ΠΑΤΣΑΛΗ κ.α. ν. TEPIGIE TRADING Co LTD κ.α., Αίτηση αρ. K24/16, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. K24/16 ΜΕΤΑΞΥ:
- xxxx xxxx ΠΑΤΣΑΛΗ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
- xxxx xxxx ΠΑΤΣΑΛΗ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ Αιτητών και
- TEPIGIE TRADING Co LTD (HE129117) ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
- xxxx xxxx ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
- xxxx xxxx ΔΙΟΜΗΔΟΥ ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
- xxxx xxxx ΠΑΝΑΓΗ ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
- xxxx xxxx ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης των Καθ' ων ημερομηνίας 15/07/2021 Ημερομηνία: 31/01/2022 Για τους Αιτητές /Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κα. Μ. Ιωάννου για Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση/Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση: κ. Χ. Λαφαζάνης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ. Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 22/09/
- Μέσω αυτής αξιώνονται, μεταξύ άλλων, τα ποσά των €42.408 και €102.276, κατ' επίκληση καθυστερημένων ενοικίων των περιόδων Απριλίου 2011 και Απριλίου 2013 και Αυγούστου 2013 έως και τον Οκτώβριο 2016 αντιστοίχως, οπόταν και επιστράφηκε η κατοχή των υποστατικών στους Αιτητές. Το επίδικο ζήτημα συναρτάται με την ενοικίαση τεσσάρων συνεχόμενων καταστημάτων, τα οποία έχουν ανεγερθεί «κατά ή περί το 1980» και βρίσκονται στην περιοχή του ποταμού Γερμασόγειας στη Λεμεσό, και εφ' εξής θα προσδιορίζονται ως «το Υποστατικό». Η ενοικίαση απορρέει από έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 15/4/2002, η οποία μετατράπηκε σε θέσμια στις 14/5/
- Στην Απάντησή τους, οι Καθ' ων η αίτηση και ενοικιαστές (στο εξής: «οι Ενοικιαστές»), παραδέχονται ότι έχουν καταστεί θέσμιοι Ενοικιαστές από ή περί τον Απρίλιο του
- Προς υπεράσπισή τους επικαλούνται προφορικές συμφωνίες που περιορίζουν και/ή αποκλείουν τις ευθύνες που είχαν δυνάμει της ενοικίασης. Περαιτέρω, αναφέρονται σε κατ' ισχυρισμό βελτιώσεις που επέφεραν στο Υποστατικό. Είναι η θέση τους ότι παρέδωσαν κενή και ελεύθερη την κατοχή του Υποστατικού τον Ιούνιο του
- Τα κλειδιά του Υποστατικού τα επέστρεψαν μόλις τον Απρίλιο του 2016 επειδή οι Ιδιοκτήτες είναι μόνιμοι κάτοικοι Αυστραλίας και «ουδέποτε υπέδειξαν στους Καθ' ων η αίτηση οποιοδήποτε αντιπρόσωπο των δια σκοπούς παραδόσεως των κλειδιών των καταστημάτων, παρά μόνο τον Απρίλιο του 2016». Στην Ανταπάντησή τους, οι Ιδιοκτήτες επισημαίνουν ότι παρέδωσαν στους Ενοικιαστές πλήρως επιπλωμένο το Υποστατικό και σε πλήρη λειτουργία αφού, προτού τo ενοικιάσουν σε αυτούς, εξασκούσαν οι ίδιοι την εν λόγω εμπορική δραστηριότητα η οποία ήταν και επικερδής. Είναι επίσης θέση τους ότι όταν παρέλαβαν το Υποστατικό, αντί ανακαινίσεις, αντίκρυσαν ένα «βομβαρδισμένο τοπίο». Τα προκαταρτικά ζητήματα που αφορούν την Κυρίως Αίτηση έχουν προ πολλού ολοκληρωθεί. Εντούτοις, η ακροαματική εκδίκασή της δεν έχει ακόμα ξεκινήσει καθότι απωλέσθηκε πολύς χρόνος για την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Επίσης, μεσολάβησε και η αποτυχημένη προσπάθεια των Ιδιοκτητών για τροποποίηση του δικόγραφου τους. Το δε γεγονός ότι οι Ιδιοκτήτες είναι μόνιμοι κάτοικοι Αυστραλίας, αποτέλεσε τα τελευταία δύο πανδημικά χρόνια, σκόπελο για την έναρξη της ακρόασης. ΙΙ. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΣΤΑΣΗ. (α) Η επίδικη Αίτηση. Στις 15/7/2021 καταχωρήθηκε από τους Ενοικιαστές η παρούσα Αίτηση. Το αιτητικό έχει ως εξής: « Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάττει την τροποποίηση της Απάντησης των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 23.12.2016, ως εξής: (α) Δια της προσθήκης νέων παραγράφων υπ' αριθμόν Α1 και Α2 πριν την υφιστάμενη παράγραφο Α της απάντησης των Καθ' ων η Αίτηση, ως ακολούθως: «Α
- Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, στερείται δικαιοδοσίας καθότι το επίδικο υποστατικό για το οποίο αξιώνουν τις αιτούμενες θεραπείες οι Αιτητές κατά την 31.12.1999 δεν ήταν υπό ενοικίαση είτε προς ενοικίαση και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983)και οι μετέπειτα τροποποιήσεις του αφού ουδέποτε δημιουργήθηκε θέσμια ενοικίαση. Α
- Οι Καθ' ων η Αίτηση άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής τους ένστασης προς απάντηση τους ισχυρίζονται τα ακόλουθα:» (β) Δια της απαλείψεως της υφιστάμενης παραγράφου Γ3 και της αντικατάστασης της, ως ακολούθως: «
- Οι Καθ' ων η Αίτηση παραδέχονται τους ισχυρισμούς των Αιτητών που περιέχονται εις τις παραγράφους Γ3 και Γ4, ενώ εκ της παραγράφου Γ5 παραδέχονται μόνο ότι μετά την 14η Απριλίου 2005 οι διάδικοι συμφώνησαν μετά των Αιτητών να αυξάνεται το ενοίκιο τους κάθε δύο χρόνια κατά 10% και αρνούνται τους λοιπούς ισχυρισμούς των Αιτητών και καλούν αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.» (γ) Δια της τροποποιήσεως της τρίτης πρότασης της υφιστάμενης παραγράφου Γ8, ως ακολούθως: «
- .. Καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο οι Αιτητές ευρίσκοντο εις την Αυστραλία και ουδέποτε υπέδειξαν στους Καθ' ων η Αίτηση οιονδήποτε αντιπρόσωπο των δια σκοπούς παραδόσεως των κλειδιών των καταστημάτων, παρά μόνο τον Οκτώβριο του 2015, ότε και οι καθ' ων η Αίτηση ενημερώθηκαν μέσω του δικηγόρου των Αιτητών ο οποίος τους ζήτησε όπως παραδώσουν τα κλειδιά των καταστημάτων υπ΄αριθμό 4, 5 και 6 και αποθήκης υπ' αριθμό 3 και νυν ενιαίο κατάστημα αρ.
- Ως εκ τούτου περί τον Οκτώβρη του 2015 ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση παρέδωσε στον δικηγόρο των Αιτητών το κλειδί του εν λόγω καταστήματος και προς τούτο υπογράφηκε και σχετική δήλωση». (δ) Δια της απαλείψεως της φράσης «ως θέσμιοι ενοικιαστές» εκ της παραγράφου Γ
- (ε) Δια της απαλείψεως της πρότασης «και ακολούθως οι καθ' ων η αίτηση κατείχαν τα επίδικα καταστήματα ως θέσμιοι ενοικιαστές ως οι ίδιοι οι αιτητές επικαλούνται εις την παράγραφο Γ8» η οποία ξεκινά στην αρχή της τρίτης γραμμής και τελειώνει στην αρχή της πέμπτης γραμμής της παραγράφου Ε
- Γ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία, την οποίαν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δικαία υπό τις περιστάσεις. Δ. Διάταγμα όπως τα έξοδα της παρούσης αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Κυρίως Αίτησης. » Το αίτημα τους βασίζεται νομικώς, ανάμεσα σε άλλα, στη Δ.25 και ως προς τα γεγονότα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2 ο οποίος, με δύο λόγια, ισχυρίζεται ότι τον Ιούνιο του 2021 διαπιστώθηκε από τους νέους του δικηγόρους η ανάγκη για τροποποίηση της Απάντησής τους, καθότι πριν να το αναλάβουν αυτοί, το Υποστατικό κατείχετο και χρησιμοποιείτο από τους Αιτητές και ουδέποτε προσφερόταν ή ήταν προς ενοικίαση. Ως προς το δεύτερο σκέλος του αιτήματος, ισχυρίζεται ότι η διαφορά στην ημερομηνία πρόκειται για σφάλμα του προηγούμενου τους δικηγόρου και υποστηρίζει πως το αίτημα δεν είναι προϊόν αμέλειας ή καθυστέρησης. (β) Η Ένσταση. Η πλευρά των Ιδιοκτητών ενίσταται στο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, εγείροντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση 1-5 Αιτητές για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της απάντησης τους είναι αδικαιολόγητοι και/ή μη επαρκείς και δεν θα πρέπει να γίνουν δεκτοί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Απάντησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 - 5 Αιτητών, είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/η αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική και/ή ακολουθήθηκε λανθασμένο διαδικαστικό μέτρο.
- Η απόφαση Φυσεντζίδη - Πολ. Έφεση αρ. 30/19 ημερ. 1ης Ιουνίου 2020, είναι διαφορετική ως προς τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και δεν νομιμοποιεί τους Καθ' ων η Αίτηση 1 - 5 να ζητούν τροποποίηση της Απάντησης τους για να εισάξουν και μόνο, θέμα δικαιοδοσίας.
- Η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι αντίθετη με την ανάγκη διεξαγωγής δίκαιης δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και δη για γεγονότα που όφειλαν να γνωρίζουν οι Εναγόμενοι 1 - 5 από την καταχώρηση της Αίτησης των Αιτητών και/ή σε κάθε επίδικο χρόνο.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 - 5 Αιτητές, επιδιώκουν την τροποποίηση της απάντησης τους με κακήν πίστην (mala fide) και δεν προέρχονται ενώπιον του δικαστηρίου με καθαρά χέρια, ενώ η σκοπούμενη τροποποίηση γίνεται για αλλότριους σκοπούς.
- Η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Απάντησης των καθ' ων η Αίτηση 1 - 5 Αιτητών, γίνεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση για γεγονότα και/ή δικαιώματα των Αιτητών Καθ' ων η Αίτηση 1 - 5 τα οποία ήταν γνωστά από του χρόνου καταχώρησης της Αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 Αιτητών, κατά τρόπον ώστε η Αίτηση τους αυτή να προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court).
- Η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Απάντησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 - 5 Αιτητών, και τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος Τροποποίησης, θα επιφέρει δυσανάλογες επιπτώσεις και υπερβολικά έξοδα ως επίσης και θα δημιουργήσει υπέρμετρη αδικία στα καλόπιστα δικαιώματα και συμφέροντα των Αιτητών 1 και
- » Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται τα προαναφερόμενα, εκτίθενται σε ένορκη δήλωση του δικηγόρου τους, ο οποίος ισχυρίζεται πως το αίτημα της άλλης πλευράς είναι εμφανώς κακόπιστο και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Ισχυρίζεται πως επιδιώκεται η ουσιαστική αλλοίωση του χαρακτήρα της Απάντησης και πως η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τα λεχθέντα της υπόθεσης Φυσεντζίδης. Σε ειδικότερη αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις, θα προβώ εφόσον κρίνω αναγκαίο κατά το στάδιο των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν έχει ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.[1] Οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των αντίθετων θέσεων τους. Ακολούθως, η απόφαση επιφυλάχθηκε. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης και προσθήκης διαδίκου βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με τις Διαταγές 9 και 25 και των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνώστες επί του θέματος αρχές[2] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Διαταγής 25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις. Στα αρχικά στάδια της διαδικασίας το δικαίωμα για τροποποίηση είναι κατ' ουσία αναφαίρετο, αφού παρέχεται η δυνατότητα στον Ενάγοντα/Αιτητή να διορθώσει έγκαιρα τα οποία σφάλματα και/ή ατέλειες του δικογράφου του, δίχως καν ο αντίδικός του να μπορεί να ενστεί σε τέτοια εξέλιξη. Το σημείο καμπής είναι η καταχώριση (ή παρέλευση 15 ημερών από την καταχώριση, αναλόγως της περίπτωσης) της Κλήσης για Οδηγίες, οπόταν πλέον η δυνατότητα για τροποποίηση περιορίζεται δραστικά, αφού στη νέα Διαταγή 25 θ.1 παρ. 3 ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο της νέας Διαταγής 25, έχει ως εξής:[3] «
(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Με βάση τα πιο πάνω νομικό και πραγματικό πλαίσιο, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, είναι τα ακόλουθα. Πριν οτιδήποτε άλλο δεν μπορώ να μην σχολιάσω ότι ο κ. Λαφαζάνης, πέραν του ότι εμφανίζεται και χειρίζεται προσωπικά την παρούσα υπόθεση και υπογράφει την επιχειρηματολογία των πελατών του, παράλληλα είναι και ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Πρόκειται για συμπεριφορά που έχει κατ' επανάληψη χαρακτηρισθεί ως «άκρως ανεπιθύμητη»[4] και αντίκειται στον Κανονισμό 13
(5)των περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών του
- Η κατανοητή αδυναμία των ιδίων των Αιτητών να ορκιστούν όντας μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, ουδόλως δικαιολογεί την όρκιση του δικηγόρου που χειρίζεται επί της ουσίας την υπόθεσή τους και όχι οποιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου. Η συνύπαρξη της δικηγορικής ιδιότητας και της ιδιότητας του μάρτυρα γεγονότων δημιουργεί πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από την ευκολία που επιχειρεί να εξυπηρετήσει. Και επειδή κάθε δράση έχει την αντίδρασή της, τούτη η αντικανονικότητα θα έχει πρακτική συνέπεια. Η αγόρευση του κ. Λαφαζάνη θα αγνοηθεί. Προχωρώντας στην ουσία του αιτήματος, είναι αναντίλεκτο ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, και συνεπώς, σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, θα πρέπει να ικανοποιείται είτε η προϋπόθεση του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» είτε των «νέων δεδομένων µη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών» για καταχώρηση της Απάντησης των Ενοικιαστών. Οι Ενοικιαστές, ως προς το αιτητικό υπό «Α2» της Αίτησής τους, το οποίο σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τη χρονολογία παράδοσης των κλειδιών, ήτοι τον Οκτώβριο του 2015 αντί τον Απρίλιο του 2016, επικαλούνται το παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της Απάντησής τους. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση. Πλέον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ουσιαστικές τροποποιήσεις κατά κανόνα δεν επιτρέπονται. Και η παρούσα αίτηση, ως προς το Μέρος «Α2», δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν ασπάζομαι την εισήγηση της πλευράς των Ενοικιαστών ότι η έννοια του «καλόπιστου λάθους» που αναφέρεται στη νέα Διαταγή 25 στοιχειοθετείται εφόσον απουσιάζει η «κακοπιστία» εκ μέρους τους, όπως η έννοια της «κακοπιστίας» είχε νομολογιακά ερμηνευθεί με βάση την παλαιά Διαταγή
- Τέτοια ερμηνεία αντίκειται τόσο στη γραμματική όσο και στη τελολογική ερμηνεία της εν λόγω νέας Διαταγής. Εάν ο συντάκτης της νέας Διαταγής 25 ήθελε να προσδιορίσει την εξαίρεση του κανόνα με αναφορά στην απουσία «κακοπιστίας», πολύ απλά θα το έπραττε. Αντί αυτού, επέλεξε τη φράση «καλόπιστο λάθος» την οποία μάλιστα περιστοίχισε με τις φράσεις «εκ παραδρομής» και «κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» θέτοντας φραγμό σε οποιοδήποτε λάθος μπορεί να είναι μεν καλόπιστο, πλην όμως δεν προέκυψε είτε εκ παραδρομής, είτε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Η δε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία θα πρέπει να εξετάζεται υπό το φως της νέας διατύπωσης της Δ.25 που, επί της αρχής, επιτάσσει πως «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται.». Ούτε θα πρέπει να παραγνωρίζεται πως τόσο η αναφορά σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας»[5] όσο και η περίπτωση νέων δεδομένων µη υπαρκτών «κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας», αφορούν επιφυλάξεις, δηλαδή εξαιρέσεις από τον βασικό κανόνα. Με βάση τους κανόνες ως προς την ερμηνεία των επιφυλάξεων/εξαιρέσεων (provisos),[6] οι εν λόγω εξαιρέσεις υπόκεινται στη βασική διάταξη, δεν την επεκτείνουν, ούτε δημιουργούν αυτοτελείς κανόνες δικαίου που να οδηγούν στην ακύρωση του ουσιαστικού και σαφούς απαγορευτικού κανόνα που θέτει η εν λόγω Διαταγή. Η υφιστάμενη Διαταγή 25 έχει δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων. Πλέον, έχει εναποτεθεί στους ώμους συνηγόρων των διαδίκων η υποχρέωση για την εκ των προτέρων ουσιαστική και δέουσα[7] προετοιμασία της υπόθεσης των πελατών τους. Οτιδήποτε μπορεί με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί και να δικογραφηθεί έγκαιρα και με ορόσημο την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες, δεν δύναται να αποτελέσει θεμέλιο για να βασιστεί αίτημα τροποποίησης κατ' επίκληση του καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Εν προκειμένω, και παρά το γεγονός ότι η πλευρά των Ενοικιαστών επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημαντικότητα της αιτηθείσας τροποποίησης, αναμφίβολα επιχειρείται διαφοροποίηση η οποία άπτεται του πυρήνα της υπερασπιστικής τους γραμμής, αφού αποσκοπεί στο να περιορίσει την έκταση της ευθύνης τους (από τον Απρίλιο του 2016, στον Οκτώβριο του 2015) 6 ολόκληρα χρόνια μετά την καταχώριση της Απάντησής τους, στοιχείο που, ακόμα και υπό το πιο φιλελεύθερο καθεστώς που επικρατούσε με τη παλαιότερη Δ.25 δύσκολα θα ικανοποιούσε τις σχετικές προϋποθέσεις. Η υπόθεση αφορά καθυστερημένα ενοίκια μέχρι την επιστροφή της κατοχής του Υποστατικού. Η ημερομηνία επιστροφής της κατοχής του Υποστατικού αποτελεί μάλλον το πλέον ουσιαστικό και αμφισβητούμενο γεγονός με βάση τα δικόγραφα. Οι Ενοικιαστές όφειλαν να ήταν έτοιμοι εδώ και χρόνια να εγείρουν στην Απάντησή τους όλους τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς τους. Επιπρόσθετα, το αίτημα ελέγχεται ως προς τη λυσιτέλεια του, δοθέντος ότι η ουσιαστική θέση των Ενοικιαστών είναι ότι παρέδωσαν ελεύθερη την κατοχή το 2013 και αυτό οφείλουν να στοιχειοθετήσουν. Εφόσον δηλαδή οι Ιδιοκτήτες ενήργησαν με τον τρόπο που τους καταλογίζεται από τους Ενοικιαστές, ήτοι αμέλησαν να παραλάβουν την κατοχή στον κατάλληλο χρόνο, εάν εν τέλει άλλαξαν στάση παραλαμβάνοντας τα κλειδιά του Υποστατικού το 2015 ή το 2016, αυτό είναι στοιχείο ήσσονος σημασίας, αφού δεν επηρεάζει την έκταση της ευθύνης των Ενοικιαστών. Επιπλέον, η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος είναι μακρά και αδικαιολόγητη. Ο χρόνος, ειδικά σε αυτό το συνοπτικής φύσης Δικαστήριο, είναι ιδιαίτερα καθοριστικός. Για αυτό και η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας, το συντομότερο δυνατό, είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων.[8] Το γεγονός ότι η παρούσα Κυρίως Αίτηση είναι η μοναδική υπόθεση τούτου του Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε το 2016 και δεν έχει ακόμη διεκπεραιωθεί, αποτελεί δεδομένο που μιλά αφ' εαυτού. Ούτε το γεγονός ότι οι Ενοικιαστές άλλαξαν δικηγόρο, διαφοροποιεί ασφαλώς την κατάσταση των πραγμάτων. Προχωρώ στο δεύτερο σκέλος της αιτούμενης τροποποίησης, μέσω της οποίας επιδιώκεται να αμφισβητηθεί η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' επίκληση των λεχθέντων στη Φυσεντζίδης ν. Ν. K & C Snooker & Pool Entertainment ECLI:CY:AD:2020:A171, Πολ. Έφ. 30/19 ημ. 01/06/2020, όπου λέχθηκε πως για τη στοιχειοθέτηση της παρούσας δικαιοδοσίας δεν αρκεί το υποστατικό να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 31/12/1999 αλλά θα πρέπει τότε να ήταν ενοικιασμένο ή να προσφερόταν προς ενοικίαση. Οι Ενοικιαστές υποστηρίζουν πως η εν λόγω τροποποίηση αφορά ισχυρισμό που δεν συμπεριλήφθηκε επειδή τελούσαν υπό «νομική πλάνη» η οποία άρθηκε με την έκδοση της αναφερόμενης απόφασης και ως εκ τούτου θεωρούν πως «η ύπαρξη της εν λόγω απόφασης μπορεί να θεωρηθεί υπό μια έννοια και ως νέο γεγονός μη υπαρκτού κατά τη λήψη των οδηγιών και καταχώρησης δικογράφου σύμφωνα με την Δ.25 θ.1
(3)». Σε σχέση με τούτο το ζήτημα, κατ' αρχάς σημειώνω ότι η Φυσεντζίδης εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα και συνεπώς δεν μπορεί να καταλογιστεί ολιγωρία στους Ενοικιαστές ως προς το χρόνο που έδρασαν. Επίσης, θα ήταν άδικο να εκληφθεί πως η πλευρά τους θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να μεριμνήσει για να δικογραφήσει το προδικαστικό ζήτημα που σχετίζεται με τα αποφασισθέντα στη Φυσεντζίδης, η οποία εκδόθηκε τέσσερα χρόνια μετά την καταχώριση της Απάντησης. Όπως σχετικά στην ίδια τη Φυσεντζίδης υποδεικνύεται, το εγειρόμενο επίδικο θέμα ήταν καινοφανές, δίχως να υπάρχει παλαιότερη δεσμευτική νομολογία που να πραγματεύεται ευθέως το υπό εξέταση ζήτημα. Τουναντίον, τόσο οι μέχρι τότε πρωτόδικες αποφάσεις των Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων όσο και η obiter νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, παρέπεμπαν στην αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι ερμήνευαν το συγκεκριμένο άρθρο με τρόπο που η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων συναρτόταν αποκλειστικά και μόνο με το χρόνο συμπλήρωσης του υποστατικού και τίποτα περισσότερο. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Διογένης Χριστοφόρου Λτδ ν. Giosa
(2012)1 Α.Α.Δ. 1196 όπου λέχθηκαν τα εξής:[9] « Η πολυκατοικία στην οποία βρίσκεται το ενοικιασθέν διαμέρισμα είναι μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή και ανεγέρθη κατά το έτος 1990 επομένως ισχύει, για την περίπτωση του διαμερίσματος, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν. 23/83). » (ο τονισμός των λέξεων είναι δικός μου) Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψιν τα προαναφερόμενα, και συνυπολογίζοντας πως, εν πάση περιπτώσει, η στοιχειοθέτηση της παρούσας ειδικής δικαιοδοσίας, αποτελεί αυτόβουλη και αυτοδύναμη[10] υποχρέωση του ίδιου του Δικαστηρίου, αφού πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα και ανεξαρτήτως των επιθυμιών των διαδίκων, αποδέχομαι, πως η έκδοση της Φυσεντζίδης μπορεί να εκληφθεί ως δεδομένο που δεν ήταν «υπαρκτό», ήτοι στοιχείο της πραγματικότητας (δείτε: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Μπαμπινιώτη, 4η έκδοση, σελ. 2012) κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώριση της Απάντησης των Ενοικιαστών. Κατ' επέκταση, ως προς τούτο το ζήτημα, η τροποποίηση θα εγκριθεί. Από την άλλη, αυτό το στάδιο δεν είναι ο χώρος για να αποφασιστεί κατά πόσο η παρούσα υπόθεση «διακρίνεται» από τη Φυσεντζίδης ως υποστηρίζεται στο λόγο ένστασης αρ. 3 ο οποίος και απορρίπτεται. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Κατά συνέπεια, η αίτηση τροποποίησης θα πετύχει μερικώς, ως ανωτέρω εκτίθεται. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς, ως ανωτέρω εκτίθεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Απάντησης ως το αιτητικό «Α1» της Αίτησης καθώς και για την πρώτη πρόταση της παραγράφου «Α2», ήτοι της αναφοράς: «Οι Καθ' ων η Αίτηση άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής τους ένστασης προς απάντηση τους ισχυρίζονται τα ακόλουθα». Για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς στην παράγραφο «Α2», η Αίτηση απορρίπτεται. Το τροποποιημένο έγγραφο να παραδοθεί στους Αιτητές μαζί με επίσημο αντίγραφο του διατάγματος που παρέχει άδεια για τροποποίηση εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τυχόν τροποποιημένη Ανταπάντηση να καταχωρηθεί εντός των επόμενων 7 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και αυτά που θα χαθούν (thrown away) λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών/Ιδιοκτητών, υπολογισθέντα και πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης, μειωμένα όμως κατά ½ λόγω της αποτυχίας των λόγων Ένστασης και δίχως σε αυτά να υπολογιστούν έξοδα για την ετοιμασία της αγόρευσής τους. Οι Καθ' ων να καταχωρίσουν αίτηση για άδεια για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, έως τις 21/02/2022, τυχόν ένσταση να καταχωρηθεί έως τις 28/02/2022 και η εν λόγω αίτηση ορίζεται για ακρόαση, στις 10/03/2022 ώρα 10:00 με γραπτές αγορεύσεις. Η κυρίως διαδικασία ορίζεται για οδηγίες την ίδια ημερομηνία. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνεται ότι, επειδή το υπό εξέταση θέμα αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [3] Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». [4] Δείτε: Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82, Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Darya Abramchyk κ.ά Πολ. Εφέσεις 319/11 και 320/11 ημερ.13/01/2014. [5] Όσον αφορά το τι ακριβώς σημαίνει η αναφορά σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας», διευκρινίζω εξ' αρχής ότι θα ήταν ακροσφαλές να επιχειρηθεί να αποδοθεί κάποιος άκαμπτος ορισμός στην εν λόγω έννοια, διότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται κάτω από τις δικές της ιδιαίτερες περιστάσεις. Η πολυπλοκότητα των επίδικων γεγονότων ή των νομικών θεμάτων, καθώς και η έκταση της μαρτυρίας που πρόκειται να προσφερθεί απαιτεί την αντίστοιχη κατά περίπτωση αξιολογική κρίση. Παρόλα αυτά, θεωρώ πως εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η φράση αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα απλό γραφικό λάθος, (αφού το ζήτημα αυτό το πραγματεύεται η Δ.25 θ. 6), το οποίο όμως λάθος θα πρέπει να συσχετίζεται αποκλειστικά με τη σύνταξη της δικογραφίας (αφού καλόπιστο λάθος που δεν αφορά τη σύνταξη της δικογραφίας, δεν καλύπτεται). Επιπροσθέτως, τούτου του είδους το λάθος πρέπει να έχει γίνει «εκ παραδρομής». [6] Για τους κανόνες ερμηνείας επιφυλάξεων, δείτε: Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 883. [7] Δείτε σχετικά: Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525. Όπως συναφώς εξηγείται στο σύγγραμμα The Law of Tort, 2η Έκδοση
(2007), Professional Liability, Legal Professionals, σελ. 877-878 κ.ε. ανάμεσα στις γενικές επαγγελματικές υποχρεώσεις ενός δικηγόρου είναι η εξασφάλιση επαρκών πληροφορίων για το είδος του προβλήματος, η επιβεβαίωση του σχετικού νομικού πλαισίου, η γοργή και κατάλληλη δράση και η συνεχής ενημέρωση του πελάτη για την πρόοδο του όλου ζητήματος. Για παράδειγμα στη Re Massey and Carrey
(1884)26 Ch D 459 κρίθηκε ένοχος αμέλειας ο δικηγόρος που παρέλειψε να καταχωρήσει δικόγραφο εντός της καθορισθείσας προθεσμίας ενώ στη Losner v. Michael Cohen and Co
(1975)Sol Jo 340 θεωρήθηκε αμελής η ενέργεια να εγερθεί αγωγή εναντίον εσφαλμένου εναγόμενου. [8] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89. [9] Άξιες αναφοράς είναι επίσης και οι υποθέσεις Apex Ltd v. Argyridou
(1989)1 C.L.R. 265, Dasaki Entertainment Co Ltd ν. Ιερού Ναού Πανάγιας Χρυσελεούσης Στροβόλου κλπ
(2009)1Α Α.Α.Δ 162 και Ανδρέου v. Κλοκάρη, ECLI:CY:AD:2018:A555, Πολ. Έφεση αρ. 138/2013, ημερομηνίας 21/12/2018 οι οποίες σχετίζονταν με την ερμηνεία του όρου «ακίνητον» στο άρθρο 2 του Νόμου 23/83, δίχως να προκύπτει από το περιεχόμενο αυτών των υποθέσεων η δικαιοδοτική προϋπόθεση που έχει τεθεί με τη Φυσεντζίδης. Όπως επίσης προκύπτει από τις υποθέσεις Maximos Court Ltd ν 1. Χρ. Πιερή κ.α.
(2001)1Β Α.Α.Δ 875 και Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 261 τόσο ο πρώην όσο και ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου υπάγονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, δίχως ξανά σε αυτές τις υποθέσεις να τεθεί η προϋπόθεση της Φυσεντζίδης. [10]Δείτε: Τουμάζου ν. S. P. S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α. Α. Δ 700. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο