηση, επειδή καταχώρησε «σημείωμα εμφάνισης» προβάλλοντας το δικαίωμα που έχει σε «δίκαιη δίκη». Η εισήγηση είναι αβάσιμη. Η έννοια της «δίκαιης δίκης» δεν είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο[17] ούτε είναι απόλυτο, μήτε παραβιάζεται επειδή ο Ενοικιαστής και ή οι δικηγόροι του δεν άσκησαν εντός των γνωστών θεσμοθετημένων προθεσμιών το δικονομικό του δικαίωμα για καταχώρηση Απάντησης. Οι προθεσμίες για την έγερση νομικών διαβημάτων, ιδιαίτερα στη σύγχρονη κοινωνία,[18] θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά καθότι αποτελούν την υποστύλωση του νομικού μας συστήματος και τη βασική παράμετρο για την αποτελεσματικότητά του.[19] Παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις,[20] ιδίως σε μια δικαιοδοσία συνοπτικής φύσης που η ταχύτητα αποτελεί το προσδιοριστικό στοιχείο της λειτουργίας τούτου του Δικαστηρίου και η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.[21] Η προσπάθεια συσχετισμού της απώλειας της δικονομικής προθεσμίας για καταχώρηση Απάντησης εντός 14 ημερών (συνεπεία είτε αδιαφορίας ή ελλιπούς διερεύνησης, ή παράλειψης, ή αμέλειας) με τις αρχές που αφορούν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη είναι προδήλως άστοχη. Άμεσα σχετικά είναι τα λεχθέντα στη ΒΑΒΥ ΒΑGS NURSERY LTD ν. ΛΟΥΪΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Πολιτική Έφεση Αρ. 270/2016, ημερομηνίας 22/05/2018: « Δεύτερος λόγος έφεσης: ότι παραγνώρισε την ειδοποίηση - επιστολή ημερ. 8.3.2016 των δικηγόρων των εφεσειόντων η οποία κατεχωρήθη και στο φάκελο του Δικαστηρίου, «με την οποία τους πληροφορούσαν την πρόθεση τους να καταχωρήσουν Απάντηση μόλις θα είχαν τις απαραίτητες πληροφορίες και ή εσφαλμένα επέτρεψε την προώθηση αίτησης για απόφαση που έγινε επί εσφαλμένης νομικής βάσης χωρίς ειδοποίηση της άλλης πλευράς». Θα ξεκινήσουμε με το δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά διαδικαστικό θέμα. Με βάση τον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983 (2/1983) ως ετροποποιήθηκε, η υποχρέωση του καθ΄ου η αίτηση, όταν του επιδοθεί η Αίτηση δυνάμει του Νόμου, είναι να καταχωρήσει Απάντηση εντός 14 ημερών και η Απάντηση υποβάλλεται σύμφωνα με τον Τύπο 3 του Παραρτήματος, συνοδευόμενη με έγγραφο διορισμού δικηγόρου. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 8, η Απάντηση εκθέτει τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την υπόθεση και καθορίζει τις θεραπείες καθώς και τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Θεραπείες και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ρητά, θεωρούνται παραδεκτά. Η σχετική πρόνοια είναι απόλυτα σαφής στη διατύπωση της και δεν επιτρέπει την ερμηνεία που επιχείρησε να δώσει η κα Νικολάου. ΄Οτι δηλαδή η επιστολή που εστάλη εκ μέρους του γραφείου των εφεσειόντων είχε τη θέση «σημειώματος εμφανίσεως» και θα έπρεπε να οδηγήσει την πλευρά της εφεσίβλητης στην καταχώριση αίτησης δια κλήσεως. Αυτό, κατά την ευπαίδευτη συνήγορο, επιτάσσει η κατ΄αναλογίαν εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Με όλο το σεβασμό η ερμηνεία που δίδεται είναι εσφαλμένη. Στην κρινόμενη περίπτωση, ακριβώς η μη καταχώρηση Απάντησης - η μόνη εκ των θεσμών υποχρέωση - έδιδε έρεισμα στην καταχώρηση αίτησης για απόδειξη της απαίτησης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, δυνάμει της Δ.17 θ.2. Αφού ακριβώς, είναι δια της Απάντησης και όχι δι΄οποιασδήποτε επιστολής, που αποκτούσαν δικονομική οντότητα οι καθ΄ων η αίτηση. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται. » (
- iv)Τα κατ' ισχυρισμόν «ουσιώδη λάθη» του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η πλευρά του Ενοικιαστή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα «ουσιωδών λαθών» του ίδιου του Δικαστηρίου, το οποίο μάλιστα τήρησε και «τιμωρητική συμπεριφορά» έναντι του Ενοικιαστή. Με τον προσήκοντα σεβασμό, η εισήγηση συνιστά προσπάθεια αποπροσανατολισμού από την πραγματική αιτία που προκάλεσε την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επεξηγώ. Πριν οτιδήποτε άλλο, σημειώνω πως, ο δικηγόρος, όπως κάθε επαγγελματίας που κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του παρέχει υπηρεσίες έναντι αμοιβής, οφείλει να μην ενεργεί αμελώς και να επιδεικνύει εύλογη επιμέλεια.[22] Οι παρεχόμενες δικηγορικές υπηρεσίες θα πρέπει να βρίσκονται σε επαγγελματικό επίπεδο και περιλαμβάνουν[23] την εξασφάλιση επαρκών πληροφορίων για το είδος του προβλήματος, την επιβεβαίωση του σχετικού νομικού πλαισίου, τη γοργή και κατάλληλη δράση και τη συνεχή ενημέρωση του πελάτη για την πρόοδο του όλου ζητήματος. Δεν θεωρείται απαραίτητα υπεράσπιση ότι αρκετοί άλλοι υπό τις ίδιες συνθήκες θα έπρατταν το ίδιο,[24] ούτε ακόμα, όταν ο κίνδυνος είναι προφανής, ότι αυτή ήταν η συνήθης πρακτική.[25] Μη τήρηση των προαναφερόμενων μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του δικηγόρου λόγω επαγγελματικής αμέλειας.[26] Εν προκειμένω, τα ουσιαστικά γεγονότα έχουν ως εξής. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε καθηκόντως της αίτησης για απόφαση στην Ε32/2017 αφότου ικανοποιήθηκε ότι παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη προθεσμία για καταχώρηση Απάντησης. Η συνεπακόλουθη έκδοση της αιτιολογημένης απόφασής του έγινε αφού προηγουμένως αξιώθηκαν αυτεπάγγελτα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7(Β)) και δόθηκαν αρκούντως ικανοποιητικές[27] διευκρινήσεις (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7(Β)). Και στο παρόν στάδιο δεν χωρούν διεργασίες που άπτονται καθαρά του αναθεωρητικού ελέγχου. Ως ορθώς επισημαίνει και η δικηγόρος των Ιδιοκτητών, δεν επιτρέπεται πρωτοβάθμιο δικαστήριο να ενεργεί εν είδει εφετείου του εαυτού του, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπέρβαση της δικαιοδοσίας του.[28] Άλλος, συγκεκριμένος και περιορισμένος είναι ο σκοπός του άρθρου 6 του Νόμου, ως στο ίδιο το άρθρο προσδιορίζεται. Συναφώς, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η διαδικασία για έκδοση απόφασης ερήμην του Ενοικιαστή, δεν θα μπορούσε καν να λάβει χώρα, εάν δεν μεσολαβούσε το συνδυαστικό αποτέλεσμα των πιο κάτω: · Πρώτον, παρόλο που η Αίτηση αρ. Ε32/17 επιδόθηκε δεόντως στον Ενοικιαστή, δεν καταχωρήθηκε Απάντηση εκ μέρους του, ούτε εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των 14 ημερών που ορίζεται στον κανονισμό 8 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, ούτε έστω εκπρόθεσμα. · Δεύτερον, δεν φαίνεται να μελετήθηκε καν η Αίτηση αρ. Ε32/17 η οποία, όπως σε κάθε αίτηση για ανάκτηση κατοχής υποδεικνύεται, έθετε την εξής προειδοποίηση:[29] « ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Εάν προτίθεστε να αμφισβητήσετε την αίτηση στο σύνολο ή μέρος της πρέπει να καταχωρήσετε απάντηση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επιδόσεως και να δώσετε αντίγραφο στη διεύθυνση επιδόσεως του αιτητή. » · Τρίτον, δεν υποβλήθηκε γραπτή αίτηση, με βάση την Δ.57 Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης Απάντησης, ενέργεια που θα ανέκοπτε την έκδοση απόφασης μονομερώς. Δηλαδή, παρά την καταχώρηση του μη προβλεπόμενου «σημειώματος εμφάνισης», οι δικηγόροι του Ενοικιαστή είχαν τον χρόνο, την ευκαιρία και τη δικονομική δυνατότητα, να αποτρέψουν την έκδοση της απόφασης καταχωρώντας μια απλή αίτηση για παράταση, πλην όμως δεν το έπραξαν. Θυμίζω πως η Κυρίως Αίτηση στην Ε32/2017 καταχωρήθηκε στις 03/11/2017, η αίτηση για απόφαση στις 22/11/2017 και ορίστηκε στις 07/12/2017 οπότε το Δικαστήριο ζήτησε να δοθούν διευκρινίσεις όπως και έγινε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η προσβαλλόμενη τελική απόφαση εκδόθηκε μόλις στις 19/12/2017. Δηλαδή, μεσολάβησε υπεραρκετός χρόνος για τους δικηγόρους του Ενοικιαστή για να πράξουν τα δέοντα. · Τέταρτον, δεν διενεργήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο έρευνα εντός του δικαστικού φακέλου της Αίτησης αρ. Ε32/2017 από τον Ενοικιαστή και/ή τους δικηγόρους του για να λάβουν ιδία γνώση για την πορεία της διαδικασίας. Με την απλή αυτή ενέργεια θα διαπίστωναν ότι βρισκόταν σε εκκρεμοδικία το μονομερές αίτημα των αντιδίκων τους για εξασφάλιση απόφασης. Ο δε κίνδυνος για να εκδοθεί απόφαση εναντίον του Ενοικιαστή, δεν θα έπρεπε να είχε υποτιμηθεί. Κατ' αρχάς, μέσω της σχετικής ανταλλαγείσας δικηγορικής αλληλογραφίας, καταδεικνύεται η ξεκάθαρη πρόθεση των δικηγόρων των Ιδιοκτητών να προωθήσουν το αίτημα των πελατών τους για εξασφάλιση διατάγματος ανάκτησης κατοχής. Συγκεκριμένη παραπομπή αξίζει να γίνει στις ακόλουθες επιστολές των δικηγόρων των Ιδιοκτητών προς τους δικηγόρους του Ενοικιαστή: · Στην ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 10/10/2017, όπου αναφέρεται ότι «οι εντολείς μας, όχι μόνο δεν θα σταματήσουν τις ενέργειες στις οποίες αναφέρεστε [..] αλλά θα προχωρήσουν και στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του πελάτη σας». («ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ» στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11, τρίτη σελ. από το τέλος). · Στην επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017 («ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Η» στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) δια της οποίας οι δικηγόροι των Αιτητών αναφέρονται με σαφήνεια στην πρόθεση των πελατών τους για την επιδίωξη της «άμεσης έξωσης» του Ενοικιαστή. Η καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης Ε32/2017 επιβεβαίωσε τις αταλάντευτες προθέσεις των Ιδιοκτητών. Κατ' αντίστοιχο τρόπο, θα έπρεπε να θέσει σε πλήρη εγρήγορση την πλευρά του Ενοικιαστή. Τούτο δεν φαίνεται να έγινε. Ούτε ακόμα όταν την 01/12/2017, (δηλαδή μετά την καταχώριση της αίτησης για απόφαση που καταχωρήθηκε στις 22/11/2017 και αρκετά πριν την έκδοση της απόφασης, στις 19/12/2017), οι δικηγόροι των Αιτητών επαναβεβαίωσαν τις προθέσεις των πελατών τους προς τους αντιδίκους τους, αναφέροντας ότι προχωρούν στη λήψη όλων των απαραίτητων δικονομικών μέτρων προς όφελος των πελατών τους. Παραπέμπω συναφώς στο ακόλουθο απόσπασμα από τα ευρήματα του ίδιου Δικαστηρίου στην Απόφαση επί της Αίτησης Αναστολής του Ενοικιαστή ημερομηνίας 11/09/2018 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9): « Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι η τελική απόφαση εκδόθηκε μόλις στις 19/12/2017, ενώ εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας, την 01/12/2017, οι δικηγόροι των Αιτητών, (δείτε Τεκμήριο Β στην Αίτηση Αναστολής) χρησιμοποιώντας ενεστώτα χρόνο, είχαν σαφώς προειδοποιήσει τους δικηγόρους του Καθ' ου (χωρίς να έχουν καν τέτοια υποχρέωση) ότι «προχωρούμε[30] στη λήψη όλων των απαραίτητων δικονομικών μέτρων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους» [των πελάτων τους]. » Ούτε όμως τα προαναφερόμενα ήταν αρκετά για την πλευρά του Ενοικιαστή για να πράξει τα δέοντα, με αποτέλεσμα να καταστεί αναπόφευκτη έκδοση απόφασης στην απουσία του. Κατά συνέπεια, είναι μάλλον άδικο να κατηγορείται το Δικαστήριο ότι τήρησε «τιμωρητική στάση» εναντίον του Ενοικιαστή. (
- iv)Κατά πόσο η απόφαση εκδόθηκε συνεπεία αμέλειας για την οποία δεν ευθύνεται ο Ενοικιαστής. Τέλος, υποβάλλεται ότι «το διάταγµα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αµέλειαν εκ µέρους του» με αποτέλεσμα, πάντα σύμφωνα με τον ισχυρισμό, να ικανοποιείται η προϋπόθεση του άρθρου 6(δ) του Νόμου για παραμερισμό. Για να ισχύει τούτη η θέση θα πρέπει να θεωρηθεί, αφενός ότι ο Ενοικιαστής δεν υπήρξε αμελής, και αφετέρου, ότι διαχωρίζεται από το πρόσωπο που είναι υπαίτιο της αμέλειας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ούτε το ένα ισχύει, ούτε το άλλο. Όσον αφορά τον Ενοικιαστή, το μόνο συμπέρασμα που προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, είναι ότι απλώς παρέδωσε την αίτηση που του επιδόθηκε στους δικηγόρους του, δίχως να πράξει οτιδήποτε άλλο για να διασφαλίσει ότι στον χρόνο που ακολούθησε ότι οι αντιπρόσωποί του ενήργησαν έγκαιρα και σύμφωνα με τις οδηγίες του. Αυτή η συμπεριφορά δεν αρκεί. Ούτε βεβαίως δικαιολογείται ο παραμερισμός δυνάμει του υπό συζήτηση άρθρου, εάν η έκδοση της απόφασης είναι αποτέλεσμα αμέλειας των δικηγόρων του Ενοικιαστή. Ο δικηγόρος, εκ της φύσεως του επαγγέλματός του, ταυτίζεται με τον πελάτη του, αφού ενεργεί ως αντιπρόσωπός[31] του. Στον Νόμο κάθε λέξη έχει τη σημασία της. Πρόσφατα, στη Φυσεντζίδης ν. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ECLI:CY:AD:2020:A171, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, ημερομηνίας 01/06/2020, λέχθηκαν τα εξής: « Στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 36, παρ.583, υπό τον τίτλο «Presumption that words are not used unnecessarily», αναφέρεται ότι τεκμαίρεται ότι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στους νόμους χωρίς κάποιο νόημα και δεν είναι ταυτολογικές ή περιττές. Πρέπει, εάν είναι δυνατό, να αποδίδεται σημασία σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται γιατί θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν σπαταλά τις λέξεις του, ούτε αναφέρει κάτι μάταια. » Εν προκειμένω, το εν λόγω άρθρο δεν αναφέρεται μόνο σε μη ύπαρξη παράλειψης ή αμέλειας αυτού καθ' αυτού του διαδίκου, αλλά γενικότερα, σε «εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αµέλειαν εκ µέρους του», δηλαδή, σε μη ύπαρξη αμέλειας σε ευρύτερο πλαίσιο. H φράση «εκ μέρους» σημαίνει: «εξ' ονόματος, κατ' εντολήν (κάποιου), ως αντιπρόσωπος, ή με σύσταση (κάποιου)».[32] Ο Νομοθέτης της εν λόγω διάταξης δεν αναφέρεται περιοριστικά σε αμέλεια του διαδίκου, αλλά γενικότερα σε αμέλεια «εκ μέρους» του διαδίκου. Η επίκληση της αμέλειας του νομικού εκπροσώπου (ή σε άλλη περίπτωση του αντιπροσώπου ή του υπαλλήλου κλπ) του διαδίκου που αιτείται τον παραμερισμό επουδενί μπορεί να αποτελεί επαρκές υπόβαθρο για να απαλλάξει τον ίδιο τον διάδικο, αφού οδηγεί σε καταστρατήγηση του υπό εξέταση άρθρου, δια μέσω στοχευμένης επίκλησης οποιουδήποτε τρίτου προσώπου, πέραν του Αιτητή. Κατά συνέπεια, η αμέλεια του δικηγόρου που ο ίδιος ο διάδικος επέλεξε να τον εκπροσωπήσει δεν μπορεί για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου να επενεργεί υπέρ του διαδίκου και να τον απαλλάσσει ολωσδιόλου από τις πράξεις και παραλείψεις του δικηγόρου του. Συνεπακόλουθα, δεν δύναται τέτοια συμπεριφορά να υποστυλώσει το βάθρο επί του οποίου θα παραμεριστεί μια, κατά τα λοιπά, καλώς εκδοθείσα δικαστική απόφαση, αποστερώντας από την άλλη πλευρά, τους καρπούς της επιτυχίας της. Η αμέλεια του δικηγόρου δεν μπορεί παρά να αντανακλάται στον εντολέα του. VΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Καταληκτικά, και με τη σύμφωνη γνώμη των παρέδρων, αποτελεί τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιανδήποτε προϋπόθεση για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης στην Αίτηση αρ E32/2017. Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €10.000 - €50.000. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.).............. (Υπ.)............ Ν. Χατζημπέης Γ. Παναγιώτου Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2019:A390, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/2019. [2] Δείτε: Orams κ.ά. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ.
- [3] Δείτε: άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ.
- [4] Μεταξύ άλλων: Μουρτζινός ν Πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ 80, Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, 1003, και Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. ALOCAY Holdings Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 1523 [5] Δείτε: Λάμπρου κλπ ν Παντελίδης Παπαχριστοδούλου Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 316/2011, ημερομηνίας 07/03/2018. [6] Με βάση τα εδάφια (α) και (γ) του εν λόγω άρθρου 18 στο Κεφ. 149, «ψευδής παράσταση» μπορεί να εκληφθεί τόσο «η θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές» όσο και η «πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». [7] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018, και ΝΑΤ JANGO FASHION LTD ν. Α.Κ.ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ & ΥΙΟΙ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A443, Πολ. ΄Εφεση Αρ. 105/2014, ημερ. 15/10/
- [8] Δείτε: Πρακτικό Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/05/
- [9] Στο άρθρο 15 του Νόμου, υπό τον παράτιτλο «Ψευδείς παραστάσεις κατά την λήψιν αποφάσεως ή διατάγματος», αναφέρονται τα εξής: «Εάν μετά την υπό του ιδιοκτήτου λήψιν αποφάσεως ή διατάγματος διά κατοχήν ή έξωσιν, δυνάμει του παρόντος Μέρους, το Δικαστήριον θεωρήση ότι η απόφασις ή το διάταγμα ελήφθη διά ψευδών παραστάσεων ή διά της αποκρύψεως ουσιαστικών γεγονότων, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη τον ιδιοκτήτην να πληρώση εις τον προηγούμενον ενοικιαστήν τοιούτο ποσόν οίον φαίνεται ότι είναι επαρκές ως αποζημίωσις διά ζημίαν ή απώλειαν ην υπέστη ο ενοικιαστής συνεπεία της αποφάσεως ή του διατάγματος». Το εν λόγω άρθρο 15 (πρώην 19 στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1975, Ν. 36/75 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 12 του Housing Act του 1988) ερμηνεύθηκε στην ANDREAS SIZINOS v. KYRILLIS MASSOURIS
(1982)1 C.L.R. 752. [10] Δείτε: Zehil v. Roberts
(2009)1(A) 678. [11] Δείτε: Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Παρλάτα ν. Δημητρίου ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014. [12] Δείτε: Πελεκάνος κ.α. ν. Πελεκάνος κ.α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1746. [13] Δείτε ανωτέρω: Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και Παρλάτα ν. Δημητρίου. [14] Δείτε: Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1635 και Pantazis and Sons co Ltd ν. Νικολάου
(2002)1Α Α.Α.Δ 217) [15] Δείτε: Katsiantonis v. Frantzeskou
(1981)1 C.L.R. 566. [16] Δείτε: Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. κ.α. [17] Δείτε: Άρθρο 30 παρ. 1 του Συντάγματος. Πρόκειται για δικαίωμα που υπόκειται σε εύλογους και λογικούς περιορισμούς. [18] Δείτε: Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα
(1990)1 ΑΑΔ 470. [19] Δείτε: Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190. [20] Δείτε: Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1108. [21] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89. [22] Δείτε: Άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525, Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ 558 και Arthur J S Hall & Co (a firm) v Simons [2000] 3 ALL ER 673. [23] Δείτε: Σύγγραμμα The Law of Tort, 2η Έκδοση
(2007), Professional Liability, Legal Professionals, σελ. 877-878 κ.ε. όπου αναφέρονται τα εξής: « 16.71 As part of the professional duty, the solicitor must acquire adequate information both about the nature of the problem and about the relevant law [..] Care must also be taken to ascertain the relevant law. [..] 16.73 The solicitor is expected to act in an appropriate and speedy fashion. Misbehavior by the client, such as non-payment of bills, may be good ground for terminating the retainer, but if the solicitor does not do so the it is no excuse for poor performance. [..] 16.74 There is a continuing duty to keep the client informed of the progress of the matter, and the solicitor must call the client's attention to problems which develop. » [24] Δείτε: G. + K. Ladenbau (U.K.) Ltd. V. Crawley & De Reya [1978] 1 ALL ER 682. [25] Δείτε: Edward Wong Finance Co. Limited v Johnson Stokes & Master (a firm) [1984] AC 296. [26] Δείτε: Παπακλεοβούλου (ανωτέρω). Συναφώς, στη Re Massey and Carrey
(1884)26 Ch D 459 κρίθηκε ένοχος αμέλειας ο δικηγόρος που παρέλειψε να καταχωρήσει δικόγραφο εντός της καθορισθείσας προθεσμίας. Ομοίως, στην Losner v. Michael Cohen and Co
(1975)Sol Jo 340 θεωρήθηκε αμελής η ενέργεια να εγερθεί αγωγή εναντίον εσφαλμένου εναγόμενου. Στη Heywood v Wells (a firm) [1976] 1 ALL ER 300 η αποτυχία λήψης των ενδεδειγμένων δικονομικών διαβημάτων είχε συνέπεια οι εναγόμενοι δικηγόροι όχι μόνο να κριθούν ένοχοι αμέλειας αλλά και να ακυρωθεί η δικηγορική τους αμοιβή. [27] Δείτε: Χαριλάου v. Τινέντη
(2010)1(Γ) A.A.Δ. 1677 και Εθνική Τράπεζα ν. Οικονόμου
(2014)1Γ Α.Α.Δ
- [28] Δείτε: Αναφορικά με τον Λοϊζίδη κλπ, επί της Πολιτικής Αίτησης αρ. 32/2019, ημερομηνίας 17/4/
- [29] Δείτε την τυποποιημένη μορφή, «ΤΥΠΟΣ 1», στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του
- [30] Ο τονισμός της λέξης είναι του Δικαστηρίου. [31] Δείτε: Αναφορικά με την Η. Ε. Δικηγόρο
(2004)1Α Α.Α.Δ 254. Η έκταση της εξουσίας ενός δικηγόρου είναι αρκετά ευρεία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας όχι μόνο να προβαίνει σε δηλώσεις, στο πλαίσιο της δίκης που δεσμεύουν τον πελάτη του (Δείτε: Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556) αλλά ακόμα και να συμβιβάζει την υπόθεση του εντολέα του (Δείτε: In Re Charalambous
(1985)1 C.L.R. 746, 748). Επιπροσθέτως, οι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει μέσω του δικηγόρου του προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορούν να οδηγήσουν μέχρι και στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος εναντίον του (δείτε: Γενικός Εισαγγελέας ν. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, 95). [32] Δείτε: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Ά Έκδοση, Γ. Μπαμπινιώτη, σελ. 1080 -1081. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο