← Κύπρος

ΔΕΣΠΩΣ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ ν. Νίκου Πέτσα κ.α., Αίτηση Αρ.: Κ17/20, 7/2/2022

ΔΕΣΠΩΣ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ ν. Νίκου Πέτσα κ.α., Αίτηση Αρ.: Κ17/20, 7/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2022:36 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ17/20 Μεταξύ: ΔΕΣΠΩΣ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, εκ Λευκωσίας Αιτήτριας και

  1. Νίκου Πέτσα, εκ Λευκωσίας
  2. Ανδρέα Πέτσα, εκ Λευκωσίας Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για τροποποίηση της κυρίως Αίτησης 7.2.2022 Για την Αιτήτρια: κ. Αλ. Ελευθερίου για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Στ. Βασιλακκάς για κ.κ. Ε. Φλουρέντζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως, ημερομηνίας 10.9.2021, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση εξαιτείται ως ακολούθως: «Α. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή με το οποίο να τροποποιείται η Αίτηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ως ακολούθως:
  3. Δια της προσθήκης της ακόλουθης φράσης στο τέλος της Ενότητας Β3 των αιτούμενων θεραπειών, της Κυρίως Αίτησης «και/ή τα έξοδα εμπειρογνώμονα εκτιμητή ακινήτων PPM VALUATIONS LLC για την ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης του ενοικιαζόμενου ενοικίου με κόστος εκτίμησης ύψους 595 ευρώ.»
  4. Δια της διαγραφής της παρ. 30 στην Ενότητα Ε, της Κυρίως Αίτησης που αναφέρει «
  5. Δεν εφαρμόζονται» με την αντικατάσταση αυτής ως ακολούθως: «
  6. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι στην εξέλιξη της παρούσας διαδικασίας χρειάστηκε για την ορθότερη προώθηση των ισχυρισμών της να προσλάβει εμπειρογνώμονα εκτιμητή ακινήτων PPM VALUATIONS LLC για την ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης του ενοικιαζόμενου ενοικίου με κόστος εκτίμησης ύψους 595 ευρώ και τα οποία διεκδικεί από τους Καθ' ων η Αίτηση» Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή επιτρέπει την συνέχιση της διαδικασίας και/ή όπως εκ νέου δοθούν μετά της τροποποιήσεως οδηγίες για καταχώρηση γραπτής μαρτυρίας και/ή άλλων οδηγιών για τη συνέχιση της διαδικασίας περιλαμβανομένου παρουσίας λειτουργού εκτιμήσεων Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Γ. Οιανδήποτε άλλη Διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη. Δ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ.» Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 3, 4 και 11, ειδικότερα στ, ζ, του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/1983, στα άρθρα 2, 3(α) (β) (γ) (δ) (ε) (στ) και (ζ), 4(α), 8, 9, 12(α) (β) (γ) (β) (γ), 13(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, (2/1983) ως αυτός έχει τροποποιηθεί, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ.1, 2, 8, 9, 10, 12Α, 13, Δ.19, Δ.20, Δ.25 ειδικότερα 1

(3)
(5)
(7), Δ.30 θθ.5
(1)
(2), 6, 9, 10
(1)
(5), Δ.48 θθ.1-13, Δ.63 θ.2, Δ.64, στα άρθρα 30 και 23 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής, στην νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Αιτήτριας, κας. Δέσπως Ιακωβίδου, από τη Λευκωσία. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπό εξέταση αίτηση και έχει τύχει νομικής συμβουλής. Τα αιτούμενα Διατάγματα μπορούν να εκδοθούν, διότι μ' αυτό τον τρόπο, θα εξυπηρετηθούν τα συμφέρονται των διαδίκων και θα διασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης. Είναι η θέση της κας. Ιακωβίδου ότι η έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αναστάτωση και περιπλοκή, διότι, η μαρτυρία δεν έχει καταχωρηθεί, ούτε έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία ώστε να υπάρχει δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς. Επιπρόσθετα, δεν προκύπτει ζήτημα που να μην μπορεί να θεραπευθεί με ανάλογη διαταγή εξόδων, εάν και εφόσον αυτό κριθεί δίκαιο, παρόλο που τα έξοδα δεν πρέπει να είναι εναντίον της Αιτήτριας, διότι κατέβαλε εύλογες προσπάθειες προς αποφυγή τους. Η ενόρκως δηλούσα έχει τύχει νομικής συμβουλής ότι η τροποποίηση δικογράφου αφορά ζήτημα νέων γεγονότων και δεδομένων και συνδέεται με τα αιτητικά. Μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, το κλείσιμο των δικογράφων και την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, πρόκυψαν, όπως υποστήριξε, ουσιώδεις αλλαγές οι οποίες δεν ήταν υπαρκτές κατά την παράδοση των οδηγιών στους δικηγόρους της για την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και πρέπει να δικογραφηθούν. Συγκεκριμένα, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας και κατά την ανάγνωση της Έκθεσης του Λειτουργού Εκτιμήσεων του Δικαστηρίου, αντιλήφθηκε ότι, για να μπορούν αποτελεσματικά να προωθηθούν οι ισχυρισμοί στην Αίτηση αύξησης ενοικίου, χρειάζεται να προσκομισθεί μαρτυρία επιπρόσθετου εμπειρογνώμονα εκτιμητή ακίνητης ιδιοκτησίας. Το ζήτημα ύψους ενοικίου αποτελεί εν μέρει και επιστημονικό, τεχνικό ζήτημα. Ενδεχομένως, ο Λειτουργός του Δικαστηρίου να έλαβε σχεδόν εξ' ολοκλήρου υπόψην του, συγκριτικά από την ίδια πολυκατοικία, στην οποία η ενόρκως δηλούσα είναι ιδιοκτήτρια όλων των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων. Είναι η θέση της, ότι αυτό δεν της αφήνει άλλη επιλογή παρά να προσλάβει ιδιώτη εμπειρογνώμονα για να καταδείξει μια αντικειμενικότερη εικόνα της ενοικιαζόμενης αξίας, λαμβάνοντας υπόψην συγκριτικά από τις πολυκατοικίες άλλων ιδιοκτητών. Επομένως, έδωσε οδηγίες στο γραφείο εκτιμήσεων PPM VALUATIONS LLC, να ετοιμάσουν σχετική έκθεση για να βοηθήσουν στον αντικειμενικότερο υπολογισμό του ενοικίου. Το γραφείο εκτιμήσεων εξέδωσε τιμολόγιο και πληρώθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας €595.- με σκοπό την ετοιμασία Έκθεσης Εκτίμησης, έξοδα τα οποία διεκδικεί από τους Καθ' ων η Αίτηση. Η κα. Ιακωβίδου αναφέρθηκε σε προσπάθειες της για να αποφύγει τα έξοδα εκτίμησης. Υπήρξε αλληλογραφία με την άλλη πλευρά για εξωδικαστηριακή διευθέτηση, η οποία δεν κατέστη εφικτή. Με επιστολή της δικής της πλευράς, ημερομηνίας 18.5.2021, έγινε σχετική προειδοποίηση για αποφυγή εξόδων εκτίμησης και φόρτωσης δικαστικού χρόνου και εξόδων, η οποία έχει πλήρως απορριφθεί από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 19.5.
  1. Αρχικά, η Αιτήτρια είχε εντοπίσει εκτιμητή που της ανέφερε προσφορά εκτίμησης €1.000 πλέον Φ.Π.Α. και με δικές της προσπάθειες, πολύ μεταγενέστερα και μετά την ανταλλαγή επιστολών, κατάφερε να εντοπίσει άλλο εκτιμητικό γραφείο, με μισή τιμή. Η ίδια προσπάθησε να μειώσει τα έξοδα επιπλέον εκτίμησης, κατά δύναμιν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι χρειάστηκε να περάσει ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να καταστεί εφικτή η συνεννόηση της με την άλλη πλευρά, ακόμη και για σκοπούς επιθεώρησης του επίδικου διαμερίσματος. Χρειάστηκε να γίνει επίδοση επιστολής υπενθύμισης. Η επιθεώρηση έγινε προς το τέλος Ιουλίου
  2. Περαιτέρω καθυστέρηση πρόκυψε λόγω θερινών διακοπών. Η πληρωμή για την Έκθεση έγινε λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Η ενόρκως δηλούσα ζητεί την τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, ώστε να συνάδουν τα πραγματικά γεγονότα με τη δικογραφία, για την προώθηση της υπόθεσης και για να έχει το Δικαστήριο την πλήρη εικόνα της παρούσας υπόθεσης, περιλαμβανομένων των εξόδων και των προσπαθειών της να τα αποφύγει. Ζητεί όπως δοθούν οδηγίες για τη συνέχιση της διαδικασίας και την καταχώρηση γραπτής μαρτυρίας. Η προθεσμία λήγει την 13.9.2021 και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, καταχωρήθηκε την 2.12.2021 και αυτή βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και Διαδικαστικούς Κανονισμούς, άρθρα 4 και 5, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.15 θθ.1-5, Δ.39, Δ.48 θθ.1, 2, 4, 8 και 9, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29(γ), 31-33, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  3. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή κακόπιστή (mala fide), όχι καλόπιστη και/ή μη αναγκαία και/ή επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτει η νομολογία, ο Νόμος και οι θεσμοί και ασκείται καταχρηστικά.
  4. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση ουδόλως δικαιολογούν την παροχή των ζητούμενων θεραπειών και/ή διαταγμάτων και/ή δεν αποκαλύπτουν γεγονότα που να δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών.
  5. Η τροποποίηση θα προκαλέσει βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση και θα υποστούν ζημιά η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για καταβολή των εξόδων της.
  6. Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.
  7. Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς προσδιορισμού της ουσίας της διαφοράς.
  8. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί.
  9. Τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση ως αυτά καθορίζονται κάτω από την διάταξη 30 τω Συντάγματος προσβάλλονται και καταπατούνται.
  10. Είναι ενάντια στις αρχές τις επιείκειας να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο η επιδιωκόμενη τροποποίηση.
  11. Δεν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με την τυχόν έκδοση των αιτούμενου διατάγματος.
  12. Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη και αντίθετη με το Νόμο και/ή τις αρχές της Νομολογίας.
  13. Η παρούσα αίτηση έχει σκοπό να σπαταλήσει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και να επιβαρύνει την διαδικασία με έξοδα.
  14. Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν μεταγενέστερης και δεύτερης σκέψης και είναι έκδηλα καταχρηστική, παντελώς ανυπόστατη τόσο νομικά όσο και πραγματικά και είναι άνευ αντικειμένου.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Νίκου Πέτσα. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην κυρίως Αίτηση, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 να προβεί στη δήλωση του. Έχει δε τύχει νομικής συμβουλής. Ο κ. Πέτσας απορρίπτει το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης. Λέγει ότι η Αιτήτρια, με την κυρίως Αίτηση, αιτείται την αύξηση ενοικίου του υποστατικού στο οποίο διαμένουν οι Καθ' ων η Αίτηση. Καταχωρήθηκαν Απάντηση και Ανταπάντηση και ακολούθησε Κλήση για Οδηγίες και η έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων. Στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης και πριν από τη συμπλήρωση των δικογράφων, ανταλλάχθηκαν επιστολές, σε μία προσπάθεια εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης μεταξύ των δύο πλευρών. Μετά την αποστολή των εν λόγω επιστολών, δεν κατέστη εφικτό να καταλήξουν σε ένα εκ συμφώνου ποσό ενοικίου. Συγκεκριμένα, ως αναφέρεται στην Απάντηση, προτάθηκε από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση το ποσό των €375.- ως μηνιαίο ενοίκιο, το οποίο μεταφράζεται ως το 80% του αγοραίου ενοικίου, ήτοι €470.- Περαιτέρω, με επιστολή τους ημερομηνίας 17.5.2021, πρότειναν όπως καταβάλουν το ποσό των €400.- μηνιαίως. Απ' αυτά προκύπτει ότι η αίτηση της Αιτήτριας είναι καταχρηστική, κακόπιστη και μοναδικό σκοπό έχει την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, τη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και την επιβάρυνση της διαδικασίας με περαιτέρω έξοδα. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος της Αιτήτριας, το Δικαστήριο όρισε ανεξάρτητο αρμόδιο Λειτουργό Εκτιμήσεων, ο οποίος κατάρτησε Έκθεση Εκτίμησης ημερομηνίας 23.3.
  15. Το πόρισμα της Έκθεσης ήταν ότι ο μέσος όρος ενοικίων της μικρής περιοχής, ανέρχεται στο ποσό των €3,60/τ.μ., το οποίο συνεπάγεται €414.- μηνιαίως. Για το λόγο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι πρόσφυγες, το ποσό ενοικίου με βάση την Έκθεση, ανέρχεται σε €298.- μηνιαίως, δηλαδή μικρότερο από το ποσό το οποίο ήδη πληρώνουν και από το ποσό το οποίο πρότειναν ως ένδειξη καλής θέλησης. Ο κ. Πέτσας κατέθεσε ότι, πέραν της πιο πάνω Εκτίμησης, το Δικαστήριο όρισε δεύτερο Λειτουργό Εκτιμήσεων, του οποίου το πόρισμα σε Έκθεση Εκτίμησης ημερομηνίας 19.10.2021, ήταν πως ο μέσος όρος των ενοικίων της μικρής περιοχής ανέρχεται σε €2,94/τ.μ., το οποίο συνεπάγεται €338.- μηνιαίως. Επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση είναι πρόσφυγες, το ποσό του ενοικίου με βάση την Έκθεση, ανέρχεται σε €243,43 μηνιαίως, επίσης μικρότερο από το ποσό που ήδη πληρώνουν και πρότειναν. Οι δύο Εκτιμήσεις είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου. Παρά τις δύο Εκτιμήσεις, η Αιτήτρια επέμενε να προσληφθεί ιδιώτης Λειτουργός Εκτιμήσεων της επιλογής της και να προωθήσει την Αίτηση, παρόλο που ορίστηκε και δεύτερη Λειτουργός, ώστε να μπορέσει να προωθήσει την υπόθεση της και να καθοριστεί το ενοίκιο με βάση την επιθυμία της, γεγονός το οποίο ξεκάθαρα φανερώνει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της αίτησης. Ο ενόρκως δηλών κατέθεσε ότι, παρά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι δήθεν προσπάθησε να αποφύγει τα έξοδα εκτίμησης, αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντιθέτως, από το δικό της Τεκμήριο Γ, φαίνονται οι προσπάθειες της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Η Αιτήτρια, σε μία προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, δεν επισυνάπτει την Έκθεση Εκτίμησης του ιδιώτη εκτιμητή της επιλογής της. Με τον τρόπο αυτό, δεν θέτει επαρκώς και ορθά όλα τα επίδικα θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορέσει να εκδώσει τη σχετική απόφαση του. Είναι η θέση του κ. Πέτσα, ότι με το αίτημα της Αιτήτριας να προσληφθεί ιδιώτης Λειτουργός εκτιμητής της επιλογής της, σπαταλήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και βάρυνε τη διαδικασία με περισσότερα έξοδα. Η ενέργεια αυτή, έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας στην παράγραφο 4.3 της ενόρκου δηλώσεως στην υπό εξέταση αίτηση, καθότι προκαλεί φόρτωση του Δικαστικού χρόνου και εξόδων σε μία Αίτηση η οποία είναι ταχείας εκδίκασης. Επιπλέον, με την υπό εξέταση αίτηση, επιδιώκεται η τροποποίηση της κυρίως Αίτησης ώστε να συμπεριληφθεί το ποσό πληρωμής του ιδιώτη Λειτουργού εκτιμητή, ενώ με βάση της καλά νομολογημένες αρχές, τέτοια αίτηση είναι εκ του περισσού. Σε περίπτωση επιτυχίας της κυρίως Αίτησης, η Αιτήτρια θα μπορούσε να διεκδικήσει το ποσό των εξόδων, δεδομένου ότι προσκόμισε στο Δικαστήριο την κατάλληλη μαρτυρία προς τούτο. Η επισήμανση αυτή έγινε πολλάκοις και από το Δικαστήριο προς το συνήγορο της Αιτήτριας. Η υπό εξέταση αίτηση είναι αδικαιολόγητη και κακόπιστη. Ακόμα και εάν εγκριθεί, τα έξοδα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, αφού η Αιτήτρια σκοπίμως επιβαρύνει τη διαδικασία με περαιτέρω έξοδα. Η Αιτήτρια στοχεύει να προωθήσει την υπόθεση της με τρόπο ώστε να μπορέσει να την αποδείξει και εν τέλει να αυξήσει το ποσό του ενοικίου, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία. Μετά από δύο ανεξάρτητους Λειτουργούς Εκτιμήσεων, τόσο η εκτίμηση του ιδιώτη εκτιμητή, όσο και η υπό εξέταση αίτηση, είναι προϊόντα σπατάλης Δικαστικού χρόνου και εξόδων, σε υπόθεση ταχείας εκδίκασης. Η Αιτήτρια έχει θέσεις τους ισχυρισμούς της με την κυρίως Αίτηση, καθώς και τα γεγονότα, τα οποία έχουν προσδιορίσει τα επίδικα θέματα και οτιδήποτε άλλο επιδιώκεται να προστεθεί με τη μορφή τροποποίησης, περιπλέκει τη διαδικασία και δεν υποβοηθά το συμφέρον της δικαιοσύνης. Είναι η θέση του κ. Πέτσα, ότι το αιτούμενο Διάταγμα δεν πρέπει να εκδοθεί απλώς και μόνο γιατί η δυνατότητα παρέχεται στην Αιτήτρια με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, αλλά διότι εξυπηρετεί ένα σκοπό και δει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Ιστορικό: Δικόγραφα: Προς ολοκλήρωσην της ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνας για σκοπούς, πάντοτε, της υπό εξέταση αίτησης, σημειώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 1.6.2020 και μ' αυτήν η Αιτήτρια εξαιτείται ως ακολούθως: «
  16. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας και/ή από χρόνο που ήθελε ορίσει ως δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο να καθορίσει και/ή να αναπροσαρμόζει και/ή να αυξάνει το ενοίκιο του υποστατικού της ιδιοκτήτριας/Αιτήτριας, το οποίο βρίσκεται στο Διαμέρισμα αρ. #, στον 1ο Όροφο, Αριθμός θύρας 12 στην οδό Φώτη Πίττα αρ. 5 τκ1046 Λευκωσίας και το οποίο κατέχεται από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 και/ή Καθ' ου η Αίτηση 2 υπό την ιδιότητα τους ως ενοικιαστές και/ή θέσμιοι ενοικιαστές, από €300 το μήνα σε ποσό ίσιο με €450 και/ή πλέον κοινόχρηστα και/ή αυξανόμενο σε ενοίκιο το οποίο να ισούται με το 80% του μέσου όρου των ενοικίων της μικρής περιοχής ως ο σχετικός Νόμος ορίζει.
  17. Νόμιμο τόκο επί κάθε οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία που κατέστη οφειλόμενο και/ή απαιτητό και/ή προπληρωτέο και/ή επί πάσης καθυστερημένης διαφοράς ενοικίου μεταξύ του νυν καταβαλλόμενου ενοικίου και του ενοικίου που θα καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο δυνάμει της παρούσης αιτήσεως, από την ημέρα κατά την οποία αυτή καθυστερείται και μέχρι τελείας εξοφλήσεως.
  18. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δικαία και εύλογη υπό τις περιστάσεις.
  19. Έξοδα αίτησης, έξοδα επίδοσης πλέον 19% ΦΠΑ επί των εξόδων.» Η Αιτήτρια ενάγει ως η ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος με αρ. 3, στον 1ο όροφο, αριθμός θύρας 12, στην οδό Φώτη Πίττα αρ. 5, Τ.Κ.1046, Λευκωσία. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ενάγονται ως οι σημερινοί ενοικιαστές του επίδικου διαμερίσματος, τέκνα του αρχικού ενοικιαστή, ο οποίος απεβίωσε. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, ενάγονται ως θέσμιοι ενοικιαστές. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν Απάντηση την 23.7.2020 και η Αιτήτρια Ανταπάντηση την 30.7.
  20. Διαδικασία: Καταχωρήθηκε Κλήση για Οδηγίες από πλευράς της Αιτήτριας, στην οποία καταχώρισαν Παραρτήματα και οι δύο πλευρές. Το Δικαστήριο εξέδωσε εκατέρωθεν Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων. Δόθηκαν επίσης οδηγίες στη Λειτουργό Εκτιμήσεων του Δικαστηρίου να ετοιμάσει γραπτή Έκθεση Εκτίμησης για το δίκαιο ενοίκιο του επίδικου υποστατικού. Ετοιμάστηκε Έκθεση Εκτίμησης από τη Λειτουργό του Δικαστηρίου κα. Φάνη Κουκουλαρίδου, με ημερομηνία 23.3.
  21. Στη συνέχεια και επειδή η κα. Κουκουλαρίδου αφυπηρέτησε και διορίστηκε νέα Λειτουργός Εκτιμήσεων του Δικαστηρίου, η κα. Αναστασία Δεληγιάννη, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως ετοιμάσει νέα γραπτή Έκθεση Εκτίμησης. Η κα. Δεληγιάννη καταχώρισε την Έκθεση της την 20.10.
  22. Η υπόθεση χαρακτηρίστηκε από το Δικαστήριο ως Ταχείας Εκδίκασης και δόθηκαν οδηγίες για την καταχώριση γραπτής μαρτυρίας υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Η υπόθεση ορίστηκε για Αγορεύσεις/Διευκρινήσεις και εν τω μεταξύ, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Οι διάδικοι δεν έχουν καταχωρίσει ακόμα γραπτή μαρτυρία. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί ενδιάμεσο αίτημα, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 25: Ο θεσμός 7 της Διαταγής 25, όπως τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, προνοεί τα εξής: «
  23. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.» Οι θεσμοί 1, 5 και 6 της Διαταγής 25, προνοούν ως ακολούθως: «1.
(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ' αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγομένος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνεται εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» «
  1. To Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» «
  2. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Εφόσον η Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η υπό εξέταση αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες του θεσμού 1
(3)της Διαταγής 25, όπου ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα. Η Αιτήτρια πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δύναται να επιτρέψει εξαίρεση, διότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης ή επειδή πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Νομολογία: Υπάρχει σωρεία νομολογίας η οποία ερμήνευσε τη Διαταγή 25 ως είχε πριν την αντικατάσταση της αρχικά το 2014 και στη συνέχεια με τις μετέπειτα τροποποιήσεις και έθεσε τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τροποποίηση δικογράφου. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από τη σωρεία των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται το θέμα της τροποποίησης δικογράφου, όπως και από Αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα. Αναφέρω ενδεικτικά: Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd. and Another
(1979)1 C.L.R. 542, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1E A.A.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264, Astor Co. κ.ά. ν. Α. & G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1092, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά.,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Compania Naviera Iris S.A. κ.ά.v. Andrenal Shipping Co. Ltd. κ.ά.,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1838, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation,
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393, Clarapede v. Commercial Union Association 32 W.R. 262, Steward v. North Metropolitan Tramways Company (1885 - 86) 16 Q.B. p. 556, Associated Leisure Ltd. and Others v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All ER 754, Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 128, 130, 379 και 685, Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82. Ως γενικός κανόνας, η τάση πριν το 2014, όπως φαίνεται από την νομολογία, ήταν να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη υπόθεση, ακόμα και όταν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τροποποίηση έπρεπε και πρέπει να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν είναι η υπόθεση κατάλληλη, δηλαδή εάν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, συνεκτιμούνταν και εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψην και να ζυγίζονται, οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της άλλης πλευράς, η ανάγκη διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, η ύπαρξη ή μη κακής πίστης από πλευράς του αιτούντος, η ανάγκη κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης του αιτούντος. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για τροποποίηση. Εάν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλη πλευράς. Όλοι οι παράγοντες είναι σχετικοί αλλά κανένας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας από μόνος του. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι σχετικός παράγων σε αιτήσεις για τροποποίηση αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση. Στη σελίδα 128, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendment with leave - time to amend' αναφέρονται τα ακόλουθα: «Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, and on proper terms as to costs, and the adjournment of the trial, if necessary. As a rule, leave to amend at the trial will not so readily be given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not then asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action, or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet or the raising of an entirely new ground of defence or counterclaim, and an amendment will not be allowed at the trial which for the first time introduces a charge of fraud. Nevertheless, even where the amendment is substantial so as completely to change the plaintiff's cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.» Στη σελίδα 130, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendments not allowed', αναφέρονται τα ακόλουθα: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties' and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.» Στο σύγγραμμα Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court has wide powers of amendment and it seems will exercise those powers to permit amendment where possible. Amendment may be allowed at any stage of the proceedings, whether before, at, or after the trial, or even after judgement or on appeal.» Ως καθαρά διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό, η νέα Διαταγή 25, στο θεσμό 1
(1),
(2)και
(3), περιλαμβάνει τρία ξεχωριστά, τόσο χρονικά όσο και διαδικαστικά, στάδια, στα οποία επιτρέπεται, με συγκεκριμένο τρόπο, η τροποποίηση δικογράφου. Είναι η κρίση μου ότι η γενικότερη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως αυτή έχει καταγραφεί στις πιο πάνω αυθεντίες, έχει περιοριστεί, με την έννοια ότι ασκείται αυστηρώς εντός των πλαισίων της Διαταγής στο κάθε ένα από τα τρία στάδια και στο βαθμό και την εμβέλεια που καθορίζει αυτή τούτη η Διαταγή 25. Οι πιο πάνω αυθεντίες εξακολουθούν να αποτελούν καθοδήγηση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εντός όμως των παραμέτρων της Διαταγής 25 ως αυτή έχει πλέον διαμορφωθεί. Το στάδιο στο οποίο ασκείται, ουσιαστικά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είναι το τρίτο στάδιο, όπου το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να διακρίνει και να αποφασίσει εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή, σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Έξοδα εμπειρογνώμονα: Σχετική είναι η αυθεντία Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, δύο πράγματα: πρώτον, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα για την Ενάγουσα, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του να επιδικάσει τα έξοδα του. Δεύτερον, δεν επιδίκασε Φ.Π.Α επί του ποσού της απόφασης και των δικηγορικών εξόδων επειδή δεν ζητείτο με την έκθεση απαίτησης. «Δεν είναι δυνατή η χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δεν διεκδικείται» (σελίδα 2027, γραμμή 8). Σημειωτέον, ότι στην εν λόγω υπόθεση, διεκδικείτο με την έκθεση απαίτησης, ποσό εξόδων εμπειρογνώμονα. Ευρήματα: Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε 1 ½ χρόνο μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και έξι μήνες μετά την ετοιμασία της πρώτης Έκθεσης Εκτίμησης της Λειτουργού του Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς. Δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς και η ανάγκη καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης. Όντως, η επιδίκαση εξόδων εμπειρογνώμονα προϋποθέτει τη δικογράφηση τους, όμως ο διορισμός ιδιώτη εκτιμητή ακινήτων σε υπόθεση καθορισμού ενοικίου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αποτελεί επιλογή του διαδίκου και όχι επιτακτική ανάγκη για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, ή πάγια τακτική. Το Δικαστήριο χρειάζεται μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να αποφασίσει υπόθεση καθορισμού ενοικίου. Είναι όμως διαθέσιμη μαρτυρία εμπειρογνώμονα ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον σε κάθε υπόθεση δίδονται οδηγίες στο Λειτουργό Εκτιμήσεων του Δικαστηρίου να ετοιμάσει Έκθεση Εκτίμησης του δικαίου ενοικίου του επίδικου υποστατικού. Η Αιτήτρια επέλεξε να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες ιδιώτη εμπειρογνώμονα - εκτιμητή. Είναι εντός των δικαιωμάτων της. Πότε όμως αποτάθηκε σε εμπειρογνώμονα; Απ' όσα αναφέρει, μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και της πρώτης Έκθεσης Εκτίμησης της Λειτουργού. Ήταν απαραίτητο να αποταθεί σε εμπειρογνώμονα για να καταχωρίσει ή συνεχίσει την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου; Η απάντηση είναι αρνητική. Επιπλέον, η Αιτήτρια ζητούσε εξ' αρχής την αύξηση του ενοικίου του επίδικου υποστατικού. Απέτυχε να αποδείξει, στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, ότι προέκυψαν νέα δεδομένα μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης και την περάτωση της Κλήσης για Οδηγίες. Ποια ήταν αυτά τα νέα δεδομένα; Η προσφυγή σε ιδιώτη εκτιμητή ακινήτων; Αυτά τα νέα δεδομένα τα δημιούργησε η ίδια η Αιτήτρια, ήταν δική της επιλογή. Είναι η κρίση μου ότι δεν είναι για τέτοια νέα δεδομένα που ομιλεί η Διαταγή
  2. Η διαδικασία η οποία ακολουθείται σε υποθέσεις καθορισμού ενοικίου, είναι γνωστή και προδιαγράφεται τόσο στο άρθρο 8 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, όσο και στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψην τη γνώμη του Λειτουργού Εκτιμήσεων, ο οποίος είναι μάρτυρας του Δικαστηρίου. Ο διάδικος ο οποίος ζητεί αύξηση ενοικίου στα πλαίσια Αίτησης Καθορισμού, προφανώς έχει τη θέση ότι δικαιούται αύξησης ενοικίου. Εξ' ου και η Αίτηση του. Εάν, κατά την καταχώρηση της υπόθεση του, έχει αυτή τη θέση ως γενικότερη πεποίθηση ή με βάση επιστημονική γνώμη, δεν είναι κάτι που επηρεάζει ή επηρεάζεται, από τη γνώμη του Λειτουργού του Δικαστηρίου. Ο Λειτουργός του Δικαστηρίου έχει συγκεκριμένες ευθύνες και συγκεκριμένες οδηγίες. Δεν είναι μάρτυρας οποιασδήποτε πλευράς αλλά μάρτυρας του Δικαστηρίου. Η χρησιμοποίηση ή μη, γνώμης ιδιώτη εμπειρογνώμονα - εκτιμητή ακινήτων, είναι επιλογή οιουδήποτε των μερών και δεν εξαρτάται από το Λειτουργό Εκτιμήσεων του Δικαστηρίου, όπως δεν εξαρτάται ο Λειτουργός από το εάν έχει ή δεν έχει, διοριστεί ιδιώτης εκτιμητής από οποιοδήποτε από τα μέρη. Στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, η Αιτήτρια πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και ότι αυτά δικαιολογούν την τροποποίηση την οποία αιτείται. Το γεγονός ότι, για να διεκδικήσει αργότερα η Αιτήτρια τα έξοδα εμπειρογνώμονα στον οποίο αποτάθηκε κατ' επιλογήν και όχι εξ' ανάγκης για να αποδείξει την υπόθεση της, πρέπει να τα δικογραφήσει, δεν εξομοιώνεται με την ύπαρξη νέων δεδομένων στην υπόθεση. Ακολουθώντας τη σχετική νομολογία, εφαρμόζοντας τους Κανονισμούς και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι δεν φαίνεται πως πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Η ενοικιαστική αξία του επίδικου και ο μέσος όρος των ενοικίων της μικρής περιοχής, ήταν ευθύς εξ' αρχής επίδικα και εν πάση περιπτώσει, πριν την παροχή οδηγιών στους δικηγόρους της Αιτήτριας. Επιπλέον, δεν φαίνεται πουθενά ούτε υποστηρίζεται, ότι πρόκειται για περίπτωση που το αίτημα αφορά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης. Είναι η κρίση μου ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να δεχθεί τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην υπό εξέταση αίτηση ως δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Απόφαση: Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα στην κλίμακα έως €500.- και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.