← Κύπρος

CCSRE Real Estate Company Ltd ν. ACOSO SATELLITE AND FILM LIMITED κ.α., Αίτηση Αρ.: Ε117/18, 8/12/2022

CCSRE Real Estate Company Ltd ν. ACOSO SATELLITE AND FILM LIMITED κ.α., Αίτηση Αρ.: Ε117/18, 8/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2022:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Ε117/18 Μεταξύ: CCSRE Real Estate Company Ltd (HE 355989) Αιτήτριας και

  1. ACOSO SATELLITE AND FILM LIMITED (HE 33929)
  2. Νικόλαου Σπανούδη (Α.Δ.Τ. [ ])
  3. Λείας Σπανούδη (Α.Δ.Τ. [ ]) Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για την τροποποίηση της κυρίως Αίτησης 8 Δεκεμβρίου 2022 Για την Αιτήτρια: κ. Αλ. Θέμης για κ.κ. Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κα. Ν. Πελαβά για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 10.11.2022, οι Αιτητές στην κυρίως Αίτηση, εξαιτούνται ως ακολούθως: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια για τροποποίηση της Αίτησης Ενοικιοστασίου με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ως ακολούθως:

(1)Στην φράση «Α. ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ», στην υφιστάμενη παράγραφο A3 η λέξη «Αιτήτρια/CCSRE Real Estate Company Ltd» να γίνει «Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ», στην υφιστάμενη παράγραφο Α5 η λέξη «Αιτήτρια» να γίνει «Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ».
(2)Στην ενότητα Β, κάτω από τον τίτλο «Αιτούμενες Θεραπείες», να διαγραφούν οι παραγράφοι Β10 και Β12, να γίνει ανάλογη αναρίθμηση των παραγράφων της Αίτησης, στην υφιστάμενη παράγραφο Β11, η φράση «Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά» να διαγράφει και η φράση «€14,672.86...μέχρι Σεπτέμβριο του 2018» να διαγράφει και να αντικατασταθεί με την φράση «€47.248,88 που αφορά καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια και/ή κοινόχρηστα και/ή φόρο αμύνης που χρεώθηκε η Αιτήτρια, μέχρι Ιούνιο του 2022».
(3)Στην ενότητα Γ, μετά από την υφιστάμενη παράγραφο Γ22 να προστεθεί νέα αριθμητικά παράγραφος που να αναφέρει «Περί τις 30/11/2016 η Αιτήτρια ενημέρωσε τους Καθ' ων η Αίτηση ότι είχε καταστεί από τις 01/07/2016 ιδιοκτήτρια του υποστατικού και ότι το ενοίκιο θα έπρεπε να καταβάλλεται πλέον σε αυτή».
(4)Στην ενότητα Δ, στην υφιστάμενη παράγραφο 24 να προστεθεί νέα υποπαράγραφος πριν το υφιστάμενο σημείο ί. που να αναφέρει «Περί την 05/01/2017 η Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή αντιπροσώποι αυτής, κατέβαλε προς την Αιτήτρια το ποσό των €1.600 προς εξόφληση και/ή έναντι του ενοικίου για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2016» και να αναριθμηθούν ανάλογα τα υπόλοιπα υπό- σημεία, στην υφιστάμενη υποπαράγραφο i. η φράση «Ιούλιο και Αύγουστο του 2016» να γίνει «Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2016», στο υφιστάμενο σημείο ii. η φράση «Σεπτέμβρη 2016» να γίνει «Νοέμβρη 2016», στο υφιστάμενο σημείο iii. η φράση «Οκτώβριο 2016» να γίνει «Δεκέμβριο 2016», μετά το υφιστάμενο σημείο iii. να προστεθεί νέο υπό σημείο που να αναφέρει «Περί την 15/03/2017 η Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή αντιπροσώποι αυτής, κατέβαλε προς την Αιτήτρια 1 το ποσό των €800 προς εξόφληση και έναντι του ενοικίου για τον μήνα Ιανουάριο 2017», στην υφιστάμενη υπό παράγραφο iν. το «Νοέμβριο 2016» να γίνει «Φεβρουάριο 2017», στην υφιστάμενη παράγραφο ν. Η φράση «Δεκέμβριο 2016» να γίνει «Μάρτιο 2017», στην υφιστάμενη υποπαράγραφο νi. η φράση «Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2017» να γίνει «Απρίλιος και Μάιος του 2017». Στην υφιστάμενη παράγραφο Δ.25 το ποσό €14,672.86 να γίνει €43,876,88 και η φράση «και κοινόχρηστα...έως Σεπτέμβριο του 2018» να γίνει «μέχρι τον Δεκέμβριο του 2021 αναφορικά με τα καταστήματα με αρ. εγγραφής 2/6174 και 2/6175 πλέον €2.346 για τους μήνες Ιανουάριο 2022-Ιούνιο 2022 όσον αφορά το Κατάστημα αρ. εγγραφής 2/6174», να προστεθεί νέα αριθμητικά παράγραφος μετά την υφιστάμενη παράγραφο Δ.25 που να λέει «Εξαιτίας της παράλειψης της Καθ' ης η Αίτηση 1 να καταβάλει τον φόρο αμύνης για τον οποίο είναι υπόχρεη βάσει των όρων της θέσμιας ενοικίασης και/ή αλλιώς, η Αιτήτρια υποχρεώθηκε να πληρώσει και/ή χρεώθηκε περί το ποσό των €756, το οποίο ποσό αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση». Να προστεθεί νέα αριθμημένη παράγραφος στην συνέχεια που να λέει «Εξαιτίας της παράλειψης της Καθ' ης η Αίτηση 1 να πληρώσει τα κοινόχρηστα που αναλογούν στα Καταστήματα, για τα οποία είναι υπόχρεη βάσει των όρων της θέσμιας ενοικίασης και/ή αλλιώς η Αιτήτρια χρεώθηκε και/ή πλήρωσε περί το ποσό των €270, το οποίο ποσό αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση», μετά από την υφιστάμενη παράγραφο Δ.27, να προστεθεί νέα αριθμητική παράγραφος που να αναφέρει ότι «Περί τις 09/12/2021 η Αιτήτρια μεταβίβασε το Κατάστημα με αρ. εγγραφής 2/6175 σε τρίτα πρόσωπα, και περί την 01/07/2022 η Αιτήτρια μεταβίβασε το Κατάστημα αρ. εγγραφής 2/6174 σε τρίτο πρόσωπο.». Στην υφιστάμενη παράγραφο Δ.29 η φράση «στην παράγραφο Β
(11)» να γίνει «στην ενότητα Β», στην υφιστάμενη παράγραφο Δ.30 «οι παραγράφοι Β
(10)-
(15)» να γίνει «η ενότητα Β», κάτω από το σημείο υπογραφής να διαγράφει η φράση «Μιχάλης Α. Χατζητζιοβάννης, Δικηγόρος». (Β) Επιπρόσθετα οποιεσδήποτε άλλες οδηγίες και/ή οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει ορθό και/ή εύλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. (Γ) Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, πλέον Φ.Π.Α.» Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, στις Δ.25, Δ.39, Δ.48 θθ.1-9 και 11, Δ.63, Δ.64, στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983, Κ.12, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στο άρθρο 31 αυτού, και στην νομολογία, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Σκεύης Σιμιλλίδου, εκ Λευκωσίας. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι η επικεφαλής του Τμήματος Διαχείρισης Ενοικιάσεων της ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LTD (στο εξής «η Altamira»), η οποία είναι αντιπρόσωπος της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ και της θυγατρικής της εταιρείας CCSRE REAL ESTATE COMPANY LTD. H Altamira είναι εξουσιοδοτημένη από τις δύο προαναφερόμενες εταιρείες να διαχειρίζεται τα ακίνητα που είναι ιδιοκτησίας τους, εκ μέρους τους. Περί την 9.12.2021, κατόπιν αγοράς του καταστήματος με αρ. εγγραφής 2/6175, Φ/Σχ. 21/63Ε, Τεμάχιο ΕΠΙ 4284 Δήμος Αγλαντζιάς, η Αιτήτρια το μεταβίβασε σε τρίτα πρόσωπα και περί την 1.7.2022, κατόπιν αγοράς του καταστήματος με αρ. εγγραφής 2/6174, Φ/Σχ. 21/63Ε, Τεμάχιο ΕΠΙ 4284, Δήμος Αγλαντζιάς, η Αιτήτρια το μεταβίβασε σε τρίτο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν επιζητεί πλέον Διάταγμα έξωσης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1, αλλά μόνο τις οφειλές των Καθ' ων η Αίτηση μέχρι τις ημερομηνίες που τα επίδικα καταστήματα μεταβιβάστηκαν στα τρίτα πρόσωπα. Η μεταβίβαση των επίδικων καταστημάτων έλαβε χώραν μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε περιληφθεί το γεγονός αυτό. Η κα. Σιμιλλίδου προχωρεί στην επεξήγηση των υπολοίπων προτεινόμενων τροποποιήσεων. Επιζητείται να προστεθεί θέση ότι περί την 30.11.2016, οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενημερωθεί για την αλλαγή της ιδιοκτησίας, δηλαδή την απόκτηση του υποστατικού από την CCSRE Real Estate Company Ltd (αιτητικό
(3)της παρούσας αίτησης). Κατέθεσε ότι η Αιτήτρια εντόπισε πολύ πρόσφατα, πριν την καταχώρηση και κατά την προετοιμασία της αίτησης ημερομηνίας 8.4.2022, την επιστολή με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση 1 ενημερώθηκε για την αλλαγή ιδιοκτησίας, η οποία δεν εντοπίστηκε κατά την αρχική έρευνα της Αιτήτριας προτού καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 21.3.
  1. Παρά το ότι δεν δικογραφήθηκε αρχικώς η επιστολή αυτή, το ζήτημα αυτό αποτελεί θέση με την οποία ασχολούνται οι Καθ' ων η Αίτηση στην παράγραφο 3 της Απάντησης τους. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η μη συμπερίληψη της, οφείλεται σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της κυρίως Αίτησης και, λόγω του ότι δεν είχε ανευρεθεί τότε, νέο δεδομένο, μη υπαρκτό κατά τη λήψη οδηγιών για την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Η ενόρκως δηλούσα κατέθεσε ότι επιδιώκεται να προστεθεί η διευκρίνιση πως μικρό ποσό των οφειλών προς την Αιτήτρια, προκύπτει από την παράλειψη της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει φόρο Αμύνης προς το Δημόσιο, με αποτέλεσμα να χρεωθεί το ποσό και να το οφείλει η Αιτήτρια. Τα ποσά αυτά φαίνονται στην Κατάσταση Λογαριασμού η οποία επιχειρήθηκε να κατατεθεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης και προέκυψαν μετά από την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, ήτοι περί τις 24.9.2019 και 23.12.
  2. Υποστηρίζει ότι η τροποποίηση αυτή αποτελεί νέο δεδομένο, μη υπαρκτό κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της κυρίως Αίτησης και απόλυτα συνυφασμένο με τη σχέση ενοικίασης μεταξύ των μερών. Ακόμα, επιδιώκεται να διευκρινιστεί το ποσό των κοινοχρήστων που όφειλαν να καταβάλουν οι Καθ' ων η Αίτηση, διότι παρά το ότι αυτά είχαν αναφερθεί στην παράγραφο Δ.25 της Αίτησης, δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν. Ως ενημερώνεται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, εκ παραδρομής και από καλόπιστο λάθος δεν συμπεριλήφθηκαν συγκεκριμενοποιημένα τα ποσά αυτά. Επίσης, θα δικογραφηθούν οι πληρωμές ημερομηνίας 5.1.2017 για €1.600 και 15.3.2017 για €800.- οι οποίες έγιναν από την Καθ' ης η Αίτηση
  3. Αυτές οι πληρωμές τέθηκαν υπόψην της Αιτήτριας και της Altamira, μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 29.7.2019 των Καθ' ων η Αίτηση, όπου σ' αυτήν περιλαμβάνονταν και οι δύο αποδείξεις για τα ποσά αυτά. Ως εκ τούτου, τα ποσά αυτά εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους δεν συμπεριλήφθηκαν στην κυρίως Αίτηση και δυνατόν να θεωρηθούν και νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της κυρίως Αίτησης. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η σημαντικότερη τροποποίηση είναι να δικογραφηθούν οι οφειλές ενοικίων και κοινοχρήστων που κατέστησαν απαιτητές μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Εκ παραδρομής και εκ καλόπιστου λάθους, οι δικηγόροι της Αιτήτριας δεν συμπεριέλαβαν τις οφειλές αυτές στα αιτητικά της κυρίως Αίτησης, ήτοι κάποιο αιτητικό που να καλύπτει την περίοδο μετά την καταχώρηση της Αίτησης Έξωσης. Όπως φαίνεται στα υφιστάμενα αιτητικά της κυρίως Αίτησης, δικογραφήθηκαν οι οφειλές μέχρι την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και μετά οι οφειλές από την έκδοση Διατάγματος έξωσης μέχρι την παράδοση της κατοχής. Είναι η θέση της μάρτυρος ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν καμία αμφιβολία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι η Αιτήτρια ζητούσε και τις οφειλές που αφορούσαν την περίοδο μετά την καταχώρηση της Αίτησης. Σύμφωνα με την κα. Σιμιλλίδου, είναι ξεκάθαρο ότι το λάθος έγινε εκ παραδρομής και ότι είναι καλόπιστο. Επιπλέον, οι τροποποιήσεις αυτές αποτελούν και νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της κυρίως Αίτησης, εφόσον αφορούν οφειλές που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, ανεξαρτήτως του πόσο προβλεπτό ήταν ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 θα συνέχιζε να κατείχε τα καταστήματα μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Καταληκτικά, με το νέο αιτητικό που θα προστεθεί στην Ενότητα Β της κυρίως Αίτησης, καταγράφονται συνολικά τα ενοίκια, κοινόχρηστα και πληρωμές λόγω μη καταβαλλόμενου φόρου Αμύνης από την Καθ' ης η Αίτηση 1, μέχρι τον Ιούνιο 2022, ο οποίος είναι και τελευταίος μήνας για τον οποία μπορεί να ζητά οφειλές η Αιτήτρια. Παράλληλα, με τη διαγραφή των δύο αιτητικών, Β10 και Β12, η Αιτήτρια ξεκαθαρίζει ότι δεν επιζητεί την έξωση της Καθ' ης η Αίτηση πλέον, λόγω αποξένωσης των επίδικων καταστημάτων. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι οι τροποποιήσεις στο αιτητικό
(1)της παρούσας αίτησης, αποτελούν εκ παραδρομής καλόπιστα λάθη κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και τυπογραφικά λάθη, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί από το σύνολο της κυρίως Αίτησης. Περαιτέρω, η καταληκτική τροποποίηση στο αιτητικό
(4)της παρούσας, γίνεται λόγω του ότι ο δικηγόρος που καταγράφεται δεν είναι πλέον στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας και τυχόν τροποποιημένη Αίτηση θα πρέπει να μπορεί να υπογραφτεί. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδόλως αλλάζουν τα επίδικα θέματα ή τα ουσιώδη γεγονότα της Αίτησης, αλλά αντίθετα διευκρινίζουν στο Δικαστήριο τα γεγονότα της υπόθεσης και βοηθούν στην πιο αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Όλες οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, εκπηγάζουν από τη σχέση της θέσμιας ενοικίασης και εγγύησης μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση και τυχόν, καταχώρηση νέας Αίτησης θα προκαλούσε σπατάλη χρόνου του Δικαστηρίου και εξόδων. Κανένας δυσμενής επηρεασμός προκαλείται στους Καθ' ων η Αίτηση, ο οποίος να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Οι υπερασπίσεις που προωθούν οι Καθ' ων η Αίτηση, είναι ευχερέστερο να εξεταστούν σε μία ενιαία διαδικασία η οποία θα περιλαμβάνει το σύνολο των αξιώσεων της Αιτήτριας που πηγάζουν από τη σχέση ενοικίασης, η οποία αδιαμφισβήτητα σφραγίζεται και καταλήγει στο τέλος του μήνα Ιούνιου
  1. Είναι θέση των Αιτητών ότι το γεγονός πως η ακρόαση έχει αρχίσει, δεν αλλάζει την αναγκαιότητα της έγκρισης της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, η καθυστέρηση στην παρούσα δεν είναι μεγάλη και δικαιολογείται επαρκώς και τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση δεν επηρεάζονται δυσμενώς. Η μάρτυρας αναφέρει ότι οι τροποποιήσεις επιχειρήθηκαν και μέσω προγενέστερης αίτησης, ημερομηνίας 8.4.
  2. Η κα. Σιμιλλίδου δηλώνει ότι τυγχάνει συμβουλής πως η απόρριψη της αίτησης ημερομηνίας 8.4.2022, δεν δημιουργεί κάποιο εμπόδιο στην προώθηση της παρούσας αίτησης, λόγω του ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις δε δημιουργούν δεδικασμένο, αλλά και επειδή ο λόγος απόρριψης των τροποποιήσεων δεν αφορά στην υπό εξέταση αίτηση. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, καταχωρίστηκε την 18.11.2022 και αυτή βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 1983, (2/1983), στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/1983, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.10, Δ.25 θ.1
(3), Δ.25, Δ.39, Δ.48 θ.4, στις Αρχές της Δικαιοσύνης, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η παρούσα αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική καθώς έχει καταχωριστεί και απορριφθεί κατόπιν εκδίκασης της η αίτηση τροποποίησης ημερ. 8/4/2022 δια μέσω της οποίας έχουν ήδη αποφασιστεί τα επίδικα αιτήματα τροποποίησης. Τίποτα το νέο δεν έχει προκύψει από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 26/7/2022 του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  2. Η παρούσα αίτηση προσκρούει στις αρχές του Δεδικασμένου (Res Judicata) και/ή στου δόγματος issue estoppel καθώς είχε καταχωριστεί και απορριφθεί κατόπιν εκδίκασης της αίτηση ημερ. 8/4/2022 με το οποίο η Αιτήτρια αιτείτο μεταξύ άλλων ίδια αιτητικά τροποποίησης η οποία απορρίφθηκε κατόπιν εκδίκασης της. Τίποτα το νέο δεν έχει προκύψει από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 26/7/2022 του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  3. Η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι παράτυπη και/ή δεν πληροί τις νομοθετικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή σε συνέχεια της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 26/7/2022 το οποίο έχει ήδη αποφασίσει για τις ίδιες αιτούμενες τροποποιήσεις.
  4. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει επί τις ίδιες αιτούμενες τροποποιήσεις με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 26/7/2022 και/ή η ενδιάμεση απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί και/ή αμφισβητηθεί από την Αιτήτρια και/η το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του.
  5. Η υπό κρίση Αίτηση γίνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και αφότου η ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης έχει ξεκινήσει.
  6. Η υποβολή και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης κατακερματίζει τη διαδικασία και την εκτρέπει από τη φυσιολογική της πορεία προκαλώντας την κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και εξόδων.
  7. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή γεγονότα των οποίων η Αιτήτρια αιτείται τη συμπερίληψή τους στην κυρίως Αίτηση δεν ανάγονται σε θέματα που προέκυψαν πρόσφατα και/ή σε θέματα που δεν ήταν σε γνώση της και/ή δεν μπορούσαν να εντοπιστούν πριν και/ή μετά την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης καθώς και σε όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
  8. Εάν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις επιτραπούν, τα συμφέροντα των Καθ' ων θα επηρεαστούν εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση σε τέτοια περίπτωση θα τεθούν σε δυσμενή θέση και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με καμία διαταγή εξόδων.
  9. Η αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικές και αόριστες και καταπιάνονται με άσχετα θέματα και/ή δεν έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογούν την έγκριση της επίδικης αίτησης.
  10. Η αίτηση πάσχει δικονομικά.
  11. Η επίδικη αίτηση γίνεται καταχρηστικά και/ή δεν υποστηρίζεται με την ενδεδειγμένη μαρτυρία.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Νικολάου Σπανούδη, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στην παρούσα υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τις Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 να προβεί στη δήλωση του. Απορρίπτει στην ολότητα της την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Κατέθεσε ότι, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, κατά την 8.4.2022, η Αιτήτρια καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, Διάταγμα τροποποίησης της κυρίως Αίτησης. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισε ένσταση την 17.6.2022, η οποία συνοδευόταν από δική του ένορκο δήλωση. Ο μάρτυρας υιοθετεί το περιεχόμενο των δηλώσεων του, ως αυτές περιέχονται στην ένορκο δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, στο βαθμό που οι αναφορές σχετίζονται με την παρούσα αίτηση. Το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφαση την 26.7.2022, απέρριψε την αίτηση ημερομηνίας 8.4.
  12. Ο κ. Σπανούδης συγκρίνει την υπό εξέταση αίτηση με την αίτηση ημερομηνίας 8.4.2022 και λέγει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις, πλην των τροποποιήσεων που θα πρόκυπταν εάν εγκρινόταν η προσθήκη των νέων διαδίκων, είναι επί λέξει ταυτόσημες. Επιπλέον, η αιτιολογία που δίδεται από την ενόρκως δηλούσα για να δικαιολογήσει τις τροποποιήσεις, είναι η ίδια, ήτοι «καλόπιστο λάθος». Στην Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι, σε σχέση με τα αιτήματα τροποποίησης της κυρίως Αίτησης που προωθήθηκαν με την αίτηση ημερομηνίας 8.4.2022, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη συμπερίληψη των γεγονότων που η Αιτήτρια επεδίωξε να συμπεριλάβει στην κυρίως Αίτηση με την αίτηση τροποποίησης, δεν αποτελεί περίπτωση «καλόπιστου λάθους» ούτε «νέα γεγονότα» τα οποία δεν ήταν γνωστά στην Αιτήτρια κατά τη σύνταξη της κυρίως Αίτησης και προς τούτο, απέρριψε την αίτηση. Τα αιτητικά της αίτησης ημερομηνίας 8.4.2022, δεν εγκρίθηκαν διότι η νομολογία και η νομοθεσία ως έχει τροποποιηθεί, δεν δίδουν περιθώριο τροποποίησης δικογράφου πλην των περιπτώσεων καλόπιστου λάθους και ύπαρξης νέων γεγονότων μη υπαρκτών κατά τη λήψη οδηγιών για έγερση της υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο στην Ενδιάμεση Απόφαση, έκρινε επίσης ότι δεν παρουσιάστηκε ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί και αποδεικνύει το καλόπιστο λάθος ή τα νέα γεγονότα. Τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι οι ισχυρισμοί που προωθούνται στην υπό εξέταση αίτηση, δεν δύνανται να προωθούνται, καθώς έχουν αποτελέσει αντικείμενο της Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 26.7.2022, γεγονός που καθιστά την παρούσα αίτηση έκδηλα καταχρηστική. Επίσης, αυτή προσκρούει τις αρχές του Δεδικασμένου (Res Judicata). Επί της ουσίας της υπό εξέταση αίτησης, ο μάρτυρας λέγει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε ενημερώθηκαν επίσημα και γραπτώς για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δύο επίδικων καταστημάτων. Σε σχέση με το κατάστημα 22 Ζ, η θέση αυτή αναφέρεται στην Απάντηση. Σε σχέση με το κατάστημα 23 Η, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ενημερώθηκαν επίσημα και γραπτώς για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος πριν την καταχώριση της Αίτησης. Περαιτέρω, οι αιτούμενες τροποποιήσεις υποβάλλονται με υπέρμετρη καθυστέρηση, αδικαιολόγητα και βάσει της νομολογίας και της νομοθεσίας δεν δύνανται να επιτύχουν. Όλες οι αιτούμενες τροποποιήσεις που αφορούν στο πρόσωπο της Αιτήτριας, είναι δεδομένα τα οποία ήταν στη γνώση της κατά τη δικογράφηση της Αίτησης έξωσης και επομένως, δεν δύναται να επιτραπεί η εισαγωγή τους στο παρόν στάδιο. Η Αιτήτρια επιδίωκε και δικογραφούσε οφειλόμενα ενοίκια μιας συγκεκριμένης περιόδου και δεν επεκτεινόταν σε μελλοντικά οφειλόμενα ενοίκια, ενώ της ήταν γνωστό ή προβλεπτό ότι θα δημιουργούνταν. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, σε σχέση με τα οφειλόμενα ενοίκια και τα ενδιάμεσα οφέλη, αποτελούν προσπάθεια από πλευράς της Αιτήτριας να εντάξει δεδομένα στην υπόθεση μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας, τα οποία δεν είναι νέα προς αυτή και της ήταν γνωστά κατά τη δικογράφηση της κυρίως Αίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δύναται να επιτραπούν, καθότι δεν παραλείφθηκε η αναφορά τους, ούτε συνεπεία καλόπιστου λάθους, ούτε συνεπεία νέων δεδομένων που δεν ήταν γνωστά κατά την έγερση της υπόθεσης. Τέλος, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι τόσο θεμελιώδεις και ουσιαστικές, που θα πληγούν τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση εάν γίνουν αποδεκτές. Ιστορικό: Δικόγραφα: Προς ολοκλήρωσην της ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνας για σκοπούς, πάντοτε, της υπό εξέταση αίτησης, σημειώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 24.10.2018 και μ' αυτήν η Αιτήτρια εξαιτείται ως ακολούθως: «
  13. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ανάκτησης κατοχής και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την Καθ' ης η Αίτηση 1 και τους υπαλλήλους, αντιπροσώπους, εκπροσώπους, υπηρέτες, ενοικιαστές, φιλοξενούμενους αυτής, και κάθε ένα έκαστο εξ αυτών όπως εκκενώσουν και παραδώσουν στην Αιτήτρια και/ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους αυτής, κενή και ελευθέρα κατοχή των υποστατικών και/ή καταστημάτων με αριθμούς 22 (Ζ) - 23 (Η), Φάση Α' τα οποία ευρίσκονται εις την Λεωφόρο Κυρηνείας 123, Κατάστημα 123Ζ, 2113 Αγλαντζιά, Λευκωσία.
  14. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζων τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και 3 όπως καταβάλουν εις την Αιτήτρια το ποσό των €14.672,86 που αφορά καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από Μάρτιο 2017 μέχρι Σεπτέμβριο του
  15. Επιπρόσθετα απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και 3 να καταβάλουν στην Αιτήτρια το ποσό των €26,30 ημερησίως ως ενδιάμεσα οφέλη (mesne profits) από εκδόσεως του διατάγματος έξωσης μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελευθέρας κατοχής των υποστατικών και/ή καταστημάτων με αριθμούς 22(Ζ) - 23(Η), Φάση Α' τα οποία ευρίσκονται εις την Λεωφόρο Κυρηνείας 123, Κατάστημα 123Ζ, 2113 Αγλαντζιά, Λευκωσία.
  16. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις.
  17. Νόμιμον τόκον επί κάθε ποσού που θα επιδικασθεί.
  18. Τα έξοδα και τέλη της παρούσης Αιτήσεως πλέον έξοδα επιδόσεως πλέον Φ.Π.Α.» Η Αιτήτρια δικογραφεί ότι ανήκει εξ' ολοκλήρου στη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ), η οποία, κατόπιν αναδιοργάνωσης του Συνεργατικού Πιστωτικού Τομέα από κατά ή περί την 10.8.2016, είναι νόμιμη και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου / καταστήματος 22(Ζ) με αριθμό εγγραφής 2/6174, Φ/Σχ.21/63.Ε1, Τμήμα 2, τεμάχιο ΕΠΙ 4284 το οποίο βρίσκεται επί της Λεωφόρου Κυρηνείας 123, Φάση Α', 2113 Αγλαντζιά στη Λευκωσία και του ακινήτου / καταστήματος 23(Η) με αριθμό εγγραφής 2/6175, Φ/Σχ.21/63.Ε1, Τμήμα 2, τεμάχιο ΕΠΙ 4284 το οποίο βρίσκεται επί της Λεωφόρου Κυρηνείας 123, Φάση Α', 2113 Αγλαντζιά στη Λευκωσία. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 ενάγεται ως η θέσμια ενοικιάστρια των ως άνω, επίδικων υποστατικών, από το 2015, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 30.12.2014, με τη Συνεργατική Οικοδομική Εταιρεία Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, προηγούμενη ιδιοκτήτρια των επίδικων υποστατικών, το οποίο έχει λήξει και/ή δεόντως τερματιστεί από την Αιτήτρια. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, ενάγονται ως οι εγγυητές της Καθ' ης η Αίτηση
  19. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν Απάντηση την 6.12.2018, η οποία περιλαμβάνει τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκαν δεόντως για την αλλαγή στην ιδιοκτησία των επίδικων υποστατικών και ότι η Αιτήτρια και/ή οι προκάτοχοι της παραβίασαν ουσιώδεις όρους της συμφωνίας ενοικίασης και κατά συνέπειαν, τα επίδικα είναι ακατάλληλα προς χρήσην για τους σκοπούς για τους οποίους ενοικιάζονται. Διαδικασία: Καταχωρήθηκε Κλήση για Οδηγίες από πλευράς της Αιτήτριας, δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία καταχώρησαν Παραρτήματα και οι δύο πλευρές. Το Δικαστήριο εξέδωσε εκατέρωθεν Διατάγματα Αποκάλυψης Εγγράφων, με τα οποία συμμορφώθηκαν οι διάδικοι και στη συνέχεια, έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση Καταλόγου Μαρτύρων και Σύνοψης Μαρτυρίας. Αναλώθηκε χρόνος για εξώδικες διαπραγματεύσεις και στη συνέχεια, καταχωρίστηκε από πλευράς της Αιτήτριας, αίτηση για την τροποποίηση της κυρίως Αίτησης και την προσθήκη διαδίκων, ημερομηνίας 8.4.
  20. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση και το Δικαστήριο εξέδωσε Ενδιάμεση Απόφαση την 26.7.2022, με την οποία απέρριψε την αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 12.10.2022, με την κυρίως εξέταση της πρώτης μάρτυρος των Αιτητών, κας. Σκεύης Σιμιλλίδου. Προέκυψαν ορισμένα ζητήματα, καθότι η μάρτυρας επιδίωξε να καταχωρήσει έγγραφα και μαρτυρία που αφορούσαν μη δικογραφημένους ισχυρισμούς. Διαγράφησαν δύο παράγραφοι της Γραπτής Δήλωσης της μάρτυρος, η διαδικασία διεκόπη μετά από αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Αιτήτριας και ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί ενδιάμεσο αίτημα, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική και δικονομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 25: Ο θεσμός 7 της Διαταγής 25, όπως τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, προνοεί τα εξής: «
  21. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.» Οι θεσμοί 1, 5 και 6 της Διαταγής 25, προνοούν ως ακολούθως: «1.
(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ' αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγομένος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνεται εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» «
  1. To Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» «
  2. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Εφόσον η Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η υπό εξέταση αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες του θεσμού 1
(3)της Διαταγής 25, όπου ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα. Οι Αιτητές πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι δύναται να επιτρέψει εξαίρεση, διότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης ή επειδή πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Νομολογία: Κατάχρηση διαδικασίας (abuse of Court process): Η επιδίωξη του ίδιου στόχου με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Βλέπετε σχετικά Constantinides v. Vima Ltd et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Σοφία Νικολάου Βασιλείου v. Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798, Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90, καθώς και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 931. Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 223: «Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιτευχθούν σε μία διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt
(1905)1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: «.Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» ..» Κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας εκ μόνου του γεγονότος ότι καταχωρίστηκε δεύτερη αίτηση τροποποίησης της κυρίως Αίτησης, όπου η πρώτη απέτυχε για λόγους οι οποίοι φαίνεται ότι έχουν ληφθεί υπόψην στην καταχώρηση της υπό εξέταση δεύτερης αίτησης. Κώλυμα λόγω Δεδικασμένου (Estoppel per rem judicatam / Estoppel by record): Στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου για την υπό εξέταση αίτηση, λόγω της πρώτης αίτησης για τροποποίηση και προσθήκη διαδίκων, στην οποία εκδόθηκε Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου. Ο Κανόνας της ύπαρξης κωλύματος (estoppel) έχει εξελιχθεί και εφαρμοστεί σε διάφορα θέματα, τόσο στο Κοινοδίκαιο (common law) όσο και στην Επιείκεια (equity). Το κώλυμα λόγω Δεδικασμένου, γνωστό στην Αγγλική γλώσσα ως estoppel by record και στη Λατινική ως estoppel per rem judicatam, εμπίπτει στο Κοινοδίκαιο. «The rationale for the existence of estoppel by record can be summed up in two expressions, that it is in the public interest that there should be an end of litigation (interest reipublicae ut sit finis litium) and that no one should be proceeded against twice for the same cause (nemo debet bis vexari pro una et eadem causa). It accords with the first of these expressions that a party relying on estoppel by record should be able to show that the matter has been determined by a court of competent jurisdiction in a judgment which is final.» (απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 16
(2), παράγραφος 964). Ο κανόνας του δεδικασμένου θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας (βλέπετε σχετικά Γαβριήλ κ.α. v. Αγαπίου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ.1868). Σχετικές είναι επίσης οι ακόλουθες αυθεντίες: Henderson v. Henderson (1843-60) All E.R. 378, Boyadji v. Papachristoforou
(1958)XXIII C.L.R. 299, Fidelitas Shipping Co. Ltd. V. V/O Exportchleb
(1965)2 All ER 4, Mills v. Cooper
(1967)2 Q.B. 459, Vakanas v. Pantelaki
(1979)2 J.S.C. 211, Demetriou v. Hilides
(1980)1 J.S.C. 211, Themistokleous v. Atlas Assurance
(1981)1 J.S.C. 41, Pieris v. Republic
(1983)3 (B) C.L.R. 1054, Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Georghiades v. Republic
(1989)1 C.L.R. 239, Level Tachexcavs Ltd. (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1105, K.S.R.Comercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Nav. Ltd.
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Γαβριήλ κ.α. v. Αγαπίου (πιο πάνω), Αναστασία Forrest κ.α. v. Κίμωνας Βαρδάκης κ.α.,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 6, Σοφίας Κλεόπα v. Χριστόφορου Αντωνίου,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 58, Ανδρέα Σοφοκλέους v. Κωστάκη Ταβελούδη κ.α.,
(2002)1(Α) Α.Α.. 92, Υπουργός Εσωτερικών v. Θεοδόση Μυλωνά,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 120. Βλέπετε επίσης το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 16
(2), στην παράγραφο 953, κάτω από την επικεφαλίδα Estoppel by record [2]. Στην αυθεντία Panpa Estates & Investment Ltd. κ.ά. v. Rodou Charalambous & Sons Ltd.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 1897, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι σε περιπτώσεις ενδιαμέσων αιτήσεων, με εξαίρεση την έγκριση της αιτούμενης θεραπείας, απόφαση ή εύρημα του Δικαστηρίου δεν συνιστά τελική απόφαση, εκτός και αν επενεργεί ως κώλυμα σε μεταγενέστερη διαδικασία συνεπεία της εφαρμογής του δεδικασμένου. Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Πασχαλίδης, εξηγεί στη σελίδα 1908: «Το κατά πόσο απόφαση ή εύρημα σε ενδιάμεση απόφαση επενεργεί ως κώλυμα σε μεταγενέστερη διαδικασία, συναρτάται από το κατά πόσο το θέμα ηγέρθη κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό και στην πλήρη διάσταση του στην προηγούμενη διαδικασία και οι διάδικοι, πρέπει να εκληφθεί ότι, είχαν την ευκαιρία, προβάλλοντας το σύνολο των σχετικών με το θέμα γεγονότων, να επιχειρηματολογήσουν επί όλων των πτυχών του θέματος με στόχο την επίλυση του.» Σχετική είναι επίσης και αυθεντία Recnex Trading Ltd. κ.ά. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ.,
(2014)1 Α.Α.Δ. 866, όπου στη σελίδα 871, η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κα. Δ. Μιχαηλίδου, με αναφορά στην αυθεντία AK International UK Limited v. Του Πλοίου «NAIME S» Σημαίας Comoros Islands (Αρ. 2),
(2004)1 Α.Α.Δ. 1456, αποφάσισε ως εξής: «Για να καταλήξει ότι η προηγούμενη ακύρωση ενδιαμέσου διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αποτελούσε αξεπέραστο εμπόδιο για την έκδοση νέου. Η κατάληξη του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους. Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επίδικου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση.» Στην προκείμενη περίπτωση, η προηγούμενη αίτηση των Αιτητών για την τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, αφορούσε κατά βάσην την προσθήκη διαδίκων και τροποποιήσεις σχετικές μ' αυτή. Οι τροποποιήσεις οι οποίες καταγράφονται στην παράγραφο Α
(4)της υπό εξέταση αίτησης, είναι ουσιαστικά οι ίδιες με τις τροποποιήσεις που καταγράφονταν στην παράγραφο Δ
(4)της αίτησης ημερομηνίας 8.4.2022, ως και η προτεινόμενη στην παράγραφο Α
(3)τροποποίηση η οποία αντιστοιχεί με την τελευταία προτεινόμενη τροποποίηση στην παράγραφο Δ
(3)της αίτησης ημερομηνίας 8.4.2022. Οι λοιπές προτεινόμενες με την υπό εξέταση αίτηση τροποποιήσεις, είναι διαφορετικές από τις προτεινόμενες με την πρώτη αίτηση τροποποίησης. Με αυτό υπόψην, όπως φαίνεται καθαρά από την Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 26.7.2022, το παρόν Δικαστήριο αποφάσισε την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης τροποποίησης των Αιτητών, για τους εξής λόγους: επειδή οι προτεινόμενοι Αιτητές δεν ήταν αναγκαίοι διάδικοι, επειδή η αίτηση είχε καταχωριστεί χωρίς υποστηρικτή μαρτυρία από πλευράς της Αιτήτριας, επειδή τα προβαλλόμενα εκεί ως νέα δεδομένα είχαν προκύψει πολύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της κυρίως Αίτησης, επειδή το αίτημα δεν αφορούσε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης. Ακριβώς για το λόγο ότι η πρώτη αίτηση τροποποίησης αφορούσε κατά βάσην την προσθήκη διαδίκων, το Δικαστήριο είχε καταγράψει στην Απόφαση του, ότι ορισμένες από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, για τις οποίες υπήρχε ισχυρισμός ότι αποτελούν εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης, η Αιτήτρια δεν είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ώστε να τις υποστηρίξει και να υποδείξει το καλόπιστο λάθος. Η μαρτυρία η οποία είχε προσφερθεί, ήταν από τρίτο πρόσωπο, ένα εκ των προτεινόμενων τότε νέων Αιτητών. Όλα τα προαναφερθέντα, διαφοροποιούν την πρώτη αίτηση από την υπό εξέταση αίτηση. Η υπό εξέταση αίτηση αφορά άλλη διάσταση της υπόθεσης. Συνεπώς, εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 26.7.2022, δεν επενεργεί ως κώλυμα συνεπεία της εφαρμογής του δεδικασμένου για την υπό εξέταση αίτηση. Τροποποίηση δικογράφου για να συνάδει με τη δοθείσα μαρτυρία: Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει και το ζήτημα της ανάγκης τροποποίησης της κυρίως Αίτησης, προέκυψε ουσιαστικά κατά την κυρίως εξέταση της πρώτης μάρτυρας των Αιτητών, ενόρκως δηλούσας την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Στην αυθεντία U Drive Co. v. Panayi and Another
(1980)1 C.L.R. 544, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «any departure from the pleadings should be preceded or, at all events, accompanied by the relevant amendment», (σελίδα 546), με αναφορά στις αυθεντίες Patsalides v. Yiapani,
(1969)1 C.L.R. 84, Laghoudi v. Georghiou, 23 C.L.R. 199, Kemal v. Kasti,
(1962)C.L.R. 317, Iordanou v. Anyftou, 24 C.L.R. 97, Courtis v. Iasonides,
(1970)1 C.L.R. 180, Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.,
(1971)1 C.L.R. 134. Από τις πιο πάνω αυθεντίες, διαφαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου ώστε να συνάδει με τη δοθείσα μαρτυρία. Στην αυθεντία Skepi Ltd., v. Kaitis and Another,
(1983)1 C.L.R. 231 αποφασίστηκε ότι (σελίδα 233): «In appropriate circumstances when an issue is fully canvassed before the trial Court it is competent for the Court to authorise an amendment of pleadings at the end of the day in order that judgement be brought in accord with the findings of the trial Court and the realities of the case.» Στην αυθεντία Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, αποφασίστηκε (σελίδα 708): «Εν πρώτοις δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αυτό το κάμνει απόλυτα σαφές το εξής απόσπασμα από το Annual Practice 1959, σελίδα 625: 'Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, is should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case (Rainy v. Bravo, L.R. 4 P.C. 287)'.» Στο σύγγραμμα Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court has wide powers of amendment and it seems will exercise those powers to permit amendment where possible. Amendment may be allowed at any stage of the proceedings, whether before, at, or after the trial, or even after judgement or on appeal.» Στην προκείμενη περίπτωση, αφ' ης στιγμής οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα έχουν το αποτέλεσμα η κυρίως Αίτηση να ξεφεύγει από τα επίδικα θέματα, ακόμα και σ' αυτό το στάδιο δύναται να εγκριθούν, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της νέας Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Διαταγή 25: Υπάρχει σωρεία νομολογίας η οποία ερμήνευσε τη Διαταγή 25 ως είχε πριν την αντικατάσταση της αρχικά το 2014 και στη συνέχεια με τις μετέπειτα τροποποιήσεις και έθεσε τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τροποποίηση δικογράφου. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται το θέμα της τροποποίησης δικογράφου, όπως και από Αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα. Αναφέρω ενδεικτικά: Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd. and Another
(1979)1 C.L.R. 542, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1E A.A.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264, Astor Co. κ.ά. ν. Α. & G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1092, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά.,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Compania Naviera Iris S.A. κ.ά.v. Andrenal Shipping Co. Ltd. κ.ά.,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1838, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation,
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393, Clarapede v. Commercial Union Association 32 W.R. 262, Steward v. North Metropolitan Tramways Company (1885 - 86) 16 Q.B. p. 556, Associated Leisure Ltd. and Others v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All ER 754, Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 128, 130, 379 και 685, Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82. Ως γενικός κανόνας, η τάση πριν το 2014, όπως φαίνεται από την νομολογία, ήταν να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη υπόθεση, ακόμα και όταν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τροποποίηση έπρεπε και πρέπει να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν είναι η υπόθεση κατάλληλη, δηλαδή εάν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, συνεκτιμούνταν και εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψην και να ζυγίζονται, οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της άλλης πλευράς, η ανάγκη διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, η ύπαρξη ή μη κακής πίστης από πλευράς του αιτούντος, η ανάγκη κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης του αιτούντος. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για τροποποίηση. Εάν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλη πλευράς. Όλοι οι παράγοντες είναι σχετικοί αλλά κανένας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας από μόνος του. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι σχετικός παράγων σε αιτήσεις για τροποποίηση αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση. Στη σελίδα 128, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendment with leave - time to amend' αναφέρονται τα ακόλουθα: «Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, and on proper terms as to costs, and the adjournment of the trial, if necessary. As a rule, leave to amend at the trial will not so readily be given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not then asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action, or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet or the raising of an entirely new ground of defence or counterclaim, and an amendment will not be allowed at the trial which for the first time introduces a charge of fraud. Nevertheless, even where the amendment is substantial so as completely to change the plaintiff's cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.» Στη σελίδα 130, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendments not allowed', αναφέρονται τα ακόλουθα: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties' and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.» Στο σύγγραμμα Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court has wide powers of amendment and it seems will exercise those powers to permit amendment where possible. Amendment may be allowed at any stage of the proceedings, whether before, at, or after the trial, or even after judgement or on appeal.» Ως καθαρά διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό, η νέα Διαταγή 25, στο θεσμό 1
(1),
(2)και
(3), περιλαμβάνει τρία ξεχωριστά, τόσο χρονικά όσο και διαδικαστικά, στάδια, στα οποία επιτρέπεται, με συγκεκριμένο τρόπο, η τροποποίηση δικογράφου. Είναι η κρίση μου ότι η γενικότερη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως αυτή έχει καταγραφεί στις πιο πάνω αυθεντίες, έχει περιοριστεί, με την έννοια ότι ασκείται αυστηρώς εντός των πλαισίων της Διαταγής στο κάθε ένα από τα τρία στάδια και στο βαθμό και την εμβέλεια που καθορίζει αυτή τούτη η Διαταγή 25. Οι πιο πάνω αυθεντίες εξακολουθούν να αποτελούν καθοδήγηση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εντός όμως των παραμέτρων της Διαταγής 25 ως αυτή έχει πλέον διαμορφωθεί. Το στάδιο στο οποίο ασκείται, ουσιαστικά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είναι το τρίτο στάδιο, όπου το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να διακρίνει και να αποφασίσει εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή, σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Ευρήματα: Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και την καταχώριση της Απάντησης. Αυτό από μόνο του δεν είναι μοιραίο για την τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει. Η Κλήση για Οδηγίες καταχωρίστηκε 4 χρόνια πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε αφού προηγήθηκε άλλη αίτηση τροποποίησης από πλευράς της Αιτήτριας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, ούτε κατάχρηση διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη κακής πίστης από πλευράς της Αιτήτριας. Ακολουθώντας τη σχετική νομολογία, εφαρμόζοντας τους Κανονισμούς και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι η πρώτη προτεινόμενη τροποποίηση, αποτελεί καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Η δεύτερη προτεινόμενη τροποποίηση, ευθυγραμμίζει την κυρίως Αίτηση με την πραγματική απαίτηση της Αιτήτριας, ως αυτή έχει σήμερα: δεν υπάρχει πλέον απαίτηση για την ανάκτηση κατοχής εφόσον η Αιτήτρια έχει αποξενώσει την κυριότητα των επιδίκων και η χρηματική απαίτηση της διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο ποσό μέχρι την αποξένωση των επιδίκων. Αυτά αποτελούν νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Η τρίτη τροποποίηση ικανοποιεί τόσο την προϋπόθεση του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας, όσο και την προϋπόθεση των νέων δεδομένων, μη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, εφόσον το συγκεκριμένο έγγραφο ανευρέθη μεταγενέστερα, ως καταθέτει η μάρτυρας των Αιτητών και δεν αμφισβητήθηκε επ' αυτού. Οι τροποποιήσεις στην παράγραφο Α
(4)του αιτητικού της υπό εξέταση αίτησης, αφορούν σε χρεώσεις αλλά και πληρωμές που έγιναν ή διεφάνησαν μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, καθώς και σε ενδιάμεσα οφέλη από την ημερομηνία καταχώρησης της κυρίως Αίτησης μέχρι την αποξένωση των επίδικων υποστατικών. Ουδεμία εκ των προτεινόμενων τροποποιήσεων εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων ή της προδιαγεγραμμένης αιτίας αγωγής. Η μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως μαρτυρία η οποία καταδεικνύει πως αυτές οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αφορούν σε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της κυρίως Αίτησης και/ή σε νέα δεδομένα, περιλαμβάνοντα και έγγραφα, μη υπαρκτά ή ανευρεθέντα κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα τεθούν σε δυσμενή θέση εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, εφόσον θα έχουν την ευκαιρία να τροποποιήσουν ανάλογα το δικό τους δικόγραφο και να προσφέρουν την ανάλογη και αναγκαία μαρτυρία, μη έχοντας ακόμα αρχίσει την παρουσίαση της υπόθεσης τους. Απόφαση: Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημα εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου ως η παράγραφος Α
(1),
(2),
(3)και
(4)της υπό εξέταση αίτησης. Τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος και να επιδοθεί στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3. Τροποποιημένη Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης και αντίγραφο της να δοθεί αυθημερόν στους δικηγόρους των Αιτητών. Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης, καθώς και τα έξοδα τα οποία θα χαθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα στην κλίμακα €10.000 - €50.000 και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η υπόθεση ορίζεται για συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας την 3.2.2023 και ώραν 11.00 π.μ. (Υπ.) ............... Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «Estoppel by record, also known as estoppel per rem judicatam, arises:
(1)in some cases where an issue of fact affecting the status of a person or thing has been necessarily determined in a final manner as a substantive part of a judgment in rem of a tribunal having jurisdiction to determine that status (rather than the particular interest in the issue held by a party to the litigation); the estoppel then operates when the same issue comes directly in question in subsequent civil or criminal proceedings between any parties whatever;
(2)where a legal claim has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties (this is usually known as cause of action estoppel);
(3)where an issue has been judicially determined as a necessary step in reaching a judgment and the issue arises in subsequent proceedings between the same parties (this is usually known as issue estoppel). The line between cause of action estoppel and issue estoppel is not always clear cut. The principles have been explained in a recent Court of Appeal decision as follows. If a claim has been explicitly determined in previous concluded proceedings between the same parties, that claim cannot be raised again, other than on appeal, unless there is fraud or collusion. If a necessary element of a claim has been explicitly determined in previous concluded proceedings between the same parties, that issue, cannot be raised again, if, as is likely but not inevitable, it would be an abuse to raise that issue again; this may also extend to an implicitly necessary element of the previous determination. The previous determination may include a settlement. Cause of action estoppel and issue estoppel may be compared with the concept of abuse of process and are sometimes regarded as particular forms of this wider concept.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.