← Κύπρος

Αιμίλιου Εμμανουήλ κ.α. ν. Ιωάννη Τίκκη, Αίτηση Αρ.: Ε50/21, 24/6/2022

Αιμίλιου Εμμανουήλ κ.α. ν. Ιωάννη Τίκκη, Αίτηση Αρ.: Ε50/21, 24/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2022:13 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Ε50/21 Μεταξύ:

  1. Αιμίλιου Εμμανουήλ
  2. Μαρίας Εμμανουήλ
  3. Γεωργίας Καρή Εμμανουήλ Αιτητών και Ιωάννη Τίκκη Καθ' ου η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για παραμερισμό της κυρίως Αίτησης 24.6.2022 Για τον Αιτητή - Καθ' ου η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση: κ. Γ. Ζαβρός για κ.κ. Michael Kyprianou & Co LLC Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Αιτητές 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση: κα. Φ. Ιωάννου για κ.κ. Πιερίδης & Πιερίδης Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 31.1.2022, ο Καθ' ου η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «ο Καθ' ου η Αίτηση») εξαιτείται Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να παραμερίζεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση ως καταχρηστική και/ή ως παράτυπη και/ή άκυρη και/ή ενοχλητική και/ή ως μη αναγκαία και/ή ως σκανδαλώδης και/ή η οποία τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της υπόθεσης και/ή λόγω μη νομιμοποίησης των Αιτητών να την προωθούν. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 11, 27 και 29 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983, Ν.23/1983, στο άρθρο 63 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ.2, Δ.7, Δ.19 θθ.1-4 και 26, Δ.21, Δ.27 θθ. -3, Δ.39 , Δ.48 θθ.1, 2, 3 και 9, Δ.64 θθ.1 και 2, στο Κοινοδίκαιο, στην νομολογία, στο Δίκαιο της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, κ. Ιωάννη Τίκκη. Ο ενόρκως δηλών κατέθεσε ότι ήταν θέσμιος ενοικιαστής του υποστατικού που βρίσκεται στο ισόγειο επί της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 22Α στη Λευκωσία (εν τοις εφεξής «το επίδικο υποστατικό»), μέχρι την 2.6.
  4. Το ενοίκιο ανερχόταν σε €256 ευρώ μηνιαίως, δυνάμει Διατάγματος καθορισμού ενοικίου ημερομηνίας 26.5.2008, για την περίοδο μεταξύ 1.2.2008 και 2.6.
  5. Πριν την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος, το ενοίκιο ανερχόταν στις £14.00 (€23,92) ποσό που πληρωνόταν κανονικά μέχρι και την έκδοση του Διατάγματος. Μετά την έκδοση του, έγιναν συμπληρωματικές πληρωμές για να καλυφθεί το ποσό των €
  6. Ο τρόπος πληρωμής του ενοικίου ήταν η πληρωμή για κάθε μήνα να γίνεται στο τέλος του μήνα. Για παράδειγμα, η απόδειξη κατάθεσης ημερομηνίας 7.4.2008, καθώς και η απόδειξη κατάθεσης ημερομηνίας 6.5.2008 για το ποσό των €23,92 εκάστη, αφορούν τους μήνες Μάρτη και Απρίλη αντίστοιχα και έγιναν πριν την έκδοση του Διατάγματος. Γι' αυτό και μετά την έκδοση, πληρώθηκε επιπρόσθετο ποσό €466.-, ως η απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 3.6.
  7. Ο κ. Τίκκης υποστήριξε ότι την 2.6.2008, η θέσμια ενοικίαση τερματίστηκε αφού συνομολογήθηκε σύμβαση ενοικίασης μεταξύ των Αιτητών και του ιδίου και του συνεταίρου του, Σταύρου Ζήνωνος, στο συνεταιρισμό ΚΟΥΡΕΙΟ ΤΙΚΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΣ, που εξακολουθεί να είναι σε ισχύ μέχρι και σήμερα. Με την υπό εξέταση αίτηση, ζητεί την απόρριψη της Αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, λόγω του ότι έχουν αποπληρωθεί τα ενοίκια που οφείλονταν δυνάμει του Διατάγματος και είναι σε ισχύ η συμβατική ενοικίαση του επίδικου υποστατικού, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου. Ο ενόρκως δηλών τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η συμβατική ενοικίαση ουδέποτε τερματίστηκε, διότι η επιστολή των Αιτητών ημερομηνίας 23.3.2021 δεν αποτελεί ειδοποίηση τερματισμού της. Περαιτέρω, δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και η παρούσα Αίτηση προωθείται καταχρηστικά με αλλότρια κίνητρα, ο Καθ' ου η Αίτηση ζητεί από το Δικαστήριο να παραμεριστεί, για τον επιπρόσθετο λόγω ότι είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Αιτητών καταχωρίστηκε την 6.4.2022 και αυτή βασίζεται στα άρθρα 11, 27 και 29 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983, Ν.23/1983, στο άρθρο 63 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ.2, Δ.2 θ.10, Δ.7, Δ.19 θθ.1-4 και 26, Δ.25 θθ.1-4 και 6, Δ.27 θθ.1-3, Δ.39, Δ.48 θθ.1-4, 8, και 9, Δ.64 θθ.1-2, στο Κοινοδίκαιο, στην νομολογία, στο Δίκαιο της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α. Η αίτηση είναι νομικά αστήριχτη, παράτυπη, αντικανονική, αβάσιμη, ενοχλητική, εκδικητική και ουσιαστικά αδικαιολόγητη και ακατανόητη. Β. Τα αναφερόμενα στην αίτηση άρθρα και νόμοι δεν δικαιολογούν την παρούσα αίτηση και είναι εντελώς άσχετα με το αιτούμενο διάταγμα. Γ. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης. Δ. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εκ μέρους του Αιτητή - Καθ' ου η Αίτηση στην Κυρίως Αίτηση και αποσκοπεί στην κωλυσιεργία της υπόθεσης . Ε. Με την αξιούμενη θεραπεία ο Αιτητής/Καθ' ου η Αίτηση αιτείται να αποφύγει την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης και το Δικαστήριο να εκδόσει απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης χωρίς να ακουστεί μαρτυρία. ΣΤ. Τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Ιωάννη Τίκκη που υποστηρίζει την αίτηση δεν υποστηρίζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την αιτούμενη θεραπεία και αντίθετα υποδηλώνουν ότι η ουσία της υπόθεσης, όπως αναγράφεται στην Κυρίως Αίτηση, θα πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση και να ακουστούν οι αναγκαίοι μάρτυρες.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Αιμίλιου Εμμανουήλ, από τη Λευκωσία, Αιτητή
  8. Κατά ή περί την 26.5.2008, στα πλαίσια της Αίτησης Κ7/08, το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα, δυνάμει του οποίου το υπό του Καθ' ου η Αίτηση καταβαλλόμενο ενοίκιο για το επίδικο κατάστημα επί της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 22Α, στη Λευκωσία, καθορίστηκε στο ποσό των €256.- μηνιαίως, από 1.2.
  9. Ο Καθ' ου η Αίτηση, κατά παράβασην του πιο πάνω εκδοθέντος Διατάγματος, παρέλειψε να καταβάλει προς τους Αιτητές το καθορισθέν από το Δικαστήριο ενοίκιο και μέχρι την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, ο Καθ' ου η Αίτηση οφείλει στους Αιτητές το ποσό των €8.904.- για την περίοδο από 1.2.2008 μέχρι 30.4.
  10. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υιοθετεί την κυρίως Αίτηση. Υποστηρίζει επίσης ότι, η Διαταγή 27 αναφέρεται σε έγερση προδικαστικής ένστασης για επίλυση καθαρού νομικού ζητήματος, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Ούτε η Διαταγή 27 θεσμός 3, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, γιατί ο Καθ' ου η Αίτηση δεν εγείρει τέτοιο ισχυρισμό στην Απάντηση του. Στην παράγραφο 6 της Απάντησης αναφέρονται τα εξής: «Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν οφείλει στους Αιτητές οποιοδήποτε ποσό ενοικίου και/ή άλλο χρηματικό ποσό. Ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται πως ήταν πάντα τυπικός και τηρούσε τους όρους της συμφωνίας ενοικίασης.» Συνεπώς, το βάρος απόδειξης ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ενοικίου, βαρύνει τον ίδιο και το Δικαστήριο θα καταλήξει επί του εν λόγω ισχυρισμού του Καθ' ου η Αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, όταν θα ακουστούν οι αναγκαίοι μάρτυρες. Εν πάση περιπτώσει, στην κυρίως Αίτηση περιέχεται λογικό αγώγιμο δικαίωμα και δεν είναι ούτε μηδαμινή, ούτε ενοχλητική. Ο κ. Εμμανουήλ λέγει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα, αφού η Απάντηση στην Απάντηση και Ανταπαίτηση του Καθ' ου η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 18.6.2021 και η Κλήση για Οδηγίες εκ μέρους των Αιτητών, καταχωρήθηκε ευθύς αμέσως και ορίστηκε την 9.11.
  11. Στις 9.11.2021, εκδόθηκαν Διατάγματα για εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων και οι Αιτητές καταχώρησαν Ένορκο Δήλωση Αποκάλυψης, πράγμα που δεν έπραξε μέχρι σήμερα ο Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος δεν καταχώρησε ούτε Κλήση για Οδηγίες για την Ανταπαίτηση του και δημιουργούνται έτσι δικονομικά προβλήματα γι' αυτόν, σύμφωνα με Διαταγή
  12. Στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως του Καθ' ου η Αίτηση, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι έχουν αποπληρωθεί τα ενοίκια που οφείλονταν δυνάμει του Διατάγματος καθορισμού, πλην όμως οι αποδείξεις που επισυνάπτει, δεν υποστηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό του και θα πρέπει να αποδείξει κατά την ακροαματική διαδικασία της κυρίως Αίτησης, ότι πλήρωνε τακτικώς και ανελλιπώς το ενοίκιο, σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.5.
  13. Επίσης, ο κ. Ιωάννης Τίκκης ισχυρίζεται ότι βρίσκεται σε ισχύ η συμβατική ενοικίαση του υποστατικού, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου. Όμως, η ενοικίαση έληξε το Φεβρουάριο 2014, ο Καθ' ου η Αίτηση συνεχίζει να κατέχει το επίδικο υποστατικό και είναι θέσμιος ενοικιαστής. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο δεν υπεγράφη και από τους τρεις ιδιοκτήτες του ακινήτου, αλλά μόνο από τον ένα απ' αυτούς, δηλαδή τον ενόρκως δηλούντα. Οι άλλοι δύο συνιδιοκτήτες, Αιτητές 2 και 3, δεν συμφώνησαν με την υπογραφή του εν λόγω ενοικιαστηρίου εγγράφου και δεν το υπέγραψαν. Έτσι, αυτό ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Επιπλέον, δεν υπεγράφη από δύο μάρτυρες, αλλά μόνο από ένα και συνεπώς, η ισχύς του εγγράφου περιορίζεται στο ένα έτος. Ο μάρτυρας υπέδειξε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση του, 6 σελίδες, ήτοι 4 καταθέσεις στην Ελληνική Τράπεζα και 2 αποδείξεις είσπραξης. Στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του κ. Ιωάννη Τίκκη, ο ίδιος αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, χωρίς να διευκρινίζει τι αντιπροσωπεύουν τα ποσά που αναγράφονται στις έξι σελίδες αυτού, ούτε το οφειλόμενο υπ' αυτού ποσό, ούτε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Πράγματι, από 1.2.2008, το ενοίκιο ανερχόταν στα €256.- μηνιαίως. Ο κ. Εμμανουήλ αρνείται ότι το προηγούμενο ενοίκιο ήταν μόνο €23,
  14. Εν πάση όμως περιπτώσει, από 1.2.2008, ο Καθ' ου η Αίτηση όφειλε να καταβάλλει ως ενοίκιο €256.- και όχι, όπως ισχυρίζεται, €23,
  15. Οι πληρωμές και από τις τέσσερις σελίδες των καταθέσεων στην Ελληνική Τράπεζα, αναφέρονται σε περίοδο μετά την 1.2.2008, οπότε το ενοίκιο καθορίστηκε από το Δικαστήριο σε €256.- το μήνα. Η υπό εξέταση αίτηση είναι κακόπιστη, ο Καθ' ου η Αίτηση προσέρχεται χωρίς καθαρά χέρια και προσπάθεια του είναι να συσκοτίσει την υπόθεση και να παραπλανήσει το Δικαστήριο με ψεύτικους ισχυρισμούς και έγγραφα. Τα αιτήματα του δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της δικαιοσύνης και η παρούσα ενέργεια του Καθ' ου η Αίτηση, είναι παράνομη και αντικανονική και αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, επιδιώκοντας τον εκτροχιασμό της δίκης και καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, σε αντίθεση με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ιστορικό: Κυρίως Αίτηση: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε την 19.5.2021 και μ' αυτήν οι Αιτητές εξαιτούνται ως ακολούθως: «α) Διάταγμα εξώσεως του καθ' ου η αίτηση, υπηρετών, υπαλλήλων, αντιπροσώπων, συνεργατών και παντός άλλου έχοντος συμφέρον και ανακτήσεως κενής και ελευθέρας κατοχής του καταστήματος κειμένου επί της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 22Α λόγω καθυστερήσεως πληρωμής νομίμως οφειλομένων ενοικίων. β) Απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση για το ποσό των €8904,00 καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες από 01/02/2008 - 30/04/2021 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καθυστερήσεως. γ) Ενδιάμεσα κέρδη και/ή οφέλη €500 μηνιαίως από 01/05/2021 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής του αναφερομένου ανωτέρω καταστήματος στους Αιτητές. δ) Έξοδα επιστολής Δικηγόρων Αιτητών προς τον Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 23/03/2021 η οποία του επιδόθηκε μέσω ιδιώτη επιδότη €150 πλέον €16.50 έξοδα επίδοσης. ε) Τόκους, έξοδα αίτησης και επίδοσης.» Οι Αιτητές ενάγουν ως συνιδιοκτήτες ενός καταστήματος κειμένου επί της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 22Α, στη Λευκωσία. Ο Καθ' ου η Αίτηση ενάγεται ως θέσμιος ενοικιαστής του επίδικου καταστήματος, επειδή αυτό εμπίπτει στο Ενοικιοστάσιο, η πολυκατοικία στην οποία κείται συμπληρώθηκε πριν το έτος 2000 και αυτό προσφερόταν προς ενοικίαση πριν το έτος
  16. Οι Αιτητές δικογραφούν ότι ζήτησαν τον καθορισμό του ενοικίου του επίδικου υποστατικού, στα πλαίσια της Αίτησης Κ7/08 και το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα την 26.5.2008 με το οποίο το καθόρισε σε €256.- από 1.2.
  17. Ο Καθ' ου Αίτηση εξακολουθεί να καταβάλλει ως ενοίκιο ποσό €200.- μηνιαίως. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε Απάντηση την 2.6.2021, με την οποία, μεταξύ άλλων, αμφισβητεί την ιδιότητα των Αιτητών. Παραδέχεται την έκδοση του Διατάγματος Καθορισμού και υποστηρίζει ότι το επίδικο αρχικά ενοικιάστηκε στον Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος αργότερα κατέστη συνεταίρος με κάποιο Σταύρο Ζήνωνος, στο συνεταιρισμό «Κουρείο Τίκκης & Σταύρος». Ο συνεταιρισμός έγινε ο νέος ενοικιαστής βάσει ενοικίασης αορίστου χρόνου, από μήνα σε μήνα και έκτοτε, καταβάλλει ανελλιπώς το ενοίκιο. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν είναι μόνος του προσωπικά, θέσμιος ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού. Το δε ενοίκιο μειώθηκε σε €200.- από 1.1.
  18. Ο Καθ' ου η Αίτηση περιέλαβε Ανταπαίτηση στην Απάντηση του. Οι Αιτητές καταχώρισαν Απάντηση στην Απάντηση και Ανταπαίτηση του Καθ' ου η Αίτηση, την 18.6.
  19. Άλλα διαβήματα: Την 29.6.2021, οι Αιτητές καταχώρισαν Κλήση για Οδηγίες, στην οποία καταχώρισαν Παραρτήματα και οι δύο πλευρές. Το Δικαστήριο εξέδωσε Διατάγματα εκατέρωθεν αποκάλυψης εγγράφων. Καταχωρήθηκε Ένορκος Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων εκ μέρους των Αιτητών. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Διαδικασία: Το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαιδεύτους συνηγόρους σε αγορεύσεις την 25.5.2022 και επιφύλαξε την απόφαση του για να εκδοθεί σήμερα. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική και δικονομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 19: Σχετική είναι η Διαταγή 19 θεσμός 26 [2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας βασίζεται, μεταξύ άλλων, η υπό εξέταση αίτηση. Η αντίστοιχη παλαιά Αγγλική πρόνοια είναι το Order 19 rule 27, που είναι πανομοιότυπο. Καθοδηγητικές οι υποσημειώσεις στις σελίδες 477 - 479 του Annual Practice 1958, κάτω από το εν λόγω θεσμό. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα [3]. Δεν έχει ενώπιον μου καταδειχθεί ότι οι Αιτητές έχουν περιλάβει στην κυρίως Αίτηση οποιοδήποτε ζήτημα ή ισχυρισμό ή θέση, τα οποία δυνατόν να κριθούν ως αχρείαστα, ή σκανδαλώδη, ή ότι τείνουν να φέρουν σε δύσκολη θέση ή να προκαλέσουν προκατάληψη στον Καθ' ου η Αίτηση ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη, ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή των ή ο παραμερισμός της κυρίως Αίτησης. Διαταγή 27: Παραθέτω πιο κάτω τους θεσμούς 1, 2 και 3 της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας [4]. Υπό το φως των θεσμών 1 και 2, σημειώνω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν εγείρει με το δικόγραφο του, οποιαδήποτε προδικαστική ένσταση και δεν ζητεί με την αίτηση του, όπως το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικά επί οποιουδήποτε νομικού σημείου. Οι αντίστοιχοι παλαιοί Αγγλικοί Θεσμοί είναι οι Order 25 rules 2, 3 και
  20. Τι σημαίνει 'frivolous or vexatious'; Στο Αγγλικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 145: "a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense. Thus, a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possibly succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good." Το rule 2 είναι παρόμοιο με τον θεσμό 1 και το rule 4 είναι πανομοιότυπο με τον θεσμό
  21. Παραπέμπω στις διαφωτιστικές υποσημειώσεις για το rule 4, από το Annual Practice 1958, σελίδα 574 έως 576 και κρίνω ότι: πρώτον [5], στην υπό εξέταση αίτηση, γίνεται επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, αλλά, όπως φαίνεται από το σχετικό απόσπασμα, η επίκληση δεν είναι απαραίτητη για να εφαρμοστεί η εξουσία αυτή, στην παρούσα περίπτωση. Δεύτερον [6] το rule 4, και κατ' αναλογίαν, ο θεσμός 3 της Διαταγής 27, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που καμία τροποποίηση δεν σώζει το δικόγραφο, το περιεχόμενο του είναι πέραν πάσης δικονομικής θεραπείας, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σε σχέση με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην υποσημείωση που παραθέτω, και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της, σημειώνω ότι, στο 'Άριστον Αγγλοελληνικόν Λεξικόν' των Γιαννακόπουλου και Σιαρένου, στη λέξη 'demurrable' δίδεται η ερμηνεία 'που υπόκειται εις ένστασιν'. Στρεφόμενη στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή, ως ήταν τότε, κ. Πική στην αυθεντία In re Pelmako Development Ltd.,

(1991)Α.Α.Δ. 246, στη σελίδα 253: «. η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς». Από τη σελίδα 255 της ιδίας αυθεντίας: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο». Βλέπετε ακόμα σχετικά Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 και Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.S. κ.ά. v. Πλοίου Marwa M κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1159. Τρίτον, η διαπίστωση της ύπαρξης λόγων για διαγραφή δικογράφου ανάγεται κατά κύριο λόγο, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε σχετικά την In re Pelmako Development Ltd., πιο πάνω, στη σελίδα 257). Τέταρτον, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου αντί της έκδοσης απόφασης χωρίς να ακούσει μαρτυρία εκατέρωθεν, ή της διαγραφής του, όπου φαίνεται ότι στοιχειοθετείται η θέση πως το δικόγραφο είναι επιπόλαιο και δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής ή υπεράσπιση [7]. Μνεία στην ευχέρεια αυτή, γίνεται στην αυθεντία Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, στη σελίδα 1327. Ακόμα, στη σελίδα 1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής, που όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Στην Αγγλική αυθεντία Steeds and Another v. Steeds and Another, 22 Q.B.D. 537, στα πλαίσια αίτησης για τη διαγραφή δικογράφου ως μη συνιστών υπεράσπιση, το Δικαστήριο διέταξε την τροποποίηση του. Το ίδιο διετάχθη και στην αυθεντία Griffiths v. London and St. Katharine Docks Company, 13 Q.B.D.
  1. Στη σελίδα 542 της απόφασης του Δικαστή Wills από την πρώτη αυθεντία πιο πάνω: "We think, therefore, that we cannot strike out this defence as we are invited to do. It seems to us that it must be good for a part of the claim at all events. But we think the statement of defence defective, and that Mr. Bullen ought to amend by a further statement of the material facts, and our order is that the statement of defence be amended accordingly, and if that be not done within ten days, the plaintiff be at liberty to sign judgment for half the amount claimed." Είναι η κρίση μου ότι η Κυρίως Αίτηση δεν είναι δικόγραφο το οποίο δεν αποκαλύπτει βάση Αγωγής, ή δεν επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ούτε είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό, ή συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Η Κυρίως Αίτηση, εκ πρώτης όψεως, αποκαλύπτει αιτία αγωγής, ενώ δεν ζητείται η διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων αυτής. Φαίνεται ότι αφορά ακίνητο, το οποίο συμπληρώθηκε πριν την 31.12.1999 και εμπίπτει εντός ελεγχόμενης περιοχής και ότι αυτό είναι αντικείμενο ενοικίασης. Η Κυρίως Αίτηση δεν είναι δικόγραφο το οποίο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο ή δικόγραφο που συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τέλος, τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δυνατόν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης, με τη προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας. Ευρήματα: Από τα ενώπιον μου τεθέντα, κρίνω ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει δικογραφήσει νομικά σημεία στην Απάντηση και Ανταπαίτηση του και δεν έχει προσηκόντως καλέσει το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικά επί τοιούτων νομικών σημείων. Κρίνω επίσης, ότι η εξέταση του ζητήματος της συνέχισης της ενοικίασης υπό του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος λέγει ότι ήταν σε κάποιο χρόνο θέσμιος ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού, ή από άλλο πρόσωπο, είναι πρόωρη. Το κατονομασθέν τρίτο πρόσωπο δεν είναι διάδικος ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν ζητήθηκε η προσθήκη του ως διαδίκου ή η παρέμβαση του στη διαδικασία και το θέμα θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας. Το ίδιο ισχύει και για την εξόφληση ή μη, οφειλομένων ενοικίων. Το θέμα δεν είναι αμιγώς νομικό και το Δικαστήριο πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να το εξετάσει και να αποφανθεί. Ούτε το καθεστώς του Καθ' ου η Αίτηση ως θέσμιου ενοικιαστού, είναι αμιγώς νομικό ζήτημα. Είναι η κρίση μου ότι οι Αιτητές δεν έχουν περιλάβει στην κυρίως Αίτηση οποιοδήποτε ζήτημα ή ισχυρισμό ή θέση, τα οποία δυνατόν να κριθούν ως αχρείαστα, ή σκανδαλώδη, ή ότι τείνουν να φέρουν σε δύσκολη θέση ή να προκαλέσουν προκατάληψη στον Καθ' ου η Αίτηση ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη, ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή των ή ο παραμερισμός της κυρίως Αίτησης. Τέτοια ζητήματα, ισχυρισμοί ή θέσεις, δεν υποδεικνύονται ξεχωριστά στην υπό εξέταση αίτηση, ώστε να εξεταστούν ένα προς ένα. Η κυρίως Αίτηση δεν είναι δικόγραφο το οποίο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο ή δικόγραφο που συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ή δικόγραφο που δεν αποκαλύπτει βάσει αγωγής. Τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δυνατόν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Απόφαση: Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Αιτητών 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000 - €10.000 και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» [3] "Generally.- This is a general provision for enforcing the preceding Rules. Its language is wide, but its operation has been, to some extent, limited by the decisions given on it. Under O. 25, r. 4, any pleading may be struck out which discloses no reasonable cause of action or answer, or only a frivolous or vexatious cause of action or defence. A counterclaim which cannot be conveniently disposed of in the pending action, or which ought not to be allowed, may be struck out under either O. 19, r. 3, or O. 21, r. 15, or hereunder. Where a pleading is too general in its terms, and thus deprives the opponent of information to which he is entitled, and without which he cannot properly prepare for trial, he should apply for particulars under O. 19, r.
  2. ...... Grounds for Granting or Refusing.- "The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass, and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right" (Bowen, L.J., Knowles v. Roberts, 38 Ch. D. p. 270). A reasonable latitude must be given, for this Rule was not intended to enable litigants to bring forward special demurrers in a new shape (Tomkinson v. S. E. Ry. 57 L.T. 358; Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45). Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity. Still, "the defendant may claim ex debito justicae to have the plaintiff's case presented in an intelligible form, so that he may not be embarrassed in meeting it" (per James, L.J., in Davy v. Garrett, 7 Ch. D. p.486). [δική μου υπογράμμιση] "Unnecessary."- The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless (per Chitty, J., in Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45; see the remarks of Kay, J., in Tomkinson v. S. E. Ry., 57 L.T. p. 360, and Hocking & Co. v. Hocking, 3 R.P.C. 291). Thus, if material facts be pleaded at unnecessary length or with unnecessary detail, the pleading will not be struck out; such prolixity will be left for the taxing master to deal with as a question of costs (Weymouth v. Rich, 1 T.L.R. 609; Heap v. Marris, 2 Q.B.D. 630). ..... ....... "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." - The Court is "disposed to give a liberal interpretation" to these words (Berdan v. Greenwood, 3 Ex. D. p. 256). At the same time parties must not be too ready to find themselves embarrassed. If the defendant does not make it clear how much of the statement of claim he admits and how much he denies, his pleading is embarrassing (British and Colonial Land Association v. Foster, 4 T.L.R. 574; and see Stokes v. Grant, 4 C.P.D. 25)..... But mere prolixity is not of itself embarrassing. Nor will a statement be struck out as embarrassing merely because the other party declares that it is untrue (per Bramwell. L.J., in Turquand v. Fearon, 40 L.T. p. 544). The mere fact that a statement of claim embraces several causes of action is not embarrassing, if they are distinctly pleaded (O. 20, r. 7). A claim for alternative relief is not embarrassing (Bagot v. Easton, 7 Ch. D. p. 8); and see O. 19, r.
  3. Similarly with inconsistent defences (see Re Morgan, 35 Ch. D. 492, and supra, p. 338). ..... A pleading is not embarrassing because the law stated or reason alleged may be bad (London Corporation v. Horner, 111 L.T. 512). Unless it is clear on the face of allegations that they are irrelevant, they will not be struck out on that ground." [4] «
(1)Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.»
(2)If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. «
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» [5] "Striking Out. - The Court or a Judge has also power under O. 19, r. 27, to strike out a pleading that is 'unnecessary or scandalous', or which tends to 'prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. The Court has, moreover, inherent jurisdiction to stay or dismiss actions, and to strike out pleadings which are vexatious or frivolous, or in any way an abuse of the process of the Court, under which it would deal with all the cases included in r.
  1. ... The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule seems to be that when the Court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court; whereas under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck, [1893] 1 Q. B. p. 188), and no affidavit is admissible; 'that is plain from the terms of the Rule itself' (Republic of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. p. 498; and see the remark of A.L. Smith L.J., in A. - G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry., [1892] 3 Ch. D. p.
  2. ... In Vinson v. The Prior Fibres Consolidated, Ltd., [1906] W. N. 209, Kekewich J., said 'that it was not necessary to put into the notice the words 'under the inherent jurisdiction of the Court', as if it was a properly drawn application it would invoke the inherent jurisdiction of the Court as well as that given by O.25 r. 4'." [6] "Scope of this Rule. It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule . If there is a point of law which requires serious discussion, an objection should be taken on the pleadings, and the point set down for argument under r. 2... The powers conferred by r. 4 will only be exercised where the case is beyond doubt. A pleading will not be struck out under this Rule 'unless it is not only demurrable but something worse than demurrable' i.e., such that no legitimate amendment can save it from being demurrable (per Chitty, J., in Rep. Of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. 496; and see Dadwell v. Jacobs, 34 Ch. D. 278; Worthington v. Belton, 18 T.L. R. 438)." [7] White Book, σελίδα 576: "Amendment.- The Court will generally give leave to amend a defect in pleading rather than give judgment in ignorance of facts which ought to be known before rights are definitely decided (Steeds v. S., 22 Q.B.D. p. 542; and see Reid v. Hooley, 13 T.L.R. 398; Edwards v. Pneumatic Tyre Co., 16 T.L.R. 309; Thornhill v. Weeks, [1913] 1 Ch. 438). Leave was given to amend after an argument under this Rule in Griffiths v. London and St. K. Docks Co., 13 Q. B. D. p. 261, n.
(2). But unless there is reason to suppose that the case can be improved by amendment, leave will not be given (Hubbuck v. Wilkinson, [1899] 1 Q.B. p. 94, C.A.)". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.