← Κύπρος

D.C. OFFSET PRINTING LIMITED ν. D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), Αίτηση αρ. K19/2021, 22/2/2022

D.C. OFFSET PRINTING LIMITED ν. D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), Αίτηση αρ. K19/2021, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:9 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. K19/2021 ΜΕΤΑΞΥ: D.C. OFFSET PRINTING LIMITED (HE 324032), από τη Λεμεσό Αιτητών και D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), από τη Λεμεσό, μέσω του Παραλήπτη και Διαχειριστή της, xxxx Ιωάννου Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 05/01/2022 για προσωρινό διάταγμα (σε σχέση με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 01/07/2022) Ημερομηνία: 22/02/2022 Για Αιτητές: κ.κ. Α. Μαθηκολώνης και Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Λ. Μ. Κωστακόπουλος για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Οι διαφορές των διαδίκων είναι έντονες και εκτείνονται πέραν των ορίων αυτής της δικαιοδοσίας. Η εμπλοκή του παρόντος Δικαστηρίου σχετίζεται με την υπενοικίαση ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού - Ύψωνα (στο εξής: το «Υποστατικό»). Η κυρίως σύμβαση ενοικίασης είναι μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής: «ο Εκμισθωτής») και των Καθ' ων (στο εξής: «οι Ενοικιαστές»). Οι Αιτητές στην παρούσα διαδικασία είναι οι υπενοικιαστές των Καθ' ων (στο εξής: «οι Υπενοικιαστές») και οι οποίοι καταχώρησαν την 03/08/2021 την Κυρίως Αίτηση Παραμερισμού (στο εξής: «η Αίτηση Παραμερισμού»), επικαλούμενοι, προφανώς, το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου (στο εξής: «ο Νόμος»), το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: « Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11

(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » Με την Αίτηση Παραμερισμού αξιώνεται ο παραμερισμός της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού‑Πάφου, τμήματος Λεμεσού, στην Αίτηση υπ' αρ. Ε84/20 ημερομηνίας 01/07/2021 (στο εξής: «η Απόφαση») με την οποία, οι Ενοικιαστές εξασφάλισαν διάταγμα ανάκτησης κατοχής του Υποστατικού, πλέον το ποσό των €300.000,00 έναντι οφειλόμενων ενοικίων της περιόδου 2015 - 2019, πλέον ενδιάμεσα οφέλη προς €5.000 μηνιαίως από 01/01/2020, πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Οι Υπενοικιαστές δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της εναντίον τους Απόφασης. Η απουσία τους οφείλεται στο γεγονός ότι παρόλο που εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους για να καταχωρήσουν Απάντηση, οι τελευταίοι αμέλησαν να ενεργήσουν σχετικά, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση στην απουσία τους. Σημειώνεται ότι, παρά την απουσία των Υπενοικιαστών, δεν ήταν ακοπίαστη για τους Ενοικιαστές η μονομερής διαδικασία για την απόδειξη της υπόθεσής τους. Εν τέλει, το Δικαστήριο, και αφού έδωσε την ευκαιρία στο δικηγόρο των Ενοικιαστών να επανέλθει με δύο συμπληρωματικές αγορεύσεις, αποδέχθηκε την ύπαρξη της δικαιοδοσίας τούτου του Δικαστηρίου στη βάση του ακόλουθου σκεπτικού: « [..] Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, και των προβληματισμών μου σε σχέση με την αρχή που έχει τεθεί μέσω της υπόθεσης Apex Ltd. v. Argyridou
(1989)1 C.L.R. 225, όπου λέχθηκε πως οι μισθώσεις προς ανοικοδόμηση (building leases) εξαιρούνται της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, εν τη απουσία και αντίθετης επιχειρηματολογίας, έχω καταλήξει πως η παρούσα υπόθεση στη βάση των δικών της ιδιαίτερων γεγονότων διακρίνεται από την πιο πάνω νομολογιακή αρχή. Συγκεκριμένα, παρόλο που φαινομενικά με βάση το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που έχει καταχωρηθεί προς απόδειξη της υπόθεσης παρουσιάζεται η Κυπριακή Δημοκρατία να μισθώνει στους Αιτητές τεμάχιο προς ανοικοδόμηση στις 29 Οκτωβρίου 1999, στην πραγματικότητα, όπως σαφώς προκύπτει από την οικοδομική άδεια που επισυνάπτεται στο ίδιο τεκμήριο, το Yποστατικό είχε ήδη συμπληρωθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα όπως υποστήριξε και ο συνήγορος της Αιτήτριας εταιρείας ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο μέσω της παραγράφου 31 της αγόρευσης του ημερ. 15/6/2021 όσο και προφορικά. Κατά συνέπεια φαίνεται πως η προβαλλόμενη ως συμφωνία ανοικοδόμησης δεν είναι στην πραγματικότητα τέτοιου είδους συμφωνία αλλά συμφωνία ενοικίασης υποστατικού και ως εκ τούτου το δικαίωμα των Αιτητών που απορρέει από την αρχική συμφωνία εναντίον των Καθ' ων η αίτηση δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την αρχή που έχει τεθεί στην Apex, δοθέντος μάλιστα ότι το Δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει, με βάση τις σχετικές νομολογιακές αρχές, τον πραγματικό χαρακτήρα της κατά περίπτωση ενοικιαστικής σχέσης (Δείτε: Street v. Mountford
(1985)2 All ER 289). » Το περιεχόμενο της Αίτησης Παραμερισμού. Ανάμεσα στις 27 πυκνογραφημένες σελίδες της Αίτησης Παραμερισμού οι Υπενοικιαστές αναφέρονται εκτενώς στο ιστορικό των σχέσεων των διαδίκων, όπως οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται, με έμφαση στις οικονομικές και άλλες διαφορές των διάδικων που οδήγησαν στην εμπλοκή της Τράπεζας Κύπρου και στο διορισμό του κ. xxxx Ιωάννου ως Παραλήπτη / Διαχειριστή των Ενοικιαστών (ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Π/Δ»). Αναφέρονται στα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία της νομικής οντότητας των Υπενοικιαστών, η οποία και ακολούθως περιήλθε σε συμφωνία με τους Ενοικιαστές δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 15/01/2015, ήτοι η επίδικη συμφωνία υπενοικίασης και για την οποία έχει εξασφαλιστεί και η σχετική έγκριση από τον Εκμισθωτή. Υποστηρίζουν ότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της συμβατικής σχέσης καθιστά τους ίδιους «ιδιοκτήτες» των κτηρίων και/ή του εργοστασίου και ότι η επίδικη σύμβαση αφορά μόνο το τεμάχιο γης και όχι «ακίνητο» εν τη έννοια του Νόμου. Επιπλέον, οι Υπενοικιαστές ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται δικαιοδοσίας και ότι η απόφασή του ήταν αποτέλεσμα ουσιώδους λάθους. Παραπέμπουν σε άλλες δικαστικές διαδικασίες μέσω των οποίων αμφισβητούν τη νομιμότητα του διορισμού του Π/Δ. Ακόμη ισχυρίζονται ότι στο πλαίσιο των άλλων διαδικασιών ο Π/Δ υποστήριξε πως η επίδικη ενοικίαση είναι άκυρη και αποτέλεσμα απάτης προς καταδολίευση των πιστωτών των Ενοικιαστών, αξιώνοντας την ανάκτηση της κατοχής στη βάση εκείνου του ισχυρισμού, γεγονότα που απέκρυψε στο πλαίσιο διαδικασίας στην Ε84/20, εξαπατώντας με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Αγωγή αρ. 1097/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό της εν λόγω Αγωγής, ως επίσης και αναφορές από ένορκες δηλώσεις του Π/Δ που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος. Αναφέρουν ότι, εν τέλει, η διαδικασία εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος στην Αγωγή αρ. 1097/2019 ολοκληρώθηκε με την εξασφάλιση τριών
(3)εκ των αιτούμενων διαταγμάτων, δίχως οι Ενοικιαστές να επιτύχουν να ανακτήσουν την κατοχή του Υποστατικού, ως ήταν ένα από τα αιτήματά τους. Ως εκ τούτου, θεωρούν καταχρηστική την προσφυγή των Ενοικιαστών στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων για να διεκδικήσουν «τη θεραπεία που δεν εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Αγωγή αρ. 1097/2019, δηλαδή της παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής». Κάτω από την ενότητα όπου εκθέτουν τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες «απάτης ή και δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» προσδιορίζουν ως τέτοιας φύσης γεγονότα, ανάμεσα σε άλλα, την εκκρεμοδικία και τα επίδικα θέματα της Αγωγής αρ. 1097/
  1. Η 1η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα. Την 01/09/2021 οι Υπενοικιαστές καταχώρησαν αίτηση για προσωρινή προστασία (η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως η «1η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα» ), επί της οποίας εξασφάλισαν μονομερώς διάταγμα, το οποίο στις 30/11/2021 ακυρώθηκε δίχως να εξεταστεί επί της ουσίας η αίτηση, επειδή κρίθηκε ότι δεν υπήρξε ειλικρινής αποκάλυψη επί ουσιώδους ζητήματος. Συγκεκριμένα είχε εσφαλμένα υποστηριχθεί κατά την εξασφάλιση του μονομερώς διατάγματος ότι το επίδικο υποστατικό βρίσκεται σε μη ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή, ζήτημα το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως «ευθεία και αναντίλεκτα ουσιώδη παραπλάνηση του Δικαστηρίου». ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. (α) Η επίδικη Αίτηση. Στις 05/01/2022 οι Υπενοικιαστές επανήλθαν με την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, αξιώνοντας ξανά μονομερώς την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης. Η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ως προς τα γεγονότα, η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. xxxx Κουβά ο οποίος εξιστορεί δίχως την παραμικρή φειδώ, μέσα σε 51 σελίδες, τους λόγους, και όχι μόνο, επί των οποίων βασίζεται το αίτημα των Υπενοικιαστών. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο των ισχυρισμών του, υποστηρίζει ότι: · Ισχυρίζεται ότι ο Π/Δ προέβη σε επτά αποτυχημένες προσπάθειες για να λάβει την κατοχή του Υποστατικού συνέπεια η οποία θα καταστρέψει τόσο την εταιρεία των Υπενοικιαστών όσο και 60 οικογένειες που εργοδοτεί. · Είναι η άποψη του ότι μέσω της διαδικασίας της Ε84/20 ξεγέλασε, εξαπάτησε και παραπλάνησε το Δικαστήριο αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται τόσο με το ιστορικό της υπόθεσης όσο και με ζητήματα που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος υπέρ των Ενοικιαστών το οποίο δεν αποκαλύφθηκε κατά την προηγούμενη διαδικασία. Πέραν της αμφισβήτησης του διορισμού του Π/Δ αναφέρεται στην ύπαρξη άλλων δικαστικών διαδικασιών μέσω των οποίων επιδιώκει τον ίδιο σκοπό, ήτοι την παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής του Υποστατικού και την εξόντωση των Υπενοικιαστών. Χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του Π/Δ και των Ενοικιαστών ως μία άνευ προηγουμένου και πρωτοφανή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. · Επίσης ισχυρίζεται ότι δεν ήταν σωστή η επίδοση της αναγκαίας προειδοποιητικής επιστολής και ότι τα οφειλόμενα ενοίκια έχουν αποπληρωθεί. · Αξίζει να καταγραφεί η επιμονή του ενόρκως δηλούντα σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως καταχρηστική προσέγγιση των πραγμάτων εκ μέρους του Π/Δ με την έγερση της Ε84/20 ενώ κατά τον ίδιο χρόνο βρίσκεται σε εκκρεμοδικία η αγωγή 1097/19 του Ε.Δ. Λεμεσού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33) η οποία φέρει τον εξής τίτλο και αιτητικό: «
  2. xxxx Ιωάννου, ως Διαχειριστής και Παραλήπτης των εταιρειών D. COUVAS & SONS LIMITED και COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED, από την Λευκωσία
  3. D. COUVAS & SONS LIMITED, υπό διαχείριση.
  4. COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED, υπό διαχείριση. Ενάγοντες και
  5. D.C. OFFESET PRINTING LTD, από την Λεμεσό.
  6. xxxx Κουβάς, από την Λεμεσό.
  7. xxxx Δ. Κουβάς από την Λεμεσό.
  8. xxxx Παναγίδου, από την Λεμεσό
  9. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας & Τουρισμού Εναγόμενοι [..] Οι Ενάγοντες αξιώνουν: Α. Αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή κηρύσσει ότι η «Συμφωνία» των Εναγόντων 2 και των Εναγόντων 3 μετά των Εναγόμενων 1, φέρουσας ημερομηνίας εκτέλεσης 15/01/2015 είναι άκυρη και/ή άκυρη εξ' υπαρχής και/ή στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και/ή είναι άνευ οποιοσδήποτε νομικής ισχύος ως πράξη γενόμενη κατά παράβαση σύμβασης και/ή γενόμενης με κακή πίστη (in bad faith) και/ή ως πράξη η συνομολόγηση της οποίας δεν έγινε από τους Εναγομένους 1 υπό προϋποθέσεις πλήρους ανταγωνισμού και/ή με συνήθεις και/ή γνήσιους εμπορικούς σκοπούς (not at arm s length) και/ή για αλλότριους σκοπούς (improper purpose) και/ή ως πράξης γενόμενης συνεπεία απάτης (fraud) και/ή δόλου (deceit) και/ή συνομωσίας προς διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή συνομωσίας με νόμιμα και/ή παράνομα μέσα προς καταδολίευση πιστωτή και/ή για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) μεταξύ των Εναγομένων 1 ως 4 και/ή δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης (dishonest assistance and/or knowing receipt) εις βάρος των Εναγόντων 2 και
  10. [..] » Εξηγεί με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθούν τα διατάγματα της Ε84/20 και ακολούθως αναφέρεται τόσο στους λόγους για τους οποίους υπήρξε παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης στη διαδικασία που οδήγησε στην εξασφάλιση απόφασης από τους Ενοικιαστές. Εν συνεχεία, μέσω 19 παραγράφων αναπτύσσει τα ζητήματα που άπτονται της ανεπανόρθωτης ζημιάς και του κατεπείγοντος για την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Με δύο λόγια ως προς το τελευταίο ζήτημα ο ισχυρισμός του είναι ότι έξω από το εργοστάσιο υπάρχουν άτομα «ομάδα μπράβων» οι οποίοι αναμένουν την εντολή του Π/Δ για να προβούν σε έφοδο εντός του Υποστατικού και να το καταλάβουν. Στις 07/01/2022, οι Υπενοικιαστές, και αφού προηγουμένως οι δικηγόροι τους επιχειρηματολόγησαν για τον σκοπό αυτό προς το Δικαστήριο, εξασφάλισαν, υπό τους όρους της άμεσης πληρωμής του ποσού των €200.000,00,[1] καθώς και της καταβολής €5.000,00 μηνιαίως από 1/2/2022, προσωρινό διάταγμα (στο εξής: «το Διάταγμα») με το οποίο η Απόφαση ανεστάλη υπό όρους, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης για την Αίτηση Παραμερισμού. Για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, κρίνεται σκόπιμο όπως το Διάταγμα παρατεθεί αυτολεξεί: « Η Αίτηση αυτή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για ακρόαση στην παρουσία του κ. Αν. Μαθηκολώνη με κ. Κασιανή και κ. Χ"Κωνσταντή για κ.κ. ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, δικηγόροι για τους Αιτητές. Το Δικαστήριο, αφού μελέτησε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και αφού υπογράφτηκε εγγύηση υπό ή εκ μέρους των Αιτητών, ύψους €200.000,00 για την αποζημίωση των Καθ' ων η αίτηση για ενδεχόμενες ζημιές, βλάβες ή δαπάνες από την χωρίς εύλογη αιτία έκδοσης του διατάγματος: ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ αυτό δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως:
  11. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή του Διατάγματος, ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LTD στην Αίτηση αρ. Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα ανάκτησης κατοχής του υποστατικού ήτοι του Βιομηχανικού Τεμαχίου Γης, του συνιστούντος μέρους των Τεμαχίων υπ' αρ. 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 και 27 του Συμπλέγματος «D» του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου υπ' αρ. xxxx, xxxx, xxxx., xxxx, εκτάσεως 6 εκταρίων, 9 δεκαρίων και 140 τετραγωνικών μέτρων, στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού - Ύψωνα, καθώς επίσης και των ευρισκόμενων εντός του Βιομηχανικού Τεμαχίου κτιρίων και/ή οικοδομών και/ή υποστατικών και/ή άλλως πως, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Κ*19/2021 ημερομηνίας 3/8/2021 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμού της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  12. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή Διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LTD στην Αίτηση Αρ. Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτρια στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LTD, και/ή οποιοσδήποτε τυχόν αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος και/ή υπηρέτης της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LTD, και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει συμφέρον ή δικαίωμα από αυτήν, εκκενώσει και παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του προαναφερόμενου υπό «Α» ανωτέρω, υποστατικού, μέχρι τελείας εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Κ*19/2021 ημερομηνίας 3/8/2021 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμού της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED, στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  13. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναστολή, ομού μαζί με τις υπόλοιπες εξαιτούμενες θεραπείες στην παρούσα, εκτέλεση της Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στην Αίτηση αρ. Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο χρόνος συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LTD, καθορίζεται η σε περίοδο εντός 90 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος, ημερομηνίας 1/7/2021, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Κ*19/2021 ημερομηνίας 3/8/2021 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμού της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  14. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή Διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στην Αίτηση Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση Ε84/2020 και Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LTD για το ποσό των €300.000,00.-, ως υπόλοιπο οφειλόμενων ενοικίων για την περίοδο από 2015 έως και 2019 (€60.000,00.- ετησίως), πλέον τόκο προς 2% ετησίως, επ' αυτού από 25/8/2020 μέχρι εξοφλήσεως, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Κ*19/2021 ημερομηνίας 3/8/2021 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμού της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  15. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή Διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στην Αίτηση Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση Ε84/2020 και Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LTD, για το ποσό των €5.000,00.- μηνιαίως, ως ενδιάμεσα οφέλη από 1/1/2020 και κάθε αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης κατοχής του υποστατικού, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που έκαστο ποσό έχει καταστεί ή θα καταστεί οφειλόμενο, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Κ*19/2021 ημερομηνίας 3/8/2021 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμού της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  16. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα που απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και Αιτήτρια στην Αίτηση Ε84/2020 και/ή στον φερόμενο ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της D. COUVAS & SONS LTD κ. xxxx Ιωάννου και/ή οποιουσδήποτε αντιπροσώπους και/ή υπάλληλους και/ή υπηρέτες του και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτελών οδηγίες του από το να επέμβει στο επίδικο υποστατικό υπό το «Α» ανωτέρω, και/ή να εισέλθει σε αυτό, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Κ*19/2021 ημερομηνίας 3/8/2021 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμού της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Α. Η εν λόγω εγγύηση, εντός των επόμενων 15 ημερών, να αντικατασταθεί με αντίστοιχη πληρωμή στο Δικαστήριο. Β. Οι Αιτητές θα καταβάλλουν προς τους Καθ' ων η αίτηση μηνιαίως ή θα προβαίνουν σε αντίστοιχη πληρωμή στο Δικαστήριο από 01.02.2022 και για κάθε πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μηνός, με πέντε
(5)μέρες χάριν, το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (€5.000,00) έναντι και/ή προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ενοικίου. Γ. Οι πιο πάνω όροι θα ισχύουν μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην Αίτηση παραμερισμού και υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή όπως άλλως πως ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. Μη τήρηση οποιουδήποτε όρου, θα συνεπάγεται την ακύρωση των διαταγμάτων αναδρομικά, από την ημερομηνία της παράβασης του εν λόγω όρου. Δ. Το Προσωρινό Διάταγμα ορίζεται για επίδοση (επιστρεπτέο) στις 17.01.2022, ώρα 9 π.μ. Ε. Έξοδα δίκης. » Στις 17/01/2022 δόθηκαν οδηγίες τόσο για την καταχώριση Ένστασης όσο και για την καταχώριση τυχόν ενδιάμεσων αιτήσεων. (β) Η Επίδικη Ένσταση. Στις 25/01/2022, οι Ενοικιαστές καταχώρισαν ένσταση ως προς το ζήτημα της οριστικοποίησης του Διατάγματος (στο εξής: «η Ένσταση»), η οποία βασίζεται στους ακόλουθους 18 λόγους: «
  1. Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60για την έκδοση και/ή τη συνέχιση ισχύος προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται.
  2. Η υπό κρίση αίτηση δεν καταφάσκει το υπαρκτό του κατεπείγοντος προκειμένου για την επίκληση μονομερώς της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει το κατεπείγον ή καλό λόγο για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και/ή έχουν στρεβλώσει κατά τρόπο καταχρηστικό τα γεγονότα προκειμένου να τροχοδρομήσουν και/ή εμφανίσουν περιστάσεις που έλκουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου μονομερώς και/ή κατεπειγόντως.
  3. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» προτείνοντας και/ή προωθώντας μια επίπλαστη εκδοχή γεγονότων και/ή αποσιωπώντας έτερα γεγονότα σημαντικά της μόρφωσης του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου και/ή δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου πάντα τα κρίσιμα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά και/ή οι ενέργειες των Αιτητών διαπνέονται από κακοπιστία και/ή κακοβουλία και την χρήση των μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό.
  4. Η σκόπιμη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπει εις ολόκληρο τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για τους Αιτητές ώστε η απόφαση του Δικαστηρίου κατέστη a priori ακροσφαλής.
  5. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure of all material facts) που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας και ειδικότερα γεγονότων τα οποία ήταν και/ή θα μπορούσε να ήταν εν γνώσει τους, εφόσον κατέβαλλαν εύλογη επιμέλεια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση.
  6. Οι Αιτητές παραπλάνησαν το σεβαστό Δικαστήριο αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα ώστε να δώσουν λανθασμένη και/ή παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση των διαταγμάτων ημερομηνίας 07/01/
  7. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν στοιχειοθετούν καλή και/ή πραγματικά υπαρκτή βάση απαίτησης (good cause of action) και/ή αξίωσης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των εναντίον αυτών.
  8. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται και/ή κωλύονται λόγω προηγούμενων παραστάσεων και/ή δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed) και/ή λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς τους (estoppel by conduct) και/ή λόγω δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam) judicatam) και/ή κωλύματος εν σχέσει με επίδικο θέμα και/ή άλλως πως, να εγείρουν ζητήματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να ακούσει και να αποφασίσει την υπόθεση Ε84/2020 και/ή να εκδώσει την απόφαση ημερομηνίας 01/07/2021 στα πλαίσια της υπόθεσης Ε84/2020, εξου δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν στοιχειοθετούν καλή και/ή πραγματικά υπαρκτή βάση απαίτησης (good cause of action) και/ή αξίωσης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των εναντίον αυτών.
  9. Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση και/ή εξακολούθηση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή τα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της Αιτήσεως ώστε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ενδιάμεση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το ενδιάμεσο μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 07/01/2022 δέον ακυρωθεί.
  10. Δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή οι συναφείς ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούνται με την αναγκαία επάρκεια.
  11. Οι Αιτητές προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή για αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς και/ή η Αίτηση είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στην άσκηση πίεσης στην Καθ' ης η Αίτηση.
  12. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχονται αναληθείς και/ή παραπλανητικοί ισχυρισμοί και/ή το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  13. Η συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων προκαλεί και/ή θα προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή βλάβη στα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και/ή δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία οποιοσδήποτε και/ή επικείμενος κίνδυνος ώστε να μην είναι δυνατό να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση.
  14. Το παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης στις 07/01/2022, εκδόθηκε σε μονομερή βάση (ex parte) κατά παράβαση των αρχών και προνοιών που διέπουν την έκδοση μονομερών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/60), του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφάλαιο 6), του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, της επιείκειας και δίκαιης δίκης, τις αρχές του κοινοδικαίου και της νομολογίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  15. Δεδομένου του δικονομικού ιστορικού της υπόθεσης Κ19/2021 και των διαδικασιών που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης προ της έκδοσης του του επιδίκου διατάγματος ημερομηνίας 07/01/2022, η έκδοση του επίδικου διατάγματος σε μονομερή βάση (ex parte) ήταν καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη και/ή παραβιάζει την αρχή φυσικής δικαιοσύνης και/ή αντιστρατεύεται την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση επί της αιτήσεως στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα.
  16. Το επίδικο παρεμπίπτον διάταγμα ημερομηνίας 07/01/2022 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου αφού αυτό αντιφάσκει και/ή αντιστρατεύεται και/ή συγκρούεται με το παρεμπίπτον διάταγμα του Ε.Δ. Λεμεσού στην Αγωγή 1097/2019 το οποίο εκδόθηκε στις 06/06/2019, κατέστη απόλυτο στις 13/01/2020 και παραμένει σε ισχύ.
  17. Η γλώσσα και/ή το λεκτικό του επίδικου παρεμπίπτοντος διατάγματος πάσχουν και/ή προκύπτουν αμά τη όψει του πρακτικού της απόφασης του Δικαστηρίου και/ή επί του επίδικου παρεμπίπτοντος Διατάγματος ημερομηνίας 07/01/2022, προφανή νομικά σφάλματα ώστε το διάταγμα δέον ακυρωθεί.
  18. Η μονομερής αίτηση των Αιτητών δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση άγνωστου προσώπου και/ή προσώπου άλλου από αυτό που δηλώνεται και/ή αναφέρεται στο σώμα της αιτήσεως, καθιστώντας την επισυναπτόμενη ένορκη δήλωση ως ανυπόστατη και/ή ανύπαρκτη και/ή άκυρη και/ή άλλως πως.[2] » Ως προς τα γεγονότα, οι Ενοικιαστές, και μέσω της μυθιστορηματικής έκτασης ένορκης δήλωσης του Π/Δ που απαριθμεί 93 σελίδες και 288 παραγράφους, ανάμεσα σε πολλά άλλα, αναφέρονται στην ταυτότητα και στην ιδιότητα των διαδίκων και στο ιστορικό των διαφορών τους και αναπτύσσουν τις δικές τους διαφορετικές θέσεις, προβαίνοντας παράλληλα σε εισηγήσεις. Επιγραμματικά, αξίζει να αναφερθούν τα ακόλουθα από την ένορκη δήλωση του Π/Δ: · Ως προς το ζήτημα της σχέσης της Ε84/20 και της Αγωγής 1097/19, στη σελ. 48 και παράγραφο 137 της ένορκης του δήλωσης, ο Π/Δ ισχυρίζεται ότι η Αγωγή δεν δημιουργεί κώλυμα καθ' οποιονδήποτε τρόπο ούτε επηρεάζει τις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. · Διατείνεται ότι τόσο οι διάδικοι όσο και τα επίδικα ζητήματα διαφέρουν και παρόλο που χαρακτηρίζει τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων ως ένα μέσο για την υλοποίηση των «δόλιων σχεδιασμών» και των «απατηλών συμφωνιών». (παράγραφος 148). · Όσον αφορά τις αιτιάσεις των Υπενοικιαστών που άπτονται της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας έπαψε να είναι «αμφισβητούμενο» (παράγραφος 171). · Αμφισβητεί τους ισχυρισμούς των Υπενοικιαστών που άπτονται της νομιμότητας της επίδοσης της προειδοποιητικής επιστολής και ακολούθως αναλύει τους λόγους κατά τους οποίους κατά την άποψη του δεν πληρούται οποιαδήποτε προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. · Ιδίως, ως προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, συναρτά το όλο ζήτημα με την δυνατότητα των Ενοικιαστών να αποζημιώσουν τους Καθ' ων. · Όσον αφορά δε το ζήτημα του κατεπείγοντος τονίζει ότι μόνο μέσω μίας παραγράφου της ένορκης δήλωσης του κ. Κουβά αναπτύσσεται το εν λόγω ζήτημα, χαρακτηρίζοντας το περιεχόμενο αυτής ως ανεπαρκές για να καταστήσει κατεπείγουσας φύσης την όλη υπόθεση. · Παρουσιάζει ακολούθως την άποψη του για το τι έλαβε χώρα στις 8/12/
  19. Συγκεκριμένα λέει ότι την αναφερόμενη ημερομηνία συναντήθηκε με τον κ. Κουβά λέγοντας του ότι επειδή υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης, πρόσωπο εντεταλμένο από αυτόν θα παρέμεινε στον χώρο ώστε να καταγράφει, ανά πάσα στιγμή, τα περιουσιακά στοιχεία των Ενοικιαστών. · Χαρακτηρίζει ως παραπλανητικούς τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς περί ύπαρξης «μπράβων» και προς επίρρωση της θέσης του αναφέρει ότι οι Ενοικιαστές ακολουθούν όλες τις νενομισμένες διαδικασίες για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού, γνωρίζοντας ότι η επέμβαση στο επίδικο Υποστατικό θα ήταν παράνομη δίχως να προηγηθεί η σχετική διαδικασία για την ανάκτηση της κατοχής. · Ακολούθως, στις παραγράφους 245 έως και 265 της ένορκης του δήλωσης, υποδεικνύει με δηκτικό προς το Δικαστήριο τρόπο τα «προφανή νομικά σφάλματα» που κατά την κρίση του εμπεριέχονται στο Διάταγμα και τα οποία το καθιστούν «έκθετο σε απόρριψη». Οι αναφορές του σε «διπλό νομικό σφάλμα!» και «εξόφλαθμο και μέγα νομικό σφάλμα» είναι ενδεικτικές. · Επιπλέον, ισχυρίζεται πως το παρόν Δικαστήριο υπερέβη τις εξουσίες του εκδίδοντας το έκτο διάταγμα καθότι αυτό συγκρούεται με το διάταγμα της Αγωγής 1097/19, το οποίο «το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είχε ενώπιον του και όφειλε να γνωρίζει, να δει και να είχε μελετήσει το περιεχόμενο της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/01/2020» (παράγραφος 262) και ταυτόχρονα, (παράγραφος 263) ισχυρίζεται πως οι δικηγόροι των Υπενοικιαστών «είναι φανερά ένοχοι» επειδή δεν αποκάλυψαν το συγκεκριμένο διάταγμα προς το Δικαστήριο και για τούτο τον λόγο θα πρέπει να ακυρωθεί. · Υποστηρίζει ότι οι Υπενοικιαστές δεν αποκάλυψαν την πραγματική διάσταση των άλλων δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων με απώτερο στόχο τη «δημιουργία εντυπόσεων στο Δικαστήριο και εξασφάλιση μονομερώς ενδιάμεσων διαταγμάτων» (Σημείωση: η γραφή διατηρείται αυτούσια). · Υποστηρίζει ότι η Αγωγή αρ. 1097/2019 του Ε.Δ. Λεμεσού «δεν ταυτίζεται με τις διαδικασίες του ΔΕΕ ούτε σε ότι αφορά τις βάσεις αγωγής, ούτε σε ότι αφορά τα διάδικα μέρη». · Ισχυρίζεται ότι οι Υπενοικιαστές «ανέμεναν την υστάτη (στις 05/01/2022), δηλαδή 3 μέρες πριν καταστεί εκτελεστή η απόφαση του ΔΕΕ στην Ε84/2020 (στις 08/01/2022)» για να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση, έτσι ώστε να «εκμαιεύσουν επιχείρημα ότι δήθεν πιέζονται χρονικά». · Ολοκληρώνει τη μακροσκελή ένορκη δήλωσή του, υποβάλλοντας ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να ενεργήσει υπέρ των Ενοικιαστών, καθότι αυτός που θα επωμιστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στην πραγματικότητα είναι οι Ενοικιαστές των οποίων τα δικαιώματά τους επηρεάζονται κατά τρόπο «δυσμενή και ασφυκτικό». Υποστηρίζει συναφώς ότι λόγω της διατύπωσης του Διατάγματος, επηρεάζεται η εκτέλεση των καθηκόντων του. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Η προσπάθεια των Υπενοικιαστών να τους δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και για να αντεξετάσουν τον Π/Σ, δυνάμει αιτήσεων ημερομηνίας 27/01/2022, απορρίφθηκε για τους λόγους που εκτίθενται στις αντίστοιχες ενδιάμεσες αποφάσεις τούτου του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 04/02/
  20. Στις 18/02/2022, οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν σχετικά εμπεριστατωμένα γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των διαφορετικών τους θέσεων, στο ειδικό περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο. Την ίδια ημερομηνία, τους δόθηκε η ευκαιρία για να παρουσιάσουν και δια ζώσης[3] τις εισηγήσεις τους, τις οποίες και άκουσα με προσοχή. Στο ειδικό περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων των διαδίκων θα αναφερθώ στο μέτρο που κρίνω σκόπιμο κατά την παράθεση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. ΙIΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η προσωρινή προστασία. Η γενική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, εκπηγάζει από το άρθρο 4
(1)του Νόμου,[4] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[5] ενοικιάσεις[6] και τους όρους αυτών,[7] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Η ειδική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960).[8] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
  2. Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία.
  3. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[9] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει συναφώς να καταδειχθεί, μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[10] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[11] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[12] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[13] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[14] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[15] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[16] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Ακόμα και αν πληρούνται οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[17] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, την καθυστέρηση και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. (β) Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος, σχετίζεται με τον έλεγχο των εξώσεων και των αυξήσεων των ενοικίων των προστατευόμενων ενοικιάσεων μέσω της δίκαιης εξισορρόπησης των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων και της εναπόθεσης ενός πέπλου εύλογης προστασίας για την κατοικία και την επαγγελματική στέγη. Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων προαπαιτεί δικαιοδοσία και καθ' ύλην αρμοδιότητα.[18] Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι, μεταξύ άλλων, αυτά που προβλέπονται στο Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή,[19] και τα απαγορευτικά που σχετίζονται με τη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και την αποτροπή αντίθετων συμπεριφορών.[20] (γ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης γενικά. Σχετικό με το επίδικο θέμα είναι και το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται τόσο γενικότερα με το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης όσο και με το τι ισχύει ειδικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για αναστολή μιας δικαστικής απόφασης προβλέπεται στην Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί: « An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been direct. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. » Η Δ.35 θ.18 είναι πανομοιότυπη με την Αγγλική Δ.58 Θ.
  4. Η επί του δικαιώματος για αναστολή σχετική νομολογία είναι πλούσια και σαφής. Το αποφασιστικό κριτήριο για να δίδεται ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων, δηλαδή της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης ή διαδικασίας παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η καταχώρηση έφεσης, ή κατ' αναλογία, η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δεν επενεργεί προς αναστολή τέτοιας απόφασης, αλλά η διακριτική εξουσία, είτε του Εφετείου, είτε των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων ασκούνται με βάση την αρχή της διατήρησης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά καθώς και τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ή της διαδικασίας παραμερισμού, εφόσον, μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει τέτοια πρόγνωση.[21] H εμβέλεια της Δ.35, θ. 18, εξετάστηκε στη Δημητρούδης v. Λουγκρίδη,
(2011)1Α Α.Α.Δ 687, όπου, με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, λέχθηκε ότι η εν λόγω διαταγή δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας. Στη Χατζηπαναγή ν. Αυξεντίου, ECLI:CY:AD:2017:A399, Πολιτική Έφεση Αρ.151/2017, ημερομηνίας 09/11/2017 λέχθηκαν τα εξής: « Μεταξύ των στοιχείων που συνυπολογίζονται κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος αν το δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής. » (δ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για να διαταχθεί η αναστολή μιας τελικής απόφασης ενυπάρχει και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, αναφέρονται τα εξής: « Το Δικαστήριον, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α),(β) (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ) (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι o ενοικιαστής θα πληρώση παν ποσόν το οποίον νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλη την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλη την ημερομηνίαν κατοχής διά τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελαν συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει καταλλήλους. » Το εν λόγω άρθρο 11
(5)ερμηνεύθηκε στην Ανδρέας Μιχαηλίδης ν Θωμάς Σάββα Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, ημερομηνίας 22/09/2017 και στην Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:A302, Πολιτική Έφεση αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/
  1. Στη τελευταία απόφαση, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: « ..το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εμποδίζεται, όταν υπάρχει έφεση, να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει της Δ.35,θ.
  2. Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).[22] Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35,θ.
  3. [23] Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Πριν οτιδήποτε άλλο, οφείλω να σημειώσω πως οτιδήποτε ακολουθεί, σχετίζεται αποκλειστικά με τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας αίτησης. Τίποτα από ότι παρακάτω εκτίθεται θα πρέπει να εκληφθεί ότι προκαταβάλλει το αποτέλεσμα της Κυρίως διαδικασίας. Αν και έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και ανάλογη υπομονή, τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των διαδίκων, όπως αυτές αναλύονται στα 13 κιλά χαρτιού που θυσιάστηκαν για την ετοιμασία της Αίτησης και της Ένστασης καθώς και τις επιμελείς και μακροσκελείς αγορεύσεις, συνειδητά θα αποφύγω να προβώ σε αναλυτική αντιπαραβολή των επιμέρους θέσεων. Έχω υπόψη ότι πολύ πρόσφατα, στη LARIENA INVESTMENTS LTD κ.α. ν. RFI CONSORTIUM LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. E164/2019, ημερομηνίας 22/01/2021, η οποία αφορούσε διαδικασία ελέγχου προσωρινού διατάγματος, τονίσθηκαν τα εξής: « Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει εμβαθύνει στις θέσεις των δύο πλευρών, ούτε έχει προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του με τις ένορκες δηλώσεις και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές. Όμως, δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην προσέγγιση του Δικαστηρίου. Η φύση της διαδικασίας είναι τέτοια που θεωρούμε ότι δε θα μπορούσε να γίνει περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας, με δεδομένο, όπως άλλωστε είναι αποδεκτό και από τους εφεσείοντες, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα σε διαδικασία όπως η παρούσα. » Εντούτοις, και στο πλαίσιο της αναγκαίας στάθμισης αναπόφευκτα θα προκύψουν κάποιες, κυρίως νομικές, διαπιστώσεις, προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Θα ξεκινήσω με την εξέταση των λόγων Ένστασης που άπτονται ζητημάτων που προηγούνται της εξέτασης της πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και συγκεκριμένα των λόγων Ένστασης υπ' αριθμό 16 και
  1. Α. Κατά πόσον το επίδικο Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, είτε επειδή τελεί σε σύγκρουση με το Διάταγμα της Αγωγής, είτε επειδή σε αυτό έχουν εμφιλοχωρήσει «προφανή νομικά σφάλματα» τα οποία και δικαιολογούν την ολική ακύρωσή του. Οι Λόγοι Ένστασης υπ' αριθμό 16 και 17, διαλαμβάνουν: « Το επίδικο παρεμπίπτον διάταγμα ημερομηνίας 07/01/2022 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου αφού αυτό αντιφάσκει και/ή αντιστρατεύεται και/ή συγκρούεται με το παρεμπίπτον διάταγμα του Ε.Δ. Λεμεσού στην Αγωγή 1097/2019 το οποίο εκδόθηκε στις 06/06/2019, κατέστη απόλυτο στις 13/01/2020 και παραμένει σε ισχύ. Η γλώσσα και/ή το λεκτικό του επίδικου παρεμπίπτοντος διατάγματος πάσχουν και/ή προκύπτουν αμά τη όψει του πρακτικού της απόφασης του Δικαστηρίου και/ή επί του επίδικου παρεμπίπτοντος Διατάγματος ημερομηνίας 07/01/2022, προφανή νομικά σφάλματα ώστε το διάταγμα δέον ακυρωθεί. » Οι Ενοικιαστές, βασίζουν τις αιτιάσεις τους περί «υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστηρίου» και ή «σύγκρουσης» του επίδικου Διατάγματος, με παραπομπή στην 1η παράγραφο του προσωρινού διατάγματός ημερ. 13/01/2020 της Αγωγής 1097/2019, το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως το «Διάταγμα της Αγωγής» και το οποίο έχει ως εξής: «
  2. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η απρόσκοπτη είσοδος στον Ενάγοντα 1-Αιτητή και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του, στο Βιομηχανικό Τεμάχιο γης, του συνιστώντος μέρους των τεμαχίων υπ' αρ. 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 και 27 του Συμπλέγματος «D» του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου υπ' αρ. xxxx, xxxx, xxxx, xxxx εκτάσεως 6 εκταρίων, 8 δεκαριών και 140 τετραγωνικών μέτρων, στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού του οποίου τα δικαιώματα κατέχει η Ενάγουσα 2 δυνάμει της Σύμβασης Μισθώσεως Γης συναφθείσης περί την 29.10.1999 μετά της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενεργούσης μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, προς το σκοπό της καταγραφής των περιουσιακών στοιχείων, κινητών και/ή ακινήτων και/ή των εμπορικών αποθεμάτων των υπό διαχείριση εταιρειών και/ή την επιθεώρηση των λογιστικών αρχείων, βιβλίων και φακέλων αυτών, ως και τη λήψη πάντων των αναγκαίων πληροφοριών που θα επιτρέψουν στον Ενάγοντα 1-Αιτητή την κατά νόμο διεξαγωγή των καθηκόντων του ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των υπό διαχείριση εταιρειών, μέχρι εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. » Ξεκαθαρίζω εξ' αρχής ότι η ακύρωση ολόκληρου του επίδικου Διατάγματος, είτε κατ' επίκληση της ισχυριζόμενης σύγκρουσης της παραγράφου 6 αυτού με το Διάταγμα της Αγωγής, είτε λόγω των ισχυριζόμενων «νομικών σφαλμάτων», δεν αποτελεί ζήτημα που απασχολεί τη σκέψη του Δικαστηρίου. Τούτο επειδή, η συνέπεια που εισηγούνται οι Ενοικιαστές τελεί σε ευθεία σύγκρουση προς την αρχή της αναλογικότητας (principle of proportionality). Η αναλογία του μέτρου προς τον σκοπό που εξυπηρετεί, αρχής γενομένης από τη διανεμητική δικαιοσύνη του Αριστοτέλη και μέχρι σήμερα (π.χ. δείτε το άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση), αποτελεί βασικό πυλώνα όλων των κλάδων του Δίκαιου, από το διοικητικό (άρθρο 23 παρ. 4 του Συντάγματος) έως και το ποινικό δίκαιο (άρθρο 12 παρ. 3 του Συντάγματος) ∙ εξ ου και η συντριπτική πλειοψηφία των θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων υπόκεινται σε λογικούς και εύλογους περιορισμούς. Για τον ίδιο λόγο, οι πλείστοι λόγοι έξωσης θέσμιου ενοικιαστή δυνάμει του άρθρου 11 του Νόμου, επιβάλλουν τον συνυπολογισμό της εν λόγω έννοιας. Ο κ. Κασιανής για τους Υπενοικιαστές υποστήριξε ότι το Διάταγμα της Αγωγής είναι ειδικού σκοπού ο οποίος έχει εκπληρωθεί εδώ και 17 μήνες και εν πάση περιπτώσει η έννοια της απρόσκοπτης εισόδου, δεν «ενέχει το στοιχείο της συνεχούς εισόδου». Ούτε ο Π/Δ έλκει δικαίωμα να τοποθετήσει φρουρούς στο Υποστατικό. Από την άλλη, ο κ. Κωστακόπουλος στις παρ. 247-254 της αγόρευσής του, υπό τον τίτλο «Υπέρβαση εξουσίας - Αντιφατικά Διατάγματα» υιοθετεί[24] τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Π/Δ. Δίχως την παραμικρή διάθεση υπεκφυγής, δεν θα υποκύψω στον πειρασμό να αποφασίσω εάν όντως υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των δύο Διαταγμάτων. Υπό τις περιστάσεις, η ενδεδειγμένη οδός για τη ριζική επίλυση του ανακύπτοντος θέματος, μέσω της οποίας αποτρέπεται η πιθανότητα να αναφυούν άλλα προβλήματα, είναι συγκεκριμένη. Είναι η ακύρωση της 6ης παραγράφου του Διατάγματος. Θυμίζω ότι στο προπαρατεθέν άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου αναφέρεται ότι «το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα».[25] Σήμερα, η συμμόρφωση των Ενοικιαστών με τα υπόλοιπα υπό 1 έως και 5, προσωρινά διατάγματα είναι δεδομένη. Συνεπώς, και λαμβάνοντας υπόψιν τον προληπτικό χαρακτήρα της 6ης παραγράφου του Διατάγματος, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τη διατήρησή της. Αρθείσης λοιπόν της αιτίας, αίρεται και το αποτέλεσμα που προκάλεσε τις δικαιολογημένες ή μη ανησυχίες του Π/Δ ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του που αφορούν την 6η παράγραφο του Διατάγματος. Παράλληλα, θα εξαλειφθεί η όποια πιθανότητα στο μέλλον να υπάρξουν επιπλοκές από τη συνύπαρξη των κατ' ισχυρισμό συγκρουόμενων Διαταγμάτων. Τα προαναφερόμενα, καταδεικνύουν «εύλογη αιτία» για την τροποποίηση του Διατάγματος ημερομηνίας 07/01/2022, δια της διαγραφής και ακύρωσης της έκτης παραγράφου αυτού. Προχωρώ στα επικαλούμενα από τους Ενοικιαστές «προφανή νομικά σφάλματα». Ναι, υπάρχουν μερικά λάθη στη διατύπωση του Διατάγματος που θα έπρεπε να είχαν αποφευχθεί. Όμως, ένα λάθος (error) γίνεται σφάλμα (wrong) μόνο όταν προτιμήσουμε να μην το διορθώσουμε.[26] Ο δε Μπαμπινιώτης, εξηγεί ότι η λέξη σφάλμα προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «σφάλλω», που σημαίνει «ρίχνω κάτω, κάνω κάποιον να πέσει» και υποδηλώνει την πρόκληση αδικίας. Εν προκειμένω, πώς άραγε μια απόφαση που αρχικώς ανέστειλε την εκτέλεση ενός διατάγματος, και όχι εντάλματος, ανάκτησης κατοχής για έξι μόλις εργάσιμες ημέρες, έχει προκαλέσει αδικία στα δικαιώματα των Ενοικιαστών; Ρητορικό, προφανώς είναι το ερώτημα. Κάθε μονομερής διαταγή είναι εκ της φύσεως της μη καθοριστική. Ο λόγος που ένα μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο (returnable), δηλαδή για αναθεώρηση, είναι ακριβώς για να παρέχεται στο ίδιο το Δικαστήριο που έχει εκδώσει τέτοιο διάταγμα, η ευκαιρία να το αναθεωρήσει ή να το ακυρώσει, ιδίως, στις περιπτώσεις όπου η έκδοσή του είναι αποτέλεσμα είτε σκόπιμης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, είτε παραπλανητικής μαρτυρίας. Παραπέμπω σχετικά στη Minister of Foreign Affairs, Trade and Industry v Vehicles and Supplies Ltd [1991] 4 All ER 65, όπου έχουν αναφερθεί τα εξής: « An ex parte order is, in its nature, provisional only and Carey JA was plainly right in following and adopting what was said to this effect by Sir John Donaldson MR in WEA Records Ltd v Visions Channel 4 Ltd , and by Lord Denning MR in Becker v Noel , [1971] 1 WLR
  1. Rowe P considered that s 564B, in providing for an appeal to the Full Court against a refusal of leave, impliedly ousted any reconsideration of the matter either by the same judge or by another judge. This, with respect, is a non sequitur and it would, if correct, produce the absurd result that, even in a case where an order had been obtained by deliberate concealment of material facts and misleading evidence, the judge who had been wrongly persuaded to make the order would be incapable of revoking it. » Ένα μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα στην πλευρά που το εξασφαλίζει.[27] Όπως συναφώς επιβεβαιώθηκε στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Intercarbo, Πολιτική Αίτηση aρ. 235/2021, ημερομηνίας 11/01/2022, ένα διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο ακριβώς: « για να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να δώσει τη δική της εκδοχή και να προβάλει λόγους εναντίον του διατάγματος, χωρίς να απαιτείται άλλη αίτηση και άλλη διαδικασία [..] και δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί με δυνατότητα του δικαστηρίου, όπως το ίδιο την καθόρισε, να ακυρώσει, να τερματίσει ή να περιορίσει το διάταγμα. » Εν προκειμένω, τέτοια δυνατότητα, την ημέρα που το Διάταγμα ήταν επιστρεπτέο δεν δόθηκε στο Δικαστήριο. Ουδεμία νύξη έγινε για τα εν λόγω «νομικά σφάλματα» με αποτέλεσμα, το Δικαστήριο να αποστερηθεί της ευκαιρίας να πράξει τα δέοντα. Το κίνητρο πίσω από τούτη την παράλειψη πραγματικά είναι αδιάφορο. Διότι αυτό που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι η ουσία, μακριά από τις νομικές και λογικές παραδοξότητες που προκαλεί η μικροσκοπική προσέγγιση των πραγμάτων, όπως για παράδειγμα, το ότι οι Ενοικιαστές οι οποίοι επωφελούνται από τον εν λόγω όρο για την εξασφάλιση της αποπληρωμής των ενδιάμεσων ωφελημάτων, ταυτοχρόνως επιχειρούν να παρουσιαστούν και ως οι αδικημένοι[28] από την εναπόθεσή του. Και η ουσία λοιπόν συμπτύσσεται στο ότι ουδεμία αδικία έχει προκληθεί στους Ενοικιαστές από τη λανθασμένη διατύπωση δύο - τριών λέξεων του Διατάγματος. Στην έκταση δε που η εισήγηση επιχειρεί να εξισώσει το γλωσσικό ολίσθημα της αναφοράς σε «κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ενοίκιο» σε συνειδητή αμφισβήτηση, από το ίδιο το Δικαστήριο, της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τον προσήκοντα σεβασμό, δεν προσπερνά το κατώφλι της σοβαρότητας. Αρκούμαι να υποδείξω ότι είναι αυτό το Δικαστήριο που για να δεχθεί σήμερα να ακούσει τους Υπενοικιαστές όχι μόνο έχει δεσμεύσει μέσω χρηματικής πληρωμής (payment into court) το ποσό των €300.000,00 (τριακοσίων χιλιάδων ευρώ) αλλά έχει επιπροσθέτως θέσει και ως συνεχή όρο από την 01/02/22, τη μηνιαία καταβολή των €5.000 ευρώ. Ομοίως, η παρείσφρηση στο Διάταγμα της λέξης «φερόμενος» δεν είναι τίποτα περισσότερο από το αποτέλεσμα μιας αβλεψίας αφού οι αιτιάσεις των Υπενοικιαστών ως προς τη νομιμότητα του διορισμού του Π/Δ, ουδόλως απασχόλησαν το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία στις 07/01/2022, επειδή ακριβώς, σε τούτη την ειδική δικαιοδοσία μόνο τα ζητήματα που είναι σχετικά, παρεμπίπτοντα ή συμπληρωματικά προς τους όρους ενοικίασης εξετάζονται. Δεν χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε περισσότερο για τα προαναφερόμενα. Εάν το διάταγμα οριστικοποιηθεί, θα γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις και το όλο ζήτημα τελειώνει εδώ. Β. Κατά πόσο υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη. Παρά όμως τα προαναφερόμενα, παραμένει να εξεταστεί ο ισχυρισμός των Ενοικιαστών ότι δεν υλοποιήθηκε η υποχρέωση των αντιδίκων τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, λόγω της μη αποκάλυψης του Διατάγματος της Αγωγής (drawn up),[29] παράλειψη η οποία χαρακτηρίζεται από τους Ενοικιαστές ως ουσιώδης. Η εξεφρασθείσα πρόθεση του Δικαστηρίου για την ακύρωση της 6ης παραγράφου του Διατάγματος δεν ακυρώνει το σχετικό λόγο Ένστασης επειδή ο καθοριστικός χρόνος είναι η 7η Ιανουαρίου
  2. Ως γνωστό, η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά βασική απόκλιση την πιο θεμελιώδη αρχή δικαίου, ήτοι την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του, ως επιτάσσει το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος. Απαρέγκλιτη προϋπόθεση για τη μονομερή έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι η πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών[30] γεγονότων. Τούτο διότι, η εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος δίχως να ακουστεί προηγουμένως η άλλη πλευρά, αποτελεί εκτροπή από τη φυσιολογική πορεία μιας δικαστικής διαδικασίας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό.[31] Ο Αιτών το διάταγμα θα πρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο καλή τη πίστη και με καθαρά χέρια διότι, σε διαφορετική περίπτωση, εφόσον δηλαδή διαπιστωθεί παράλειψη ουσιώδους γεγονότος που θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης, το όλο ζήτημα εκλαμβάνεται ως προσπάθεια εξαπάτησης και το Δικαστήριο αρνείται πλέον να ακούσει τον διάδικο που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους.[32] Δεν συμμερίζομαι τις θέσεις των Ενοικιαστών. Τα υπό συζήτηση σχετικά γεγονότα ουδεμία σχέση έχουν με το ότι έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία του Πρώτου Προσωρινού Διατάγματος, τότε που οι Υπενοικιαστές επωμίσθηκαν τις συνέπειες της ουσιώδους παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τώρα τα πράγματα είναι αλλιώς. Όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα Commercial Injuctions, 6η Έκδοση, σελ. 265 κ.ε. το κριτήριο του τι είναι «ουσιαστικό» είναι αντικειμενικό και κριτής για αυτό είναι μονάχα το Δικαστήριο. Θυμίζω παράλληλα ότι στη DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε166/2019, ημερομηνίας 15/10/2020 έχουν τονισθεί τα ακόλουθα: « Έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια πως η έννοια τους ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης έχει τρόπω τινά παρεξηγηθεί από αρκετούς στο νομικό κόσμο. Δεν είναι νοητό ούτε ποτέ οποιαδήποτε αυθεντία έθεσε τέτοιο επαχθές βάρος τους αιτητές να ξεδιπλώνουν με κάθε λεπτομέρεια σε βαθμό σχολαστικισμού κάθε πτυχή των θέσεων των αντιδίκων τους και να την ερμηνεύουν. Δεν είναι αυτή η ορθή εφαρμογή τους πιο πάνω αρχής. Αναμένεται βεβαίως πάντα οι αιτητές, επιδιώκοντας μονομερή θεραπεία, να θέσουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη θέματα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα εναντίον τους, τους δεν είναι εντός του καθήκοντος τους να μετατρέπονται σε οιονεί δικηγόρους τους τους πλευράς για να θέσουν την εκδοχή των αντιδίκων τους, ως να ήταν η δική τους, με πλήρη ερμηνεία θέσεων και εξαντλητική ανάλυση. » Η ύπαρξη τόσο της Αγωγής 1097/2019 όσο και του σχετικού με αυτήν προσωρινού διατάγματος αποτελεί τον κεντρικό άξονα της νομικής γραμμής των Υπενοικιαστών, καταλαμβάνοντας αρκετές σελίδες στην Αίτηση Παραμερισμού. Μέσω δε της παρούσας Αίτησης έχουν αποκαλύψει το πλήρες κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης εκ του οποίου προκύπτει και το «Διάταγμα της Αγωγής» το οποίο είναι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 36 στην Αίτηση. Εάν δεν αποκαλυπτόταν το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 36 προφανώς και τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Αλλά έχει αποκαλυφθεί. Και είναι για τούτο το λόγο, που ο Π/Δ στην προπαρατεθείσα παράγραφο 262 της ένορκης δήλωσής του, επιρρίπτει με οξύ ύφος, την ευθύνη στο Δικαστήριο επειδή κατά την κρίση του, δεν εντόπισε το εν λόγω ζήτημα. Επαναλαμβάνω πως δεν θα αποφασίσω ως προς το κατά πόσον υπάρχει σύγκρουση, συμπλοκή ή άλλως πως, μεταξύ των δύο Διαταγμάτων. Επειδή όμως το υπό εξέταση ζήτημα σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμό απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, θα πρέπει να αναφέρω κάποια πράγματα. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν είχε, ούτε έχει, την παραμικρή επιθυμία για να ασχοληθεί είτε με τα καθήκοντα του Π/Δ, είτε να εμπλακεί σε ζητήματα που άπτονται δικαιοδοσίας άλλων Δικαστηρίων. Ούτε βεβαίως θα συνεργήσει, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, για την τέλεση καταδολιευτικών ενεργειών, εάν έχουν βάση οι αιτιάσεις του Π/Δ. Έχει όμως καθήκον να αποτρέπει επαπειλούμενες πράξεις αυτοδικίας. Ανεξαρτήτως λοιπόν των όποιων διαφορών των διαδίκων που αφορούν άλλες δικαιοδοσίες, η εξουσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα στην κατάλληλη περίπτωση για τις ενοικιάσεις που υπάγονται σε αυτό είναι αδιαπραγμάτευτη.[33] Η στοιχειοθέτηση της Δικαιοδοσίας, ήτοι της εγκαθιδρυθείσας δικαστικής εξουσίας για απονομή δικαιοσύνης, εξετάζεται με αντικειμενικά κριτήρια. Οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν για να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει,[34] ούτε να μεθοδεύουν ή να προκαταβάλλουν με δικονομικά μέσα την έκταση της εφαρμογής της.[35] Και κατά μείζονα λόγο, οποιοσδήποτε αυτοβούλως επιλέγει να υπαχθεί στη Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, όπως έπραξαν οι Ενοικιαστές εξασφαλίζοντας διάταγμα ανάκτησης κατοχής, δεν μπορεί να πράττει αυτό είτε υπό όρους, είτε υπό αιρέσεις. Η έννοια της Δικαιοδοσίας δεν λειτουργεί σαν α λα καρτ μενού. Είτε υπάρχει εξουσία για την έξωση και αντιστοίχως εξουσία για την προστασία του θέσμιου ενοικιαστή, είτε δεν υπάρχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Συνεπώς, και στο μέτρο που η εισήγηση των Ενοικιαστών αμφισβητεί ή υποβαθμίζει, έστω εμμέσως, τη δυνατότητα τούτου του Δικαστηρίου να προστατεύσει θέσμιο ενοικιαστή λόγω της ύπαρξης του Διατάγματος της Αγωγής που οι ίδιοι εξασφάλισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι αβάσιμη και απορρίπτεται. Στο μέτρο δε που το παράπονο των Ενοικιαστών επικεντρώνεται στην επιμέρους διατύπωση του Διατάγματος και όχι το ουσιαστικό μέρος αυτού, ήτοι στη διασφάλιση ότι ο Π/Δ μπορεί να εκτελεί απρόσκοπτα τα καθήκοντά του, τότε δεν τίθεται καν ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, αφού το εν λόγω ζήτημα, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες, δεν είναι καν σχετικό με το επίδικο θέμα της παρούσας υπόθεσης αλλά πρόκειται για ένα καθαρά διαδικαστικό ζήτημα το οποίο θα μπορούσε, με λίγη καλή θέληση, ένθεν και ένθεν, να επιλυθεί ουσιαστικά κατά την ημερομηνία που το Διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο. Τέτοιο όμως θέμα δεν απασχόλησε καν τους συνηγόρους την ημέρα που ήταν επιστρεπτέο το Διάταγμα. Γ. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
(1)Κατά πόσο πληρούται η 1η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Με βάση τα πιο πάνω και το ενώπιον μου υλικό, διαπιστώνω ότι η προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση πληρούται, υπό την έννοια ότι η παρούσα Αίτηση, σε συνάρτηση με τα όσα δικογραφούνται στην Κυρίως Αίτηση, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση, δίχως να θεωρείται εκ πρώτης όψεως επιπόλαιη ή ενοχλητική,[36] δηλαδή, αποκαλύπτεται «αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα» (δείτε: Κωνσταντίνου ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση αρ. 10/2020, ημερομηνίας 15/10/2020). Συγκεκριμένα, ανακύπτουν κάποια ζητήματα τα οποία ούτε συναρτώνται, ούτε εξαντλούνται σε γενικότητες, ούτε εδράζονται σε υπόβαθρο που θα μπορούσε εκ προοιμίου να θεωρηθεί ότι στερείται σοβαρότητας. Ως παράδειγμα τέτοιων ζητημάτων ταξινομούνται οι νομικές προεκτάσεις των ισχυρισμών που εκτίθενται στην παράγραφο 31 της Αίτησης Παραμερισμού, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτολεξεί: « Οι Αιτητές στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση λέγουν ότι ενώ ο κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου ενόψει των ως άνω Επιστολών ημερομηνίας 18/3/2019, 24/4/2019 και 24/5/2019 προς το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού καθώς και της ως άνω Επιστολής του ημερομηνίας 21/3/2019 προς τους Αιτητές στην παρούσα, αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 15/1/2015 ως παράνομη και άκυρη καθώς και ότι πρόκειται για προϊόν συνωμοσίας και/ή δεν συνάδει με καμία εμπορική πρακτική και με αποκλειστικό σκοπό την καταδολίευση μεταξύ άλλων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και ότι αποτελεί έκνομη ενέργεια και επιστράτευση του δικαίου για αλλότριους σκοπούς και καταχρηστικούς του δικαίου και ενόψει των ως άνω την τερματίζει δήθεν, πράγμα που οι Αιτητές δεν αποδέχονται, εν τούτοις στην Αίτηση Ε84/2020, ο κ. xxxx Ιωάννου επικαλείται τη νομιμότητα και εγκυρότητα της για να πετύχει, εξαπατώντας το Δικαστήριο σε έξωση των Αιτητών στην παρούσα. » Σχετικές με τα πιο πάνω είναι επίσης οι παράγραφοι 34, 37, 47
(13)έως 47
(15)της Αίτησης Παραμερισμού. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί που αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού, με αναφορά στον ορισμό του «ακινήτου» με βάση το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου (παρ. 9, 10 και 47
(2)έως και 47
(5), έχουν επαρκή υπόσταση που θα ήταν πρόωρο να χαρακτηρισθούν ως επιπόλαιοι ή ενοχλητικοί. Εντός του ίδιου πλαισίου ταξινομούνται και οι αιτιάσεις των Υπενοικιαστών (παρ. 47
(17)) που σχετίζονται με τη δέουσα επίδοση της αναγκαίας προειδοποιητικής επιστολής, δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου. Η δε παράγραφος 48 της Αίτησης παραμερισμού, αναφέρεται συγκεκριμένα, και ως έπρεπε, στα γεγονότα που οι Υπενοικιαστές χαρακτηρίζουν ως λεπτομέρειες «απάτης ή και δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων [.] και/ή κατάχρησης δικαστικών διαδικασιών». Τα πιο πάνω αρκούν.
(2)Κατά πόσο πληρούται η 2η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Η πλήρωση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχει την έννοια ότι αντικειμενικά κρινόμενη η υπόθεση των Αιτητών, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση (arguable case), δηλαδή, έστω μικρή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Απαιτούνται μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος,[37] δίχως το Δικαστήριο να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[38] Αν και θα μπορούσα να αναφερθώ σε περισσότερα θέματα τα οποία παρουσιάζουν τέτοιου είδους δυναμική[39] για τους Υπενοικιαστές, και σε άλλα που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται να προσπερνούν το κριτήριο,[40] η πραγματικότητα, είναι ότι ο ουσιαστικός προβληματισμός του Δικαστηρίου, δίχως περιστροφές, είναι ένας. Σχετίζεται με την πιθανότητα η προσβαλλόμενη απόφαση να είναι αποτέλεσμα κατάχρησης των δικαστικών δικαιοδοσιών εκ μέρους των Ενοικιαστών λόγω της εκκρεμοδικίας, του αιτητικού και του περιεχομένου της Αγωγής αρ. 1097/2019 στο Ε. Δ. Λεμεσού. Για σκοπούς εύκολης αναφοράς, επαναλαμβάνω τη δεύτερη περίπτωση του προπαρατεθέντος άρθρου 6 του Νόμου, όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: « (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· » Σημειώνω ότι οι έννοιες της «απάτης» και των «ψευδών παραστάσεων» δεν προσδιορίζονται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και συνεπώς εφαρμόζονται[41] τα άρθρα 17 και 18[42] του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ.
  1. Ο Π/Δ στην παράγραφο 150 της ένορκης του δήλωσης υποστηρίζει ότι «οι Καθ' ων η Αίτηση δεν απέκρυψαν από το Δικαστήριο κανένα ουσιαστικό γεγονός και στοιχείο σε σχέση με την αίτηση έξωσης Ε84/2020». Τούτη η δήλωση μετουσιώνεται στην ακόλουθη και μοναδική αναφορά που εμπεριέχεται στην Κυρίως Αίτηση Ε84/2020: « Μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση, εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, τμήμα αστικών υποθέσεων. Οι δικαστικές διαδικασίες αφορούν σε διαδικασία αστικής αγωγής, μεταξύ άλλων, για ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας από την Καθ' ης η Αίτηση, σε διαδικασία ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος και σε διαδικασία εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση. Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο εάν αυτό κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο. » Τίποτα περισσότερο. Η παράλληλη με την Ε84/2020 εκκρεμοδικία της Αγωγής αρ. 1097/2019 υπό τον προαναφερόμενο τίτλο και αιτητικό, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στην Ε84/2020, ήταν στοιχείο παντελώς άγνωστο προς το Δικαστήριο. Επίσης, ουδεμία νύξη είχε γίνει προς το Δικαστήριο ότι οι Ενοικιαστές προσήλθαν στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, δίχως οι ίδιοι να πιστεύουν πως υφίσταται γνήσια ενοικίαση, αλλά «σχήμα δόλιου σχεδιασμού» (παρ. 144 της ένορκης δήλωσης του Π/Δ) των φυσικών προσώπων που βρίσκονται πίσω από τις εμπλεκόμενες νομικές οντότητες και «γεγονότα που υποδηλώνουν και καταδεικνύουν περιστάσεις απάτης, δόλου και παρανομίας» (παρ. 147 της ένορκης δήλωσης του Π/Δ) καθώς και ότι, ο τερματισμός της επίδικης μίσθωσης έλαβε χώρα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Π/Δ, «άνευ επηρεασμού» (παρ. 148 της ένορκης δήλωσής του). Η ένορκη δήλωση που είχε κατατεθεί προς απόδειξη της υπόθεσης των Ενοικιαστών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένσταση) έχει αυτόδηλο περιεχόμενο. O κ. Κωστακόπουλος, σε σχετική διευκρίνιση που του ζητήθηκε κατά την ακρόαση, τοποθετήθηκε ως εξής: « Οι δικαστικές διαδικασίες δεν σχετίζονται ούτε επενεργούν με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε στην παρούσα ούτε στην Ε84/
  2. » Και ειδικά ως προς την Αγωγή αρ. 1097/2019 επισήμανε ότι αυτή: « Αφορά σε διάδικους διαφορετικούς από την Ε84/20, σε επίδικα διαφορετικά από την Ε84/20 και δεν ζητήθηκε κρίση του Δικαστηρίου για έξωση της D.C. OFFSET από το επίδικο μίσθιο. Τα επίδικα ζητήματα αφορούν σε συνομωσία, απάτη και άλλα συναφή επίδικα αδικήματα. Το μόνο Δικαστήριο που δύναται να αποφανθεί σε θέματα έξωσης είναι το παρόν Δικαστήριο. » Αποκλίνω. Ούτε τα προαναφερόμενα, μήτε όλα τα υπόλοιπα που αναφέρουν οι Ενοικιαστές έχουν απαμβλύνει τους προβληματισμούς μου. Συνεχίζει να στροβιλίζει στη σκέψη μου εάν θα έπρεπε, ή όχι, κατά το στάδιο της εξασφάλισης της Απόφασης, να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ύπαρξη και το περιεχόμενο της Αγωγής αρ. 1097/2019, έτσι ώστε και το Δικαστήριο να μπορέσει να αξιολογήσει τα πράγματα με βάση και τις ακόλουθες, βασικές, νομικές αρχές: · ότι, η στοιχειοθέτηση της παρούσας ειδικής δικαιοδοσίας, αποτελεί αυτόβουλη και αυτοδύναμη[43] υποχρέωση του ίδιου του Δικαστηρίου, αφού πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης, που ελέγχεται και αυτεπάγγελτα, · ότι η έγερση παράλληλων ένδικων διαβημάτων για την επίτευξη του ίδιου σκοπού συνιστά την κλασσικότερη μορφή κατάχρησης των δικαστικών δικαιοδοσιών,[44] · ότι η νομική επένδυση (form of action) του αγώγιμου δικαιώματος,[45] εδώ και 150 χρόνια[46] αποτελεί στοιχείο ουδέτερης σημασίας, [47] · ότι δεν χωρεί συγχρωτισμός διαφορετικών δικαιοδοσιών[48] για τα ίδια γεγονότα, · ότι ιδίως για τα ζητήματα που υπάγονται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, δεν μπορεί να υφίσταται συντρέχουσα αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο,[49] και · ότι η ενοικίαση,[50] ανεξαρτήτως του περιγραφικού της χαρακτήρα, αφορά πραγματικό γεγονός και απαιτεί στην πράξη ενέργειες που να τη στοιχειοθετούν, ή έστω κάποιες άλλες νομικές αρχές, στις οποίες θα παραπέμψουν, εν ευθέτω χρόνω, οι συνήγοροι των διαδίκων. Επί του παρόντος, η επιχειρηματολογία που εκτίθεται στα γραπτά κείμενα που έχουν κατατεθεί, δεν διαφοροποιεί οτιδήποτε. Επαναλαμβάνω για ακόμα μια φορά, ότι οριστικές απαντήσεις είναι ασφαλώς πρόωρο να δοθούν, διότι σε αυτό το στάδιο, όπως έχει υιοθετηθεί και στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015: « [.] Perfect justice cannot be achieved since the court is acting on imperfect information [.] » Εντούτοις, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα, όντως οι Υπενοικιαστές να επιτύχουν επί της ουσίας. Καταλήγω ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξης δικαιώματος εκ μέρους των Υπενοικιαστών για τον Παραμερισμό της Απόφασης. Η 2η προϋπόθεση ικανοποιείται.
(3)Κατά πόσο πληρούται η 3η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Ως προς τούτη την προϋπόθεση, οι Ενοικιαστές υποστηρίζουν ότι η ζημιά αποτιμάται σε χρήμα και ότι είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους Υπενοικιαστές σε περίπτωση που επιτύχουν στην Κυρίως Διαδικασία. Από την άλλη, ο ενόρκως δηλών για τους Υπενοικιαστές αναφέρεται σε ανεπανόρθωτη ζημία και σε ολοκληρωτική καταστροφή της εταιρείας, ως επίσης, σε επηρεασμό των υπαλλήλων της. Το σχετικό απόσπασμα από την ένορκη του δήλωση, παρατίθεται αυτούσιο: «
  1. Είναι με όλον τον σεβασμό ξεκάθαρο ότι η τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης του διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, θα επιφέρει δραματικές και καταστροφικές συνέπειες τόσον σε σχέση με την Αιτήτρια Εταιρεία D.C. OFFSET και την επιχείρηση της όσον και στην οικογένεια μου καθώς και σε άλλες 60 και πλέον συνολικά οικογένειες των 60 και πλέον εργοδοτουμένων της Αιτήτριας εταιρείας. Επισυνάπτω στην παρούσα ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 44 κατάλογο των εργοδοτουμένων της Εταιρείας όπου αναγράφεται και η ημερομηνία εργοδότησης του καθενός από τους εργοδοτουμένους. Τυχόν εκτέλεση του διατάγματος εξώσεως της D.C. OFFSET θα έχει ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της εργοδότησης των εν λόγω προσώπων και την διεκδίκηση από αυτούς των όποιων δικαιωμάτων τους. Πέραν όμως του τερματισμού των υπηρεσιών των εργοδοτουμένων, η Αιτήτρια Εταιρεία θα υποστεί περαιτέρω τεράστιες και ανυπολόγιστες ζημιές διότι θα απωλέσει και όλους τους πελάτες της Εταιρείας που υπερβαίνουν τους 90 και που μεταξύ των πελατών αυτών περιλαμβάνονται πολύ μεγάλες και σοβαρές εταιρείες μεταξύ των οποίων είναι και οι Εταιρείες THE CY PHASOURI LTD, CHARALAMBIDES CHRISTIS LTD MEDOCHEMIE LTD, REMEDICA LTD, IPC MCDONALDS LTD.
  2. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω η Αιτήτρια D.C. OFFSET από το έτος 2015 ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα ανελλιπώς και με επιτυχία, σε σχέση και μεταξύ άλλων με την κατασκευή χάρτου, εκτύπωση χαρτοκιβώτιών, διαφημιστικών εντύπων και άλλων σχετικών ειδών κοπής χάρτου και κατασκευής μελάνης. Περαιτέρω εργοδοτεί από το 2015 άνω των 60 εργαζομένων ως προσωπικό συνεχώς και αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα και τηρεί τις υποχρεώσεις της στο ακέραιο μεταξύ άλλων και με βάση την επίδικη Συμφωνία Υπομίσθωσης και Ενοικίασης ημερομηνίας 15/1/
  3. » Ουσιαστικός αντίλογος εκ μέρους των Ενοικιαστών στα πιο πάνω, δεν εντοπίζεται. Όπως επεξηγείται στη σχετική νομολογία, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[51] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την αυστηρή έννοια της υλικής ζημιάς. Στη Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, λέχθηκαν τα εξής: « η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. » Η διακοπή των εργασιών επιχείρησης, θεωρείται ως περίπτωση όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων κρίνεται ως μη επαρκής, καθότι, η ζημιά θεωρείται ως ανεπανόρθωτη.[52] Ο αντίθετος, και με όλο τον σεβασμό, επιφανειακός τρόπος προσέγγισης του ζητήματος από τον συνήγορο των Ενοικιαστών, ότι δηλαδή απλά οι Υπενοικιαστές θα μαζέψουν τα μηχανήματα και το προσωπικό τους και θα μεταφερθούν σε άλλο ακίνητο, δεν πείθει. Αν ήταν τόσο απλά τα πράγματα, τότε γιατί προτίμησαν να συμμορφωθούν προς τον ομολογουμένως αυστηρό όρο που τέθηκε από το Δικαστήριο για άμεση πληρωμή των €300.000,00; Ο κ. Κωστακόπουλος εισηγήθηκε ακόμη ότι «δεν θα επηρεαστούν συνταγματικά δικαιώματα των Ενοικιαστών». Ούτε αυτή η εισήγηση γίνεται δεκτή. Παραπέμπω στα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αλλά εδώ το ζήτημα δεν εξαντλείται σε θεωρίες, έχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Πέραν των Υπενοικιαστών, αφορά τις εξήντα οικογένειες των εργοδοτουμένων των Υπενοικιαστών, ο βιοπορισμός των οποίων, εν μέσω των επιπτώσεων της υγειονομικής πανδημίας, κινδυνεύει. Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983, αποτελεί βασική συνιστώσα της κοινωνικής νομοθεσίας της ημικατεχόμενης μας πατρίδας.[53] Σε αυτή τη δικαιοδοσία, ο Δικαστής δεν ενεργεί απλώς ως διαιτητής. Έχει καθήκον και εξουσία, απεγκλωβισμένος από άτεγκτους φορμαλισμούς[54] ακόμη και αυτεπάγγελτα, να διερευνήσει τα επίδικα θέματα, με μοναδικό σκοπό την ανεύρεση της αλήθειας που θα του επιτρέψει να απονέμει αποτελεσματικά Δικαιοσύνη. Ο χαρακτήρας της παρούσας δικαιοδοσίας είναι αμιγώς εξεταστικός[55] και διερευνητικός, διότι ακριβώς, η έκδοση ενός διατάγματος ανάκτησης κατοχής δεν μπορεί να εξαρτάται υπέρμετρα από τους χειρισμούς των μερών, δοθέντος ότι η ανάκτηση της κατοχής επιφέρει από δραστικές έως ανεπανόρθωτες ουσιαστικές επιπτώσεις στον κάτοχο του υποστατικού και στα εξαρτώμενα προς αυτόν πρόσωπα, εξ ου έχει χαρακτηρισθεί ως η πιο ακραία παρέμβαση[56] («most extreme form of interference») στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας[57] και της επαγγελματικής στέγης.[58] Ούτε η οικονομική δυνατότητα των Ενοικιαστών να αποζημιώσουν τους Υπενοικιαστές σε μεταγενέστερο στάδιο, διαφοροποιεί την κρίση μου. Η ανάκτηση της κατοχής του επίδικου Υποστατικού θα δημιουργήσει μια μη αναστρέψιμη κατάσταση για τους Υπενοικιαστές, οι οποίοι ακόμη και να πετύχουν τον παραμερισμό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θα μπορέσουν να ανακτήσουν την κατοχή καθότι, τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται στο άρθρο 6 του Νόμου. Το σχετικό απόσπασμα από τη Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679 έχει αυτόδηλο περιεχόμενο, δίχως να χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε περισσότερο: « Η απόφαση αυτή που ακύρωσε το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής, είναι το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Το άρθρο 6(β) του Ν. 23/83, πάνω στο οποίο βασίστηκε η αίτηση του εφεσίβλητου για ακύρωση του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής, αναφέρει τα ακόλουθα: [...] Το άρθρο αυτό καλύπτει την περίπτωση που επιζητείται αναθεώρηση ή τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής ενώ ακόμα ο ενοικιαστής κατέχει το μίσθιο, οπότε ακυρωνόμενο το διάταγμα δεν υπάρχει πρόνοια για πληρωμή αποζημιώσεων, γιατί ο ενοικιαστής βρίσκεται ακόμα στο μίσθιο. Όταν όμως υλοποιηθεί η έξωση και επιδιώκεται αποζημίωση για ζημιά που υπέστη ο ενοικιαστής λόγω της έξωσης, τότε πρέπει να γίνει επίκληση του άρθρου 15, » Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι παρουσιάζεται δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται.
(4)Το κατεπείγον και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Προχωρώντας στα ζητήματα που άπτονται του κατεπείγοντος και του ισοζυγίου της ευχέρειας, σημειώνω τα εξής. Το κατεπείγον. Δεδομένου ότι το διάταγμα έχει εκδοθεί μονομερώς, η προϋπόθεση του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την έκδοσή του. Υπενθυμίζω συνοπτικά τα γεγονότα. Οι Υπενοικιαστές, παρά την αρχική τους παράλειψη να εμφανιστούν στη διαδικασία, μόλις έλαβαν γνώση για την έκδοση της Απόφασης, καταχώρησαν την Κυρίως Αίτηση Παραμερισμού και ακολούθως την 1η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα, ενώ στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα στις 17/08/2021,[59] απέτυχαν να εξασφαλίσουν προνομιακό ένταλμα. Στις 30/11/2021 απορρίφθηκε η 1η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα. Στις 08/12/2021, διαδραματίστηκαν κάποια γεγονότα στο Υποστατικό, τα οποία οι διάδικοι ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 05/01/2022, μεσολάβησε δημόσια αργία και στις 07/01/2022 εκδόθηκε το επίδικο Διάταγμα. Η 8η Ιανουαρίου 2022 είναι η ημέρα που κατά κοινή ομολογία τα μέρη αντιλαμβάνονται ότι ολοκληρωνόταν η περίοδος αναστολής των 90 ημερών που είχε δοθεί μέσω της προσβαλλόμενης απόφασης, προθεσμία η οποία είχε διακοπεί λόγω της μεσολάβησης της 1ης Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, οι Ενοικιαστές υποστηρίζουν πως υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των Υπενοικιαστών για να επανέλθουν με νέα αίτηση, μεθοδεύοντας τα πράγματα με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουν να επικαλεστούν το στοιχείο του κατεπείγοντος. Επί της αρχής, συμφωνώ με τους Ενοικιαστές, ότι δηλαδή, δεν μπορεί ο αιτών την προσωρινή προστασία να επικαλείται τη δική του αμέλεια για να στοιχειοθετήσει το κατεπείγον. Επίσης, και ως προς την 6η παράγραφο του Διατάγματος, δέχομαι ότι οι Υπενοικιαστές θα μπορούσαν να αποταθούν γρηγορότερα στο Δικαστήριο. Από τις 8 Δεκεμβρίου[60] έως τις 05/01/2022 μεσολάβησαν πέριξ των 20 εργάσιμων ημερών. Εντούτοις, το κριτήριο δεν σχετίζεται με αναφορά στο ιδεατό, αλλά στο αδικαιολόγητο. Τόσο η καθυστέρηση όσο και το κατεπείγον δεν εξετάζονται αποσυνδεμένα προς τα επίδικα γεγονότα, αφού κάθε υπόθεση είναι διαφορετική και θα πρέπει να αξιολογείται στη βάση των δικών της παραμέτρων. Για παράδειγμα, στην Κυρίσαββα (ανωτέρω) η καθυστέρηση που υπήρξε για την αναζήτηση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, ήταν για ένα ολόκληρο έτος. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: « Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 ρητά αναφέρει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου εδράζεται όταν αποδειχθεί είτε το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιαδήποτε άλλη ιδιαίτερη περίσταση. » Ο χρόνος πάντα είναι σχετικός. Άλλο παράδειγμα είναι η ΧατζηΓαβριήλ κ.ά. v. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 606 όπου κρίθηκε ότι η καθυστέρηση 7 μηνών ήταν αιτιολογημένη. Στην παρούσα υπόθεση, οι διαφορές των διαδίκων, όπως φαίνεται και από τη χιονοστιβάδα των εγγράφων που αμφότερες πλευρές προσκόμισαν στο Δικαστήριο, δεν είναι ούτε απλές, ούτε μονοδιάστατες.[61] Όπως έχει επισημανθεί και στην Αίτηση της Offset Printing Ltd, Πολιτική Αίτηση αρ. 168/2021, ημερομηνίας 17/08/2021, το όλο ζήτημα συναρτάται με ένα «πολυσύνθετο πλαίσιο γεγονότων, εγγράφων και συμφωνιών». Επιπλέον, στη CJSC "TV COMPANY STREAM κ.α. ν. MARTELLATA LTD 2 κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2018 σχ. με Ε35/2018, ημερομηνίας 08/04/2021 λέχθηκε ότι για τη διαπίστωση της καθυστέρησης θα πρέπει να συνυπολογίζεται: « η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. » Περαιτέρω, στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G (ανωτέρω) για τούτο το θέμα λέχθηκε ότι: « Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος [.] » Στην παρούσα υπόθεση, οι εξηγήσεις που δίδονται στις παραγράφους 77 και 78 της ένορκης δήλωσης του κ. Κουβά, ως προς την καθυστέρηση και σχετίζονται με τον όγκο του υλικού που θα έπρεπε να μελετηθεί και τα τεκταινόμενα μεταξύ των δικηγόρων του, κρίνονται ικανοποιητικές. Εξάλλου, οι Υπενοικιαστές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της βιασύνης τους, δια της ακύρωσης του Πρώτου Προσωρινού Διατάγματος. Και ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε στην εποχή της υγειονομικής πανδημίας που η επικρατούσα κατάσταση των πραγμάτων επιβάλλει, γενικώς, μια πιο ελαστική προσέγγιση ως προς το χρονικό πλαίσιο για την τέλεση δικονομικών ενεργειών.[62] Αναφορικά ειδικά με το στοιχείο του κατεπείγοντος, πέραν των νομικών αρχών που προαναφέρονται, συμπληρώνω ότι η έννοια του κατεπείγοντος δεν ερμηνεύεται στενά. Για παράδειγμα, στην Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179 κρίθηκε ότι η αναφορά σε «επικείμενα ξεπουλήματα» αρκούσε για να προσδώσει επείγοντα χαρακτήρα στη διαδικασία. Ούτε διέλαθε της προσοχής μου ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Κουβά, η ύπαρξη του κατεπείγοντος αναπτύσσεται κυρίως ως ακολούθως: « 72. Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποτελεί μείζονος σημασίας ζήτημα κατεπείγουσης φύσης εφόσον άμεσα εντός ολίγων ημέρων ακόμα και ωρών, κινδυνεύουμε με την ολική και απόλυτη καταστροφή. Ήδη, όπως έχουμε πληροφορηθεί ο κ. xxxx Ιωάννου ετοιμάζεται με ομάδα μπράβων να έλθει να παραλάβει την κατοχή του ακινήτου. Ειδικότερα, τις τελευταίες μέρες έχουμε παρατηρήσει ότι έξω από το εργοστάσιο παραμένουν άτομα ως δήθεν «φρουροί» για να παρακολουθούν τις κινήσεις μας και να είναι σε θέση να προβούν σε έφοδο. » Παρόλα αυτά, η ποσότητα δεν είναι αναγκαία για την ύπαρξη ποιότητας. Τουναντίον, πολλές φορές είναι η ποσοτική υπερβολή που υποδηλώνει αβεβαιότητα.[63] Εν προκειμένω, έχοντας μελετήσει με προσοχή τους σχετικούς ισχυρισμούς του Π/Δ, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η αρχική εκτίμησή μου περί ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος ήταν εσφαλμένη. Αντιθέτως. Σίγουρα, η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου φαίνεται να είχε παρουσιαστεί προς το Δικαστήριο μια παντελώς αναληθής εικόνα ως προς το ζήτημα του κατεπείγοντος. Ο Π/Δ δεν διαφωνεί για την παρουσία του ιδίου μαζί με άλλα πρόσωπα στις 08/12/2021 στο Υποστατικό. Βεβαίως, δίδει μια εντελώς διαφορετική οπτική των πραγμάτων. Κατά αυτόν, τα πρόσωπα που χαρακτηρίζονται ως «φρουροί» από τους Υπενοικιαστές είναι τα «πρόσωπα εντεταλμένα» από εκείνον που είχαν παραμείνει στον χώρο για τη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασής του στο Υποστατικό. Αλλά, η αναγκαιότητα της συνεχούς παρουσίας των εν λόγω προσώπων με αναφορά στην εικασία περί προτιθέμενης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων δεν με έχει ικανοποιήσει. Ούτε μέσω των 93 σελίδων της ένορκης του δήλωσής του, ούτε ανάμεσα στα δεκάδες τεκμήρια έχω εντοπίσει απτά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι στις 08/12/2021 προσήλθε στο Υποστατικό «για καταγραφή και διενέργεια ελέγχου για τα περιουσιακά στοιχεία της D. Couvas». Ούτε η θέση του περί «αυξημένου κίνδυνου αποξένωσης κινητής περιουσίας που βρίσκεται στο εργοστάσιο και ανήκει στην D.Couvas», την οποία δεν την έχω εξετάσει απομονωμένα, αλλά και με αναφορά σε ό,τι άλλο αναφέρει, ιδίως στις παρ. 133 και 134(β) της ένορκης του δήλωσης, διαφοροποιεί τα πράγματα, συνυπολογίζοντας ότι η συμμόρφωση των Υπενοικιαστών προς το Διάταγμα της Αγωγής δεν αμφισβητείται. Με βάση τα προαναφερόμενα, θα ήταν άδικο η παρούσα περίπτωση να ενταχθεί εντός της κατηγορίας των υποθέσεων όπου το κατεπείγον του θέματος απορρέει αποκλειστικά από την παράλειψη του αιτούντα να αξιώσει έγκαιρα την προσωρινή του προστασία.[64] Και κάτι τελευταίο. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η πλευρά των Υπενοικιαστών, ως προς την 6η παράγραφο του Διατάγματος σημείωσε ότι αυτό είναι προληπτικής, προστατευτικής φύσης (Quia Timet), αποσκοπώντας στην πρόληψη εκτέλεσης επαπειλούμενης πράξης.[65] Η πλευρά των Ενοικιαστών αντίτεινε ότι η έκδοση τούτων των διαταγμάτων δεν επιτυγχάνεται απλά λέγοντας «φοβάμαι». Δεν θα μακρηγορήσω. Η έκδοση της 6ης παραγράφου του Διατάγματος δεν έγινε αυτόματα, ούτε δίχως εύλογη αιτία. Ου γαρ περί ομοίας, έφη, ψυχής αγωνιώμεν έκαστοι. Ο φόβος είναι συναίσθημα. Μάλλον το πιο υποκειμενικό. Για αυτό, είναι παντελώς ανούσιο να υποδείξεις σε κάποιον να μην φοβάται, ιδίως όταν ο «εχθρός» βρίσκεται, κυριολεκτικά, προ των πυλών. Η προϋπόθεση ικανοποιείται.
(5)Το ισοζύγιο της ευχέρειας. Προχωρώ στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, δηλαδή της αναλογικότητας των επιδιωκόμενων διαταγμάτων προς το σκοπό που επιδιώκεται επί της κυρίως Αίτησης και την έννοια της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo ante). Η έννοια της διατήρησης του status quo και ιδιαίτερα ο χρονικός προσδιορισμός αυτού είναι ένα ζήτημα που έχει κατά κόρον απασχολήσει, και προβληματίσει, τα δικαστήρια. Στη Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκαν επί τούτου τα εξής: « Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ΄status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." » Υπό τις περιστάσεις, η έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης, αναμφίβολα ανέτρεψε την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, στην παρούσα χρονική περίοδο, το δικαίωμα ακρόασης των Υπενοικιαστών σχετικά με τους λόγους για παραμερισμό της προσβαλλόμενης Απόφασης υπερισχύει του δικαιώματος των Ενοικιαστών για την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό το φως και των όρων που έχουν ήδη τεθεί εις βάρος των Υπενοικιαστών. Η διατήρηση της αναστολής, υπό τους κατάλληλους όρους, μέχρι τη, σύντομη, εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα διασφαλίσει την προϋπόθεση για απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, δίχως την πρόκληση μη αναστρέψιμης αδικίας σε οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Από την άλλη, η υλοποίηση της ανάκτησης της κατοχής θα ανατρέψει το status quo ante που ίσχυε για χρόνια μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, υπό το φως και των όρων που έχουν τεθεί για την έκδοση του διατάγματος, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Υπενοικιαστών.
(6)Οι Υπόλοιποι λόγοι Ένστασης. Τα προαναφερόμενα απαντούν στους πλείστους λόγους Ένστασης. Το μόνο που παραμένει να απαντηθεί είναι οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με τη ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει αρχικώς μονομερώς το διάταγμα. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Η διακριτική εξουσία[66] του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα είναι δεδομένη, εξετάζεται με βάση τα επίδικα γεγονότα της αίτησης και όχι το ιστορικό των διαδίκων. Μήτε συναρτάται με την ποσότητα του χαρτιού που αναλώνεται προς στοιχειοθέτηση είτε του κατεπείγοντος, είτε των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η ουσία του πράγματος προκύπτει μόνο από τα επίδικα γεγονότα και το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται. Εάν η εν λόγω διακριτική εξουσία ασκήθηκε λανθασμένα, με βάση τις γνωστές αρχές, δεν είναι θέμα που θα αποφασισθεί από το παρόν Δικαστήριο. Περαιώνοντας, και επειδή το όλο ζήτημα συμπλέκεται και με το δικαίωμα για αναστολή της τελικής απόφασης, σημειώνω πως ακόμη και αν εξέταζα τα επίδικα θέματα υπό τούτο το νομικό πρίσμα, δηλαδή, εξισορροπώντας τη φυσιολογική προσδοκία των Ενοικιαστών να απολαύσουν άμεσα τους καρπούς της νίκης τους και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της Αίτησης Παραμερισμού των Υπενοικιαστών να μην χάσει τη σημασία της, στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγα, στη βάση του ό,τι προαναφέρεται. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 07/01/2022, τροποποιείται ως εξής: - με τη διαγραφή της παραγράφου 6, και - με την αντικατάσταση της αναφοράς στο μέρος «Β», από σε «κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ενοικίου» σε «προς διασφάλιση της αποπληρωμής των ενδιάμεσων ωφελημάτων που απορρέουν από τη διατήρηση της κατοχής του Υποστατικού», - με τη διόρθωση των ακόλουθων γραφικών λαθών: - στην παράγραφο 3 της αναφοράς από «η σε περίοδο» σε «η περίοδος», - με τη διαγραφή του συνδέσμου «και» από το μέρος «Γ», και ακολούθως οριστικοποιείται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, κρίνω υπό τις περιστάσεις ορθότερο, με βάση τις σχετικές επί του θέματος αρχές,[67] όπως παραμείνουν στην πορεία και να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Κυρίως Αίτησης Παραμερισμού. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Σημείωση: Διευκρινίζεται ότι η «Κ19/2021» και η «Κ*19/2021» είναι η ίδια υπόθεση. Η ένδειξη «*» τίθεται από τη Γραμματεία, για τη διευκόλυνσή της, ότι η υπόθεση δεν αφορά καθορισμό ενοικίου. [1] Προς τους όρους αυτούς οι Υπενοικιαστές συμμορφώθηκαν δεόντως και εγκαίρως. Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της 1ης Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα οι Υπενοικιαστές προέβησαν σε πληρωμή προς το Δικαστήριο €100.000,00, χρήματα τα οποία παραμένουν δεσμευμένα δυνάμει σχετικού επιβαρυντικού διατάγματος που εξασφάλισαν οι Ενοικιαστές. [2] Ο συγκεκριμένος λόγος αποσύρθηκε. [3] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [4] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [5] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [6] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.» [7] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [8] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [9] Δείτε: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [10]Δείτε: Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [11] Δείτε: Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [12] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [13] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [14] Δείτε: Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [15] Δείτε: Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [16] Δείτε: Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. [17] Δείτε: Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [18] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
  1. [19] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο», σελ.
  2. [20]Δείτε: Ακίνητα Ν. & Κ. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 863. [21] Δείτε μεταξύ άλλων: Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Charalambous v. C. Nicolaides and A.Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, Α. Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ 797, Α. Παπά ν Ν. Α. Οικονομίδου κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ 58, Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Γιάννος Παύλου κ.ά ν Μαρούλλας Νεοφύτου Νικολάου κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 373/2016, ημερομηνίας 10.10.2017, Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018, Christakis Pilides Construction Ltd ν. Philpool Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2019, ημερομηνίας 12/06/2020 και Navarino Wine Lodge Limited v. T.C.N. Holding Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 105/2020, ημερομηνίας 30/10/
  1. [22] Το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ως εξής: «Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» [23] Η Δ. 35 θ. 18 αναφέρει: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». [24] Προφανώς εκ παραδρομής στην παρ. 250 αναφέρει πως είναι ο Ενάγοντας στην Αγωγή 1097/
  2. [25] Όπως σημειώθηκε και στη Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» [26] Η ρήση ανήκει στον Orlando Aloysius Battista. [27] Δείτε: Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ. και Άλλη
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [28] Δείτε: κατ' αναλογία, Αναφορικά με την Αίτηση των Αρτοποιείων Όμηρος Αριστείδου κ.α. Πολιτική ECLI:CY:AD:2020:D303, Αίτηση αρ. 90/2020, ημερομηνίας 14/09/
  2. [29] Το Διάταγμα της Αγωγής (drawn up) επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΛΒ στην Ένσταση των Ενοικιαστών. [30] Τι είναι «ουσιαστικό» υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στη Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598 και Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82.» [31] Δείτε: Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1(A) A.A.Δ. 597. [32] Για περισσότερα δείτε τη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/02/2015 όπου αναλύθηκαν οι σχετικές αρχές. [33] Η εγκαθίδρυση των Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων, ανά το παγκόσμιο, προέκυψε ως ανάγκη για την προστασία των ενοικιαστών από τις πράξεις αυτοδικίας και αυθαιρεσίας των Ιδιοκτητών που απέρρεαν από την εξουσιαστική θέση των τελευταίων στη σύμβαση ενοικίασης. Το δικαίωμα για ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή του ενοικιαζόμενου υποστατικού αποτελεί την πρακτική μετουσίωση τούτης της προστασίας. Αναμφίβολα πρόκειται για το πιο θεμελιώδες δικαίωμα κάθε ενοικιαστή. Η υποχρέωση του ιδιοκτήτη για διασφάλιση του δικαιώματος του ενοικιαστή για ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή του υποστατικού αποτελεί εξυπακουόμενο όρο κάθε ενοικίασης (Δείτε: Χρ. Ροδοσθένους ν. Γ. Ο. Φουρουκλά
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1154). Όπως επιβεβαιώνεται στην Γεωργία Χριστοφόρου ν. Μαρίας Τρακκούδη Κυπριανού, ECLI:CY:AD:2018:A133, Πολιτική Έφεση αρ. 68/2012, ημερομηνίας 27/3/2018 το εν λόγω δικαίωμα σε ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή πρόκειται επί της ουσίας για «δεδομένη συμβατική υποχρέωση» και δεν απαιτείται ούτε επέμβαση στην κατοχή, ούτε άμεση, ούτε φυσική (physical) παρεμβολή επί του Υποστατικού για να στοιχειοθετηθεί η παραβίαση τούτης της υποχρέωσης. Πρόκειται δηλαδή για έννοια με ευρύτερο περιεχόμενο.( Δείτε: The Law of Real Property των Megarry & Wade, 8η έκδοση, σελ 868 - 870, Κεφάλαιο «Common obligations of Landlord and Tenant», Pettey v. Parsons [1913 P. 105.] - [1914] 1 Ch. 704, Andrews v. Paradise
(1725)8 Mod. 318 και Owen v Gadd and others [1956] 2 All ER 28. [34] Δείτε: Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88 και Κούρου ν. Κόνου
(2014)1 Α.Α.Δ.
  1. [35] Δείτε: Ορουντιώτης κ.α. ν. Loukas Georgiou Management Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2021:A453, Πολιτική Έφεση αρ. 71/2017, ημερομηνίας 14/10/2021, απόφαση στην Αίτηση ημερ. 17/03/
  2. [36] Δείτε: American Cyanamid Co v. Ethicon [1975] 1 ALL ER 504 HL και Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R.
  1. [37] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω). [38] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler (ανωτέρω) και HADJISOLOMOU BROS CONSTRUCTIONS LTD και A & N CHINA HOUSE RESTAURANTS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 296/2013, ημερομηνίας 22/10/
  2. [39] Λόγου χάριν, το κατά πόσον το επίδικο υποστατικό εμπίπτει εντός της έννοιας του «ακινήτου» στο Νόμο, ως επίσης και το κατά πόσο η επίδοση της προειδοποιητικής επιστολής έγινε δεόντως. [40] Όπως για παράδειγμα είναι το ζήτημα της νομιμοποίησης του Π/Δ, αφού η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί τον κατάλληλο χώρο (forum) για τέτοιες διεργασίες. Επίσης αντίστοιχης μειωμένης δυναμικής παρουσιάζονται να είναι οι ισχυρισμοί που αφορούν την κατ' ισχυρισμό απόκρυψη της ύπαρξης εγγεγραμμένου εμπράγματου δικαιώματος υπέρ των Ενοικιαστών, αφού πρόκειται για αιτιάσεις που φαίνονται να κινούνται εκτός του δικογραφημένου πλαισίου και εν πάση περιπτώσει, δεν αντιλαμβάνομαι πως βοηθούν την υπόθεση των Υπενοικιαστών. Το εμπράγματο δικαίωμα σχετίζεται, με δύο λέξεις, με την εξουσία για την εύλογη οικονομική αξιοποίηση του «πράγματος», τον πορισμό ωφελειών από αυτό, στο μέτρο που η εν λόγω εξουσία δεν περιορίζεται από δικαιώματα τρίτων. Για περισσότερα, δείτε το σύγγραμμα Εμπράγματο Δίκαιο, του Ι. Σ. Σπυριδάκη. [41] Δείτε: Λάμπρου κλπ ν Παντελίδης Παπαχριστοδούλου Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 316/2011, ημερομηνίας 07/03/
  3. [42] Με βάση τα εδάφια (α) και (γ) του εν λόγω άρθρου 18 στο Κεφ. 149, «ψευδής παράσταση» μπορεί να εκληφθεί τόσο «η θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές» όσο και η «πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». [43]Δείτε: Τουμάζου ν. S. P. S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α. Α. Δ 700. Αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ υποχρέωση εκείνου που επικαλείται την ύπαρξη της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη της θέσμιας ενοικίασης που αξιώνει την ανάκτησή της. [44] Πριν λίγες μέρες στη Κονναρής ν. Λουκαΐδου Θεοφάνους, Πολιτική Εφέση αρ. 35/2014 κ.α., ημερομηνίας 27/01/2022, σημειώθηκε ότι: «Η ύπαρξη και η προώθηση, συγχρόνως, ξεχωριστών δικαστικών μέτρων, προς επίτευξη του ιδίου σκοπού, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τούτο αποτελεί το ratio decidenti στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911. » [45] Το «αγώγιμο δικαίωμα» σημαίνει, απλά, εκείνα τα αναγκαία γεγονότα η ύπαρξη και η απόδειξη των οποίων παρέχει δικαίωμα σε ένα άτομο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία εναντίον ενός άλλου προσώπου. Δείτε: Halsbury's Laws of England/Civil Procedure (Volume 11
(2015), paras 1-503 Basic Procedural Provisions/
(1)Basic Definitions Used in Procedure/115. Cause of action. [46] Συγκεκριμένα, από το 1873, μέσω της θεσμοθέτησης στην Αγγλία του The Judicature Act. [47] Δείτε: Alexandros Evangelou Camera House v. Minerva Finance & Investment Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1734, Ξενοφώντος ν. Αναστασίου ECLI:CY:AD:2018:A515, Πολιτική Έφεση αρ. 332/2012, ημερομηνίας 23/11/2018 και Γεωργίου ν. Τηλεμάχου, Πολιτική Έφεση Ε41/2013, ημερομηνίας 18/10/2018. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι: «το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται από τους διαδίκους.» Πολύ πρόσφατα, στη CJSC "TV COMPANY STREAM κ.α. ν. MARTELLATA LTD 2 κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2018 σχ. με Ε35/2018, ημερομηνίας 08/04/2021, επαναλήφθηκε ότι: «Τούτο, επειδή, το θέμα άπτεται της ουσίας των πραγμάτων ως αυτή εξάγεται ή και συνάγεται από τα γεγονότα και όχι από την οποιαδήποτε περιγραφή ή ονομασία που επιλέγουν να αποδίδουν ή να προσαρτούν σε αυτά οι διάδικοι (βλ. κατ' αναλογίαν, Lariena Investments Ltd και Άλλων ν RFI Consortium Ltd, ΠΕ 164/19, ημ. 22.1.21, Penderhill Holdings Limited και Άλλων ν Abramchyk και Άλλων, ΠΕ 319/11, ημ.13.1.14, Χατζηβασιλείου ν Whight Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203, 207)» [48] Για παράδειγμα, στην Παπαχαραλάμπους ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ. 2774 έχει επαναληφθεί ότι: «συγχρωτισμός της αναθεωρητικής και της πολιτικής δικαιοδοσίας δεν χωρεί σε κανένα σημείο». Ομοίως, στη Στυλιανίδης v. British American Insurance Co. Ltd
(1990)ΑΑΔ 517, έχει επισημανθεί ότι ζητήματα που άπτονται του τερματισμού απασχόλησης εργοδοτουμένου με βάση τον περί Τερματισμό Απασχόλησης Νόμου, υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και δεν μπορεί να επιληφθεί τέτοιων διαφορών το Επαρχιακό Δικαστήριο. [49] Στην υπόθεση Αναφορικά με τον Χαράλαμπο Φελλά
(2007)1Α ΑΑΑ 537 ακυρώθηκε με Προνομιακό Διάταγμα απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου μέσω της οποίας είχε εκδοθεί απόφαση επί ζητήματος που το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, αφού το επίδικο ζήτημα αφορούσε αποκλειστική εξουσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Κατά τον ίδιο τρόπο, στη Lukoil Cyprus Limited ν. Φελλά κ.α.
(2012)ΑΑΔ 364 επικυρώθηκε η πρωτόδικη κατάληξη με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ακριβώς επειδή το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο εξουσίας να επιληφθεί ζητήματος το οποίο εναπόκειτο στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. [50] Η έννοια της «ενοικίασης» στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο (Ν. 23/83) (ο «Νόμος») δεν αναλύεται ιδιαίτερα. Στη σχετική ερμηνευτική αναφορά στο άρθρο 2 του Νόμου αναγράφονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού [..]». Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. Όπως εύσχημα υποδείχθηκε στη σημαντική επί το θέματος αγγλική απόφαση Street v. Mountford
(1985)2 All ER 289: «The manufacture of a five-pronged implement for manual digging results in a fork even if the manufacturer, unfamiliar with the English language, insists that he intended to make and has made a spade. » [51] Δείτε: Κυρίσαββα (ανωτέρω) [52] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Εκδ. 2016, Κεφ. 6, σελ. 137. [53] Δείτε: Lamarco Ltd v. Kranos
(1987)1 CLR
  1. [54] Δείτε: Κανονισμό 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Χέυς ν. Φιλιππίδης, Έφεση αρ. 41/2015, ημερομηνίας 18/02/2020 και Απόφαση ΑΔΔΑ στη Dos Santos Calado κ.α. κατά Πορτογαλίας στις προσφυγές αρ. 55997/14, 6843/16, 78841/16, και 370617, ημερομηνίας 31/03/
  2. [55] Στη Δημοκρατία ν. Πέτσα
(1996)1 ΑΑΔ 1342, κατά προσόμοιο τρόπο, ως προς τις δυνατότητες του επαρχιακού δικαστηρίου όταν χρησιμοποιεί εν μέρει εξεταστική διαδικασία για καθορισμό αποζημίωσης στις περιπτώσεις απαλλοτρίωσης, σημειώθηκαν τα εξής: «Η εναπόθεση της ευθύνης εξ ολοκλήρου στα μέρη, με διαδικασία αμιγούς αντιπαράθεσης, θα εξαρτούσε την έκβαση υπέρμετρα από τους χειρισμούς στους οποίους εκείνοι θα προέβαιναν. Και έτσι να μην παρείχετο ενδεχομένως η δυνατότητα για τον καθορισμό αποζημίωσης με τα αναγκαία γνωρίσματα της δίκαιης και εύλογης.» [56] Το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου και το απαραβίαστο της κατοικίας του, αποτελούν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που συναρτώνται με την ίδια την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξ ου και διασφαλίζονται τόσο από τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος όσο και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. [57] Δείτε: Lushkin ν. Ρωσίας, Αιτήσεις αρ. 29775/14 and 29967/14, ημερ. 15/12/2020 (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). [58] Δείτε: Σύγγραμμα Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 253. [59] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση της Offset Printing Ltd, Πολιτική Αίτηση αρ. 168/2021, ημερομηνίας 17/08/2021. [60] Δείτε: Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 (B) A.A.Δ. 1263 και Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475. [61] Δείτε: Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [62] Δείτε: Διαδικαστικούς κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/01/2022 για την αναστολή προθεσμιών λόγω της πανδημίας. [63] Frakapor Courier Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσιά Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A286, Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2011, ημερομηνίας 15/06/2016 και Γρηγορίου ν. EURO INVESTMENT & FINANCE LTD
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. [64] Δείτε: Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10/12/
  2. [65] Δείτε: Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd (ανωτέρω) και Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Εκδ. 2016, Κεφ. 3, σελ.
  3. [66] Δείτε: Cyprus Sulphur and Copper Co Ltd κά ν. Παραρλάμα Λτδ κά
(1990)1 ΑΑΔ 1040 και Αναφορικά με την Αίτηση του Α. Δίσπυρου, Πολιτική Αίτηση αρ. 32/2017, ημερομηνίας 07/03/2017. [67] Η επιδίκαση εξόδων σε τούτη τη δικαιοδοσία διέπεται από τον Κανονισμό 13(β) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 και με βάση ό,τι εκεί προβλέπεται καθώς και τη σχετική νομολογία (μεταξύ άλλων: KATSIANTONIS v FRANTZESKOU
(1981)1 CLR 566), το Δικαστήριο, λόγω της ιδιαίτερης φύσης του, έχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια για να αποκλίνει από την αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.