ΑΘΑΝΑΣΗ ν. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Αίτηση αρ. K8/2018, 25/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. K8/2018 ΜΕΤΑΞΥ: xxxx ΑΘΑΝΑΣΗ, από Λεμεσό Αιτητή και xxxx ΙΩΑΝΝΙΔΗ, από Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 31/05/2021 (για αντεξέταση του Καθ' ου η Αίτηση επί της γραπτής του μαρτυρίας ημερομηνίας 30/03/2021) Ημερομηνία: 25/01/2022 Για Αιτητή: κα Μ. Ν. Νικολάου Για Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με την Κυρίως Αίτηση αξιώνεται ο παραμερισμός της τελικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στην Αίτηση με αρ. Κ10/2017 που εξεδόθη στις 8/12/2017 (στο εξής: «η Απόφαση»). Οι λόγοι ακύρωσης της Απόφασης, εκπορευόμενοι από το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, βασίζονται, ως επί το πλείστον, στον ισχυρισμό ότι η επίδοση της εναρκτήριας Αίτησης δεν έγινε νομότυπα προς τον ενοικιαστή και Αιτητή στην παρούσα Αίτηση (στο εξής: «ο Ενοικιαστής»). Ταυτόχρονα με την Κυρίως Αίτηση, ο Ενοικιαστής εξασφάλισε και προσωρινό διάταγμα εναντίον του Καθ' ου και παρουσιαζόμενου ως ιδιοκτήτη του Υποστατικού (στο εξής: «ο Ιδιοκτήτης») για την αναστολή της προσβαλλόμενης απόφασης (στο εξής: το «Προσωρινό Διάταγμα») το οποίο, έπειτα από ακροαματική διαδικασία, στις 31/01/2020 οριστικοποιήθηκε. Αξίζει να σημειωθεί πως στο πλαίσιο της διαδικασίας για οριστικοποίηση του Προσωρινού Διατάγματος, δόθηκε άδεια για την αντεξέταση τόσο του Ιδιοκτήτη του Υποστατικού, ως επίσης και της κας Νέρουππου, ιδιώτη επιδότη, η οποία είχε επιδώσει την Αίτηση υπ' αριθμό Κ10/
- * Η παρούσα υπόθεση προχώρησε με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης, δυνάμει της νέας Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΙΙ. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗ. (α) Η επίδικη Αίτηση. Μετά την καταχώρηση των έγγραφων μαρτυριών και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 25/06/2021, στις 31/05/2021 καταχωρήθηκε η επίδικη Αίτηση (στο εξής: «η Αίτηση») μέσω της οποίας αξιώνεται: « (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την παρουσία του κ. Κώστα Ιωαννίδη, ο οποίος είναι ο ενόρκως δηλών στη γραπτή μαρτυρία που καταχώρησε στις 30/3/2021 προς υποστήριξη της ειδοποίησής του περί προθέσεως ενστάσεως ιδίας ημερομηνίας, για να αντεξετασθεί κατά την ακρόαση της πιο πάνω αίτησης, σε ό,τι αφορά την ταυτότητα/όνομά του, την πηγή της γνώσης του ως προς την τρίτη υποπαράγραφο της παραγράφου 4, το περιεχόμενο των παραγράφων 2, 4, 6, 8, 10, 12 και 13 της ένορκής του δήλωσης ημερομηνίας 30/3/2021 καθώς και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 5 που επισυνάπτονται ως τέτοια στην ένορκη δήλωση του κ. Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/
- (Β) Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο. (Γ) Τα έξοδα της παρούσας αιτήσεως. » Η Αίτηση υποστηρίζεται από δικηγορική ένορκη δήλωση, μέσω της οποίας προσδιορίζονται ως ακολούθως τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος: «
- Τα θέματα πάνω στα οποία ο Αιτητής εις την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση, επιθυμεί να αντεξεταστεί ο ενόρκως την 30/3/2021 δηλών, κ. xxxx Ιωαννίδης, είναι τα ακόλουθα: (α) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής «υπέχει ευθύνη ως εγγυητής για την εγγύηση η οποία έχει δοθεί τες 6.10.1999 για την πιστή τήρηση όλων των όρων κι' υποχρεώσεων που απορρέουν από το ενοικιαστήριον έγγραφον ημερ. 6.10.1999 κι' ότι η ευθύνη του θα εξακολουθήσει να έχει ισχύει ως εγγυητής μέχρι την εκκένωση και παράδοση ελευθέρας κατοχής του υποστατικού στον ιδιοκτήτη» και ως οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στη δεύτερη υποπαράγραφο της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης του κ. xxxx Ιωαννίδη καθώς και στη δεύτερη υποπαράγραφο της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης του ιδίου∙ (β) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η επίδοση της αίτησης Κ10/17 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων έγινε κανονικά και έγκυρα εις τη διεύθυνση του Αιτητή και ως ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται στην 3η υποπαράγραφο της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης του xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/2021· (γ) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η επίδοση της αίτησης Κ10/17 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων έγινε «από την επιδότρια στην xxxx Λαζάρου η οποία δήλωσε ότι διέμενε μαζί με τον Αιτητή εις την διεύθυνσή του, είναι αδελφότεκνή του και ότι ο είναι ενήλικη» και ως ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται στην 3η υποπαράγραφο της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης του xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/2021∙ (δ) αναφορικά με την πηγή της γνώσης του κ. Ιωαννίδη για την κατ' ισχυρισμό δήλωση της xxxx Λαζάρου ότι διαμένει μαζί με τον Αιτητή εις τη διεύθυνση του Αιτητή και ότι η ηλικία της είναι άνω των 16 ετών και ως αυτός ο ισχυρισμός περιέχεται στην τρίτη υποπαράγραφο της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 30/3/2021· (ε) αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 που επισυνάπτεται ως τέτοιο στην ένορκη δήλωση του κ. xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/2021∙ (στ) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η επίδοση εις την xxxx Λαζάρου ήταν νομότυπη, έγκυρη και σύμφωνη με τις πρόνοιες που διέπουν τα απαιτούμενα για τις επιδόσεις και τους κανονισμούς και ως οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/2021· (ζ) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής γνώριζε για την ύπαρξη δικαστικών μέτρων που εκκρεμούσαν εναντίον του κατά τον ουσιώδη χρόνο «και ως επίσης και για την επίδοση που έγινε και που ήτο έγκυρη και κανονική» και ως ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του κ. xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/2021· (η) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι «το ενοικιαζόμενο υποστατικό έχει παραδοθεί από τον Αιτητή δια λογαριασμό της ενοικιάστριας xxxx Γ. Λάππα κατά την 13.10.16 και παρέλειψαν να πληρώσουν δεδουλευμένα ενοίκια κι' επιπλέον είχαν προκαλέσει ζημιές εις το ενοικιαζόμενο υποστατικό» και ως οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/2021· (θ) αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 το οποίο επισυνάπτεται ως τέτοιο στην ένορκη δήλωση του κ. xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/2021· (ι) αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι «ο Αιτητής ως ενοικιαστής και η ενοικιάστρια xxxx Λάππα παρέμειναν εις το ενοικιαζόμενο υποστατικό μέχρι της παραδόσεως αυτού ήτοι μέχρι τες 13.10.16» και ως ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του ιδίου∙ (ια) αναφορικά με την ταυτότητα / όνομα του Καθ' ου η Αίτηση και τον ισχυρισμό ότι στις 26/11/2018 ο Καθ' ου η Αίτηση δήλωσε ότι «ο xxxx Ιωαννίδης και xxxx Ιωάννου είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο» και ως ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του κ. xxxx Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/3/
- » Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει συναφώς πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία διότι αποσκοπεί στη διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων που ο ίδιος ο Ιδιοκτήτης επικαλείται. Η δε έγκριση του αιτήματος θα διασφαλίσει την εφαρμογή των νομικών αρχών της ισότητας των όπλων, της αναλογικότητας και της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης. Από την άλλη, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο με την παρούσα αίτηση Διάταγμα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Ιδιοκτήτης θα αποκομίσει, μεταξύ άλλων, δικονομικό πλεονέκτημα έναντι του Ενοικιαστή. (β) Η επίδικη Ένσταση. Το αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση του Ιδιοκτήτη, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: « α) Το περιεχόμενο της αίτησης περιέχει μόνο γενικούς κι' αστήρικτους ισχυρισμούς που δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ικανοποιείται το δικαστήριο ότι συντρέχει λόγος γι' αντεξέταση. β) Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσης αίτησης καθ' οτι η ένορκος δήλωσις εις την οποία ζητείται να αντεξετασθεί ο καθ' ου η αίτηση είναι εις γνώση της άλλης πλευράς από την ημέρα της καταχώρησης της το
- Περαιτέρω κατεχωρήθη τες 29.5.18 παρόμοια αίτηση γι' αντεξέταση από τον αιτητή όπως αντεξετασθεί ο καθ' ου η αίτηση για τα ίδια και/η παρόμοια θέματα που ζητεί τώρα με την αντεξέταση. γ) Ο αιτητής ενώ επιδιώκει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ του παρέλειψε να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου τους λόγους για τους οποίους η υπόθεση θα έπρεπε να ενταχθεί στην κατηγορία των περιπτώσεων για την οποίαν το δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια θα μπορούσε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. δ) Ο αιτητής δεν αναφέρει οτιδήποτε κατά τρόπο το αίτημα του να εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. ε) Η αίτηση είναι αστήρικτη βασίζεται σε λανθασμένους νόμους και θεσμούς και ειδικότερα η Δ.38 Θ 1 - 3 αφορά διαδικασία μαρτυρίας κατά την δίκη και δεν έχει σχέση με θέμα αντεξέτασης. στ) Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στην βάση των γεγονότων κι' αναφέρονται στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις. ζ) Τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετασθεί ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της υπόθεσης, ενώ ο αιτητής εδώ δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο, ούτε αναφέρει οτιδήποτε που να δείχνει ότι καθίσταται πρόδηλη η αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος αντεξετάσης. » Η Ένσταση υποστηρίζεται και αυτή από δικηγορική ένορκη δήλωση μέσω της οποίας αναπαράγονται οι λόγοι ένστασης και υποστηρίζεται ότι το αίτημα δεν συγκεκριμενοποιείται επαρκώς, αλλά ούτε προκύπτει «εξαιρετικός λόγος» για την έκδοσή του. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Η ακροαματική διαδικασία[1] έλαβε χώρα στις 07/12/2021 δίχως να ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν και υιοθέτησαν γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων στο ειδικό περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Η νέα Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποσκοπούσα στην επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών,[2] εισήγαγε στη δικονομία τον διαχωρισμό των αστικών υποθέσεων σε δύο κατηγορίες, την «ακροαματική» και την «ταχεία» εκδίκαση (Δ.
- θ. 6). Στη δεύτερη περίπτωση, η διαδικασία της ακρόασης διεκπεραιώνεται με την εκατέρωθεν καταχώριση έγγραφης μαρτυρίας[3] και μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται είτε η αντεξέταση, είτε η παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας. Στο θεσμό αρ. 7 της νέας Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «
- Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ' εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όπου το Δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η εξέταση ή αντεξέταση του διαδίκου ή του μάρτυρα. (β) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του. (γ) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα του ιδίου που ένεκα της ιδιότητας του ή του αντικειμένου της μαρτυρίας του δεν υπήρχε η δυνατότητα να κατονομαστεί ενωρίτερα ή να καταγραφεί η κατάθεση του. (δ) Το αίτημα καταχωρείται γραπτώς στο Πρωτοκολλητείο με ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαδίκους και ορίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για προφορική παράσταση σε χρόνο που το Δικαστήριο καθορίζει. Στο αίτημα καθορίζεται απαραιτήτως το όνομα του διαδίκου ή μάρτυρα του οποίου η προφορική παρουσίαση απαιτείται, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης, καθώς και ο χρόνος που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση. (ε) Το Δικαστήριο αφού ακούσει τους διαδίκους, ασκεί αναλόγως τη διακριτική του ευχέρεια και εκδίδει αυθημερόν και με συνοπτική αιτιολογία διάταγμα προφορικής παρουσίασης του διαδίκου ή μάρτυρα για σκοπούς διευκρίνισης της μαρτυρίας του: Νοείται ότι ο χρόνος που καθορίζεται για την εξέταση ή αντεξέταση κάθε διάδικου ή μάρτυρα δεν θα υπερβαίνει τα 30 λεπτά, αλλά το Δικαστήριο κατά τη διακριτική του ευχέρεια δύναται κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας να επεκτείνει ανάλογα το χρόνο. » (ο τονισμός των λέξεων είναι του Δικαστηρίου) Επειδή όμως η διαδικασία «της ταχείας εκδίκασης» προβλέπει ότι η μαρτυρία προσφέρεται εγγράφως, δίχως δηλαδή προηγουμένως να δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει την αποδεκτότητά της, έχει ταυτόχρονα προβλεφθεί ότι η εν λόγω μαρτυρία οφείλει να «είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα, στην έκθεση απαίτησης ή την υπεράσπιση ή στην ανταπαίτηση, αναλόγως της περιπτώσεως».[4] Υπαγορεύεται συναφώς, ότι η έγγραφη μαρτυρία πρέπει να συντάσσεται δίχως πλατειασμούς ή άσχετα ή μη καλυπτόμενα από τα δικόγραφα γεγονότα, η παρείσφρηση των οποίων, δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο όχι μόνο να απαγορεύσει, είτε την κυρίως εξέταση, είτε την αντεξέταση,[5] αλλά και να καταδικάσει με την ανάλογη διαταγή εξόδων εκείνον τον διάδικο που επιχειρεί να εισαγάγει τέτοιου είδους μη αποδεκτή μαρτυρία.[6] Μνεία μπορεί να γίνει και στον κανονισμό 4 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, όπου προβλέπεται: « 4.(α) Οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίου Νόμου και οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με την κλήτευση και παρουσία μαρτύρων. Μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει σε ερώτηση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου τείνει να τον ενοχοποιήσει. Οι διάδικοι παρουσιάζουν μαρτυρία και προσάγουν αποδεικτικά στοιχεία με τη σειρά που προβλέπεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς. Μάρτυρες εξετάζονται, αντεξετάζονται και επανεξετάζονται όπως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. (β) Μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει σε ερώτηση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου τείνει να τον ενοχοποιήσει. (γ) Το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις σε μάρτυρες προς διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας για επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο έχει επίσης δικαίωμα, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να καλέσει ή επανακαλέσει μάρτυρα προς διεκπεραίωση και συμπλήρωση της έρευνας. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Με βάση το πιο πάνω νομικό και πραγματικό πλαίσιο, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, είναι τα ακόλουθα. Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκτός της προθεσμίας που θέτει η Δ.30, ήτοι «τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση» αφού η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 25/06/2021 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 31/05/
- Εντούτοις, τούτη η παράλειψη δεν κρίνεται καταλυτική για την έκβαση της επίδικης Αίτησης. Εν μέσω της υγειονομικής πανδημίας, η άτεγκτη προσήλωση στις χρονικές προθεσμίες δεν εξυπηρετεί την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ως επιβάλλει ο Κανονισμός 3(στ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
- Η έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα παρέχει καλύτερη εξισορρόπηση. Εξάλλου, η πλευρά του Ιδιοκτήτη δεν εγείρει ευθέως,[7] και μέσω συγκεκριμένου λόγου έντασης, ως όφειλε, τούτο το ζήτημα ως λόγο για μη έγκριση του αιτήματος. Συνεπώς, και δυνάμει των Διαταγών 57 θ. 2 και 30 θ. 10 παρ. 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του Κανονισμού 12(β) και (γ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, θα αρθεί η όποια παρατυπία ως προς την προθεσμία καταχώρισης της επίδικης αίτησης. Προχωρώ στην ουσία της επίδικης Αίτησης. Έχω ικανοποιηθεί ότι μέσω της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, έχει με λεπτομέρεια προσδιοριστεί το πλαίσιο που σκοπεύει να κινηθεί η αντεξέταση. Περαιτέρω, και δίχως να παραγνωρίζω ότι τόσο το δικαίωμα για παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας όσο και το δικαίωμα για αντεξέταση αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα καθώς και του στόχου που αποσκοπεί να επιτελέσει η διαδικασία της «ταχείας εκδίκασης», συμφωνώ ότι η αιτούμενη αντεξέταση θα βοηθήσει το Δικαστήριο για να σχηματίσει καλύτερη άποψη ως προς τα επίδικα αμφισβητούμενα θέματα, έτσι ώστε να επιλυθεί με ουσιαστικό τρόπο η αναφυόμενη διαφορά, ως επιτάσσει και ο ανακριτικός χαρακτήρας αυτής της δικαιοδοσίας. Έχω συναφώς συνυπολογίσει τόσο ότι η Αίτηση βασίζεται σε ορθή νομική βάση, ήτοι στη Δ.30, θ. 7, όσο και την αξία της μαρτυρίας που προσφέρεται δια ζώσης (viva voce),[8] σε συνδυασμό με τη δικανική[9] διάσταση του ζητήματος. Τέλος, έχω λάβει υπόψιν ότι η απόρριψη του αιτήματος δύναται να επιδράσει αρνητικά για τον Ενοικιαστή, ο οποίος και φέρει το γενικό βάρος απόδειξης της υπόθεσής του, ενώ η έγκρισή του δεν θα προξενήσει στην άλλη πλευρά οποιανδήποτε βλάβη. Σταθμίζοντας λοιπόν τα προαναφερόμενα, καταλήγω πως θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα. Διευκρινίζω βεβαίως ότι η αντεξέταση που θα επιτραπεί κατά τη δικάσιμο θα είναι μόνο σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα και μόνο και όχι τις νομικές προεκτάσεις αυτών. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Η Αίτηση θα εγκριθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η επίδικη αίτηση θεωρείται εμπροθέσμως καταχωρηθείσα. Εκδίδεται διάταγμα αντεξέτασης ως το «Α» της Αίτησης. Ο χρόνος που θα δοθεί για την αντεξέταση του αναφερόμενου μάρτυρα θα είναι είκοσι
(20)λεπτά, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά κατά την ακροαματική διαδικασία. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν ακολουθούν το αποτέλεσμα, αλλά επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου/Ιδιοκτήτη, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης και μειωμένα κατά το ήμισυ, λόγω της αποτυχίας των λόγων ένστασης. Η Κυρίως Αίτηση ορίζεται για ακρόαση, με σκοπό τη διενέργεια της εγκριθείσας αντεξέτασης, στις 02/03/2022 ώρα 10:00. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών». Δείτε και Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [3] Όσον αφορά τη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας μέσω ένορκης δήλωσης, σχετική είναι η Διαταγή 39 θ. 1, όπου αναφέρεται: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Η δε Δ.48 θ.4
(2), η οποία αφορά ενδιάμεσες διαδικασίες προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Ο προσδιορισμός του τι ακριβώς συνιστά «καλό λόγο», είναι ζήτημα που κρίνεται κατά περίπτωση. Σχετικά, στη Κοκκίνου ν. Κοκκίνου Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας 03/11/2016, λέχθηκε ότι: « «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» [4] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(iii). [5] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(v). [6] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(vi). [7] Η αναφορά σε «αδικαιολόγητη καθυστέρηση» μέσω του δεύτερου λόγου ένστασης δεν συναρτάται με την προθεσμία που τίθεται στην εν λόγω Διαταγή, αλλά με το γεγονός ότι ο Ιδιοκτήτης έδωσε παρόμοια μαρτυρία το 2018 στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας για την οριστικοποίηση του διατάγματος αναστολής. Όμως, η μαρτυρία που δόθηκε τότε, είχε δοθεί για τον περιορισμένο σκοπό εκείνης της ενδιάμεσης διαδικασίας και δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για να αποτραπεί η αιτηθείσα αντεξέταση του αναφερόμενου προσώπου η οποία πλέον σχετίζεται με την επί της ουσίας προσφερόμενη μαρτυρία. [8]Για τη σημασία της δια ζώσης μαρτυρίας δείτε Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, 555 ως επίσης και στη ΝΙΝΟΣ Β. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ Γ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ
(1995)1 Α.Α.Δ 877 όπου λέχθηκε: «Η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιέχει ισχυρισμούς, όπως τα δικογραφήματα στην αγωγή, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχτούν στη δίκη με τα γνωστά αποδεικτικά μέσα, όπου δε είναι αναγκαίο δια ζώσης. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μην ξεχνούμε πως στη διάρκεια της κατάθεσης ενός μάρτυρα η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που περιέχονται στα δικογραφήματα δυνατόν, ακόμη και στο στάδιο της εξέτασης να μείνουν αναπόδεικτοι. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο της κατάθεσής του αλλά και τη γενική συμπεριφορά του, που τον αναδεικνύει ως μάρτυρα της αλήθειας, ή το αντίθετο, όπως έχει επεξηγηθεί από το Εφετείο μας στην Θεοδόση X"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174.» [9] Συναφώς, στη Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1Γ ΑΑΔ 1527 σημειώθηκε ότι: «Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. [.] Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο