MIMIS G. IOAKIM DEVELOPMENTS LTD ν. YIANTOGIO LTD κ.α., Αίτηση Αρ. E13/2017, 20/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2021:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Μ. Γεωργιάδου και Γ. Παναγιώτου, Παρέδρων Αίτηση Αρ. E13/2017 Μεταξύ׃ MIMIS G. IOAKIM DEVELOPMENTS LTD, από τo Παραλίμνι Αιτητές και
- YIANTOGIO LTD, από το Παραλίμνι
- ΧΧΧΧ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, από το Παραλίμνι Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 20/01/2021 Για τους Αιτητές : κος Χρ. Καράς για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση : κος Νικόλας Γ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ / ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ. Με την επίδικη Κυρίως Αίτηση επιδιώκεται η ανάκτηση της κατοχής ενός εστιατορίου καθώς και ενός διαμερίσματος άνωθεν αυτού που βρίσκονται στην τουριστική περιοχή XXXX, στο Παραλίμνι, όπως τα εν λόγω υποστατικά περιγράφονται στην παράγραφο Α και Β της εν λόγω Εναρκτήριας Αίτησης και στο εξής θα προσδιορίζονται ως το «Υποστατικό». (α) Η κυρίως Αίτηση. Με την Κυρίως Αίτηση ημερομηνίας 05/07/2019, οι Αιτητές και Ιδιοκτήτες του Υποστατικού (στο εξής: Ιδιοκτήτες) αξιώνουν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 (στο εξής: «Καθ' ων 1» ή «Ενοικιαστές»), τα ακόλουθα: «
- Διάταγμα και ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η αίτηση και ή τους υπαλλήλους και ή τους αντιπροσώπους και ή τους υπηρέτες και ή αντλούντες εξ αυτών δικαιώματα, να εκκενώσουν και να παραδώσουν αμέσως στους Αιτητές, κενή και ελεύθερη την κατοχή του εστιατορίου γνωστό με την επωνυμία ΧΧΧΧ, που βρίσκεται επί της οδού XXXX ΧΧΧΧ στη Τουριστική Περιοχή XXXX στο Παραλίμνι.
- Διάταγμα και ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η αίτηση και ή τους υπαλλήλους και ή τους αντιπροσώπους και ή τους υπηρέτες και ή αντλούντες εξ αυτών δικαιώματα, να εκκενώσουν και να παραδώσουν αμέσως στους Αιτητές, κενή και ελεύθερη την κατοχή του διαμερίσματος που βρίσκεται άνωθεν του εστιατορίου γνωστό με την επωνυμία ΧΧΧΧ που βρίσκεται επί της οδού XXXX ΧΧΧΧ στη Τουριστική Περιοχή XXXX στο Παραλίμνι.
- Διάταγμα και ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου για το ποσό των €49,000 το οποίο αφορά τα οφειλόμενα υπόλοιπα για τα προπληρωτέα και δεδουλευμένα ενοίκια για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι και τον Αύγουστο του 2017, του πιο πάνω εστιατορίου και διαμερίσματος που βρίσκεται επί της οδού XXXX ΧΧΧΧ στη Τουριστική Περιοχή XXXX στο Παραλίμνι και ως ποσό το οφείλεται ως ειδικές αποζημιώσεις και ή ως ενδιάμεσα οφέλη ή κέρδη και ή ως ποσό πληρωτέο στους Αιτητές και ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ή άλλως πως ως αναφέρεται πιο κάτω.
- €2000 μηνιαίως από 01/09/2017 μέχρι και την 31/12/2017 και ή μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως ελευθέρας της κατοχής του ως άνω αναφερομένου υποστατικού στους Αιτητές και ή
- €26,000 ετησίως για τη περίοδο από 01/01/2018 μέχρι και 31/12/2018 και ή μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως ελευθέρας της κατοχής του ως άνω αναφερομένου υποστατικού στους Αιτητές και ή
- €28,000 ετησίως για τη περίοδο από 01/01/2019 μέχρι και 31/12/2019 και ή μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως ελευθέρας της κατοχής του ως άνω αναφερομένου υποστατικού στους Αιτητές και ή
- €30,000 ετησίως για τη περίοδο από 01/01/2020 μέχρι και 31/12/2020 και ή μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως ελευθέρας της κατοχής του ως άνω αναφερομένου υποστατικού στους Αιτητές και ή
- Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις.
- €42 έξοδα επίδοσης επιστολών απαίτησης ημερ. 05/07/
- Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. » Στις λεπτομέρειες ενοικιάσεως της υπό αναφορά Αίτησης αναφέρεται ότι υφίσταται συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των Ιδιοκτητών και των Ενοικιαστών, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 17/06/
- Ως χρονική διάρκεια της ενοικίασης καθορίζεται η περίοδος από 01/01/2012 έως 31/12/
- Ο Καθ' ου 2 είναι ο φερόμενος εγγυητής των υποχρεώσεων των Ενοικιαστών/Καθ' ων
- Το ετήσιο συμφωνηθέν ενοίκιο, που ήταν καταβλητέο σε τέσσερεις ισόποσες δόσεις μεταξύ Ιουνίου - Σεπτεμβρίου έκαστου έτους, καθορίστηκε ως εξής: « · Για την περίοδο 01/01/2012 - 31/12/2012, στο ποσό των €17,000 · Για την περίοδο 01/01/2013- 31/12/2013, στο ποσό των €17,000 · Για την περίοδο 01/01/2014 - 31/12/2014, στο ποσό των €20,000 · Για την περίοδο 01/01/2015- 31/12/2015, στο ποσό των €20,000 · Για την περίοδο από 01/01/2016- 31/12/2016, στο ποσό των €22,000 · Για την περίοδο από 01/01/2017- 31/12/2017, στο ποσό των €24,000 · Για την περίοδο από 01/01/2018- 31/12/2018, στο ποσό των €26,000 · Για την περίοδο από 01/01/2019- 31/12/2019, στο ποσό των €28,000 · Για την περίοδο από 01/01/2020- 31/12/2020, στο ποσό των €30,000 » Γίνεται συναφώς αναφορά σε επανειλημμένες οχλήσεις των Αιτητών και των δικηγόρων τους για πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων και ακολούθως σε αποστολή ειδοποίησης απαίτησης ημ. 05/07/2017 για πληρωμή εντός 21 ημερών, προς το περιεχόμενο της οποίας οι Ενοικιαστές δεν συμμορφώθηκαν με αποτέλεσμα την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Προβάλλεται η θέση ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης οφείλεται το συνολικό ποσό των €49.000,00, για οφειλόμενα ενοίκια από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι και τον Αύγουστο του 2017, ποσό που οι Αιτητές συγκεκριμενοποιούν ως εξής: « · Οι Καθ' ων η αίτηση για το έτος 2012 κατέβαλαν το συμφωνημένο Ενοίκιο ως η συμφωνία ενοικίασης. · Για το 2013 οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν το ποσό των €12,000 αντί το ποσό των €17,000, με αποτέλεσμα να οφείλουν τα υπόλοιπα δεδουλευμένα ενοίκια ύψους €5,
- · Για το 2014 οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν το ποσό των €12,000 αντί το ποσό των €20,000, με αποτέλεσμα να οφείλουν τα υπόλοιπα δεδουλευμένα ενοίκια ύψους €8,
- · Για το 2015 οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν το ποσό των €12,000 αντί το ποσό των €20,000, με αποτέλεσμα να οφείλουν τα υπόλοιπα δεδουλευμένα ενοίκια ύψους €8,
- · Για το 2016 οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν το ποσό των €12,000 αντί το ποσό των €22,000, με αποτέλεσμα να οφείλουν τα υπόλοιπα δεδουλευμένα ενοίκια ύψους €10,
- · Οι Καθ' ων η αίτηση για το έτος 2017, ουδέν ποσό κατέβαλαν προς τους Αιτητές μέχρι και τον Αύγουστο του 2017, με αποτέλεσμα να εξακολουθούν να οφείλουν τα συμφωνημένα και δεδουλευμένα ενοίκια συνολικού ύψους €18,
- » (β) Η Απάντηση. Στην κοινή Απάντησή τους ημερομηνίας 07/11/2017, οι Καθ' ων 1 αρνούνται την ύπαρξη της θέσμιας ενοικίασης ισχυριζόμενοι ότι η συμβατική ενοικίαση λήγει στις 31/12/
- Περαιτέρω, αμφισβητείται η εγκυρότητα της παρασχεθείσας εγγύησης από τον Καθ' ου
- Προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η έγγραφη συμφωνία ενοικίασης ημερ. 17/06/2020 «έληξε και/ή έπαυσε να ισχύει» δυνάμει μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας των συμβαλλομένων που έλαβε χώρα κατά τις αρχές του
- Παράλληλα προβάλλεται ισχυρισμός περί «τροποποίησης ουσιώδους όρου του ενοικιαστηρίου εγγράφου» που αφορά το ενοίκιο και πως ο Καθ' ου 2 ούτε ήταν μέρος σε αυτήν επικαλούμενη νέα συμφωνία, ούτε την εγγυήθηκε. Επιπρόσθετα, αμφισβητείται η απαίτηση των Ιδιοκτητών ύψους €49.000,00 και προωθείται η θέση πως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ούτε τερματίστηκε, ούτε υπάρχουν οποιαδήποτε οφειλόμενα ενοίκια. Ειδικώς, και όσον αφορά την αναφερόμενη προφορική συμφωνία, οι Καθ' ων ισχυρίζονται πως συμφωνήθηκε ότι το ενοίκιο θα μειωνόταν στο ποσό των €12.000 ετησίως, εξ ου και δεν χρωστούν οποιοδήποτε ποσό ενοικίων για τα έτη 2013 -
- (γ) Η Ανταπάντηση. Στην Ανταπάντησή τους οι Ιδιοκτήτες εμμένουν στους δικούς τους ισχυρισμούς. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν νόμιμα την ενοικίαση και ότι οι Καθ' ων έχουν καταστεί θέσμιοι ενοικιαστές. Προβάλλουν ότι οι Καθ' ων κωλύονται και/ή εμποδίζονται να ισχυρίζονται την τροποποίηση γραπτής μέσω προφορικής συμφωνίας και εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε συμφώνησαν σε κάτι τέτοιο, ούτε αποδέχθηκαν μείωση του οφειλόμενου ενοικίου. Χαρακτηρίζουν τους ισχυρισμούς των Καθ' ων ως προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων για αποφυγή των υποχρεώσεών τους. Επιπρόσθετα διαφωνούν ότι ο Καθ' ου 2 έχει καθ' οποιονδήποτε τρόπο απαλλαγεί των υποχρεώσεών του. ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσαν μαρτυρία συνολικά τρία πρόσωπα, δύο για τους Αιτητές και ο Καθ' ου
- Θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[1] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. (α) Η μαρτυρία της πλευράς των Αιτητών.
(1)Η μαρτυρία του κ. XXXX Ιωακείμ (Μ. Α. 1). Ο κ. Ιωακείμ είναι ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των Αιτητών. Κατά την κυρίως εξέτασή του, παρουσίασε δύο έγγραφες δηλώσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως ΕΓΓΡΑΦΑ Α και Β. Αρχικά, μέσω του ΕΓΓΡΑΦΟΥ Α, ανέφερε πως οι Αιτητές είναι οι ιδιοκτήτες του Υποστατικού το οποίο ανεγέρθη πριν το 1999 και προς τούτο παρουσίασε σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Α ΚΑΙ 1Β). Το επίδικο ενοικιαστήριο κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Αναφέρθηκε στις κατά καιρούς πληρωμές ενοικίου και παρουσίασε δέσμη 15 αποδείξεων είσπραξης ενοικίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) και προέβη σε υπολογισμούς για να καταδείξει το υπόλοιπο των οφειλόμενων ενοικίων. Σημείωσε ότι ουδέποτε οι Αιτητές αποδέχθηκαν μείωση του ενοικίου εξ ου και οι σχετικές αποδείξεις φέρουν την ένδειξη «έναντι». Απέρριψε τη θέση των Ενοικιαστών περί ύπαρξης προφορικής μεταγενέστερης συμφωνίας που αντικατέστησε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Παρουσίασε τη σχετική έγγραφη ειδοποίηση απαίτησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Α ΚΑΙ 4Β) ημερ. 05/07/2017 ως επίσης και παλαιότερες προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 27/04/2014 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) και 20/10/2014 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6), υποστηρίζοντας πως οι Αιτητές νομότυπα τερμάτισαν την επίδικη ενοικιαστική σχέση. Όσον αφορά το ΕΓΓΡΑΦΟ Β, μέσω αυτού προσπάθησε να διασαφηνίσει το υπόλοιπο των οφειλόμενων ενοικίων. Αρχικά ανέφερε πως οι Καθ' ων 1 από την έναρξη της ενοικίασης θα έπρεπε να είχαν καταβάλει €120.000,
- Εν συνεχεία δήλωσε πως οι Καθ' ων 1 πλήρωσαν μόνο €73.000,00 και ότι συνεχίζουν να οφείλουν στους Αιτητές το ποσό των €49.000,
- Κατά την αντεξέτασή του εξετάστηκε εκτεταμένα για το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων και ιδιαίτερα σε σχέση με το κατά πόσο έχουν εξοφληθεί τα ενοίκια του
- Διευκρίνισε πως οι Ενοικιαστές ουδέποτε τηρούσαν τα χρονοδιαγράμματα για την καταβολή των ενοικίων εξ ου και οι αποδείξεις των Ιδιοκτητών εκδίδονταν πάντοτε «έναντι» των οφειλόμενων. Ακολούθως, προβαίνοντας σε προσθαφαιρέσεις των κατ' ισχυρισμό οφειλών και πληρωμών κατέληξε πως έχουν σχεδόν εξοφληθεί και τα ενοίκια του 2015, για τα οποία παραμένει υπόλοιπο μόλις €1.000, αποδεχόμενος παράλληλα ότι τα οφειλόμενα ενοίκια είναι €47.000 και όχι €49.
- Δήλωσε ότι δεν κατέχει από λογιστικά και ως προς το ζήτημα των οφειλόμενων ενοικίων και ιδίως ως προς τον επιμερισμό των πληρωμών, παρέπεμψε στη λογιστή των Αιτητών. Ήταν όμως κατηγορηματικός ότι ουδέποτε υπήρξε προφορική συμφωνία για τροποποίηση ή αλλαγή της επίδικης έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης και ότι το μόνο που γινόταν ήταν να του ζητεί πίστωση χρόνου ο διευθυντής των Ενοικιαστών, δηλαδή ο Καθ' ου 2.
(2)Η μαρτυρία της κας XXXX Δημητρίου (Μ. Α. 2). Η κα Δημητρίου εργάζεται στην ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί τον ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο των λογιστικών βιβλίων των Αιτητών. Η γραπτή της δήλωση κατατέθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Γ». Μέσω αυτής επιχείρησε να αποδείξει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο από τους Καθ' ων 1 ποσό ενοικίων. Κατά την αντεξέτασή της υποστήριξε πως γνωρίζει το ύψος του ποσού που οι Ενοικιαστές κατέβαλλαν κάθε έτος. Τα ενοίκια, μέχρι και το 2016 πληρώνονταν έναντι. Υποστήριξε πως οι πρώτες 2 αποδείξεις του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3, δεν αφορούν την επίδικη ενοικίαση, αλλά «προγενέστερη ενοικίαση». (β) Η μαρτυρία της πλευράς των Καθ' ων. Η μαρτυρία του Καθ' ου
- Ο μοναδικός μάρτυρας για τους Καθ' ων 1 και 2 ήταν ο ίδιος ο Καθ' ου 2, ο οποίος είναι και ο διευθυντής των Καθ' ων
- Η σχετική γραπτή του κατάθεση κατατέθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ Δ. Μέσω αυτής αναγνώρισε την ύπαρξη της έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) καθώς και τη δική του εγγύηση πλην όμως υποστήριξε πως το 2013 λόγω της οικονομικής κρίσης, συμφώνησε με τον διευθυντή των Αιτητών (Μ. Α. 1) για την «τροποποίηση» του εν λόγω ενοικιαστηρίου εγγράφου ειδικά σε σχέση με το ύψος του καταβαλλόμενου ενοικίου, στο ποσό των €12.000 ετησίως «δίχως την εκ νέου προσωπική του εγγύηση», με ισχύ από το 2014 και εντεύθεν. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού των Καθ' ων 1, μέσω της οποίας φαίνονται οι κατά καιρούς πληρωμές ενοικίων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί πως δεν οφείλονται τα διεκδικούμενα ενοίκια. Χαρακτηρίζει τον τερματισμό της ενοικίασης αδικαιολόγητο και επιπλέον, υποστήριξε ότι ουδέποτε έλαβε τις επιστολές ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και
- Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε πως έδωσε στους Αιτητές €9.000 ως προκαταβολή δίχως να λάβει απόδειξη επειδή είχε πολύ καλές σχέσεις με τον Μ. Α. 1 και τα παιδιά του. Επέμενε πως για το 2013 κατέβαλε €17.
- Συμφώνησε πως η τελευταία φορά που καταβλήθηκε ενοίκιο ήταν το
- Διαφώνησε πως οι Καθ' ων οφείλουν €49.000 μέχρι τον Αύγουστο του
- Επίσης διαφώνησε πως οφείλονται €2.000 μηνιαίως από Σεπτέμβριο μέχρι και Δεκέμβριο του
- Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι για το 2018 οφείλονται ενοίκια €26.000, απάντησε πως η οφειλή είναι μόλις για €12.
- Ομοίως, δέχθηκε ότι το ίδιο ποσό οφείλεται και για το 2019 παρόλο που του υποβλήθηκε πως οφείλει €28.
- Όσον αφορά το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9, δέχθηκε πως ετοιμάστηκε από το λογιστικό του γραφείο, ο ίδιος δεν «έχει δικαίωμα να κάμει έτσι πράγματα». (γ) Οι Αγορεύσεις. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων που έλαβε χώρα στις 06/10/2020, οι συνήγοροι παρουσίασαν γραπτά κείμενα και απάντησαν σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Ακολούθως, η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. (δ) Περιορισμός / Προσδιορισμός Επίδικων Θεμάτων. Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων και λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τις αγορεύσεις, προχωρώ ακολούθως σε σύνοψη, περιορισμό και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει αφορά το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο κέκτειται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, υπό το φως των λεχθέντων στη Φυσεντζίδης ν. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ECLI:CY:AD:2020:A171, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, ημερομηνίας 01/06/2020, με βάση την οποία έχει νομολογηθεί πως για να εμπίπτει ένα υποστατικό στην έννοια του «ακινήτου» με βάση το άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, θα πρέπει όχι μόνο να είχε συμπληρωθεί πριν το 2000 αλλά και να προσφερόταν τότε προς ενοικίαση. Σχετικό με το θέμα αυτό είναι και το κατά πόσον η συμβατική ενοικίαση έχει μετατραπεί σε θέσμια. Αμφισβητούμενο γεγονός είναι και το ύψος του υφιστάμενου ενοικίου, εάν δηλαδή το ποσό που αρχικά είχε γραπτώς συμφωνηθεί έχει μεταγενέστερα μειωθεί συνεπεία προφορικής συμφωνίας. Επίσης, παραμένει προς απάντηση το κατά πόσο οι Αιτητές απέδειξαν την ύπαρξη και το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων και συναφώς θα πρέπει να εξεταστεί αν ικανοποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου για ανάκτηση κατοχής λόγω οφειλόμενων ενοικίων, δηλαδή η επίδοση της αναγκαίας επιστολής και η παρέλευση των σχετικών προθεσμιών. Τέλος, πρέπει να εξετασθεί το κατά πόσο ο Καθ' ου 2 δεσμεύεται και σε ποια έκταση από το περιεχόμενο της παρασχεθείσας από αυτόν εγγύησης. IΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, υποκείμενη στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, (Ν. 23/83) (στο εξής: «ο Νόμος»), εκπηγάζει από το άρθρο 4
(1)του Νόμου,[2] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες ενοικιάσεις[3] και τους όρους αυτών,[4] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Πέραν των βασικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή ενοικίου, τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων καθώς επίσης και αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[5] (α) Η έννοια της ενοικίασης και η μετατροπή της σε θέσμια. Η ενοικίαση[6] είναι μια αμφίπλευρη συμφωνία που αφορά πραγματικό γεγονός και απαιτεί στην πράξη ενέργειες που να τη στοιχειοθετούν. Μια συμφωνία ενοικίασης, κατά κύριο λόγο, συνάπτεται ρητώς και ως επί το πλείστον, γραπτώς. Είναι όμως πιθανόν μια ενοικίαση να εγκαθιδρυθεί στη βάση της πρόθεσης και της συμπεριφοράς των συμβαλλομένων (by conduct).[7] Με βάση το δόγμα της συμβατικής σχέσης (privity of contract) η ενοικίαση δεσμεύει μόνο τους συμβαλλόμενους, εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων, όπως λόγου χάρη η αντιπροσωπεία (agency), η εκχώρηση δικαιωμάτων (assignment) και η αντικατάσταση (novation).[8] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. Η θέσμια ενοικίαση σχετίζεται με το μίσθιο και δεν εξαρτάται από τη σχέση ιδιοκτήτη - ενοικιαστή.[9] Παρόλο που η δημιουργία θέσμιας ενοικίασης προϋποθέτει την ύπαρξη ενοικίασης,[10] η θέσμια ενοικίαση είναι πλάσμα νόμου, δεν είναι καν σύμβαση, αλλά το προσωπικό δικαίωμα του αμετακίνητου (statutory right of irremovability).[11] Το δικαίωμα για ανάκτηση κατοχής λόγω οφειλόμενων ενοικίων και συνεπεία συστηματικής μη καταβολής του οφειλόμενου ενοικίου προβλέπεται στο άρθρο 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου («ο Νόμος»), το οποίο, υπό τον παράτιτλο «περιορισμός εξώσεων», έχει ως εξής: « Ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόμος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσμίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην οιονδήποτε νομίμως οφειλόμενον ενοίκιον καθυστερείται επί είκοσι μίαν ή περισσοτέρας ημέρας μετά την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως απαιτήσεως εις τον ενοικιαστήν και δεν υπάρξει οιαδήποτε προσφορά τούτου προ της καταχωρίσεως αιτήσεως δι' ανάκτησιν κατοχής: Νοείται ότι ενοίκιον θα θεωρήται προσφερθέν δυνάμει της παραγράφου αυτής, εάν τούτο εστάλη διά συστημένης επιστολής εις το πρόσωπον το δικαιούμενον να εισπράξη τούτο: Νοείται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δε διατάζει την ανάκτηση από τον ιδιοκτήτη της κατοχής, όταν ο ενοικιαστής πληρώσει μέσα σε περίοδο δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση σ' αυτόν της αίτησης παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόμενο από αυτόν εκτός αν ο ενοικιαστής διαρκούσης της μισθώσεως δεν καταβάλλει συστηματικά το νομίμως οφειλόμενον. » Συνεπώς, με βάση το άρθρο 11
(1)(α) του Νόμου για να εκδοθεί διάταγμα ανάκτησης κατοχής λόγω καθυστερημένων ενοικίων, σωρευτικά πρέπει να:
(1)υπάρχει καθυστέρηση στην πληρωμή του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου,
(2)αποσταλεί προς τούτο σχετική γραπτή ειδοποίηση απαίτησης,
(3)υφίσταται καθυστέρηση 21 τουλάχιστον ημερών του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου από την επίδοση της εν λόγω απαίτησης,
(4)παρέλθουν, περαιτέρω 14 μέρες από την επίδοση της Αίτησης για Ανάκτηση Κατοχής. Γ. Η εγγύηση σε θέσμια ενοικίαση (έννοια, δικαιοδοσία, έκταση δέσμευσης). - Η έννοια της σύμβασης εγγύησης. Η έννοια της σύμβασης εγγύησης προσδιορίζεται στο άρθρο 84 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149): « "Σύµβαση εγγύησης" είναι η σύµβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση µη εκπλήρωσης από τον τρίτο το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". » Η σύμβαση εγγύησης είναι δευτερεύουσα και παρεπόμενη[12] υποχρέωση της ουσιαστικής υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη, με την οποία είναι λειτουργικά συνδεδεμένη. Για τον λόγο αυτό, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο εγγυητής απαλλάσσεται[13] από τη σύμβαση εγγύησης, όπως για παράδειγμα στη Holme v Brunskill
(1877)3 QBD 495[14] στην οποία υπήρξε απαλλαγή του εγγυητή λόγω διαφοροποίησης των όρων της βασικής συμφωνίας ενοικίασης, χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή. Μια σύμβαση εγγύησης μπορεί να έχει τον χαρακτήρα της ειδικής (specific) ή της συνεχούς (continuing) εγγύησης. Η ειδική εγγύηση καλύπτει μια συγκεκριμένη υποχρέωση, ή μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων, ενώ η συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή. Ως προς τη διαπίστωση του κατά πόσο η παρασχεθείσα εγγύηση είναι ειδική ή συνεχής, καθοδηγητικά είναι τα αναφερόμενα στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 180:[15] « Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, 1972, σελ. 619). ΄Εχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασιστεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599). Η λεκτική διατύπωση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 2.2.1998, όπως ορθά, κατά την άποψή μας, ερμηνεύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρήσουν στο μέλλον στον Γ. Γεωργίου. » Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla - The Indian Contract and Specific Relief Acts Updated 14th Edition - Chap. VIII - Of Indemnity and Guarantee - Nature of Contract of Guarantee, σελ. 1383-1384, κάτω από τον τίτλο «Strict Construction of Surety's Obligation», αναφέρεται ότι ο εγγυητής δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για περισσότερα από όσα έχει αναλάβει: « Α surety's liability depends upon the terms of the contract; and he is entitled to insist on the strict adherence to the terms of his obligation by the creditor, and cannot be made liable for more than he has undertaken. The guarantee extends to a liability precisely answering the description contained in the guarantee. His liability cannot be enhanced beyond the proper meaning of his written agreement. » - Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων ως προς το ζήτημα της παρασχεθείσας εγγύησης. Στη Cedrus Estates Limited v. Πισσαρίδη
(1994)1ΑΑΔ 590 σημειώθηκε πως η διαφορά μεταξύ του ιδιοκτήτη και του εγγυητή αποτελεί επακόλουθο της ενοικίασης και επομένως θέμα που απέρρεε από τη διαφορά που είχε αναφυηθεί μεταξύ του ιδιοκτήτη και του ενοικιαστή σε σχέση με την ενοικίαση για το οποίο αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων με βάση το άρθρο 4
(1)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ούτε η έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη, ούτε το γεγονός ότι η σύμβαση εγγύησης συνιστά συμφωνία ξεχωριστή από το αντικείμενο της εγγύησης, δηλαδή την ενοικίαση, μεταβάλλουν τα δεδομένα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. - Η δεσμευτικότητα της παρασχεθείσας εγγύησης όταν η συμβατική ενοικίαση μετατρέπεται σε θέσμια. Στη Michael v. Nishanian
(1966)1 C.L.R. 150 λέχθηκε ότι εφόσον η περίπτωση αφορά ανανεωθείσα πριν τη λήξη ενοικίαση, τότε η εγγύηση θεωρείται ότι συνεχίζει να ισχύει και για την περίοδο ανανέωσης, καθότι παραμένει συμβατική. Εντούτοις, η εγκαθίδρυση θέσμιας ενοικίασης δεν ανανεώνει την ισχύ της αρχικής διάρκειας του συμβολαίου και της παρασχεθείσας εγγύησης, αφού, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η θέσμια ενοικίαση δεν είναι σύμβαση αλλά πλάσμα νόμου. Το δε βασικότερο χαρακτηριστικό της θέσμιας ενοικίασης είναι η ισχύς της για απροσδιόριστο χρόνο. Έπεται ότι, για να θεωρηθεί ότι μια εγγύηση συνεχίζει να ισχύει επ' αόριστο και πιθανόν για δεκαετίες, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε ως εγγυητής της αρχικής ενοικίασης, κατά τον χρόνο της υπογραφής του μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τούτη τη συνέπεια, μέσω ξεκάθαρης και σαφέστατης διατύπωσης επί του ίδιου του εγγυητηρίου εγγράφου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο σύγγραμμα Woodfall: Landlord and Tenant, παρ. 5.153, Extent of guarantor's obligation: « In the absence of clear words, a surety's liability under his contract of guarantee will extend only for the duration of the contractual term; it will not carry over into a period during which the tenant holds over under the Landlord and Tenant Act 1954. Even where the surety's liability is contractually extended into such period, further clear words are needed in order to make him liable for interim rent in excess of the contractual rent. » Στη Kyriakidou v. Mangaldjian
(1969)1 C.L.R. 1[16] αξιώνονταν ενοίκια από τον εγγυητή περιόδου 11 μηνών από 15/3/1965 έως 15/02/1966. Η αρχική συμφωνία ενοικίασης, διάρκειας ενός έτους (1962-1963) είχε λήξει και ο ενοικιαστής είχε καταστεί θέσμιος. Ο όρος για την εγγύηση είχε ως εξής: « Εγγυώμαι προσωπικώς και αλληλεγγύως μετά του ενοικιαστού την ακριβή και πιστήν τήρησιν των όρων του παρόντος εγγράφου, μέχρι της εκκενώσεως και παραδόσεως της οικίας εις τον ιδιοκτήτην. » Το ερώτημα ήταν κατά πόσο η εγγύηση κάλυπτε και την περίοδο της θέσμιας ενοικίασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναλυτική αναφορά στη σχετική επί του θέματος νομολογία, επισημαίνοντας τον διαφορετικό χαρακτήρα της συμβατικής ενοικίασης από τη θέσμια, κατέληξε ότι εκτός όπου χρησιμοποιείται ισχυρή (strong) και καθαρή (clear) γλώσσα σε σύμβαση εγγύησης, αυτή δεν θα ισχύει σε θέσμια ενοικίαση. Απέρριψε επίσης την εισήγηση περί συνεχούς (continuous) εγγύησης. Το σχετικό απόσπασμα της αναφερόμενης απόφασης έχει ως εξής: « Since there is nothing in the Rent (Control) Law that interferes with the contractual rights of outside parties in respect of matters like guarantees, I would be prepared to express the view, that it is conceivable in a case where strong and clear language has been used in a guarantee, that the Court would be ready to reach a conclusion that the guarantee would also apply to the payment of rent in a statutory tenancy. However, in view of the different character of the statutory tenancy,—as distinct from the contractual tenancy—particularly its indefinite duration, I am of the opinion, that the language in this contract of guarantee is not so clearly worded as to warrant a finding that the parties intended it to extend to the statutory tenancy and that the guarantor undertook to bind himself until the delivery of the premises in question including the period the tenant was so holding over as a statutory tenant. Counsel for the appellant, further contended that it was within the contemplation of the parties that the guarantee was a continuous guarantee guaranteeing the rent accruing even during the statutory tenancy. I am unable to accept the submission of counsel that the contract of guarantee continued and applied to the statutory tenancy. In my view, a continuing guarantee is one which extends to a series of transactions and is not exhausted by nor confined to a single credit or transaction. Of course, whether in a particular case a guarantee is continuing or not is a question of the intention of the parties, as expressed by the language they have employed, understanding it fairly in the sense in which it is used; and this intention is best ascertained by looking to the relative position of the parties at the time the instrument is written. In the case in hand, the language employed in the contract of guarantee viewed in the light of clauses 2(θ) and 4 of the contract of tenancy, in my opinion, shows that the parties did not intend and/or contemplate when the guarantee was given, that it would be a continuing guarantee. » Πολύ πρόσφατα στη Μάντζαλος ν. Μιχαηλίδη κ.α., Πολιτική Εφεση αρ. 74/2013, ημερομηνίας 14/02/2019 επιβεβαιώθηκε η παλαιότερη επί του θέματος νομολογία και λέχθηκαν τα εξής: « Προκύπτει αβίαστα ότι η θέσμια ενοικίαση είναι διαφορετική μορφή ενοικίασης από τη συμβατική. Με αυτό ως δεδομένο, η εγγύηση καταβολής ενοικίου σε σχέση με συμβατική ενοικίαση δεν καλύπτει μετέπειτα θέσμια ενοικίαση, εκτός εάν με ξεκάθαρο τρόπο προκύπτει τέτοια υποχρέωση από το λεκτικό της συμφωνίας εγγύησης. Τότε και μόνο το Δικαστήριο θα μπορεί να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι η σύμβαση εγγύησης εφαρμόζεται και σε σχέση με την πληρωμή ενοικίου θέσμιας ενοικίασης. Ας μη διαφεύγει ότι η θέσμια ενοικίαση είναι απροσδιορίστου χρονικής διάρκειας, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό και το οποίο συνιστά επιπρόσθετο βάρος στους ώμους του όποιου εγγυητή καταβολής ενοικίου. Το ζήτημα διαφοροποιείται βεβαίως στις περιπτώσεις όπου στο ίδιο το ενοικιαστήριο έγγραφο προβλέπεται περίοδος ανανέωσης ή όπου η συμφωνία ενοικίασης έχει δυνητικά καταληκτικό χρόνο τη λήξη της περιόδου ανανέωσης. Σε τέτοια περίπτωση και με δεδομένο ότι ο εγγυητής γνώριζε για το δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης και ότι η ανανέωση επήλθε, η εγγύηση θεωρείται ότι ισχύει και για την περίοδο ανανέωσης (Michael v. Nishanian
(1966)1 C.L.R. 150, Αργύρη (ανωτέρω). Επανερχόμενοι στα γεγονότα της ενώπιόν μας περίπτωσης, είναι η κρίση μας ότι το λεκτικό της σύμβασης εγγύησης δεν εμπίπτει στα πλαίσια της ξεκάθαρης ανάληψης υποχρέωσης κάλυψης και θέσμιας ενοικίασης, ούτως ώστε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν η επέκταση της και σε αυτή τη μορφή ενοικίασης και ότι ο εγγυητής δεσμεύθηκε στην καταβολή των ενοικίων και για την εν λόγω περίοδο. Η αναφορά στην επίδικη συμφωνία εγγύησης σε εξασφάλιση του ενοικίου μέχρι την παράδοση του καταστήματος στον ιδιοκτήτη, συνδεόταν άμεσα με «την τήρηση των όρων του παρόντος Ενοικιαστηρίου Εγγράφου» και όχι με οποιαδήποτε μεταβολή της ενοικίασης από συμβατική σε θέσμια. » ΙV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Έχοντας υπόψιν τα προαναφερόμενα, τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[17] καθώς και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας.
(1)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Ιωακείμ (Μ. Α. 1). Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από τη μαρτυρία του εν λόγω προσώπου είναι ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, δίχως να προσπαθήσει να παραπλανήσει, να ωραιοποιήσει ή να υπεκφύγει να τοποθετηθεί ως προς τα επίδικα θέματα. Η αμεσότητα των απαντήσεών του καταδείκνυε την ειλικρινή πρόθεσή του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την πραγματικότητα, δίχως πλατειασμούς και υπερβολές. Από την έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε, έχουν επιβεβαιωθεί τα ακόλουθα: · Η ιδιότητα των Αιτητών ως Ιδιοκτητών, και ότι το Υποστατικό έχει συμπληρωθεί πριν το 2000, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Α και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Β) · η σύναψη της επίδικης έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης καθώς και ο τερματισμός της, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Α και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Β αντίστοιχα) · ότι έναντι της ενοικίασης έχει καταβληθεί από τους Ενοικιαστές το συνολικό ποσό των €73.000, (δέσμη αποδείξεων είσπραξης - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) Είναι επίσης δεδομένο ότι οι Ενοικιαστές μέχρι σήμερα διατηρούν την κατοχή και χρήση του Υποστατικού. Επιπλέον, διαφάνηκε πως δεν υπήρξε η ισχυριζόμενη από τους Καθ' ων μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, καθότι επί τούτου του θέματος ήταν ιδιαίτερα πειστικός, εν αντίθεση με τη σχετική μαρτυρία του Καθ' ου 2 που ήταν αόριστη και αντιφατική. Παρά τα προαναφερόμενα, η μαρτυρία του Μ. Α. 1 υπήρξε προβληματική ως προς το ζήτημα του καταμερισμού των πληρωμών που γίνονταν έναντι των ενοικίων, ζήτημα που σχετίζεται και με την απόδειξη του διεκδικούμενου ποσού ως υπόλοιπο οφειλόμενων ενοικίων. Στο θέμα αυτό θα επανέλθω αργότερα. Επί του παρόντος υποδεικνύω πως το εν λόγω ζήτημα αφορά την αποδεικτική της αξία[18] όσων ο μάρτυρας ανέφερε και όχι τη φιλαλήθεια του. Νοείται ασφαλώς ότι στο μέτρο που η μαρτυρία του Μ. Α. 1 συγκρούεται ευθέως με ρητές παραδοχές στα δικόγραφα των Αιτητών δεν θα γίνει αποδεκτή, αφού η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται ανεξάρτητα από τα επίδικα θέματα, αλλά κατ' αντιπαραβολή αυτών. Ως εκ των πιο πάνω, αποδέχομαι την εν λόγω μαρτυρία, στην έκταση που καθόρισα προηγουμένως.
(2)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Δημητρίου (Μ. Α. 2). Μόνο μερικώς αποδέχομαι τη μαρτυρία της κας Δημητρίου, η παρουσία της οποίας δεν βοήθησε ουσιαστικά την υπόθεση των Αιτητών. Κατ' αρχάς η θέση της ότι οι πρώτες δύο αποδείξεις του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3, δεν αφορούν την επίδικη ενοικίαση, αλλά «προγενέστερη ενοικίαση» απορρίπτεται, καθότι αφενός δεν υποστηρίζεται από τη δικογραφία και αφετέρου επείδη βασίζεται σε πληροφόρηση που, όπως η ίδια ανέφερε, έλαβε από τον Μ. Α. 1 ο οποίος στη δική του μαρτυρία εξέφρασε γενική αδυναμία να καταμερίσει τις χρεώσεις και τις πιστώσεις παραπέμποντας στη Μ. Α. 2 για το θέμα αυτό. Απορρίπτω επίσης τα συμπεράσματά της, ως προς τις κατά έτος οφειλές των Καθ' ων 1, καθότι η εν λόγω μαρτυρία εδραζόταν σε έγγραφα / οικονομικές καταστάσεις που δεν επιτράπηκε η κατάθεσή τους. Από τη μαρτυρία της δέχομαι μόνο ότι οι Καθ' ων 1 για το 2012 κατέβαλαν το συμφωνημένο ενοίκιο, θέση που συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών, και ότι, από το 2018 δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι των ενοικίων, θέση που επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Καθ' ου 2.
(3)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Καθ' ου 2 Ουδόλως με έπεισε με τη μαρτυρία του ο Καθ' ου
- Όσα ανέφερε περί «τροποποίησης» του ενοικιαστηρίου και τα περί σύναψης μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας με τον διευθυντή των Αιτητών (Μ. Α. 1) ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει τη μερική μόνο πληρωμή έναντι των συμφωνηθέντων ενοικίων. Κατ' αρχάς, ο Καθ' ου 2 δεν τοποθετήθηκε σαφώς εάν μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί η τροποποίηση (variation) της επίδικης έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης ή η συνολική αντικατάστασή της (novation) από νέα συμφωνία. Η πλήρης αδυναμία του να δώσει λεπτομέρειες για το ακριβές περιεχόμενο της ούτω καλούμενης «νέας προφορικής συμφωνίας» δεικνύει το υστερόβουλο του εν λόγω ισχυρισμού. Το βασικότερο όμως δεδομένο που φανερώνει την αναξιοπιστία του εν λόγω προσώπου είναι η πλήρης ανυπαρξία μαρτυρίας που να υποδηλώνει συναίνεση και/ή αποδοχή των Ιδιοκτητών για την κατάργηση και ή έστω διαφοροποίηση της έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης. Τουναντίον, το γεγονός ότι όλες οι αποδείξεις είσπραξης φέρουν την ένδειξη «έναντι οφειλόμενων ενοικίων» παραπέμπει στο αντίθετο συμπέρασμα από την εκδοχή του Καθ' ου
- Πέραν όμως αυτού, η εν λόγω θέση του Καθ' ου 2 συγκρούεται ευθέως με τη λογική. Παρεμβάλλω πως η λογική και το Δίκαιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Ο Αριστοτέλης περιγράφει τον Νόμο ως «λογική δίχως εμπάθεια», η δε κοινή λογική (common sense) θεωρείται «συστατικό στοιχείο της δικαστικής κρίσης», η επίκληση της οποίας «παρατηρείται οριζοντίως σε πολυειδείς εκφάνσεις του Κυπριακού ουσιαστικού, αποδεικτικού και δικονομικού δικαίου». Τέτοια είναι η σημασία της κοινής λογικής, που θεωρείται ως συστατικό στοιχείο του κοινοδικαίου.[19] Εν προκειμένω, είναι λογικό ανακόλουθο και παντελώς απίθανο οι Ιδιοκτήτες, ενώ είχαν μεριμνήσει τον Ιούνιο του 2012 να συνάψουν ένα μακροσκελές ενοικιαστήριο έγγραφο (περιλαμβάνοντας όρο για ετήσια αύξηση ενοικίου καθώς και άλλες προς όφελός τους διατάξεις συμπεριλαμβανομένης της εξασφάλισης προσωπικής εγγύησης από τον Καθ' ου 2) λίγους μόλις μήνες αργότερα, να δεχθούν επί της ουσίας να ακυρώσουν τα συμφωνηθέντα μειώνοντας το ενοίκιο και απαλλάσσοντας τον εγγυητή, δίχως να λάβουν το παραμικρό αντάλλαγμα. Ούτε ασφαλώς αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Καθ' ου 2 ότι δήθεν έδωσε στους Αιτητές €9.000 ως προκαταβολή δίχως να λάβει απόδειξη λόγω «εμπιστοσύνης» επειδή είχε πολύ καλές σχέσεις με τον Μ. Α. 1 και τα παιδιά του, διότι δεν έχω ενώπιον μου το παραμικρό το οποίο να παραπέμπει στην ύπαρξη τέτοιας σχέσης. Αντιθέτως η σύναψη κατά τον ίδιο χρόνο του αναλυτικού ενοικιαστηρίου εγγράφου δείχνει ότι οι Ιδιοκτήτες προσπάθησαν με προσοχή να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Από τη μαρτυρία του σημειώνω την παραδοχή του ότι τουλάχιστον από το 2018 δεν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα ενοίκια. Από όσα ανέφερε δέχομαι μόνο ότι δεν έχει παραλάβει τις επιστολές - ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 και 6 καθότι δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία για το αντίθετο. Σημειώνω ότι ο Μ. Α. 1 παραδέχθηκε αφενός ότι ο αριθμός τηλεομοιοτύπου προς τον οποίο απεστάλησαν τα σχετικά έγγραφα είναι των Αιτητών και όχι των Καθ' ων, και ότι, δεν γνωρίζει εάν όντως οι Καθ' ων 1 τις παρέλαβαν. Παρόλα αυτά, οι εν λόγω επιστολές δεν είναι σημαντικές ως προς τα επίδικα θέματα, καθότι ο τερματισμός της συμβατικής ενοικίασης έγινε με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Α και 4Β. V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα ακόλουθα. (α) Τα Πραγματικά Γεγονότα. Οι Αιτητές είναι οι ιδιοκτήτες του Υποστατικού το οποίο συμπληρώθηκε πριν το 2000 (Δείτε: πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Α ΚΑΙ 1Β). Η επίδικη ενοικίαση -ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, μεταξύ Αιτητών και Καθ' ων 1 και με την εγγύηση του Καθ' ου 2, ξεκίνησε δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 17/06/2012 και με χρονική περίοδο αναδρομικά από 01/01/2012 έως 31/12/
- Το αρχικό ετήσιο συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν €17.000, το οποίο σταδιακά αυξανόταν. Η ενοικίαση τερματίστηκε δυνάμει έγγραφης ειδοποίησης απαίτησης ημ. 05/07/2017 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Α ΚΑΙ 4Β). Κατά τον τερματισμό της ενοικίασης το ετήσιο ενοίκιο ήταν €24,
- Οι Καθ' ων 1, ως ρητώς παραδέχονται οι Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση, έχουν εξοφλήσει τα ενοίκια του 2012 και συνολικά έναντι των οφειλόμενων ενοικίων καταβλήθηκε το ποσό των €73.000,00 (δείτε: δέσμη 15 αποδείξεων είσπραξης ενοικίου - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). (β) Κατά πόσο υπήρξε τροποποίηση της συμφωνίας ενοικίασης ή σύναψη νέας ενοικίασης. Με δεδομένο ότι δεν παρέχεται στους Ενοικιαστές συμβατικό δικαίωμα για μονομερή τροποποίηση του όρου που αφορά το ύψος του καταβαλλόμενου ενοικίου, οφείλουν να αποδείξουν την ύπαρξη μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας που να διαφοροποιεί τα όσα έχουν γραπτώς συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων. Παρεμβάλλω πως η θέσμια ενοικίαση είναι μια εξειδικευμένη σύμβαση επί της οποίας οι βασικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων τυγχάνουν εφαρμογής. Η επενέργεια του Νόμου θέτει κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες δίχως όμως να ακυρώνει τις ουσιαστικές εκατέρων συμβατικές υποχρεώσεις, νοουμένου ότι αυτές δεν αντίκεινται στον Νόμο. Συναφές είναι το άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου όπου αναφέρεται: «
- Αν οι συµβαλλόµενοι συµφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύµβαση µε νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύµβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύµβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση. » Η τροποποίηση (variation) μιας συμφωνίας είτε ενοικίασης, είτε άλλου είδους, πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις σύναψης έγκυρης συμφωνίας. Η αποδοχή, η αντιπαροχή καθώς και το νόμιμο αντάλλαγμα, αποτελούν αναγκαία προαπαιτούμενα. Συναφώς, στο σύγγραμμα The Law of Contract (Common Law Series), Κεφ. 2 - Formation of Contracts - B Tests of Enforceability - The doctrine of consideration - Consideration and the variation of contracts, παρ. 2.85 υποδεικνύεται: « Variation of subsisting contract by new agreement An agreement to rescind or vary the contract not sanctioned by its terms will only be contractually binding if it itself fulfils the requirements for a valid contract. Thus in order for a contracting party to be held to be bound by the agreement to vary (a) he must freely and unequivocally assent to the variation and (b) must receive some consideration for his assent to it. Just as in the context of the initial formation of the contract, that consideration may be in the form of some benefit to him or some detriment suffered by the other party. In the light of the preceding discussion the following conclusions may be drawn. » Στην παρούσα περίπτωση η πλευρά των Καθ' ων υποστηρίζει ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης έχει τροποποιηθεί και ότι οι Καθ' ων 1 καταβάλλουν το ανάλογο ενοίκιο. Τέτοια όμως τροποποιημένη συμφωνία δεν υφίσταται, αφού με βάση τα ενώπιον μου γεγονότα απουσιάζει το βασικότερο συστατικό της ήτοι, η αποδοχή εκ μέρους των Ιδιοκτητών. Ούτε η είσπραξη ενοικίων συνιστά συμπεριφορά που δημιουργεί κώλυμα (estoppel) για τους Ιδιοκτήτες, (δεδομένου ότι τα ποσά αυτά λαμβάνονταν «έναντι» των υποχρεώσεων των Ενοικιαστών, ως βεβαιώνεται από τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης), ούτε έχει αποδειχθεί η κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας (δείτε: Μ. Σ. Σχίζα ν. Μ. Θεοφίλου Θεοφίλου κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2011, ημερομηνίας 03/11/2016). Ούτε ασφαλώς πρόκειται για τροποποίηση της υφιστάμενης σύμβασης. Παραπέμπω συναφώς στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των Polloc & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η Έκδοση, Τόμος 1, Κεφ. IV, «Unilateral Variation», σελ. 962: « A unilateral declaration by one party to another in the absence of agreement cannot constitute a variation, and the promisor is not bound by such unilateral change. But a contract may give one of the parties the power to unilaterally vary the obligations under the contract, for example, clauses of variation in quantity of supply, of price variation, of variation in the building works, etc. There is nothing repugnant to the law of contract to have as one of the express terms of the contract itself that it will be alterable at the instance of one party alone. The extent of the power to vary is a matter of construction. It will not be construed to entitle the party to vary matters other than those specifically provided in the contract. » Συνεπακόλουθα, το ποσό των €12.000 που πληρώνεται από τους Ενοικιαστές αποτελεί μόνο μερική πληρωμή έναντι νομίμως οφειλόμενου ενοικίου,[20] συνιστά παράβαση των συμβατικών προβλεπόμενων και συμπεριφορά που (νοουμένου ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε δικαιοδοτικό ζήτημα) ενεργοποιεί τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 11 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, νομιμοποιώντας τους Αιτητές στη νόμιμη καταγγελία της επίδικης ενοικιαστικής σχέσης (δείτε: Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλέξανδρου Λτδ ν. K. Τσιαμεζη, Πολιτική Έφεση αρ. 162/2014, ημερομηνίας 11/09/2020 και Nicos Christou Developments Ltd v. Τοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990) λόγω, αφενός, της μη καταβολής του συμφωνηθέντος ενοικίου και, αφετέρου, λόγω της μονομερούς τροποποίησης των συμφωνηθέντων όρων της σύμβασης (δείτε κατ' αναλογία: Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου Πολιτική Έφεση αρ. 101/2013, ημερομηνίας 16/07/2019), όπως και έπραξαν, μέσω της προειδοποιητικής επιστολής - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Α και της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. (γ) Κατά πόσον το Υποστατικό θεωρείται «ακίνητο» δυνάμει του Νόμου. Εντούτοις, τα προαναφερόμενα δεν αρκούν. Προαπαιτείται η στοιχειοθέτηση της παρούσας ειδικής δικαιοδοσίας, ο έλεγχος της οποίας, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, αποτελεί αυτόβουλη και αυτοδύναμη[21] υποχρέωση του ίδιου του Δικαστηρίου. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσον το Υποστατικό θεωρείται «ακίνητο» δυνάμει του Νόμου με βάση την έννοια που δόθηκε μέσω της πρόσφατης απόφασης Φυσεντζίδης ν. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ECLI:CY:AD:2020:A171, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, ημερομηνίας 01/06/2020 όπου λέχθηκε πως για τη στοιχειοθέτηση της παρούσας δικαιοδοσίας δεν αρκεί το υποστατικό να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 31/12/1999 αλλά θα πρέπει να προσφερόταν τότε προς ενοικίαση. Το σχετικό απόσπασμα έχει της Φυσεντζίδης ως εξής: « Η διαφωνία του Εφεσείοντα με την πρωτόδικη απόφαση αφορά στην ερμηνεία του ακινήτου στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2001 (Ν.20(Ι)/2001)που προνοεί ότι: «"ακίνητο" σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999». Δεν αμφισβητούνται τα πρωτόδικα ευρήματα ότι το επίδικο κατάστημα βρισκόταν μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι είχε συμπληρωθεί πριν από την 31.12.
- Αντίθετα όμως με την κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου η θέση του Εφεσείοντα ήταν πως για να εφαρμοζόταν ο νόμος του ενοικιοστασίου θα έπρεπε, κατά την 31.12.1999 το επίδικο υποστατικό να ήταν είτε υπό ενοικίαση είτε προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα. Δοθείσης δε της αναντίλεκτης θέσης του, την οποία και αποδέχτηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι κατά την 31.12.1999 το κατάστημα δεν ήταν ούτε ενοικιασμένο, ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση, αφού το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Εφεσείοντας ιδιοκτήτης του, θα έπρεπε να είχε καταλήξει πως αυτό δεν ενέπιπτε εντός του ορισμού του άρθρου 2, κατ' ακολουθία ότι η περίπτωση δεν καλυπτόταν από το νόμο του ενοικιοστασίου και εν κατακλείδι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή του. [..] Η ερμηνεία του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μας βρίσκει σύμφωνους. [..] Διαπιστώνεται λοιπόν πως διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση. » Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ζήτησα από τους συνήγορους των διαδίκων να τοποθετηθούν σαφώς πως η προαναφερθείσα απόφαση επιδρά στα επίδικα θέματα. Δεν μπορώ να πω ότι έλαβα ικανοποιητικές απαντήσεις. Με βάση λοιπόν ότι τέθηκε ενώπιον μου, αν και είναι δεδομένο πως το Υποστατικό συμπληρώθηκε πριν το 2000, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το κατά πόσον αυτό προσφερόταν προς ενοικίαση μέχρι τις 31/12/
- Το αποτέλεσμα του πιο πάνω κενού είναι ότι δεν πληρούται, σύμφωνα πάντα με τη Φυσεντζίδης, η προϋπόθεση για να θεωρηθεί το Υποστατικό «ακίνητο» εν την έννοια του άρθρου 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου με συνεπακόλουθο αποτέλεσμα τη μη στοιχειοθέτηση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και αναπόδραστη συνέπεια τη διακοπή της ενώπιον μου διαδικασίας και παραπομπή της παρούσας υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, δυνάμει του άρθρου 64Α
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου. Παρά όμως την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας, οφείλω[22] να προχωρήσω στην ουσιαστική εξέταση της διαφοράς. (δ) Κατά πόσο δικαιολογούνται οι Αιτούμενες θεραπείες της Κυρίως Αίτησης.
(1)Η αξίωση για τα οφειλόμενα ενοίκια. Η κατοχή υποστατικού δυνάμει ενοικιαστικής σχέσης δημιουργεί αντίστοιχη και αλληλένδετη υποχρέωση για καταβολή ενοικίου.[23] Βεβαίως, το βάρος απόδειξης για τούτο το θέμα είναι στους ώμους των Αιτητών. Στη C&F Orologas & Sons Ltd ν Μίτας, ECLI:CY:AD:2015:A46, Πολιτική Έφεση αρ. 366/09, ημερομηνίας 30/01/2015 που εφεσείοντες ήταν οι ιδιοκτήτες, αναφέρθηκε ότι: « Το βάρος απόδειξης ότι τα εν λόγω ενοίκια παραμένουν οφειλόμενα βαρύνει τους εφεσείοντες. Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε σε συνάρτηση με τα οφειλόμενα ενοίκια είναι του ΜΑ1, η οποία κρίθηκε ως ανωτέρω. Συνακόλουθα, ορθά το Δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση για το ποσό αυτό. Δεν κρίνουμε ότι υπάρχει οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνακόλουθα και αυτός ο λόγος έφεσης απορρίπτεται. » Ο κ. Νικολάου εισηγείται ότι στην παρούσα περίπτωση η προσκομισθείσα επ' αυτού του θέματος μαρτυρία ήταν ανεπαρκής για να αποδείξει την υπόθεση των Αιτητών. Δεν συμφωνώ. Σε απαιτήσεις καθυστερημένων ενοικίων, κατά κανόνα, δεν εμφιλοχωρούν πολύπλοκες μαθηματικές πράξεις που σχετίζονται με συνυπολογισμούς κεφαλαιοποιήσεων επί κεφαλαίου, τόκων και άλλων εξόδων, όπως λόγου χάρη συμβαίνει με τις τραπεζικές υποθέσεις. Εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, εντός των οποίων δεν εμπίπτει η παρούσα υπόθεση, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Απαιτείται η απόδειξη του ύψους του ενοικίου και η εξεύρεση του πραγματικού υπόλοιπου, αφαιρώντας τις τυχόν πληρωμές. Εν προκειμένω, το ύψος του κατά καιρούς ενοικίου φαίνεται μέσω του ενοικιαστηρίου εγγράφου - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, οι δε πληρωμές διαπιστώνονται μέσω των κατατεθειμένων αποδείξεων - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3, δίχως να υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Ενοικιαστές έχουν προβεί σε οποιεσδήποτε πληρωμές ενοικίων οι οποίες δεν έχουν πιστωθεί προς όφελός τους. Συνεπώς, έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκές υπόβαθρο για να προκύψουν ασφαλή συμπεράσματα και τα οποία είναι τα εξής: · Πρώτο συμπέρασμα: Το ύψος του ενοικίου από το 2017 και εντεύθεν, συνεπεία του τερματισμού, παρέμεινε στο ποσό των €24.000 ετησίως. Τούτο διότι, δεν νοείται η επίκληση συμβατικής πρόνοιας για αύξηση ενοικίου μετά την ολοκλήρωση της συμβατικής σχέσης (δείτε: Άλκης Χ''Κυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ v. Terzian Trading House Ltd
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1292). · Δεύτερο συμπέρασμα: Οφείλονται ενοίκια μόνο από το 2013 και εντεύθεν. Τούτο διότι, η ρητή παραδοχή στην παράγραφο Γ
(4)της Κυρίως Αίτησης δεν αφήνει περιθώριο για διαφορετικά ευρήματα.[24] · Τρίτο συμπέρασμα: Το ενοίκιο από την έναρξη της ενοικίασης μέχρι και τον τερματισμό της, αυξανόταν σύμφωνα με τα συμβατικά προβλεπόμενα (δείτε όρο 3 στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). · Τέταρτο συμπέρασμα: Έναντι των οφειλών των Καθ' ων 1, δηλαδή από το 2013 και εντεύθεν καταβλήθηκε το ποσό των €73.000,00 (δείτε: δέσμη των 15 αποδείξεων είσπραξης ενοικίου - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Προσθέτοντας λοιπόν τις οφειλές από το 2013 έως και το 2017, συμποσούνται σε €103.000,
- Αφαιρώντας τις πληρωμές των €73.000,00, προκύπτει πως τα οφειλόμενα ενοίκια των Καθ' ων 1 μέχρι και το 2017 ανέρχονται στο ποσό των €30.000,
- Είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που και ο Μ. Α. 1 στη μαρτυρία του ορθώς ανέφερε πως παραμένουν μόνο €1.000,00 για την εξόφληση του
- Επιπλέον, οφείλονται ενδιάμεσα οφέλη προς €2.000,00 (€24.000,00 διά 12 μήνες) από 01/01/2018 μέχρι την επιστροφή της ελεύθερης κατοχής του Υποστατικού.
(2)Η Αξίωση για διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Μη πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων συνιστά παραβίαση των όρων της ενοικίασης και ο ιδιοκτήτης συνεπεία τούτης της παραβίασης, δικαιούται αποζημίωση[25] ως επίσης και διάταγμα ανάκτησης κατοχής, τηρουμένων των τυπικών απαιτήσεων του άρθρου 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ως εξηγείται προηγουμένως, υφίσταται καθυστέρηση στην πληρωμή των ενοικίων. Πέραν αυτού, οι Αιτητές έχουν αποδείξει τις τυπικές απαιτήσεις προβαίνοντας σε νόμιμο τερματισμό της συμβατικής ενοικίασης (δείτε: επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Α ), αφού οι Καθ' ων δεν πλήρωσαν τα οφειλόμενα εντός των καθορισθεισών προθεσμιών και συνεπώς οι Αιτητές, εάν το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία, θα δικαιούνταν και σε διάταγμα ανάκτησης κατοχής του Υποστατικού.
(3)Η ευθύνη του Καθ' ου
- Προχωρώ στην εξέταση της εγκυρότητας και δεσμευτικότητας της παρασχεθείσας εγγύησης. Ο σχετικός όρος του επίδικου ενοικιαστηρίου, έχει ως εξής: « ΕΓΓΥΗΣΗ Ο υποφαινόµενος XXXX ΧΑΤΖΗΩΑΝΝΟΥ, Α.Δ.Τ ΧΧΧΧΧ, από οδό ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧ, ΧΧΧΧ Παραλίµνι, µε το παρόν εγγυούµαι την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του Ενοικιαστή δυνάµει της πιο πάνω Συµφωνίας, η δε εκ µέρους µου εγγύηση αυτή θα είναι δεσµευτική για µένα και θα εξακολουθεί να καλύπτει και κάθε νοητή ή υπονοούµενη παράταση της πιο πάνω Συµφωνίας που γίνεται είτε µε συναίνεση των πιο πάνω Συµβαλλοµένων είτε αναγκαστικά συνεπεία του Νόµου, επίσης εάν ο πιο πάνω Ιδιοκτήτης ήθελε παράσχει στον Ενοικιαστή οποιαδήποτε παράταση πληρωµής, αυτά δε όλα ανεξάρτητα εάν δόθηκε ή όχι προηγούµενη ειδοποίηση σ' εµένα και θα εξακολουθώ να ευθύνοµαι ως εγγυητής του πιο πάνω Ενοικιαστή σε κάθε περίπτωση για οποιανδήποτε υποχρέωσή του σχετικά µε την κατοχή του πιο πάνω Εστιατορίου µέχρις εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής του στον Ιδιοκτήτη. » Σημειώνω ότι η αξίωση των Αιτητών εναντίον του Καθ' ου 2 εδράζεται τόσο σε ενοίκια που προέκυψαν εντός της περιόδου της συμβατικής, όσο και σε ενοίκια μετά τον τερματισμό της. Η εγκυρότητα της παρασχεθείσας εγγύησης είναι δεδομένη, αφού υφίσταται νομότυπη και ανεπιφύλακτη αποδοχή από τον Καθ' ου 2 της πρότασης για τη σύναψη της συμφωνίας εγγύησης. Εξάλλου, η εγγύηση αν και πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις μιας σύμβασης,[26] μπορεί να παρασχεθεί και προφορικά[27] και για την κατάρτησή της δεν απαιτείται η ύπαρξη συγκεκριμένης διατύπωσης. Ο ισχυρισμός ότι ο Καθ' ου έχει απαλλαγεί λόγω της ισχυριζόμενης μεταγενέστερης συμφωνίας απορρίπτεται, αφού τέτοια συμφωνία δεν υπάρχει. Εάν όμως, η υπόθεση των Αιτητών προσπερνούσε το ζήτημα της δικαιοδοσίας, και η ενοικίαση θα θεωρείτο θέσμια, δεν θα ικανοποιούμουν ότι η εν λόγω εγγύηση συνεχίζει και υφίσταται αφότου η σύμβαση κατέστη θέσμια. Τούτο διότι το πλαίσιο της ενοικίασης έχει ξεκάθαρα οροθετηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη εντός του πλαισίου της συμβατικής ενοικίασης. Η διπλή αναφορά στους όρους της «Συμφωνίας» και μόνο, δεν αφήνει περιθώριο για διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος. Όπως επεξηγώ ανωτέρω κατά την παράθεση του νομικού πλαισίου, το βασικότερο χαρακτηριστικό της θέσμιας ενοικίασης είναι η ισχύς της για απροσδιόριστο χρόνο. Όπως σαφέστατα προκύπτει μεταξύ άλλων από τις υποθέσεις Μάντζαλος ν. Μιχαηλίδη και Kyriakidou v. Μangaldjian (ανωτέρω) για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη εγγυητή σε θέσμια ενοικίαση θα πρέπει να καταδειχθεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε ως εγγυητής της αρχικής ενοικίασης, κατά τον χρόνο της υπογραφής του μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τούτη τη συνέπεια, μέσω ξεκάθαρης και αδιαμφισβήτητης διατύπωσης επί του ίδιου του εγγυητήριου εγγράφου. Το ισχυρό και καθαρό περιεχόμενο επί του εγγυητηρίου είναι επιτακτική προϋπόθεση. Δηλαδή, δεν αρκεί απλά να αποδειχθεί ότι το αρχικό συμβόλαιο προέβλεπε για εγγύηση οποιουδήποτε τρίτου, αλλά η εν λόγω εγγύηση πρέπει να έχει συνταχθεί με τρόπο που να είναι σαφές και αναντίλεκτο ότι θα εξακολουθήσει να ισχύει στη θέσμια ενοικίαση. Όπως προαναφέρεται, η εγγύηση αποτελεί συμπληρωματική και δευτερεύουσα υποχρέωση της βασικής υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη. Η διάρκεια της ενοικίασης αποτελεί ουσιαστικό όρο κάθε ενοικιαστικής σχέσης. Με την μετατροπή της σε θέσμια, η διάρκεια καθίσταται απροσδιόριστη. Έπεται ότι, δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε ορθό να αναζητείται από τον εγγυητή, ο οποίος εν προκειμένω εγγυήθηκε μια σύμβαση συγκεκριμένης διάρκειας ενοικίασης, να παραμένει υπόλογος ενδεχομένως εσαεί, εκτός εάν, καταδειχθεί με πλήρη σαφήνεια η εκ των προτέρων συναίνεσή του. Στην παρούσα περίπτωση η διατύπωση του εγγυητήριου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως δεσμευτική κατά τη θέσμια ενοικίαση. Όπως συναφώς αναφέρεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla - The Indian Contract and Specific Relief Acts Updated 14th Edition, Chap. VIII - Of Indemnity and Guarantee - Construction of Guarantee, σελ. 1363: « A contract of guarantee is a contract of strictissima Juris. Surety bonds are to be strictly construed. A surety, who is a 'favoured debtor', can only be held bound if the condition of liability has been fulfilled; and the surety cannot be made liable beyond the terms of his engagement. This is because, firstly, the surety usually receives no benefit in the transaction, and secondly, the creditor usually drafts the contract, and applying the contra proforentem rule, the guarantee must be construed in favour of the surety in case of any ambiguity. » Ως εκ των ανωτέρω, εάν η ενοικίαση είχε καταστεί θέσμια, ο Καθ' ου 2 θα κρινόταν υπόλογος μόνο για τα ποσά που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της συμβατικής ενοικίασης, ήτοι για €30.000 μέχρι και το
- VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς, εάν η υπόθεση προσπερνούσε τον δικαιοδοτικό όρο που έθεσε η Φυσεντζίδης, θα εξέδιδα απόφαση ως ανωτέρω εκτίθεται. Παρόλα αυτά, για τους λόγους που έχω ήδη επεξηγήσει, και με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, η παρούσα Αίτηση διακόπτεται και παραπέμπεται προς εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, με βάση το άρθρο 64Α
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960). Έχω προβληματιστεί όσον αφορά τα έξοδα της ενώπιον μου διαδικασίας. Από τη μια, παρά το αποτέλεσμα, ούτε η μαρτυρία, ούτε η νομική επιχειρηματολογία της πλευράς των Ενοικιαστών έγινε αποδεκτή. Από την άλλη, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ενώ έδωσα την ευκαιρία στους συνήγορους των διαδίκων να τοποθετηθούν και να πράξουν ανάλογα σε σχέση με τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση Φυσεντζίδης, η πλευρά των Ιδιοκτητών, που φέρει και το σχετικό βάρος για να στοιχειοθετήσει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, δεν έδραξε την ευκαιρία. Συνυπολογίζοντας λοιπόν τα πιο πάνω, καθώς και τις σχετικές αρχές[28] καταλήγω πως δεν θα πρέπει να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων 1 και 2, μειωμένα όμως κατά το ήμισυ, λόγω της αποτυχίας της υπερασπιστικής τους γραμμής. Ο υπολογισμός αυτών να γίνει στην κλίμακα €10.000 - €50.000. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.).............. (Υπ.)............. Μ. Γεωργιάδου Γ. Παναγιώτου Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2019:A390, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/2019. [2] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [3] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων·» [4] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [5]Δείτε: Petsas v. Pavlides
(1980)3 C.L.R. 158, Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 652, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001), και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014. [6] Η έννοια της «ενοικίασης» στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο (Ν. 23/83) (ο «Νόμος») δεν αναλύεται ιδιαίτερα. Στη σχετική ερμηνευτική αναφορά στο άρθρο 2 του Νόμου αναγράφονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού [..]» [7] Δείτε: σύγγραμμα των Megarry & Wade, The Law of Real Property, 7η Έκδοση υπό τον τίτλο The nature and Creation of Leases - Types of Leases and Tenancies -
(2)Periodic Tenancies
(3)By Conduct - σελ. 785 παρ. 17-
- [8] Δείτε άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου και Chittys on Contracts 31st Edition, Volume 1, σελ. 1515 παρ. 19-
- [9] Συναφώς Polycast v. Vourkas Fabrics
(1986)1 C.L.R. 107 και Dias United Publishing Co. Ltd. V. Chr. Hjikyriacos Estates Ltd.
(1986)1 C.L.R. 173. [10] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση του Χρ. Πετεινού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1467. [11] Δείτε: Αναφορικά με τις Αιτήσεις του Αβραάμ Δίσπυρου
(1990)1 Α.Α.Δ.
- [12] Δείτε: Pollock & Mulla - The Indian Contract and Specific Relief Acts Updated 14th Edition - Chap. VIII - Of Indemnity and Guarantee - Nature of Contract of Guarantee, σελ. 1353-
- [13] Συναφή είναι τα άρθρα 91, 92, 93 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου. [14] Επίσης: Aviva Insurance Ltd v Hackney Empire Ltd [2012] EWCA Civ
- [15] Δείτε και Αναστασία Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 862. [16] Επίσης, σχετικά δείτε Metochis v. Schiza
(1952)1 C.L.R. 149 και Αργύρη v. Χρυσοστόμου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1362. [17] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018, και ΝΑΤ JANGO FASHION LTD ν. Α.Κ.ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ & ΥΙΟΙ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A443, Πολ. ΄Εφεση Αρ. 105/2014, ημερ. 15/10/2018. [18] Συναφώς δείτε: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ V. Σαλούμη
(2006)1Β Α.Α.Δ 1347 και Γεωργίου Γρηγορίου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 846. [19] Για περισσότερα, δείτε την ολοκληρωμένη ανάλυση που γίνεται στο Σύγγραμμα «το Δίκαιο της Απόδειξης» Ηλιάδη & Σάντη, Έκδοση 2014, σελ. 5 κ.ε. «Το δίκαιο της Απόδειξης και η Κοινή Λογική». [20] Το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων θα προσδιορισθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. [21]Δείτε: Τουμάζου ν. S. P. S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α. Α. Δ 700. [22] Διότι, στη Κότσαπα (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής: «Οι εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν, επίσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο "δεν έπρεπε να έκαμνε αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα, γιατί έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο, πράγμα που έπρεπε να απόφασίσει πριν ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο". Διαφωνούμε με την πιο πάνω θέση. Εφόσον οι διάδικοι δεν έκαμαν χρήση της διαδικασίας που προσφέρεται από τη Δ.27 και το δικαστήριο είχε προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης ορθά έχει προβεί και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μια τέτοια πορεία είναι επιθυμητή και εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Παρέχει την ευχέρεια στο Εφετείο να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης κατάληξης που σχετίζεται με την δικαιοδοσία. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η αναδίκαση της υπόθεσης. Αυτή η πρακτική έχει υιοθετηθεί στις περιπτώσεις απόρριψης αξιώσεων για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας όπου το δικαστήριο - παρά την απόρριψη - προβαίνει στον καθορισμό των αποζημιώσεων. Έχει επανειλημμένα τύχει της επιδοκιμασίας του Εφετείου (Βλ. Pourikos v. Fevzi
(1963)2 C.L.R. 24, Pilavakis v. CY.T.A.
(1963)2 C.L.R. 429, Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78, Artemis Co. Ltd v. The Ship "Zenica" and Others
(1965)1 C.L.R. 350 και Petri v. HadjiGeorghiou and Another
(1969)1 C.L.R. 326). Εννοείται, βέβαια, ότι αφού επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας τα λεχθέντα επί της ουσίας της υπόθεσης δεν συνιστούν δικαστική διάγνωση των ουσιαστικών δικαιωμάτων των διαδίκων (Βλ. Θεοχάρους κ.ά. ν. Πολυκάρπου
(2001)1 Α.Α.Δ. 132).» [23] Σχετικά: P.P. Body Art Gym Ltd v. Shiptrans Estate Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A461, Πολιτική Έφεση αρ. 300/2012, ημερομηνίας 14/12/2017. [24] Όπως λέχθηκε στην Παρλάτα (ανωτέρω): «Η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου εμφανώς παραγνώρισε τη ρητή παραδοχή που έγινε από την εφεσίβλητη στο δικόγραφο της, η οποία, βεβαίως, όπως είναι σαφώς νομολογημένο καθόριζε την πορεία της υπόθεσης και της μαρτυρίας που ήταν επιτρεπτό να δοθεί. Με την παραδοχή είχε, τρόπον τινά, τοποθετηθεί μια από τις ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής επί της οποίας θα κυλούσε το τραίνο της αντιδικίας των διαδίκων.[...] Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 θ.11, (δέστε και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874), σφραγίζουν την πορεία της δίκης. Ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών, (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670)» [25] Δείτε μεταξύ άλλων: Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού (ανωτέρω) [26] Δείτε: Pollock & Mulla - The Indian Contract and Specific Relief Acts Updated 14th Edition, Chap. VIII - Of Indemnity and Guarantee - Construction of a Guarantee, σελ.
- [27] Δείτε: Pollock & Mulla - The Indian Contract and Specific Relief Acts Updated 14th Edition, Chap. VIII - Of Indemnity and Guarantee - Form, σελ.
- [28] Δείτε: Κανονισμό 13(β) του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμού του 1983, Katsiantonis ν. Fragkeskou
(1981)1 CLR 566 κ.α και MIB MARIAKO LTD κ.α. v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΡΟΥ
(2013)1Α Α.Α.Δ 508, όπου λέχθηκε ότι «Τα έξοδα δεν είναι θέμα δικαιοδοσίας με την έννοια που γίνεται αντιληπτή ως προς τη δυνατότητα του δικαστηρίου να επιληφθεί της ουσίας της Αιτήσεως, αλλά προωθούνται με αναφορά στην οποιαδήποτε έκβαση της Αιτήσεως ως διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο