← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΧΑΤΖΗΛΟΗ κ.α. ν. ΕΛΕΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ, Αίτηση Αρ.: Ε114/20, 26/5/2022

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΧΑΤΖΗΛΟΗ κ.α. ν. ΕΛΕΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ, Αίτηση Αρ.: Ε114/20, 26/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2022:21 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Ε114/20 Μεταξύ:

  1. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΧΑΤΖΗΛΟΗ, οδός [ ]
  2. ΙΩΑΝΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, οδός [ ]
  3. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΣΚΟΥΡΙΔΟΥ, οδός [ ] Αιτητριών και ΕΛΕΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ, [ ] Καθ' ης η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------------------------------------- Πρόωρη και/ή καταχρηστική κυρίως Αίτηση 26.5.2022 Για τις Αιτήτριες 1, 2 και 3: κα. Σ. Θεμιστοκλέους Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ρ. Σχίζας για κ.κ. Ρένος Λ. Σχίζας και Συνεργάτες Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 4.2.2022, η Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση, εξαιτείται ως ακολούθως: «
  4. Απόφαση ή/και διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να κηρύσσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης υπ' αρ.Ε114/2020 ως άκυρη ή/και πρόωρη ή/και καταχρηστική ή/και άνευ αντικειμένου.
  5. Διαζευκτικά προς το σημείο 1 ανωτέρω, απόφαση ή/και διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εκδίκαση της αίτησης υπ' αρ.Ε114/2020 μέχρι την τελεσιδικία της εκκρεμούσας αγωγής υπ' αρ. 1472/2017 ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
  6. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο και εύλογο.
  7. Άπασα τη δικαστική δαπάνη.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, άρθρα 2 και 11, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό 1983, Καν.11, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 θθ.1, 2 και 3, Δ.33 θ.10 και Δ.48 θθ.1-3 και 9(ο), στην νομολογία και στις Σύμφυτες Εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Ελένης Γεωργιάδου. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι η Καθ' ης η Αίτηση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ενώ η Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 1272/2019, κατεχωρήθη στις 21.05.2019 και αφορά πλείστα επίδικα θέματα, ως εάν η ισχυριζόμενη διαθήκη στην οποία αναφέρεται η Αιτήτρια 2 ως η μόνη κληροδόχος, είναι έγκυρη, το πληρεξούσιο έγγραφο δυνάμει του οποίου έγινε η μεταβίβαση της ενοικιαζόμενης οικίας έγινε με ελευθέρα βούληση, εάν επωλήθη η οικία που κατετέθη το τίμημα, εάν η Εναγόμενη 2 είναι συγγενής ή όχι της αποβιωσάσης, είναι επίδικα θέματα και στην παρούσα Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μετά από 16 μήνες. Είναι η θέση της κας. Γεωργιάδου, ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση αποτελεί κατάχρηση εξουσίας, είναι πλεονασμός και δημιουργεί αδιέξοδο και αδυναμία στο Δικαστήριο, να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση προτού αποφασιστεί η Αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η ίδια είναι η ενοικιάστρια της επίδικης οικίας στην οδό [ ] 8, στο Στρόβολο, της οποίας η ενοικίαση διέπεται από τις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Η ιδιοκτήτρια της οικίας ήταν η Ειρήνη Λαγκαδά, η οποία διέμενε σε εφαπτομένη οικία επί του ιδίου οικοπέδου και απεβίωσε στις 25.2.
  8. Η ιδιοκτήτρια της οικίας ήταν υπερήλικη (94 ετών) και βρισκόταν υπό την καθημερινή φροντίδα της κας. Γεωργιάδου, αμισθί. Για την πληρωμή του ενοικίου, η κα. Γεωργιάδου λάμβανε βοήθημα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, καθότι είναι δυσπραγούσα και ασθενούσα. Για την καταβολή του βοηθήματος ήταν απαραίτητο να υπάρχει κατατεθειμένο στις αρμόδιες Υπηρεσίες σε ισχύ ενοικιαστήριο έγγραφο, όπως και εγένετο. Μετά το θάνατο της Ειρήνης Λαγκαδά στις 25.2.2019, το Γραφείο Ευημερίας ανέστειλε την παροχή βοηθήματος ενοικίου, καθότι η ιδιοκτήτρια με ισχυριζόμενη διαθήκη ημερομηνίας 19.5.2014, αλλά και μεταγενέστερη ιδίου περιεχομένου διαθήκη ημερομηνίας 27.6.2017, άφηνε την περιουσία της σε 4 κληροδόχους. Όσον αφορά την ενοικιαζόμενη οικία, η αποβιώσασα την άφησε στην κα. Γεωργιάδου, όπως κατέθεσε, καθότι, ως είχε αναφέρει, εκτιμούσε το γεγονός ότι την φρόντιζε και το γεγονός ότι ήταν δυσπραγούσα, με προβλήματα υγείας και πολύτεκνη. Η τελευταία διαθήκη της αποβιωσάσης, κατατέθηκε στο Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας από το δικηγόρο και εκτελεστή της διαθήκης και έλαβε αριθμό 37/
  9. Περαιτέρω, όταν επιχειρήθηκε να κατατεθούν έγγραφα Διαχείρισης, ο δικηγόρος πληροφορήθηκε ότι υπήρχε άλλη ισχυριζόμενη διαθήκη, ημερομηνίας 5.9.2018, κατατεθειμένη στο Πρωτοκολλητείο, σύμφωνα με την οποία άφηνε ως μόνη κληροδόχο την Αιτήτρια 2, η οποία ήταν 84 ετών και η οποία καμία συγγενική σχέση έχει με την αποβιώσασα, πέραν του γεγονότος ότι Αιτήτρια 2 της καθάριζε το σπίτι 2 ώρες την ημέρα, εργασία για την οποία αμειβόταν. Για την εγκυρότητα της δήθεν διαθήκης ημερομηνίας 5.9.2018, καταχωρήθηκε ανακοπή και μετέπειτα η Αγωγή υπ' αρ. 1272/19, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία είναι υπό εκδίκαση. Η μεταβίβαση της οικίας έγινε στην απουσία της αποβιωσάσης, καθότι η Αιτήτρια 2 εξασφάλισε Πληρεξούσιο Έγγραφο που όριζε την ίδια ως Πληρεξούσια Αντιπρόσωπο της διαθέτιδας, όπου στη συνέχεια προχώρησε στην πώληση του ακινήτου που βρίσκεται η οικία, στον εαυτό της, στην τιμή των €480.000 όπως αναγράφεται σε Πιστοποιητικό Έρευνας το οποίο η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει, καταγράφοντας το ποσό των €480.000 ως ποσό πώλησης, το οποίο εν τω μεταξύ δεν είχε λάβει ποτέ η διαθέτιδα προ του θανάτου της και ούτε ανευρέθηκε μετά το θάνατο της. Παρόλο που οι Αιτήτριες και συγκεκριμένα, η Αιτήτρια 2, κατάρτησαν διαθήκη με παράνομα μέσα και σύμφωνα με την οποία η περιουσία της αποβιωσάσης, κληροδοτείτο στην Αιτήτρια 2, προέβησαν σε αγορά της οικίας στις 6.8.2018, σύμφωνα με Δήλωση Πώλησης υπ' αρ.Π3533/
  10. Για τους σκοπούς της μεταβίβασης του ακινήτου, επιβλήθηκαν μεταβιβαστικά τέλη €9.450,00, ποσό το οποίο η Αιτήτρια 2 απέσυρε από τραπεζικό λογαριασμό της αποβιωσάσης και κατέβαλε στο Κτηματολογικό Γραφείο, καταχρώμενη τις εξουσίες που της παρασχέθηκαν ως Πληρεξούσια Αντιπρόσωπος της Ειρήνης Λαγκαδά. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι, το παράνομο των πράξεων των εμπλεκομένων στη διαθήκη και των Αιτητριών στην παρούσα Αίτηση, είναι εμφανές, καθότι δεν είναι λογικό να προβούν στην καταβολή του ποσού των €480.000 πλέον των μεταβιβαστικών τελών, ενώ γνώριζαν εκ των προτέρων ότι με το θάνατο της Ειρήνης Λαγκαδά, η περιουσία θα κληροδοτείτο στο σύνολο της, στην Αιτήτρια
  11. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει καταρτιστεί και υπογράφει η διαθήκη ημερομηνίας 5.9.2018, υπάρχει σωρεία μαρτυριών, οι οποίες αποτελούν μέρος της Αγωγής υπ' αρ. 1272/19, ως επίσης ιατρικό μαρτυρικό υλικό, το οποίο αποδεικνύει την ανυπαρξία δικαιοπρακτικής ικανότητας της Ειρήνης Λαγκαδά κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης διαθήκης. Περαιτέρω, εναντίον των Αιτητριών και του εκτελεστή της διαθήκης, έχει γίνει επίσημη καταγγελία στο Τμήμα Ανιχνεύσεων Εγκλημάτων της Αστυνομίας, όπου διεξάγονται έρευνες και λήφθηκαν καταθέσεις. Για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων, έχουν παραδοθεί Τεκμήρια στην Αστυνομία. Στη συνέχεια, το Γραφείο Ευημερίας συνέχιζε να καταβάλλει το ενοίκιο για ακόμα 7 μήνες μετά το θάνατο της Ειρήνης Λαγκαδά, το οποίο αποδέχθηκε να μη ζητήσει την επιστροφή του ποσού μέχρι την περάτωση της Αγωγής υπ' αρ. 1272/19 και των ερευνών του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, για τυχόν ποινικές διώξεις. Οι Αιτήτριες δεν εδύναντο και δεν νομιμοποιούντο να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση, καθότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικίας στην οποία διαμένει η Καθ' ης η Αίτηση, αμφισβητείται κατ' ουσίαν στην Αγωγή υπ' αρ.1272/19 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, της οποίας το αποτέλεσμα θα παρασύρει και την Αίτηση Ε114/
  12. Οι Αιτήτριες, ενώ γνώριζαν ότι εκκρεμεί η προγενέστερη χρονολογικά της παρούσας Αίτησης, Αγωγή, στην οποία το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφανθεί επί της εγκυρότητας της διαθήκης υπ' αρ. 39/19 και ως εκ τούτου, δεν δύνανται να προβαίνουν σε πράξεις ή παραχωρήσεις ή σε ενέργειες που εν πάση περιπτώσει, να αλλοιώνουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αμφισβητούμενων ακινήτων, προχώρησαν βεβιασμένα και κακόπιστα στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, για να συνεχίσουν οι εμπλεκόμενοι στην επίδικη διαθήκη να εκμεταλλεύονται παρανόμως την περιουσία της αποβιωσάσης. Κατά την ακροαματική διαδικασία, έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α, η Γραπτή Δήλωση της Αιτήτριας 1 στην κυρίως Αίτηση, Χριστιάνας Χατζηλόη, εξουσιοδοτούμενη από το σύνολο των Αιτητριών. Στην Γραπτή της Δήλωση, παράγραφος 17, γίνεται σαφής αναφορά στην καταχωρημένη Αγωγή υπ' αρ. 1272/19, ως τεκμήριο, γεγονότα τα οποία αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση, πως η προώθηση της παρούσας διαδικασίας αποτελεί κατάχρηση δικαιοδοσίας και της διαδικασίας, καθότι τα ίδια επί της ουσίας ζητήματα, εξετάζονται παράλληλα ενώπιον άλλου Πολιτικού Δικαστηρίου και επιπλέον, εάν το Δικαστήριο επιληφθεί της Αίτησης Ε114/2020, η Αιτήτρια θα υποστεί τέτοια ζημία και βλάβη που δεν θα είναι δυνατό να αποκατασταθεί στο μέλλον. Το αποτέλεσμα της κυρίως Αιτήσεως, στην οποία ήδη άρχισε η ακροαματική διαδικασία, θα δημιουργήσει αδιέξοδο στο Δικαστήριο, αφού δεν έχει εκδικασθεί η Αγωγή για εγκυρότητα ή μη της διαθήκης, για την εγκυρότητα της πωλήσεως του ακινήτου, για αποδοχή ή μη της δικαιοπρακτικής ικανότητας της αποβιωσάσης που ο θεράπων ψυχίατρος έδωσε πιστοποιητικό ότι δεν εδύνατο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Αιτητριών 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «οι Αιτήτριες»), καταχωρήθηκε την 4.4.2022 και αυτή βασίζεται στον Νόμο 23/83, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, άρθρα 2, 9 και 12, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27 θθ.1, 2 και 3, Δ.33 θ.10, Δ.30 και Δ.48 θθ.1, 2, 3, 4, 9, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  13. Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.
  14. Δεν υπάρχει νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση των ζητούμενων Διαταγμάτων.
  15. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή και/ή ανεπαρκή νομική βάση.
  16. Η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία και/ή αίτηση αποτελεί κατάχρηση Δικαστικής διαδικασίας και/ή Δικαστικής εξουσίας (Abuse of the process of the Court).
  17. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι αμφισβητούμενα και το σημείο που εγείρεται δεν είναι αμιγώς νομικό.
  18. Το αίτημα δεν έχει προβληθεί, ως θα έπρεπε, στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες, ούτε αναγράφηκε στο σχετικό παράρτημα.
  19. Δεν υφίστανται διασταυρούμενες Αγωγές.
  20. Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία έχει ως μόνο σκοπό να εκτροχιάσει την όλη διαδικασία και να καθυστερήσει τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης.
  21. Η αίτηση παραβιάζει τα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Χριστιάνας Χατζηλοή, εκ Λευκωσίας. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι η Αιτήτρια 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τις Αιτήτριες 2 και 3 να προβεί στη δήλωση της. Η Αγωγή αρ. 1272/2019 αφορά επικύρωση διαθήκης και συγκεκριμένα, ποια από τις διαθήκες είναι έγκυρη. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι έγκυρη διαθήκη είναι αυτή που παρουσιάζει με ημερομηνία 27.6.2017 και όχι αυτή που παρουσιάζουν οι Αιτήτριες με ημερομηνία 5.9.
  22. Οποιαδήποτε άλλη ισχυριζόμενη απαίτηση, δεν μπορεί να εκδικαστεί με την Αγωγή αρ. 1272/2019, η οποία αφορά στην ουσία κληρονομική Αγωγή. Συνεπώς, η ισχυριζόμενη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας, η οποία έγινε εν ζωή της αποβιωσάσης Ειρήνης Λαγκαδά, δεν μπορεί να αποτελεί επίδικο ζήτημα προς επίλυση στην πιο πάνω Αγωγή. Είναι η θέση της κας. Χατζηλοή ότι οι δύο εκκρεμούσες διαδικασίες έχουν διαφορετική βάση αγωγής, διαφορετικές αξιώσεις και θεραπείες και δεν αφορούν τα ίδια νομικά θέματα, ούτε τους ίδιους διαδίκους. Η Καθ' ης η Αίτηση, εις βάρος του συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, κατέχει και εκμεταλλεύεται την περιουσία των Αιτητριών, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό ως ενοίκιο ή ενδιάμεσο όφελος. Ως λήπτης βοηθήματος από το Γραφείο Ευημερίας, φανερώνει την αδυναμία της να αποζημιώσει τις Αιτήτριες στο μέλλον σε περίπτωση επιτυχίας, τόσο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, όσο και της Ανταπαίτησης των Αιτητριών στην Αγωγή με αρ. 1272/2019, την οποία θεωρούν ως πολύ πιθανή. Συνεπώς, η ικανοποίηση οποιασδήποτε των αξιώσεων της Καθ' ης η Αίτηση, θα προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στις Αιτήτριες ως ιδιοκτήτριες και τους στερεί το δικαίωμα ακροάσεως. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι πλέον ενοικιάστρια και ουδέποτε φρόντιζε την αποβιώσασα Ειρήνη Λαγκαδά, αφού και η ίδια είχε προβλήματα υγείας και δεν είχε καλή σχέση με την αποβιώσασα. Η Αιτήτρια 2 ήταν το πρόσωπο που τη φρόντιζε καθημερινά, αφού η αποβιώσασα είχε εξ' αίματος συγγένεια με το σύζυγο της. Η Καθ' ης η Αίτηση κατέθεσε, κατόπιν απαίτησης του Γραφείου Ευημερίας, μέρος και/ή απόσπασμα ενοικιαστηρίου εγγράφου με ημερομηνία 1.9.2015, στις 17.10.2019, δηλαδή μετά το θάνατο της Ειρήνης Λαγκαδά και μετά που απέστειλαν οι Αιτήτριες στο Γραφείο Ευημερίας, δικηγορική επιστολή με ημερομηνία 10.6.2019, ενημερώνοντας για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίδικης κατοικίας και το θάνατο της Ειρήνης Λαγκαδά. Η Καθ' ης η Αίτηση επωφελήθηκε και κατακράτησε αδικαιολόγητα το επίδομα ενοικίου που της κατέβαλλε για 7 μήνες το Γραφείο Ευημερίας μετά το θάνατο της Ειρήνης Λαγκαδά, γεγονός που επιβεβαιώνεται με την επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 13.7.
  23. Η αποβιώσασα Ειρήνη Λαγκαδά, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, αναγκάστηκε να υπογράψει 3 διαθήκες, αφήνοντας ως κληροδόχο την Αιτήτρια
  24. Η τελευταία διαθήκη υπογράφηκε στις 5.9.2018, αλλά επειδή η Καθ' ης η Αίτηση, με αθέμιτα μέσα την πίεζε να υπογράφει διάφορα έγγραφα, η αποβιώσασα ζήτησε από τον εκτελεστή της διαθήκης της, κ. Μιχαήλ Γεωργίου Ζοππή και την Αιτήτρια 2, να προχωρήσουν στις διαδικασίες μεταβίβασης της επίδικης κατοικίας. Ένεκα του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς, έπρεπε να δηλωθεί η πράξη ως πώληση. Η αποβιώσασα εξετάστηκε από ειδικό ψυχολόγο, ο οποίος έκρινε ότι είχε σώας τα φρένας. Επίσης, η αποβιώσασα παρακολουθείτο για 10 χρόνια και μέχρι το θάνατο της, από τον προσωπικό της ιατρό, ο οποίος με Ιατρικό Πιστοποιητικό, επιβεβαίωσε ότι είχε σώας τα φρένας και το μόνο από το οποίο υπέφερε ήταν η οστεοαρθρίτιδα, γεγονός που την καθιστούσε δυσκίνητη. Λόγω της οστεοαρθρίτιδας, η αποβιώσασα δυσκολευόταν να μεταβεί στο Κτηματολόγιο και ζήτησε να ετοιμαστεί Πληρεξούσιο Έγγραφο, ώστε να γίνει η μεταβίβαση το συντομότερο και χωρίς να ταλαιπωρηθεί η ίδια. Γι' αυτό το λόγο, Πιστοποιών Υπάλληλος ανέλαβε την ετοιμασία του εγγράφου και την υπογραφή του από την αποβιώσασα στην παρουσία του και αφού βεβαιώθηκε ότι αυτή ήταν η επιθυμία της και αντιλαμβανόταν τις συνέπειες της πράξης της. Είναι ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας, ότι η τελευταία βούληση της αποβιωσάσης Ειρήνης Λαγκαδά, ήταν η διαθήκη ημερομηνίας 5.9.2018, με την οποία άφηνε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της στην Αιτήτρια
  25. Συνεπώς, καμία παρανομία έγινε με τη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας και τη μη καταβολή του δηλωθέντος στο Κτηματολόγιο ποσού, αφού, ως όριζε η πιο πάνω διαθήκη, όλη η περιουσία της αποβιωσάσης θα περιέρχετο στην Αιτήτρια
  26. Αντίστοιχη και ανάλογη μαρτυρία υπάρχει και για την τελευταία διαθήκη της Ειρήνης Λαγκαδά ημερομηνίας 5.9.
  27. Επίσης υπάρχει ιατρικό πιστοποιητικό από τον προσωπικό ιατρό της αποβιωσάσης, που ανακρούει τα όσα ψευδώς παρουσιάζει η Καθ' ης η Αίτηση και οι μάρτυρες της. Αναφορικά με την καταγγελία που ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση στην παράγραφο15 της ενόρκου δηλώσεως της, η κα. Χατζηλοή κατέθεσε ότι, εσκεμμένα η Καθ' ης η Αίτηση δεν παρουσίασε όλα τα δεδομένα και στοιχεία στην Αστυνομία και προέβη εκδικητικά, σε ψευδή καταγγελία εις βάρος της Αιτήτριας
  28. Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 16 της ενόρκου δηλώσεως της Καθ' ης η Αίτηση, είναι ψευδείς. Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας ανέφερε στην ενόρκως δηλούσα, ότι θα ζητηθεί από την Καθ' ης η Αίτηση να επιστρέψει το ποσό που παράνομα κατακρατεί, αφού όποια κατάληξη και να έχει η Αγωγή αρ. 1272/19, δεν δίδει δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση για λήψη ή κατοχή οποιουδήποτε ποσού από το επίδομα ενοικίου. Επιπλέον, με την Αγωγή αρ. 1272/19, δεν αμφισβητείται το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης κατοικίας και ούτε μπορεί να διαφοροποιηθεί ή καθοριστεί στα πλαίσια της εν λόγω Αγωγής. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Αιτητριών είναι αυτό που μετρά και όχι οποιοιδήποτε υποθετικοί και αμφιβόλου αποτελέσματος, ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία εκμεταλλεύεται την επίδικη κατοικία εις βάρος των δικαιωμάτων των Αιτητριών ως ιδιοκτήτριες. Λόγω της αναφοράς στο δικόγραφο της Καθ' ης η Αίτηση για την εν λόγω Αγωγή, αναγκάστηκε η ενόρκως δηλούσα να την αναφέρει και να παρουσιάσει πιστό αντίγραφο της, για να δείξει ότι οι αιτούμενες θεραπείες δεν έχουν σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης. Η Καθ' ης η Αίτηση προσπαθεί παραπλανητικά να περιπλέξει ζητήματα που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία, αποστερώντας από τις Αιτήτριες το δικαίωμα ιδιοκτησίας και ακροάσεως. Η Καθ' ης η Αίτηση προσπαθεί να δημιουργήσει καθυστέρηση για να μείνει εντός της επίδικης κατοικίας όσο περισσότερο χρόνο μπορεί, χωρίς να πληρώνει ενοίκιο και δεν είναι ο απώτερος σκοπός της, ως ισχυρίζεται, να εκδικαστεί πρώτα η Αγωγή με αρ. 1272/19, αφού από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, έκανε 12 μήνες να καταχωρήσει την Έκθεση Απαίτησης της και μετά από άσκηση πίεσης με την καταχωρηθείσα από τον Εναγόμενο - εκτελεστή της διαθήκης ημερομηνίας 5.9.2018, αίτησης για απόρριψη της Αγωγής λόγω μη προώθησης. Ιστορικό: Δικόγραφα: Κυρίως Αίτηση: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε την 6.11.2020 και μ' αυτήν οι Αιτήτριες 1, 2 και 3, εξαιτούνται ως ακολούθως: «1) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάσσον την Καθ' ης η Αίτηση, τους εξαρτώμενους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτής και/ή κατόχους όπως εκκενώσουν και παραδώσουν εις τις Αιτήτριες ελευθέρα κατοχή της κατοικίας επί της οδού [ ] 8, στο Στρόβολο, λόγω παράλειψης πληρωμής ενοικίων. 2) Εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση απόφαση δια €7.770 καθυστερημένα ενοίκια από Μάρτιο 2019 μέχρι και Νοέμβριο
  29. 3) Εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση απόφαση για €370,00 μηνιαίως ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή ενδιάμεσα οφέλη από της καταχώρησης της παρούσης Αίτησης, μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής της επίδικης κατοικίας στις Αιτήτριες. 4) Εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση έξοδα με νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α. 5) Οποιαδήποτε άλλη θεραπείας το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις.» Οι Αιτήτριες ενάγουν ως οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες, από 13.12.2018, κατά ίσα μερίδια, της οικίας επί της οδού [ ] 8, στο Στρόβολο, Λευκωσία. Η Καθ' ης η Αίτηση ενάγεται ως η ενοικιάστρια της επίδικης οικίας, η οποία την ενοικίασε για πρώτη φορά δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.4.2010, από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια, Ειρήνη Λαγκαδά, η οποία απεβίωσε την 25.2.
  30. Οι Αιτήτριες δικογραφούν ότι η Καθ' ης η Αίτηση καθυστερεί την πληρωμή των ενοικίων από το Μάρτιο
  31. Απάντηση: Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε Απάντηση την 27.11.2020 και μ' αυτήν ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ενοικίασε την επίδικη οικία από το έτος 2007, υπογράφοντας έκτοτε 4 ενοικιαστήρια έγγραφα, το τελευταίο δε έληξε την 1.9.
  32. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η αποβιώσασα πρώην ιδιοκτήτρια κληροδότησε την επίδικη οικία στην Καθ' ης η Αίτηση και ότι είχε εις χείρας της δύο διαθήκες, ημερομηνίας 19.5.2014 και 27.6.2017, ενώ ο εκτελεστής της διαθήκης, όταν επιχείρησε να καταθέσει έγγραφα διαχειρίσεως, πληροφορήθηκε ότι υπάρχει ετέρα διαθήκη με ημερομηνία 5.9.2018, με την οποία η αποβιώσασα κληροδότησε την επίδικη οικία στην Αιτήτρια
  33. Καταχωρήθηκε η σχετική Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αρ. 1272/
  34. Παρά ταύτα, οι Αιτήτριες προέβησαν σε αγορά της επίδικης οικίας και η μεταβίβαση έγινε την 6.8.
  35. Η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται ότι οφείλει προς τις Αιτήτριες το ζητούμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ανταπάντηση: Οι Αιτήτριες καταχώρισαν Ανταπάντηση την 8.2.2021 και ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η διαθήκη με αρ. 37/19, είναι προϊόν εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης και ότι δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα αναφορικά με την ιδιοκτησία της επίδικης οικίας, ενώ δέχονται ότι αυτή μεταβιβάστηκε επ' ονόματι τους. Πολιτική Αγωγή: Τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία επί της κυρίως Αίτησης, ως Τεκμήριο 12, αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, στην Πολιτική Αγωγή αρ. 1272/2019, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εναντίον κάποιου Μιχαήλ Γεωργίου Ζοππή, από την οποία φαίνεται ότι απαιτεί εναντίον του εναγομένου ως ακολούθως: «Α) Δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι το έγγραφο ημ. 05/09/2018 φερόμενου ή/και ισχυριζόμενου ως Διαθήκη της αποβιωσάσης ότι είναι άκυρη και χωρίς ισχύ ή/και ανύπαρκτη ή/και φαίνεται η υπογραφή αυτής λόγω ψυχικής πίεσης ή/και δόλου ή/και καθοδηγούμενο το χέρι της ή/και λόγω ότι η αποβιώσασα δεν είχε σώας τας φρένας κατά τον ουσιώδη χρόνο ή/και δεν είναι η υπογραφή της. Β) Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Διαθήκες της αποβιωσάσης Ειρήνης Γ. Λαγκαδά εκ Λευκωσίας ημ. 19/05/2014 και 27/06/2017 είναι πανομοιότυπες, με ισχύουσα την μεταγενέστερη ημ. 27/06/2017, η οποία έχει κατατεθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αριθμό 37/2019, είναι γνήσια και πραγματική της αποβιωσάσης εκφράζουσα την επιθυμία της. Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η χορήγηση εγγράφων Διαχειρίσεως της περιουσίας στον Εναγόμενο, δια τον διορισμό του οποίου ουδεμία συγκατάθεση έχει δοθεί. Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι η εγγραφή και μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των φερόμενων συνιδιοκτητριών - συγγενών του Εναγομένου, είναι άκυρη, ανυπόστατη και εγένετο κατόπιν ψευδών δηλώσεων και υπό το κράτος καταχρήσεως εξουσίας, προερχόμενη από τις πρόνοιες του πληρεξουσίου εγγράφου. Ε) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο εύλογη και δίκαιη. Στ) Νόμιμο Τόκο. Ζ) Άπασαν την Δικαστική Δαπάνη πλέον Φ.Π.Α.» Διαδικασία και άλλα διαβήματα: Στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε Κλήση για Οδηγίες, σύμφωνα με τη Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία καταχώρισαν Παράρτημα και οι δύο πλευρές. Στο Παράρτημα το οποίο καταχωρήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, δεν σημειώθηκε ότι έχει άλλο αίτημα το οποίο δεν καλυπτόταν από τα αιτήματα με αρ. 1 έως 9 στον Τύπο
  36. Το Δικαστήριο εξέδωσε Διατάγματα εκατέρωθεν, αποκάλυψης εγγράφων και οι διάδικοι καταχώρισαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, καθώς και Καταλόγους Μαρτύρων και Συνόψεις Μαρτυρίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι με το Παράρτημα της Καθ' ης η Αίτηση ζητείτο παραδοχή γεγονότων και ότι για το σκοπό αυτό, δυνατόν να εστέλλετο ο Τύπος
  37. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 6.12.2021, με την κατάθεση της Αιτήτριας
  38. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Επί της υπό εξέταση αίτησης, το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαιδεύτους συνηγόρους σε αγορεύσεις την 20.4.2022 και επιφύλαξε την απόφαση του για να εκδοθεί σήμερα. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική και δικονομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 27: Παράθεση και νομολογία: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στη Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παραθέτω πιο κάτω τους θεσμούς 1, 2 και 3 της Διαταγής 27 [2]. Οι αντίστοιχοι παλαιοί Αγγλικοί Θεσμοί είναι οι Order 25 rules 2, 3 και
  39. Τι σημαίνει 'frivolous or vexatious'; Στο Αγγλικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 145: "a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense. Thus, a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possibly succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good." Το rule 2 είναι παρόμοιο με τον θεσμό 1 και το rule 4 είναι πανομοιότυπο με τον θεσμό
  40. Παραπέμπω στις διαφωτιστικές υποσημειώσεις για το rule 4, από το Annual Practice 1958, σελίδα 574 έως 576 και κρίνω ότι: πρώτον [3], στην υπό εξέταση αίτηση, γίνεται επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, αλλά, όπως φαίνεται από το σχετικό απόσπασμα, η επίκληση δεν είναι απαραίτητη για να εφαρμοστεί η εξουσία αυτή, στην παρούσα περίπτωση. Δεύτερον [4] το rule 4, και κατ' αναλογίαν, ο θεσμός 3 της Διαταγής 27, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που καμία τροποποίηση δεν σώζει το δικόγραφο, το περιεχόμενο του είναι πέραν πάσης δικονομικής θεραπείας, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σε σχέση με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην υποσημείωση που παραθέτω, και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της, σημειώνω ότι, στο 'Άριστον Αγγλοελληνικόν Λεξικόν' των Γιαννακόπουλου και Σιαρένου, στη λέξη 'demurrable' δίδεται η ερμηνεία 'που υπόκειται εις ένστασιν'. Στρεφόμενη στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή, ως ήταν τότε, κ. Γ.Μ. Πική στην αυθεντία In re Pelmako Development Ltd.,

(1991)Α.Α.Δ. 246, στη σελίδα 253: «. η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς». Από τη σελίδα 255 της ιδίας αυθεντίας: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο». Βλέπετε ακόμα σχετικά τις αυθεντίες Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 και Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.S. κ.ά. v. Πλοίου Marwa M κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1159. Τρίτον, η διαπίστωση της ύπαρξης λόγων για διαγραφή δικογράφου ανάγεται κατά κύριο λόγο, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε σχετικά την In re Pelmako Development Ltd., πιο πάνω, στη σελίδα 257). Τέταρτον, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου αντί της έκδοσης απόφασης χωρίς να ακούσει μαρτυρία εκατέρωθεν, ή της διαγραφής του, όπου φαίνεται ότι στοιχειοθετείται η θέση πως το δικόγραφο είναι επιπόλαιο και δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής ή υπεράσπιση [5]. Μνεία στην ευχέρεια αυτή, γίνεται στην αυθεντία Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, στη σελίδα 1327. Ακόμα, στη σελίδα 1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής, που όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Στην Αγγλική αυθεντία Steeds and Another v. Steeds and Another, 22 Q.B.D. 537, στα πλαίσια αίτησης για τη διαγραφή δικογράφου ως μη συνιστών υπεράσπιση, το Δικαστήριο διέταξε την τροποποίηση του. Το ίδιο διετάχθη και στην αυθεντία Griffiths v. London and St. Katharine Docks Company, 13 Q.B.D. 259. Στη σελίδα 542 της απόφασης του Δικαστή Wills από την πρώτη αυθεντία πιο πάνω: "We think, therefore, that we cannot strike out this defence as we are invited to do. It seems to us that it must be good for a part of the claim at all events. But we think the statement of defence defective, and that Mr. Bullen ought to amend by a further statement of the material facts, and our order is that the statement of defence be amended accordingly, and if that be not done within ten days, the plaintiff be at liberty to sign judgment for half the amount claimed." Κρίση αναφορικά με την κυρίως Αίτηση: Είναι η κρίση μου ότι η Κυρίως Αίτηση δεν είναι δικόγραφο το οποίο δεν αποκαλύπτει βάση Αγωγής, ή δεν επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ούτε είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό, ή συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Επί του τελευταίου σημείου, βλέπετε και πιο κάτω. Η Κυρίως Αίτηση, εκ πρώτης όψεως, αποκαλύπτει αιτία αγωγής, ενώ δεν ζητείται η διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων αυτής. Φαίνεται ότι αφορά ακίνητο, το οποίο εμπίπτει εντός ελεγχόμενης περιοχής και είναι αντικείμενο ενοικίασης. Αποτελεί κοινό έδαφος, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι Αιτήτριες ήταν και είναι οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες της επίδικης οικίας. Κρίνω ότι η Κυρίως Αίτηση δεν είναι δικόγραφο το οποίο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο ή δικόγραφο που συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν εξαιτείται τη διαγραφή ή παραμερισμό ή απόρριψη της κυρίως Αίτησης. Ζητεί από το Δικαστήριο να την κηρύξει άκυρη και/ή πρόωρη και/ή καταχρηστική και/ή άνευ αντικειμένου. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν ισχυρίζεται ότι η κυρίως Αίτηση είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη ή επιπόλαια ή ενοχλητική. Επιπλέον, η Διαταγή 27 κατά κύριο λόγο, αφορά σε προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες αφενός δικογραφούνται, αφετέρου, ζητείται η εκδίκαση τους προδικαστικά, πριν την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και αυτό, προϋποθέτει τη συμπερίληψη σχετικού αιτήματος στο Παράρτημα το οποίο καταχωρείται στην Κλήση για Οδηγίες. Τέτοιο αίτημα δεν έχει περιληφθεί στο Παράρτημα της Καθ' ης η Αίτηση και δεν δικογραφείται στην Απάντηση. Συμφυής εξουσίας του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction): Η Καθ' ης η Αίτηση ζητεί όπως η κυρίως Αίτηση κηρυχθεί, μεταξύ άλλων, καταχρηστική. Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφορά τη συμφυή εξουσία (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου. Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [6]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 222, που έχει χαρακτηρισθεί ως αποκαλυπτικό της φύσης και προσδιοριστικό των παραμέτρων της δικαιοδοσίας [7]. Κατάχρηση διαδικασίας (abuse of Court process): Η επιδίωξη του ίδιου στόχου με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Κατ' ισχυρισμόν, η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών, δηλαδή της Πολιτικής Αγωγής αρ. 1272/2019 (και όχι 1472/2017 όπως λανθασμένα αναφέρεται στο αιτητικό, παράγραφος 2) και της κυρίως Αίτησης υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Βλέπετε σχετικά Constantinides v. Vima Ltd (πιο πάνω), Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), Beogradska D.D. (πιο πάνω), Σοφία Νικολάου Βασιλείου v. Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798, Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90, καθώς και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 931. Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 223: «Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιτευχθούν σε μία διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt
(1905)1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: «.Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» ..» Η Πολιτική Αγωγή καταχωρήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα εναντίον τρίτου προσώπου, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Η Πολιτική Αγωγή αφορά σε διαθήκη ή διαθήκες της αποβιώσασας προηγούμενης ιδιοκτήτριας της επίδικης οικίας, ενώ στην παρούσα υπόθεση γίνεται αποδεκτό ότι οι Αιτήτριες αγόρασαν την επίδικη οικία. Στην Πολιτική Αγωγή περιλαμβάνεται απαίτηση για την έκδοση Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με το οποίο να δηλώνεται ότι η εγγραφή και μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των φερόμενων συνιδιοκτητριών, δηλαδή των Αιτητριών στην παρούσα, είναι άκυρη, ανυπόστατη και εγένετο κατόπιν ψευδών δηλώσεων και υπό το κράτος καταχρήσεως εξουσίας, προερχόμενη από τις πρόνοιες Πληρεξουσίου Εγγράφου. Στην παρούσα υπόθεση, ο δικογραφημένος ισχυρισμός της ίδιας της Καθ' ης η Αίτηση, ο οποίος είναι αποδεκτός, είναι πως η μεταβίβαση της επίδικης οικίας επ' ονόματι των Αιτητριών έγινε εν ζωή της προηγούμενης ιδιοκτήτριας. Είναι η κρίση μου ότι πρόκειται για δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά και ανόμοιες ως προς το αντικείμενο τους και τους διαδίκους αυτών. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η παράλληλη προώθηση της Πολιτικής Αγωγής και της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, δεν συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Στην αυθεντία Beogradska D.D. αποφασίστηκε ότι όπου η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Η παρούσα δεν είναι τέτοια περίπτωση. Αναστολή διαδικασίας: Οι αυθεντίες οι οποίες αφορούν στη Διαταγή 35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σχετικά με την αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης, είναι βοηθητικές και καθοδηγητικές σε υποθέσεις όπου ζητείται η αναστολή της διαδικασίας. Υπάρχει όμως και νομολογία ειδικά επί του θέματος της αναστολής διαδικασίας, την οποία εξαιτείται η Καθ' ης η Αίτηση με την υπό εξέταση αίτηση. Στην αυθεντία Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Λύρα κ.ά. (Αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, εφεσιβλήθηκε πρωτόδικη απόφαση για ακύρωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Παράλληλα, οι διάδικοι αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο για αναστολή της πρωτόδικης ακυρωτικής απόφασης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Επανέλαβαν το αίτημα τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.35 θ.19 και ισχυρίστηκαν ότι η συνένωση τριτοδιαδίκου θα επιτρέψει τη σφαιρική αντιμετώπιση όλων των εγειρομένων θεμάτων. Οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι η αναστολή η οποία προβλέπεται στους θεσμούς στους οποίους βασίζεται η αίτηση, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την αναστολή των διαδικασιών του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κ. Γ.Μ. Πικής, είπε (στη σελίδα 1386): «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119 (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35 θ.18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος.» Στην αυθεντία Χατζηιωσήφ v. Πετρίχου
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 364, επειδή καθυστερούσε η καταχώριση έκθεσης απαίτησης, η εφεσείουσα ζήτησε την απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης προώθησης. Η εφεσίβλητη καταχώρισε αίτηση για την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, η οποία εξετάστηκε πριν την αίτηση για απόρριψη και απορρίφθηκε. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε και η εφεσίβλητη καταχώρισε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής εκκρεμούσης της έφεσης. Το Δικαστήριο έδωσε προτεραιότητα στην αίτηση για απόρριψη της αγωγής η ακρόαση της οποίας διεξήχθη, ενώ η αίτηση για αναστολή αναβλήθηκε. Η αίτηση για απόρριψη της αγωγής απέτυχε και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συνεχιζόμενη παράλειψη της εφεσίβλητης να καταχωρίσει έκθεση απαίτησης δικαιολογούνταν από την εκκρεμότητα της έφεσης. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της έφεσης εναντίον της απόφασης στην αίτηση γι' απόρριψη της αγωγής, ο έντιμος Δικαστής κ. Γ. Νικολάου, στη σελίδα 367, είπε τα εξής: «Η πρωτόδικη προσέγγιση, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν ουσιαστικά η αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή, βρίσκεται σε αντίθεση με πάγια νομολογία με την οποία ερμηνεύονται οι διατάξεις που αφορούν στην αναστολή. Το Εφετείο στην Παπακόκκινου και άλλη v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 692, συνόψισε ως εξής: ''Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ.18 της Δ.35: βλ. Fotiou and another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd. v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε ''.. stay of ... proceedings under the decision appealed from . . '' δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an Infant) (ανωτέρω).''» Στρέφομαι στην τελευταία αναφερθείσα αυθεντία, In re E.S. (an Infant), πιο πάνω, και παραθέτω απόσπασμα, από την απόφαση του έντιμου Δικαστή, ως ήταν τότε, κ. Γ.Μ. Πική, στη σελίδα 122 [8], ενώ η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Λύρα κ.ά. (Αρ. 1) εφαρμόστηκε στην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. v. Telec Logistic Co. Ltd. κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Σ' εκείνη την υπόθεση είχε εφεσιβληθεί απόφαση για την ακύρωση της διαταγής έκδοσης και επίδοσης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Ο έντιμος Δικαστής κ. Τ. Ηλιάδης, εφαρμόζοντας την προηγούμενη αυθεντία, είπε (στη σελίδα 768): «Στην παρούσα περίπτωση η επίδικη απόφαση της 24/9/2007 δεν επέβαλλε οποιαδήποτε υποχρέωση η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.35, θ.
  2. Αντίθετα επιδιώκεται ο παραμερισμός της ακυρωτικής απόφασης και η απαγόρευση της συνέχισης της διαδικασίας που μπορούσε να γίνει μόνο με την έκδοση προνομιακού εντάλματος Prohibition. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.» Αναφορά στις πιο πάνω αυθεντίες κάνει ο έντιμος Δικαστής κ. Στ. Ναθαναήλ, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Δημητρούδης v. Λουγκρίδη,
(2011)(Α) Α.Α.Δ. 687. Ο έντιμος Δικαστής παραθέτει και αναλύει εκτενώς τη σχετική νομολογία, ενώ, μεταξύ άλλων, στη σελίδα 695, επισημαίνει ότι: «Γενικά το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119, .... λέχθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος διεύρυνσης της εμβέλειας της Δ.35 θ.18, η οποία περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων συναρτωμένων προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτώμενης όμως με διαδικασίες που είναι μόνο παρεμφερείς της απόφασης υποκείμενης σε έφεση, όπως διαδικασίες μεσεγγύησης. Αυτό υπό το φως και της αντίστοιχης παλαιάς O.58 r.12 των Αγγλικών Θεσμών, στο r.12
(1)(b) του οποίου αναφερόταν ότι "no intermediate act or proceeding shall be invalidated by an appeal".» Η υπό εξέταση αίτηση δεν αποσκοπεί στην αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε Απόφασης ή Ενδιάμεσης Απόφασης η οποία εφεσιβλήθηκε, ούτε στην αναστολή διαδικασίας παρεμπίπτουσας ή εξαρτώμενης από εφεσιβληθείσα Απόφαση. Η Καθ' ης η Αίτηση αποσκοπεί στην αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, αίτημα που όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα στους Κανονισμούς και την νομολογία, αλλά είναι σε αντίθεση μ' αυτούς. Ακόμα, το αίτημα της Καθ' ης η Αίτηση επιδιώκει την παρεμπόδιση της συνέχισης της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της Πολιτικής Αγωγής, χωρίς να έχει απαγορευτεί η συνέχιση της διαδικασίας με προνομιακό ένταλμα prohibition, βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Είναι η κρίση μου ότι, ως τέτοιο, το αίτημα της πρέπει να απορριφθεί. Προς τον σκοπό πληρέστερης θεώρησης του θέματος αυτού, σημειώνω ότι η κρίση μου δεν επηρεάζεται από την αυθεντία The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. Πλοίου S.S. Sapphire Seas
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 955, η οποία κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Εκεί αποφασίστηκε ότι, δυνάμει της Δ.35 θ.18, η οποία αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική πρόνοια Order 58 rule 12 (βλέπετε In re E.S. (an Infant), πιο πάνω, στη σελίδα 123) και η οποία είναι εφαρμοστέα δυνάμει του Κανονισμού 237 του περί Κυπριακού Ναυτοδικείου Διαδικαστικού Κανονισμού, το Δικαστήριο δε διστάζει να αναστείλει τις συνέπειες μιας απόφασης ή ενός διατάγματος για να παρασχεθεί η ευκαιρία να εξετάσει οριστικά κατ' έφεσην, διαφορά που συνάπτεται με χρηματικό απόθεμα ή άλλη περιουσία. Η βασική αιτιολογία είναι πως αν δεν διατηρηθεί ανέπαφο ένα ταμείο μέχρι τέλους, η δικαίωση από το ανώτερο δικαστήριο δεν θα έχει πια σημασία. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω ενώπιον μου υπόθεση που αφορά χρηματικό απόθεμα. Ευρήματα: Από τα ενώπιον μου τεθέντα, κρίνω ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει περιλάβει το αίτημα της στο Παράρτημα 25 στην Κλήση για Οδηγίες. Δεν έχει δικογραφήσει τη θέση της ως προδικαστική ένσταση, ώστε να επικαλεστεί την προδικαστική εκδίκαση της δυνάμει της Διαταγής
  1. Η ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας της υπόθεσης, έχει αρχίσει. Η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε μεταγενέστερα. Δεν έχει εξασφαλιστεί προνομιακό ένταλμα prohibition για την αναστολή εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Η κυρίως Αίτηση δεν είναι δικόγραφο το οποίο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο ή δικόγραφο που συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ή δικόγραφο που δεν αποκαλύπτει βάσει αγωγής. Απόφαση: Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Αιτητριών 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000 - €10.
  2. (Υπ.) Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «
(1)Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.»
(2)If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. «
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» [3] "Striking Out. - The Court or a Judge has also power under O. 19, r. 27, to strike out a pleading that is 'unnecessary or scandalous', or which tends to 'prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. The Court has, moreover, inherent jurisdiction to stay or dismiss actions, and to strike out pleadings which are vexatious or frivolous, or in any way an abuse of the process of the Court, under which it would deal with all the cases included in r.
  1. ... The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule seems to be that when the Court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court; whereas under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck, [1893] 1 Q. B. p. 188), and no affidavit is admissible; 'that is plain from the terms of the Rule itself' (Republic of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. p. 498; and see the remark of A.L. Smith L.J., in A. - G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry., [1892] 3 Ch. D. p.
  2. ... In Vinson v. The Prior Fibres Consolidated, Ltd., [1906] W. N. 209, Kekewich J., said 'that it was not necessary to put into the notice the words 'under the inherent jurisdiction of the Court', as if it was a properly drawn application it would invoke the inherent jurisdiction of the Court as well as that given by O.25 r. 4'." [4] "Scope of this Rule. It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule . If there is a point of law which requires serious discussion, an objection should be taken on the pleadings, and the point set down for argument under r. 2... The powers conferred by r. 4 will only be exercised where the case is beyond doubt. A pleading will not be struck out under this Rule 'unless it is not only demurrable but something worse than demurrable' i.e., such that no legitimate amendment can save it from being demurrable (per Chitty, J., in Rep. Of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. 496; and see Dadwell v. Jacobs, 34 Ch. D. 278; Worthington v. Belton, 18 T.L. R. 438)." [5] White Book, σελίδα 576: "Amendment.- The Court will generally give leave to amend a defect in pleading rather than give judgment in ignorance of facts which ought to be known before rights are definitely decided (Steeds v. S., 22 Q.B.D. p. 542; and see Reid v. Hooley, 13 T.L.R. 398; Edwards v. Pneumatic Tyre Co., 16 T.L.R. 309; Thornhill v. Weeks, [1913] 1 Ch. 438). Leave was given to amend after an argument under this Rule in Griffiths v. London and St. K. Docks Co., 13 Q. B. D. p. 261, n.
(2). But unless there is reason to suppose that the case can be improved by amendment, leave will not be given (Hubbuck v. Wilkinson, [1899] 1 Q.B. p. 94, C.A.)". [6] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may be exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In summary, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [7] «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» [8] «Even if we assume that the decision of the trial Court, on the issue of a blood test, essentially a ruling on the admissibility of evidence, is an appealable decision in the sense of r.2 and r.18 of Ord. 35, Civil Procedure Rules, a doubtful proposition in view of the decision in Christophidou v. Nemitsas
(1963)2 C.L.R. 269, jurisdiction to stay under r.18 is expressly confined to two matters: The execution of the order or judgement under appeal. 'Execution' in the context of the Civil Procedure Rules encompasses every proceeding designed to enforce a judgement or order. And this is the sense in which 'execution' should be understood and applied under the rule here under consideration. Proceedings under the decision. Here, again, we are concerned with proceedings incidental to the decision appealed, such as garnishee proceedings and proceedings under the Fraudulent Transfers Avoidance Law - Cap. 62. The proceedings that the applicant wishes us to stay are exclusively connected with the legitimation petition under trial before the District Court. They are neither intended to execute the ruling, excluding the admission of certain evidence, nor are they in any way incidental or dependent upon the ruling of the Court. Rule 18 does not confer power to stay proceedings in general or in connection with any matter other than those explicitly enumerated in the rule here under consideration. Nor is there any justification in principle for giving Ord. 35 r.18 an interpretation wider than its wording admits, considering the drastic implications of an order staying proceedings and the limitation inherent in any such order to the right of access to the courts safeguarded by Article 30.1 of the Constitution.» [δική μου υπογράμμιση] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.