Κυριάκου Χατζηκώστα ν. Laparemia Ltd, Αίτηση Αρ. Κ4/22, 10/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2022:42 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ4/22 (i-justice) Μεταξύ: Κυριάκου Χατζηκώστα [ ], Λευκωσία Αιτητή και Laparemia Ltd, εκ Κ. Σκόκου 1, Capital Champers, 5ος oρ., 1061 Λευκωσία Καθ' ης η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------- Προσωρινό Διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης 10.6.2022 Για τον Αιτητή: κ. Α. Καρεκλάς για κ.κ. Ανδρέα Κ. Καρεκλά & Συνεργάτες Για την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία: κ. Ομ. Καϊλης για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.3.2022, ο Αιτητής στην κυρίως Αίτηση εξαιτείται όπως η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 21.12.2021, η οποία εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο, στην Αίτηση Ε131/20 μεταξύ των ιδίων διαδίκων, ως και η λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης αυτής, ανασταλούν μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρις ότου εκδικασθεί η κυρίως Αίτηση. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/1983, άρθρα 6, 6(β), 6(γ) και 6(δ), 15 και 16, στον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό) αριθμός 1 του 1983, άρθρα 1, 2, 3(ε)(στ), 4(α), 7(γ) (ζ)(i)(ii)(iii), 9, 11(α), 12(β)(γ), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θθ.7(β) και 11, Δ.48 θ.2, Δ.48 θ.8(i)(
- ii)και Δ.64 θ.1
(1)
(2), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Τροποποιητικό Κανονισμό του 2014, Αριθμός 4095, ημερομηνίας 26.9.2014, Δ.30 θθ.1(α)(β), 2(α), 3(α), 4, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 31, 32, 41 και 47 και στη διακριτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Κυριάκου Χατζηκώστα, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Αιτητής στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση και προβαίνει στη δήλωση του, τόσο από γεγονότα τα οποία γνωρίζει προσωπικά, όσο και από στοιχεία και έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Στις 17.2.2021 (προφανώς η ημερομηνία την οποία δηλώνει είναι λανθασμένη), του επιδόθηκε Διάταγμα που εκδόθηκε στις 20.12.2021, το οποίο εκδόθηκε ερήμην του και χωρίς την παρουσία των δικηγόρων του. Το Διάταγμα αφορά το κατάστημα στην οδό Ανδρέα Παπακώστα 2Γ, ενώ ο ενόρκως δηλών κατέχει με ενοικιαστήριο έγγραφο, τα καταστήματα Α και Β. Στις 12.3.2021, μέσω των δικηγόρων του, είχε καταχωρίσει Απάντηση στην Αίτηση Ε131/
- Έχει πολύ καλή υπεράσπιση και ανέμενε την εκδίκαση της υπόθεσης για να αποδείξει ότι τα όσα αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και Αιτήτρια στην Ε131/2020, δεν είναι αληθινά και ιδιαίτερα, εφόσον τα όσα ζητεί αφορούν το κατάστημα Γ ενώ ο ενόρκως δηλών κατέχει τα καταστήματα Α και Β. Ο κ. Χατζηκώστας κατέθεσε ότι, στις 2.4.2021, επιδόθηκε στους δικηγόρους του αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 24.3.2021, η οποία ορίστηκε στις 14.4.
- Καταχώρισαν ένσταση και ένορκο δήλωση του κ. Χατζηκώστα. Στις 25.6.2021, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και επιφυλάχθηκε Απόφαση. Στη βάση της Απόφασης και των οδηγιών του Δικαστηρίου, ο ενόρκως δηλών καταχώρησε στο Λογιστήριο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 7.10.2021, το ποσό των €1.850,00, παρ' όλο που η Απόφαση αφορά το κατάστημα Γ. Η 7η Οκτωβρίου ήταν η πρώτη μέρα που εξήλθε της καραντίνας αφού νόσησε με κορωνοϊό. Ενημέρωσε δε το Λογιστήριο ότι ήταν σε καραντίνα και πήραν τα χρήματα, αφού δικαιολογημένα δεν μπορούσε να πάει πιο νωρίς για να κάμει την κατάθεση. Ο κ. Χατζηκώστας δεν αναφέρει ότι ζήτησε από το Δικαστήριο και έλαβε, άδεια για παράταση του χρόνου συμμόρφωσης του. Κατέθεσε αυτό το ποσό το οποίο είχε δανειστεί από φίλους του, επειδή έχει δυνατή και αναντίλεκτη υπεράσπιση και δεν ανάμενε ότι το Δικαστήριο, χωρίς να τον ακούσει, θα εξέδιδε απόφαση εναντίον του. Μετά την έκδοση του απαγορευτικού Διατάγματος από το Υπουργείο Εργασίας, ο ενόρκως δηλών δεν μπορεί να μπει στα καταστήματα που ενοικιάζει, επειδή υπόκειται σε σύλληψη, λόγω του ότι η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, ενώ έχει υποχρέωση να τα διορθώσει, δυστυχώς δεν αναλαμβάνει να το κάμει και με τον τρόπο αυτό, άφησε τα μηχανήματα του εγκλωβισμένα. Ο κ. Χατζηκώστας υποστηρίζει ότι η υπεράσπιση του συνίσταται στην κατηγορηματική απόρριψη της οφειλής οποιουδήποτε ενοικίου για τα καταστήματα που κατέχει, δηλαδή Α και Β, επειδή αυτά δεν είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Περαιτέρω, μετά την έκδοση του Διατάγματος από το Υπουργείο Εργασίας ότι τα καταστήματα είναι επικίνδυνα και την απαγόρευση εισόδου, τα μηχανήματα του είναι εγκλωβισμένα και δεν μπορεί να εκτελέσει την εργασία του ως τυπογράφος. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι οφείλει οποιοδήποτε πόσο προς την Καθ' ης η Αίτηση, ισχυρίζεται ότι αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο του αξιωμένου ποσού. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση καταχωρήθηκε την 11.4.2022 και αυτή βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983, (2/1983), Κ.9, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/1983, άρθρα 4, 6,11, 15, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα αλλά χωρίς περιορισμό, στην Δ.4 θθ.1-9 και Δ.64, στις Αρχές της Δικαιοσύνης, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 για την έκδοση και/ή τη συνέχιση ισχύος προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων, τα οποία αν εγνώριζε το Δικαστήριο θα επηρέαζαν την κρίση του και δεν θα εξέδιδε το επίδικο διάταγμα και/ή και/ή δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου πάντα τα κρίσιμα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά και/ή οι ενέργειες του Αιτητής διαπνέονται από κακοπιστία και/ή κακοβουλία και την χρήση των μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό και/ή
- Ο Αιτών δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή και/ή δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων και/ή
- Ο Αιτών παρουσίασε και/ή το Δικαστήριο βασίστηκε σε ψευδή και/ή αναληθή γεγονότα για την έκδοση του επίδικου διατάγματος και/ή
- Δεν υφίσταται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις για την έκδοση του διατάγματος και/ή
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της απόρριψης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή
- Η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση και/ή ο Αιτητής δεν εξηγεί γιατί καθυστέρησε να καταχωρήσει την Αίτηση με αρ. Κ4/2022 και/ή την υπό κρίση Αίτηση και/ή
- Ο Αιτών δεν αποκαλύπτει και/ή δεν στοιχειοθετεί καλή και/ή πραγματικά υπαρκτή βάση απαίτησης και/ή αξίωσης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των εναντίον αυτής.
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση και/ή εξακολούθηση της ισχύος τους εκδοθέντος διατάγματος και/ή το διάταγμα δεν βρίσκει έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της Αιτήσεως ώστε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ενδιάμεση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το ενδιάμεσο μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 15/03/2022 δέον ακυρωθεί.
- Κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα και/ή το Νόμο και/ή
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της ακύρωσης του επίδικου διατάγματος και/ή την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης και/ή
- Τα γεγονότα και/ή η νομική βάση επί των οποίων βασίζεται η αίτηση δε δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν υποστηρίζονται είτε από το νόμο είτε από τη νομολογία και/ή
- Η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και/ή το άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (23/1983) δεν αναφέρεται στην αίτηση και/ή οι ορθοί κανόνες πολιτικής δικονομίας και/ή ο νόμος δεν αναφέρονται στην αίτηση.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Μιχαλάκη Αλωνεύτη, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας και πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στη δήλωση του. Έχει δε προσωπική γνώση των όσων αναφέρει. Απορρίπτει στην ολότητα της την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Σε πολλά σημεία, είναι αναληθής, ψευδής και παραπλανητική, ενώ παραλείπει να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα ως έχουν. Ο Αιτητής δεν έρχεται με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει προβάλει όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα. Επίσης, δεν έχει παρουσιάσει καλή υπόθεση και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 για έκδοση ενδιάμεσου Διατάγματος. Στις 17.2.2021, επιδόθηκε στον Αιτητή απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (και όχι του Επαρχιακού Δικαστηρίου), ημερομηνίας 20.12.2021 στην Αίτηση Ε131/
- Ο ενόρκως δηλών κατέθεσε ότι υπάρχει ενοικιαστήριο έγγραφο που αναφέρεται σε καταστήματα Α και Β, αλλά επί της οδού Ανδρέα Παπακώστα 2, δεν υπάρχουν καταστήματα Α και Β αλλά μόνο καταστήματα Γ και Δ και ο Αιτητής κατέχει το κατάστημα Γ. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι ζήτημα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στην Αίτηση Ε131/2020 και το Δικαστήριο αποφάσισε επί τούτου. Ο Αιτητής όντως καταχώρησε Απάντηση, η οποία στη συνέχεια παραμερίστηκε. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν είχε ή έχει καλή υπεράσπιση. Ο Αιτητής ψεύδεται όταν λέγει πως δια της ρηθείσας Απάντησης, έκανε αναφορά ότι δήθεν δεν κατέχει το κατάστημα επί της οδού Ανδρέα Παπακώστα 2Γ, αλλά τα καταστήματα Α και Β. Δια της αίτησης ημερομηνίας 24.3.2021, οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, ζητούσαν, μεταξύ άλλων, τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό της Απάντησης. Η ακρόαση της αίτησης έλαβεν χώρα στις 29.6.2021, τόσο με γραπτές, όσο και με προφορικές αγορεύσεις και επιφυλάχθηκε Απόφαση. Το Δικαστήριο εξέδωσε την Απόφαση του στις 10.9.2021, δια της οποίας αποφάσισε τα εξής: «Υπό το φως όλων των ανωτέρω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται σ' αυτό το στάδιο, ο παραμερισμός της Απάντησης του Καθ' ου η Αίτηση δυνάμει των προνοιών της Διαταγής
- Για να δοθεί η ευκαιρία διάσωσης του δικογράφου και για να υπάρξει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες της τροποποιητικής νομοθεσίας, αλλά και προς το σκοπό διαφύλαξης των δικαιωμάτων όλων των μερών, κρίνω ότι δυνατόν να διαταχθεί η καταβολή από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση, των ενοικίων των μηνών Απριλίου — Αυγούστου 2020, εκ €370- πλέον Φ.Π.Α. έκαστον, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της Ειδοποίησης Απαγόρευσης Εκτέλεσης Εργασιών από το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας, με ένα από τους τρόπους που προνοεί το άρθρο 11
(1)(α)(ii) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και αυτή είναι η απόφαση μου. Η καταβολή να γίνει εντός 20 ημερών από σήμερα. Μη εμπρόθεσμη συμμόρφωση του Καθ' ου η Αίτηση, θα απολήγει αυτόματα στον παραμερισμό της Απάντησης του. Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης, παραμένουν στην πορεία της κυρίως Αίτησης» Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο Αιτητής εντέχνως παραλείπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι, σύμφωνα με την Απόφαση, όφειλε να καταβάλει το ποσό των €2.201,50 (€370.- πλέον Φ.Π.Α. ανά μήνα για τους μήνες Απρίλιο 2020 έως και Αύγουστο 2020, δηλαδή €440,30 ανά μήνα για 5 μήνες), ότι κατέβαλε ποσό μικρότερο απ' αυτό που όφειλε και ότι στην Απόφαση προβλεπόταν ρητά πως η καταβολή του ποσού των €2.201,50, έπρεπε να γίνει εντός 20 ημερών από την έκδοση της και άρα, η καταβολή του ποσού των €1.850,00 έγινε εκπρόθεσμα. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι ήταν θετικός στον ιό Covid 19, χωρίς να παρουσιάσει οποιοδήποτε δικαιολογητικό προς απόδειξην των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, δεν καταχώρησε μέσω των δικηγόρων του, οποιαδήποτε αίτηση για παράταση χρόνου καταβολής του επιδικασθέντος ποσού και, σε κάθε περίπτωση, δεν ενημέρωσε σχετικά τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση. Το Λογιστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει εάν κάποιος είναι δικαιολογημένος ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής κατέθεσε ποσό μικρότερο απ' αυτό που διατάχθηκε. Μετά το πέρας της προθεσμίας των 20 ημερών που καθόρισε το Δικαστήριο σύμφωνα με την Απόφαση του ημερομηνίας 10.9.2021, η Απάντηση είχε παραμεριστεί. Ουδεμία υποχρέωση είχε οποιοσδήποτε να ενημερώσει τον Αιτητή στην παρούσα. Περαιτέρω, αναθεώρηση Διαταγμάτων ή Αποφάσεων του Δικαστηρίου, δύναται να λάβει χώραν μόνο στις περιπτώσεις του άρθρου 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983 και καμία περίπτωση δεν υφίσταται στην υπό κρίση υπόθεση. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι το παρόν Δικαστήριο αντλεί εξουσία για την έκδοση Διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης μίας απόφασης, από το άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Το άρθρο αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης και ως εκ τούτου, αυτή πάσχει θνησιγενώς. Περαιτέρω, ο Αιτητής ουδέν οφειλόμενο ποσό αποπλήρωσε, ως προνοεί το εν λόγω άρθρο. Επιπλέον, η Απόφαση ημερομηνίας 20.12.2021 στην Ε131/2020, επιδόθηκε στις 17.2.2021. Σημειώνεται ότι και οι δύο πλευρές προφανώς καταγράφουν λανθασμένο έτος στην τελευταία αναφερόμενη ημερομηνία. Ο κ. Αλωνεύτης υποστηρίζει ότι αιτήσεις όπως η υπό εξέταση, πρέπει να καταχωρούνται άμεσα με την γνώση της Απόφασης. Ουδεμία δικαιολογία δίδεται γιατί καθυστέρησε ο Αιτητής για περίοδο περίπου 20 ημερών να καταχωρήσει την αίτηση του. Ο κ. Αλωνεύτης υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν έχει καλή υπόθεση σε βάρος της Καθ' ης η Αίτηση, δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία, ούτε κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού απέκρυψε τα πραγματικά γεγονότα τα οποία παρουσίασε ως τον βόλευαν. Τυχόν συνέχιση του Διατάγματος θα καταστρατηγήσει το άρθρο 11
(1)(α)(
- ii)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ενώ η νομική βάση είναι εσφαλμένη και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση. Τέλος, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της ακύρωσης του Διατάγματος, καθότι ο Αιτητής εδώ και περίπου δύο χρόνια, κατέχει ένα υποστατικό χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Ιστορικό: Διάταγμα: Την 15.3.2022, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό Διάταγμα ως η υπό εξέταση αίτηση, υπό τον όρο της υπογραφής εγγύησης από πλευράς του Αιτητή, ύψους €4.000. Δικόγραφα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως Αίτηση, καταχωρίστηκε την 4.3.2022 και μ' αυτήν η Αιτήτρια εξαιτείται ως ακολούθως: «Την αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό (set aside) της απόφασης της εκδοθείσας από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 20.12.2021 στην Αίτηση Ε131/20 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας με αιτήτρια της πιο πάνω καθ' ης η Αίτηση Laparemia Ltd και Καθ' ου η Αίτηση του ως άνω Αιτητή Κυριάκου Χατζηκώστα.» Ο Αιτητής ενάγει ως ενοικιαστής του ακινήτου που αποτελείται από τα καταστήματα Α και Β επί της οδού Ανδρέα Παπακώστα 2, 1047 Καϊμακλί, Λευκωσία. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η απόφαση ημερομηνίας 21.12.2021 στην Αίτηση Ε131/20, εκδόθηκε στην απουσία του ιδίου και των δικηγόρων του, η οποία δεν οφείλεται σε παράλειψη ή αμέλεια τους. Ο Αιτητής και οι δικηγόροι του έπρεπε να λάβουν γνώση της μονομερούς αιτήσεως για απόφαση και έπρεπε να ήταν παρόντες για να παρουσιάσουν τις θέσεις του, ώστε να είναι δίκαια η δίκη. Επίσης, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι επιδικάστηκαν ποσά υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, τα οποία δεν νομιμοποιούνται να αξιώσουν από τον Αιτητή, αφού αφορούν άλλο ακίνητο και όχι αυτά που ενοικιάζει ο Αιτητής. Διαδικασία: Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν τις αγορεύσεις τους την 19.4.2022. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική και δικονομική πτυχή: Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, δυνάμει του Κανονισμού 12(α)[1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Διαταγή 40: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο θεσμό 7(β) της Διαταγής 40 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος προνοεί ως ακολούθως: «Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
- b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Είναι η κρίση μου ότι η πιο πάνω διάταξη δεν δύναται να αποτελέσει βάση για τις θέσεις του Αιτητή όπως αυτές φαίνονται στην υπό εξέταση αίτηση, αφού η αναστολή εκτέλεσης που προνοείται αφορά, αφενός το χρόνο έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος και αφετέρου, το χρόνο πριν την έκδοση του οποιουδήποτε είδους εντάλματος προς εκτέλεσην (writ). Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται επίσης στη Διαταγή 40 θεσμός 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος προνοεί ως ακολούθως: «Any party against whom judgment has been given or an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» Ο Αιτητής είχε καταχωρίσει δικόγραφο στην Ε131/20, η εγκυρότητα του οποίου τελούσε υπό όρο, ο οποίος όρος δεν πληρώθηκε κατά τη μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση, που δεν αμφισβητήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, ο θεσμός 11 σχετίζεται με την αναστολή εκτέλεσης Δικαστικής απόφασης ή Διατάγματος όπου έχει καταχωριστεί Έφεση, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Βλέπετε σχετικά την αυθεντία Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, στη σελίδα 288 της απόφασης του έντιμου Δικαστή, ως ήταν τότε, κ. Γ.Μ. Πική [2]. Στην υπόθεση Stavrou v. Christopoulos
(1985)1 C.L.R. 449, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση εναντίον απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου σε αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης διατάγματος έξωσης το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου. Η αίτηση βασιζόταν, όπως και η παρούσα, στην Δ.40 θ.11 και στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Στη σελίδα 451 ο ίδιος Δικαστής, είπε: «O.40 r.11 is specifically intended to confer jurisdiction to stay a judgement or order pending the determination of an appeal in the proceedings. It is therefore irrelevant to the present proceedings. Nor does s.47 of the Courts of Justice Law confer jurisdiction to impeach in the way sought in this proceedings the finality of a judgement." Κρίνω ότι η Διαταγή 40 δεν προσφέρει δικαιοδοτική βάση στο αίτημα του Αιτητή. Προϋποθέσεις και νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων: Εξέταση κυρίως Αίτησης: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Για να οριστικοποιηθεί το προσωρινό Διάταγμα πρέπει να ικανοποιηθώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και ότι, εκτός αν οριστικοποιηθεί το Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό του Αιτητή. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα, όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται κατά το τέλος της υπόθεσης, θεωρείται ότι έχει επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Άρθρα 6 και 15: Η κυρίως Αίτηση με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, υπέχει θέση Αγωγής έναντι της υπό εξέταση αίτησης. O περί Ενοικιοστασίου Νόμος, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί ρητά τις περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να ακυρωθεί, αναθεωρηθεί ή τροποποιηθεί προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιες συνέπειες ή δικαιώματα απορρέουν από την ακύρωση, ή αναθεώρηση (βλέπετε άρθρα 6 και 15 του Νόμου). Σύμφωνα με την αυθεντία Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679, το άρθρο 6 καλύπτει την περίπτωση αναθεώρησης ή τροποποίησης διατάγματος ανάκτησης κατοχής, ενώ ακόμα ο ενοικιαστής κατέχει το μίσθιο. Όταν υλοποιηθεί η έξωση και επιδιώκεται αποζημίωση για ζημιά του ενοικιαστή λόγω της έξωσης, τότε πρέπει να γίνει επίκληση του άρθρου
- Όταν ζητείται ακύρωση διατάγματος έξωσης πριν την παράδοση της κατοχής, ο Αιτητής πρέπει να αποδείξει απάτη, ψευδείς παραστάσεις ή ουσιώδες λάθος, ενώ όταν επιζητείται μετά την παράδοση, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων (βλέπετε σελίδες 684, 685 της αυθεντίας). Στην προκείμενη περίπτωση, στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης ο Αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει καλή υπόθεση επί τη βάσει ενός ή περισσοτέρων από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Ν. 23/
- Στην υπό εξέταση αίτηση, ο Αιτητής περιλαμβάνει στην νομική πτυχή τα εδάφια (β), (γ) και (δ) του άρθρου
- Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Αιτητής θα επικεντρωθεί σ' αυτά κατά την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης του. Τα εδάφια (β), (γ) και (δ) προνοούν ως ακολούθως: «Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τα ακολούθους περιπτώσεις: (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή η απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους. (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη. (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του.» Πρωτίστως τονίζω, ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. Η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν δύναται να καταλήγει στη μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του και/ή την εξέταση ισχυρισμών που έπρεπε να είχαν εγερθεί ως υπεράσπιση (βλέπετε το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451). Ο σκοπός του άρθρου 6 είναι η αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου από το ίδιο το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποδεικνύονται τα όσα αναφέρονται σ' ένα τουλάχιστον από τα εδάφια του άρθρου. Περαιτέρω, σε Αιτήσεις για αναθεώρηση αποφάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως λαμβάνεται υπόψη εάν ο Καθ' ου η Αίτηση στην πρώτη υπόθεση, έχει ή όχι καλή υπεράσπιση. Η Δ.17 θ.10 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε διαδικασία ως η παρούσα, ούτε και η σχετική νομολογία (δηλαδή, μεταξύ άλλων, οι αυθεντίες Evans v. Bartlam
(1937)1 All ER 646, Βίκα Πίκα Ντίσκο κ.α. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ.28). Εδάφιο (β): Στρέφομαι στον πρώτο λόγο ακύρωσης δυνάμει του άρθρου
- Ο Αιτητής στην παρούσα υπόθεση, καταχώρισε Απάντηση στην Αίτηση Ε131/20, με την άδεια του Δικαστηρίου, η οποία είχε ισχύι νοουμένου ότι τηρείτο ο όρος που έθεσε το Δικαστήριο, εντός της περιόδου που έθεσε. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι ο όρος δεν τηρήθηκε εντός της περιόδου που τέθηκε. Αυτά είναι γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος. Ο λόγος που δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, δεν ενδιαφέρει στον παρόν στάδιο και είναι θέμα απόδειξης στην πορεία της κυρίως Αίτησης. Ο Αιτητής προβάλλει ορισμένους ισχυρισμούς και λέγει ότι δεν ειδοποιήθηκε περαιτέρω. Δικονομικά, δεν υπήρχε υποχρέωση να ειδοποιηθεί περαιτέρω, είτε από τους Αιτητές σ' εκείνη την υπόθεση, είτε από το Δικαστήριο. Ποιο λοιπόν είναι, εκ πρώτης όψεως, αντικειμενικά, ή έστω υποκειμενικά κατά τον Αιτητή, το ουσιώδες λάθος στην απόφαση της Ε131/2020, ή οι ψευδείς παραστάσεις ή η απάτη εκ μέρους των σημερινών Καθ' ων η Αίτηση; Το ερώτημα αυτό δεν έχει απαντηθεί, στο βαθμό που πρέπει να απαντηθεί σ' αυτό το στάδιο. Κατ' ακρίβειαν, δεν υποδεικνύονται στην κυρίως Αίτηση, ψευδείς παραστάσεις ή απάτη. Εάν το ουσιώδες λάθος αφορά στο ποσό της απόφασης στην Ε131/20, ή στην ακριβή περιγραφή του επίδικου υποστατικού, αφενός δεν δικογραφείται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση το ακριβές κατά τον Αιτητή οφειλόμενο ποσό, αφετέρου εάν εκδόθηκε Διάταγμα ανάκτησης κατοχής για ένα υποστατικό και ο Αιτητής κατέχει άλλο, αυτό δεν είναι ζήτημα παραμερισμού του Διατάγματος, το οποίο ούτως ή άλλως, δεν θα δύναται να εκτελεστεί εναντίον του Αιτητή. Κρίνω ότι, εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση δεν εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, υπό το φως του εδαφίου (β). Εδάφιο (γ): Εξετάζοντας την κυρίως Αίτηση, ως το Δικαστήριο οφείλει σ' αυτό το στάδιο, για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής δεν δικογραφεί ότι υπάρχει διαθέσιμη νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως η οποία δεν εδύνατο να προσαχθεί με εύλογη επιμέλεια στην Ε131/20, ώστε να δυνηθεί να βασιστεί σε τέτοια δικογράφηση και να προσαγάγει μαρτυρία κατά την εκδίκαση της ουσίας της κυρίως Αίτησης. Κρίνω ότι, εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση δεν εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, υπό το φως του εδαφίου (γ). Εδάφιο (δ): Στρέφομαι στον τρίτο λόγο ακύρωσης δυνάμει του άρθρου
- Πρώτον, είναι πάντα υποχρέωση του ιδίου του διαδίκου να βεβαιώνεται ότι οι προθεσμίες που τάσσονται είτε από το Νόμο και τους Κανονισμούς, είτε από το Δικαστήριο, τηρούνται, αφού ο διάδικος είναι υπόλογος για τις προθεσμίες αυτές και είναι υποχρέωση του να δείχνει ενδιαφέρον για το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η υπόθεση του ανά πάσα στιγμή. Είμαι της άποψης ότι ο σκοπός του νομοθέτη όταν θεσπιζόταν το εδάφιο (δ) του άρθρου 6, ήταν η παροχή ευκαιρίας σε διάδικο να ακυρώσει απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε εναντίον του, όταν αυτός έπραξε ότι ήταν δυνατόν υπό το φως των προσωπικών του περιστάσεων να εμφανιστεί ή εκπροσωπηθεί σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου ή να εξοφλήσει την οφειλή του και αυτό δεν κατέστη δυνατόν, ή όπου ήταν παντελώς αδύνατον ή εξαιρετικά δύσκολο για το διάδικο έστω να λάβει μέτρα ή να προνοήσει για την εμφάνιση ή εκπροσώπηση του ενώπιον του Δικαστηρίου ή την εξόφληση οφειλόμενου ποσού. Δεύτερον, ο Αιτητής στην παρούσα, κατέθεσε ένα ποσό στο λογιστήριο του Δικαστηρίου, ως η διαταγή του Δικαστηρίου, το οποίο κατατέθηκε εκπρόθεσμα, χωρίς να ζητηθεί παράταση χρόνου από το Δικαστήριο, εφόσον υπήρχε δικαιολογία και βάση για τέτοιο αίτημα. Τρίτον και κατ' ακολουθίαν, σ' αυτό το πρόωρο στάδιο, διακρίνεται ότι ο Αιτητής έδειξε αμέλεια ή έστω παράλειψη, να συμμορφωθεί με όρους που έθεσε το Δικαστήριο ώστε η Απάντηση του να είναι έγκυρη και να λάβει μέρος στη διαδικασία στην Ε131/20 ώστε να μην εκδοθεί ερήμην απόφαση εναντίον του. Τέταρτον, το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, το οποίο διασφαλίζεται με το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος, πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα ακρόασης μίας υπόθεσης σε εύλογο χρόνο δυνάμει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, που επίσης συνιστά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και εχέγγυο για τη διασφάλισης της λειτουργίας της Δικαστικής εξουσίας. Βλέπετε σχετικά τις αυθεντίες Μουγής v. Σπανούδης
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997 και Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας v. Sazen Fast Food Ltd.,
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1283, όπου γίνεται και αναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πέμπτον, το κατά πόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για τους σκοπούς έκδοσης της συγκεκριμένης απόφασης τη συγκεκριμένη ημερομηνία, στην Αίτηση Ε131/20, εκφεύγει από την εμβέλεια της δικαιοδοσίας εξέτασης του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια Αίτησης για αναθεώρηση απόφασης. Καταληκτικά, είναι η κρίση μου πως, εκ πρώτης όψεως και στα πλαίσια εξέτασης της ενδιάμεσης αίτησης, φαίνεται ότι ο Αιτητής δεν έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην κυρίως Αίτηση, ούτε και υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας αυτής. Προϋποθέσεις επιφύλαξης άρθρου 32: Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε Karydas Taxi Co. Ltd. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321). Έχω λάβει υπόψη τόσο την καθαρή γλώσσα της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)[3], όσο και την νομολογία που την ερμηνεύει, καθώς και σχετικές Αγγλικές αυθεντίες (βλέπετε Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Attorney General & Another v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Acropol Shipping Co. Ltd. and Others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Hadjikyriacos & Co. v. United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd.
(1975)1 All E.R. 504, Fellowes and Another v. Fisher
(1975)2 All E.R. 829, Jonitexo v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Cyprus Sulphur κ.ά. ν. Παραρλάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040 και 1051, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201), Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, Χρ. Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd.,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1361, Papapetrou Bros Ltd. v. Παπαπέτρου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 741, Polyford Holdings Ltd. κ.ά. v. Rosestage Enterprises Ltd.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1042). Έχω ήδη αποφανθεί επί της πρώτης προϋπόθεσης (βλέπετε πιο πάνω). Αναφορικά με την άλλες δύο προϋποθέσεις, παραπέμπω στην αυθεντία Κ. Κυρισάββα κ.α. v. Κύζη,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι (στη σελίδα 1253): «Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρης απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231)». Από όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατέχει και λειτουργεί υποστατικά άλλα από αυτά ή αυτό για το οποίο εκδόθηκε Διάταγμα ανάκτησης κατοχής στα πλαίσια της Ε131/20. Συνεπώς, πώς θα εκτελεστεί τέτοιο Διάταγμα για υποστατικό που δεν κατονομάζεται σ' αυτό; Οι θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίες ήταν ουσιαστικές αναφορικά με τη μη οριστικοποίηση αλλά την ακύρωση του προσωρινού Διατάγματος, παρέμειναν αναντίλεκτες. Σημειώνω δε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του» (βλέπετε T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, στη σελίδα 1809). Κρίνω ότι δεν υπάρχει καλή πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και ότι, αν δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό Διάταγμα, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Κρίνω ότι δεν είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιηθεί το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα και ότι το ισοζύγιο του βολικού (balance of convenience) γέρνει υπέρ της διατήρησης της κατάστασης (status quo) ως είχε μετά την έκδοση της Απόφασης στην Ε131/2020. Το ισοζύγιο του βολικού κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, στοιχεία (βλέπετε σχετικά Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναστολή εκτέλεσης: Σχετικό είναι το άρθρο 11
(5)[4] του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο, κατά την έκδοση της Απόφασης ημερομηνίας 20.12.2021 στην Ε131/20, δεν διέταξε την αναστολή εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης, παρά μόνο καθόρισε το χρόνο συμμόρφωσης με το Διάταγμα, σε 90 ημέρες από την επίδοση αυτού (Τεκμήριο 4 στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση). Για σκοπούς πληρότητας της κρίσης του Δικαστηρίου και επειδή εγείρεται θέμα αναφορικά με το άρθρο 11
(5), από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, εξετάζεται το πιο κάτω ζήτημα. Περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης - νομολογία: Σχετική είναι η Αγγλική αυθεντία Moore v. Registrar of Lambeth County Court
(1969)1 All E.R., σελ. 782, που αφορούσε την περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης διατάγματος έξωσης μετά τη λήξη περιόδου αναστολής την οποία το Δικαστήριο είχε δώσει με την έκδοση της απόφασης. Η εν λόγω αυθεντία έχει υιοθετηθεί στην Κυπριακή νομολογία (βλέπετε σχετικά Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256). Βλέπετε επίσης σχετικά το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451, απόσπασμα που σκιαγραφεί τα όρια της δικαιοδοσίας όλων των Δικαστηρίων στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας τους, μετά την έκδοση απόφασης. Η αυθεντία Δημητρίου (πιο πάνω) αφορούσε την αναστολή εκτέλεσης απόφασης για περίοδο πέραν της περιόδου που προνοείται στη νομοθεσία. Βλέπετε στη σελίδα 262 και την απόφαση του έντιμου Δικαστή κ. Στυλιανίδη [5]. Σχετική είναι η απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κ. Στ. Ναθαναήλ (σε μονομελή σύνθεση), στην αυθεντία Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.2015. Βλέπετε στις σελίδες 9 και 11 της απόφασης, με αναφορά στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου [6] [7]. Η πιο πάνω αυθεντία αφορούσε στην έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης λόγω καταχώρησης Έφεσης. Στη μεταγενέστερη αυθεντία Ανδρέας Μιχαηλίδης v. Θωμάς Σάββα Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, απόφαση ημερομηνίας 22.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:A314, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Ν. Γιασεμής (σε τριμελή σύνθεση), με αναφορά στην υπόθεση Ποχτζελιάν, είπε τα εξής (σελίδα 2 της απόφασης): «Στην πιο πάνω υπόθεση, με βάση παλαιότερη νομολογία (Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256), επιβεβαιώθηκε ότι το εν λόγω Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να παρατείνει το χρόνο αναστολής που προβλέπεται στο άρθρο 11
(5)του Ν. 23/1983. Διαπιστώθηκε, όμως, ότι αυτό δεν εμποδίζεται, όπως, ακριβώς, προκύπτει από την υπόθεση Παπά v. Οικονομίδου κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 58, να αναστείλει την απόφαση του, δυνάμει της Δ.35, Κ. 18, των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.» Στην αυθεντία Ντέμιαν κ.ά. v. Τσαγγαρίδης κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, απόφαση ημερομηνίας 22.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A302, η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κα. Π. Παναγή (σε τριμελή σύνθεση), με αναφορά και στην απόφαση Ανδρέας Μιχαηλίδης v. Θωμάς Σάββα Λτδ (πιο πάνω), είπε τα εξής (σελίδα 4 της απόφασης): «Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35, Θ.18. Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός που περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης.» [δική μου υπογράμμιση] Ακόμα, στη σελίδα 8 της απόφασης, η έντιμη Δικαστής είπε: «Εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα πρόγνωση, στη βάση του ενώπιον μας υλικού, ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης. Σε περίπτωση δε που εγκριθεί η αίτηση, θα επηρεαστούν δυσμενώς οι εφεσίβλητοι ιδιοκτήτες αφού θα στερηθούν της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, ενόσω υφίσταται αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος κατοχής. Αυτός ο επηρεασμός όμως είναι κατά πολύ μικρότερος έναντι του δυσμενούς επηρεασμού που θα υποστεί η εφεσείουσα σε περίπτωση που παραδοθεί το μίσθιο, δεδομένου ειδικά ότι η διαφορά των διαδίκων αφορά ουσιαστικά στο κατά πόσο η εφεσείουσα όφειλε να καταβάλλει το ποσό των €400 μηνιαίως, όπως θεωρούν οι εφεσίβλητοι, αντί του ποσού των €300 μηνιαίως, που αυτή κατέβαλλε πριν από την καταχώριση της κύριας αίτησης στο πρωτόδικο Δικαστήριο και εξακολουθεί να καταβάλλει, ως το ενοίκιο που η ίδια θεωρεί συμφωνηθέν και νομίμως πληρωτέο. Σε περίπτωση δε εκτέλεσης του διατάγματος κατοχής του διαμερίσματος, θα είναι αδύνατη πλέον η επανεγκατάσταση της εφεσείουσας σε αυτό.» [δική μου υπογράμμιση] Η αυθεντία αφορούσε μεν την αναστολή μέτρων εκτέλεσης εκκρεμούσης Έφεσης, αλλά οι αναφορές της εντίμου Δικαστού στην ουσιαστική διαφορά των διαδίκων σχετικά με το ύψους του πληρωτέου ενοικίου, σχετίζονται με τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, ως και οι αναφορές για την προσμέτρηση του δυσμενούς επηρεασμού των μερών εάν εκδοθεί ή δεν εκδοθεί Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης. Είναι η κρίση μου ότι η αναφορά στο δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των μερών, ισχύει και στην παρούσα υπόθεση, παρόλο που αυτή αφορά αίτημα αναστολής μέτρων εκτέλεσης εκκρεμούσης Αίτησης Παραμερισμού ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Από τις πιο πάνω αυθεντίες, συνάγεται ότι: σε περίπτωση καταχώρησης Έφεσης εναντίον απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ακούσει αίτηση για την έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, δυνάμει της Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να εκδώσει, εάν ούτως κρίνει, Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και του όποιου Διατάγματος έξωσης, είτε είχε αναστείλει αρχικά κατά την έκδοση της εφεσιβληθείσας απόφασης, την εκτέλεση του Διατάγματος έξωσης, δυνάμει του άρθρου 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, είτε όχι. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει καταχωρηθεί Έφεση εναντίον της απόφασης στην Ε131/20, αλλά Αίτηση Παραμερισμού της, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο. Είναι η κρίση μου ότι, εάν είχε δοθεί αρχικά, κατά την έκδοση της απόφασης στην Ε131/20, χρόνος αναστολής εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης δυνάμει του άρθρου 11
(5), δεν θα υπήρχε η δυνατότητα έκδοσης Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης του, σε αίτηση ως η υπό εξέταση, στα πλαίσια της εναρκτήριας Αίτησης Παραμερισμού, εκτός ίσως εάν η απόφαση και το Διάταγμα, είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου, είχαν ανασταλεί αρχικά εκ συμφώνου και υπήρχε ισχυρισμός απάτης ή ουσιώδους λάθους. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ακολουθεί και δεν αντικρούει, τόσο το σκεπτικό στην Ντέμιαν (πιο πάνω), όσο και τα άρθρα 32 και 47 [8] του περί Δικαστηρίων Νόμου. Απόφαση: Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 15.3.2022 ακυρώνεται. Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της απόφασης στην Αίτηση Ε131/2020. (Υπ.) .............. Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12 (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμού αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «Αφετέρου, η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται από τις πρόνοιες της Δ.40, κ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την αναστολή εκτέλεσης, περιορίζεται στα θέματα τα οποία εξειδικεύονται από τις διατάξεις της και τα οποία δεν αφορούν την παρούσα αίτηση. Όπως έχει επισημανθεί στην Stavrou & Another v. Christopoulos
(1985)1 Α.Α.Δ. 449, η πιο πάνω διάταξη δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλη από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης.» [3] 32
(1)«Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστατικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» [4] "Το Δικαστήριο, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι ο ενοικιαστής θα πληρώσει παν ποσόν το οποίο νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλει την ημερομηνίαν κατοχής δια τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελον συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει κατάλληλους." [5] «Στην Αγγλική υπόθεση Moore v. Registrar of Lambeth County Court [1969] 1 All E.R. 782, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι μετά την ημερομηνία της παράδοσης της κατοχής το Δικαστήριο της Κομητείας δεν είχε εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση του εντάλματος κατοχής. Στη σελ. 785, ο Edmund Davies, L.J. είπε:- "In my judgment this clearly is not so. Indeed, I very much doubt and am prepared here and now to hold, that the county court judge had no power after 3rd January had passed to suspend possession yet further." Ο θέσμιος ενοικιαστής διατηρεί την κατοχή όχι δυνάμει συμβάσεως, αλλά δυνάμει του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Η θέσμια ενοικίαση τερματίζεται με την έκδοση του διατάγματος εξώσεως ή παραδόσεως της κατοχής. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει εξουσία ή αρμοδιότητα να αναστείλει πάνω από ένα χρόνο την εκτέλεση της απόφασης ανάκτησης κατοχής. Η δικαιοδοσία των κατωτέρων Δικαστηρίων περιορίζεται εις εκείνη που ο ιδρυτικός νόμος τους απονέμει - (Christofi and Others v. Iacovidou [1986] 1 C.L.R. 236).» [6] «Η πιο πάνω πρόνοια είναι κατά το Δικαστήριο σαφέστατη στο λεκτικό της. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων εκδίδοντας απόφαση ή διάταγμα ανάκτησης κατοχής υποστατικού, τηρουμένου του όρου ότι ο ενοικιαστής θα πληρώσει παν οφειλόμενο ποσό, δύναται να αναστείλει την εκτέλεση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Αυτή η πρόνοια παραπέμπει στην άπαξ ευχέρεια του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστείλει το διάταγμα κατοχής κατά ανώτατο όριο για ένα έτος, με μόνη άλλη πρόνοια την περίπτωση της διαφορετικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Αυτό το δικαίωμα ή ευχέρεια αναστολής παρέχεται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων κατά την ώρα της έκδοσης της απόφασης. Δεν είναι επιτρεπτό να δοθεί, όπως έγινε στην υπό κρίση υπόθεση, περίοδο πρόσθετης αναστολής η οποία αρχικά καθορίστηκε να ήταν το αργότερο μέχρι 20.8.2014, δηλαδή, για περίοδο έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μεταγενέστερα όμως δόθηκε πρόσθετος χρόνος με αφορμή την αίτηση που εισήγαγαν οι καθ' ων ως ενοικιαστές, με αποτέλεσμα ο χρόνος παράδοσης της κατοχής να έχει επιμηκυνθεί έτι περαιτέρω. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαίωμα, ως φαίνεται να προκύπτει από το σκεπτικό του, πρόσθετων και διαδοχικών παρατάσεων μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους. Η παράταση δίδεται κατά διακριτική ευχέρεια στη βάση των γεγονότων που συνθέτουν την όλη υπόθεση και όταν εκδίδεται η απόφαση. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό του άρθρου 11
(5), όπου αναφέρεται «το Δικαστήριο εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα.». [δική μου υπογράμμιση] [7] «Δεν υπάρχει άλλη πρόνοια στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο που να επιτρέπει εκ των υστέρων στον υπό έξωση ενοικιαστή να υποβάλει αίτημα για παράταση του αρχικού χρόνου που δόθηκε με τη δικαστική απόφαση.» [8] «Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αυτή έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή η εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο