ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ, Αίτηση αρ. K 13/2020, 16/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:10 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. K 13/2020 ΜΕΤΑΞΥ: xxxx ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, εκ Λεμεσού Αιτητής και xxxx ΣΑΒΒΑ, εκ Λεμεσού Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 19/11/2021 (για παραπομπή της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού) Ημερομηνία: 16/03/2022 Για Αιτητές: κα Μ. Δαμιανού για Σ. Σαμψών & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Η. Αγαθοκλέους για Αγαθοκλέους - Νεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 4/3/
- Μέσω αυτής ο Αιτητής αξιώνει την αύξηση του ενοικίου του επίδικου υποστατικού, κατ' επίκληση του άρθρου 8 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν. 23/83(στο εξής: «ο Νόμος»). Συγκεκριμένα, η αιτούμενη θεραπεία έχει ως εξής: «
- Αύξηση του ενοικίου για το πιο πάνω οροφοδιαμέρισμα κατά ποσοστό που θα αντιπροσωπεύει το 90% του μέσου όρου των ενοικίων της περιοχής (μικρής) που βρίσκεται το επίδικο οροφοδιαμέρισμα του Αιτητή ή και οποιονδήποτε ποσοστό κρίνει ορθό το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν.102(I) /95 (Νόμοι 1983 έως 2002).
- Οιανδήποτε άλλη αύξηση ή διευθέτηση κρίνει το Δικαστήριο δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα της παρούσης αίτησης πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. XXXXX194D). » Στην Απάντηση ο Καθ' ου αρνείται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (α) Η επίδικη Αίτηση και Ένσταση. Στην πορεία της διαδικασίας ο Αιτητής διαπίστωσε πως το επίδικο υποστατικό δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί «ακίνητο» εν τη έννοια του Νόμου, καθότι δεν συμπληρώθηκε πριν το
- Συνεπεία τούτης της διαπίστωσης καταχωρήθηκε η επίδικη Αίτηση, μέσω της οποίας αξιώνονται τα εξής: « Α. Διακοπή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας όσον αφορά την με το πιο πάνω τίτλο Αίτηση και παραπομπή της Αίτησης αυτής στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, προς εκδίκαση. Β. Τα έξοδα της αίτησης αυτής πλέον Φ.Π.Α. » Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται το εν λόγω αίτημα συμπτύσσονται στις παραγράφους 18 και 19 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση και είναι τα ακόλουθα: «
- Ένεκα των πιο πάνω και ένεκα του έτους ολοκλήρωσης της οικοδομής και συγκεκριμένα του έτους ανέγερσης του επίδικου διαμερίσματος του 1ου ορόφου, όπως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, η Αίτηση Καθορισμού Ενοικίου υπ' αρ. Κ13/2020 δεν εμπίπτει στην καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και η διαδικασία θα πρέπει να διακοπεί και να παραπεμφθεί η Αίτηση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
- Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και εγώ καλόπιστα φρονώ, οι πρόνοιες του άρθρου 64 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60όπως τροποποιήθηκε με το Ν.138(I)/2009, δεν απαιτούν επεξήγηση ή εξέταση των λόγων της λανθασμένης καταχώρησης αλλά αρκεί η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αίτηση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, ούτως ώστε να διακόψει την ενώπιόν του διαδικασία και να παραπέμψει την αίτηση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο προς εκδίκαση. » Η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση διαφωνώντας στην έγκριση του αιτήματος, καταχώρησε στις 07/01/2022 σχετική ένσταση (στο εξής: «η 'Ενσταση») προβάλλοντας τα εξής: «
- Η Αίτηση είναι παράτυπη και / ή δεν είναι νομότυπη και δεν είναι δυνατό να εκδοθεί το Αιτούμενο Διάταγμα.
- Το μοναδικό Αρμόδιο Δικαστήριο στην Δημοκρατία για να εκδικάσει Αιτήσεις που αφορούν την αύξηση ενοικίου είναι το παρόν Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα δεν είναι δυνατό να παραπέμψει αυτήν στο Επαρχιακό Δικαστήριο και θα πρέπει να την απορρίψει.
- Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αστήρικτη.
- Ο Αιτητής χρησιμοποιεί στην υπόθεση αυτή τις διαδικασίες του Δικαστηρίου καταχρηστικά αφού η σωστή οδός είναι να αποσύρει την παρούσα και να προχωρήσει με νέα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
- Η αξιούμενη θεραπεία δεν είναι δυνατό να προσφερθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο αφού δεν συνιστά βάση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
- Δεν εκτίθεται στην Αίτηση οποιοσδήποτε νομικός ή/και πραγματικά έγκυρος λόγος που να αιτιολογεί την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας.
- Δεν υπάρχει επίδικο θέμα για να εκδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο αφού το επίδικο ακίνητο έχει παραδοθεί από την 5/4/2021 στον Αιτητή με αποτέλεσμα το αιτητικό της Αίτησης να καθίσταται άνευ αντικειμένου.
- Τα όσα αναφέρει ο Αιτητής στην ΕΔ του ημερομηνίας 19/11/2021 που στηρίζει την Αίτηση του βρίσκονταν σε γνώση του πριν την καταχώριση της Κυρίως Αίτησης και ο Αιτητής παρόλα αυτά επέλεξε λανθασμένα να ακολουθήσει την λανθασμένη οδό με την καταχώριση της Αίτησης για καθορισμό Ενοικίου στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και δεν είναι δυνατό να ζητά σήμερα από το Δικαστήριο να διορθώσει με αυτόν τον τρόπο το λάθος και/ή την παράλειψη του να ακολουθήσει τα ορθά νομικά βήματα πριν την προσφυγή στην δικαιοσύνη και την εσφαλμένη απόφαση του να αποταθεί στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. » Η σύνοψη της αντίθετης άποψης της πλευράς του Καθ' ου παρουσιάζεται στις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αναφερόμενη Ένσταση, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
- Εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου δεν υπάρχει στο Επαρχιακό Δικαστήριο αντίστοιχη διαδικασία για αύξηση του ενοικίου που έπρεπε να καταβάλλω και σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη παραπομπή στην ουσία το Επαρχιακό Δικαστήριο και πάλι θα αποφανθεί ότι είναι αναρμόδιο λόγω της βάσης της αγωγής / Αίτησης να την εξετάσει.
- Εξ όσων με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου ο Αιτητής σε περίπτωση που παραπεμφθεί η παρούσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαίωμα να αναπροσαρμόσει τα δικόγραφα του κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτά να συνιστούν αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει την εξουσία / δυνατότητα να μεταβάλει την βάση της αγωγής του και να αξιώνει άλλες θεραπείες από αυτές που αξιώνει στην παρούσα Αίτηση. » (β) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ακροαματική διαδικασία[1] της παρούσας υπόθεσης έλαβε χώρα στις 20/01/2022, με την αποστολή σχετικών γραπτών αγορεύσεων προς το Δικαστήριο. Η πλευρά του Αιτητή υποστηρίζει ότι η παραπομπή της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιολογείται επειδή αφενός το άρθρο 8 του Νόμου δεν απαγορεύει την αύξηση ενοικίου για τις μη θέσμιες ενοικιάσεις, και αφετέρου επειδή στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα καθοριστεί η διαφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου ενοικίου και της «πραγματικής και/ή εύλογης ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου», με νομιμοποιητική βάση στην πολιτική δικαιοδοσία την «παράνομη επέμβαση», τον «αδικαιολόγητο πλουτισμό» και την «αποκόμιση οφέλους από μη χαριστική πράξη». Υποστηρίζεται συναφώς ότι οι δικογραφικές ελλείψεις της Αίτησης μπορούν να προσπεραστούν και το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει τελική θεραπεία δίχως αυτή να έχει ρητώς επιζητηθεί, κατ' επίκληση των λεχθέντων στη Kennedy Hotels ν. Haig Indirdjian
(1992)1 CLR 200. Απαντώντας, ο δικηγόρος του Ενοικιαστή υποστηρίζει ότι το επίδικο θέμα αφορά ειδική διαδικασία για την οποία το μοναδικό αρμόδιο Δικαστήριο είναι το ΔΕΕ και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραπομπής της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, «αφού το τελευταίο δεν έχει καμία εξουσία και αρμοδιότητα να επιλύει διαφορές που βασίζονται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και ειδικότερα στο άρθρο 8». Υποστηρίζει συναφώς ότι το περιεχόμενο της Κ13/2020 δεν μπορεί να αποτελεί βάση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο και σημειώνει πως από τα γεγονότα που έχει δικογραφήσει ο Αιτητής «δεν προκύπτει ίχνος μαρτυρίας» που να μπορεί να υποστηρίξει είτε παράνομη επέμβαση, είτε τους ισχυρισμούς περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. IΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Το άρθρο 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, διαλαμβάνει τα εξής: «
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 22, 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εµπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού ∆ικαστηρίου, το Επαρχιακό ∆ικαστήριο, διακόπτει την ενώπιόν του τεθείσα διαδικασία και παραπέµπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρµόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρµόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία και παραπέµπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρµόδιο Επαρχιακό ∆ικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(3)Σε περίπτωση παραποµπής, δυνάµει του παρόντος άρθρου, αγωγής ή αίτησης ή υπόθεσης σε καθ' ύλην αρµόδιο δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό σε διάστηµα τριάντα ηµερών από την παραποµπή εκδίδει οδηγίες για διόρθωση των δικογράφων σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαµβάνει το Οικογενειακό ∆ικαστήριο, το ∆ικαστήριο Εργατικών ∆ιαφορών και το ∆ικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. » Η δικαιοδοσία και η διαδικασία αναθεώρησης ενοικίου στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (στο εξής: «ΔΕΕ»), εκπηγάζει από το άρθρο 4
(1)του Νόμου,[2] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[3] ενοικιάσεις[4] και τους όρους αυτών,[5] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Στο άρθρο 8
(1)του Νόμου, προβλέπονται τα ακόλουθα: « Ουδεμία αύξησις ενοικίου κατοικιών ή καταστημάτων δύναται να επιβληθή επί θεσμίου ενοικιαστού πλην ως εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβάνεται. » Όπως αναλύεται στις υπόλοιπες παραγράφους του εν λόγω άρθρου ως επίσης και στον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, για την καταχώριση σχετικής αίτησης πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πέραν της ύπαρξης θέσμιας ενοικίασης, απαιτείται η παρέλευση δύο
(2)ετών, είτε από την ημερομηνία που ο ενοικιαστής έλαβε κατοχή του ακινήτου είτε, από την ημερομηνία της τελευταίας αύξησης ή μείωσης του ενοικίου.[6] Η διαδικασία ενώπιον του ΔΕΕ περιλαμβάνει τη διεξαγωγή ιδίας έρευνας, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος διαδίκου μέσω των υπηρετούντων προς τον σκοπό αυτό Λειτουργών Εκτιμήσεων. Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού προηγουμένως δώσει το δικαίωμα ακρόασης στους διαδίκους και συνυπολογίσει τους περιορισμούς και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην πέμπτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, καθορίζει το δίκαιο ενοίκιο του υποστατικού από την ημερομηνία καταχωρήσεως της υπό εξέτασης αίτησης, με ανώτατο όριο αύξησης εκείνο το ποσοστό που καθορίζεται ανά διετία από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει σχετικού διατάγματος που δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, ή πλέον το 90%[7] του εκάστοτε μέσου όρου[8] των ενοικίων της μικρής περιοχής. ΙIΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Με βάση το πιο πάνω νομικό πλαίσιο, τα σχετικά γεγονότα καθώς και τις εισηγήσεις των συνηγόρων, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα. Η επιχειρηματολογία της πλευράς του Αιτητή δεν πείθει. Επεξηγώ. Ο Νόμος, βεβαίως και δεν απαγορεύει την αύξηση του ενοικίου σε συμβατικές ενοικιάσεις, αφού, προφανώς, σχετίζεται[9] μόνο με θέσμιες ενοικιάσεις. Τούτο όμως το δεδομένο ουδόλως βοηθά την πλευρά του Αιτητή. Η αναπροσαρμογή του ενοικίου δεν αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα σε μια συμβατική ενοικίαση αφού αυτή, όπως κάθε ιδιωτική σύμβαση, διέπεται από τους μεταξύ των μερών συμφωνηθέντες όρους. Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 8 του Νόμου αφορά νομοθετική επιβολή που υπερισχύει όσων είχαν ιδιωτικώς συμφωνηθεί. Συνεπώς, δεν χωρεί συνύπαρξη του συμβατικού δικαιώματος για αύξηση ενοικίου και της αναθεώρησής του, δυνάμει του άρθρου 8 του Νόμου, αφού η ύπαρξη της δεύτερης δυνατότητας προαπαιτεί τον αποκλεισμό της πρώτης και αντιστρόφως, η ύπαρξη συμβατικού δικαιώματος αποκλείει τη νομοθετική παρεμβολή, η επέλευση της οποίας προϋποθέτει τη λήξη ή τον τερματισμό της ενοικιαστικής σχέσης. Ούτε το παραδεκτό γεγονός ότι το επίδικο υποστατικό συμπληρώθηκε μετά το 2000 (και συνεπώς δεν υφίσταται θέσμια ενοικίαση) δικαιολογεί, άνευ ετέρου, την παραπομπή της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το άρθρο 64Α
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, θέτει ως προϋπόθεση[10] για την παραπομπή μιας υπόθεσης από το ΔΕΕ σε άλλο Δικαστήριο τη διαπίστωση της έλλειψης καθ' ύλην αρμοδιότητας για εκδίκαση του επίδικου θέματος. Εν προκειμένω, τέτοια διαπίστωση δεν υφίσταται. Τόσο το περιεχόμενο της αιτούμενης θεραπείας, όσο και όλης της δικογράφησης της Κυρίως Αίτησης είναι ξεκάθαρα. Εξ αυτών προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα[11] του Αιτητή εδράζεται μόνο στο άρθρο 8 του Νόμου, ήτοι ζήτημα που εμπίπτει εντός της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του ΔΕΕ και πουθενά αλλού. Δυστυχώς όμως για τον Αιτητή το επίδικο υποστατικό δεν συμπληρώθηκε πριν το 2000 έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλευθεί τα προβλεπόμενα στο αναφερόμενο άρθρο 8. Τούτη όμως η αδυναμία δεν μετουσιώνεται σε δικαίωμα επίκλησης της διαδικασίας του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, αφού το εν λόγω άρθρο σκοπό[12] έχει να διασώσει, μέσω του μηχανισμού της παραπομπής, τις αστικές διαδικασίες που καταχωρούνται σε αναρμόδιο δικαστήριο και όχι ασφαλώς να καταστήσει αρμόδιο ένα Δικαστήριο δίχως να είναι, ούτε να εγκαθιδρύσει τον συγχρωτισμό μεταξύ της πολιτικής δικαιοδοσίας και της δικαιοδοσίας των ειδικών Δικαστηρίων, πράγμα που θα ήταν ανεπίτρεπτο.[13] Ιδίως, ζητήματα που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΕ, δεν μπορεί να υφίσταται συντρέχουσα αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Αναφορικά με τον Χαράλαμπο Φελλά
(2007)1Α ΑΑΑ 537 ακυρώθηκε με προνομιακό διάταγμα απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου μέσω της οποίας είχε εκδοθεί απόφαση επί ζητήματος που το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, αφού το επίδικο ζήτημα αφορούσε αποκλειστική εξουσία του ΔΕΕ. Κατά τον ίδιο τρόπο, στη Lukoil Cyprus Limited ν. Φελλά κ.α.
(2012)ΑΑΔ 364 επικυρώθηκε η πρωτόδικη κατάληξη με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ακριβώς επειδή το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο εξουσίας να επιληφθεί ζητήματος το οποίο εναπόκειτο στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΕ. Ούτε τα νομολογηθέντα στη Kennedy Hotels διαφοροποιούν την κατάσταση. Εκεί, το ζήτημα αφορούσε παραδειγματικές αποζημιώσεις επί του ίδιου αγώγιμου δικαιώματος το οποίο είχε ρητώς και λεπτομερώς καταγραφεί στην Έκθεση Απαίτησης και ακολούθως στοιχειοθετηθεί κατά την ακρόαση και παρόλο που δεν είχε ρητώς ζητηθεί ως θεραπεία η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων, η επιδίκασή τους κρίθηκε αιτιολογημένη «χάριν της κατίσχυσης του δικαίου». Στην παρούσα περίπτωση, το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό, και, ως ορθώς έχει εντοπίσει και ο συνήγορος του Καθ' ου, στο σώμα της Κυρίως Αίτησης δεν εντοπίζονται καν γεγονότα που να δικαιολογούν καθ' οποιονδήποτε τρόπο τις αιτιάσεις της πλευράς του Αιτητή.[14] Η ετεροχρονισμένη[15] προσπάθεια της πλευράς του Αιτητή να διαφοροποιήσει τη νομική επένδυση (form of action) του αγώγιμου δικαιώματός του, δεν αλλοιώνει την ουσία του πράγματος.[16] Και η ουσία λοιπόν του ζητήματος συνοψίζεται στο γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει στον Αιτητή τις θεραπείες που αξιώνει μέσω της παρούσας Αίτησης. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο. Τόσο η επίδικη αίτηση, όσο και η Κυρίως Διαδικασία, αμφότερες θα απορριφθούν. ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, η Ένσταση επιτυγχάνει. Οι λόγος Ένστασης υπ' αριθμό 2 έχει έρεισμα. Τόσο η επίδικη αίτηση, όσο και η Κυρίως Διαδικασία, αμφότερες απορρίπτονται. Όσον αφορά τα έξοδα τόσο της παρούσας Αίτησης όσο και της Κυρίως Αίτησης, ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου όπως υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Έχω συναφώς συνυπολογίσει τις σχετικές επί του θέματος αρχές,[17] και κυρίως ότι η δικαίωση διαδίκου δεν μπορεί να συνεπάγεται τη δαπάνη υπεράσπισης των δικαιωμάτων του,[18] ως επίσης ότι ο Καθ' ου δεν έχει συμβάλει στην πρόκληση οποιωνδήποτε αδικαιολόγητων εξόδων στη διαδικασία.[19] (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [3] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [4] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.» [5] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [6]Δείτε: Καφασάκης Λτδ ν. Moda Encanto Ltd,
(2002)1 A.A.Δ
- [7] Το ποσοστό μειώνεται στο 80% για «εκτοπισθέντες» και «παθόντες» ως οι έννοιες αυτές προσδιορίζονται στο Μέρος V του Νόμου. [8] Δείτε: Φεραίου ν Χρ. Γεωργιάδης Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:D804, Πολιτική Εφεση αρ. 212/2010, ημερομηνίας 02/12/
- [9] Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος, σχετίζεται με τον έλεγχο των εξώσεων και των αυξήσεων των ενοικίων των προστατευόμενων ενοικιάσεων μέσω της δίκαιης εξισορρόπησης των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων και της εναπόθεσης ενός πέπλου εύλογης προστασίας για την κατοικία και την επαγγελματική στέγη. [10] Η αναφορά ότι «εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρµόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει» είναι σαφέστατη. [11] Το «αγώγιμο δικαίωμα» σημαίνει, απλά, εκείνα τα αναγκαία γεγονότα η ύπαρξη και η απόδειξη των οποίων παρέχει δικαίωμα σε ένα άτομο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία εναντίον ενός άλλου προσώπου. Δείτε: Halsbury's Laws of England/Civil Procedure (Volume 11
(2015), paras 1-503 Basic Procedural Provisions/
(1)Basic Definitions Used in Procedure/
- Cause of action. [12] Δείτε: Σάββα ν. Salamis Tours Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 184/2017, ημερομηνίας 05/06/
- [13] Για παράδειγμα, στην Παπαχαραλάμπους ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ. 2774 έχει επαναληφθεί ότι: «συγχρωτισμός της αναθεωρητικής και της πολιτικής δικαιοδοσίας δεν χωρεί σε κανένα σημείο». Ομοίως, στη Στυλιανίδης v. British American Insurance Co. Ltd
(1990)ΑΑΔ 517, έχει επισημανθεί ότι ζητήματα που άπτονται του τερματισμού απασχόλησης εργοδοτουμένου με βάση τον περί Τερματισμό Απασχόλησης Νόμου, υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και δεν μπορεί να επιληφθεί τέτοιων διαφορών το Επαρχιακό Δικαστήριο. [14] Για παράδειγμα, δεν εντοπίζονται στο εν λόγω δικόγραφο δεδομένα που να παραπέμπουν στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Ούτε η αίτηση αφορά διαδικασία ανάκτησης κατοχής και δικαίωμα για αξίωση για αποζημίωση λόγω της διατήρησης στο μεσοδιάστημα της κατοχής, αλλά ούτε γίνεται επίκληση κατ' ισχυρισμό συμβατικού δικαιώματος για αύξηση του ενοικίου. [15] Διότι, εν πάση περιπτώσει, μια αγόρευση δεν αποτελεί το ορθό μέσο για τη διαφοροποίηση γεγονότων. [16] Δείτε: Alexandros Evangelou Camera House v. Minerva Finance & Investment Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1734, Ξενοφώντος ν. Αναστασίου ECLI:CY:AD:2018:A515, Πολιτική Έφεση αρ. 332/2012, ημερομηνίας 23/11/2018 και Γεωργίου ν. Τηλεμάχου, Πολιτική Έφεση Ε41/2013, ημερομηνίας 18/10/2018. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι: «το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται από τους διαδίκους.» Πολύ πρόσφατα, στη CJSC "TV COMPANY STREAM κ.α. ν. MARTELLATA LTD 2 κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2018 σχ. με Ε35/2018, ημερομηνίας 08/04/2021, επαναλήφθηκε ότι: «Τούτο, επειδή, το θέμα άπτεται της ουσίας των πραγμάτων ως αυτή εξάγεται ή και συνάγεται από τα γεγονότα και όχι από την οποιαδήποτε περιγραφή ή ονομασία που επιλέγουν να αποδίδουν ή να προσαρτούν σε αυτά οι διάδικοι (βλ. κατ' αναλογίαν, Lariena Investments Ltd και Άλλων ν RFI Consortium Ltd, ΠΕ 164/19, ημ. 22.1.21, Penderhill Holdings Limited και Άλλων ν Abramchyk και Άλλων, ΠΕ 319/11, ημ.13.1.14, Χατζηβασιλείου ν Whight Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203, 207)» [17] Η επιδίκαση εξόδων σε τούτη τη δικαιοδοσία διέπεται από τον Κανονισμό 13(β) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 και τη σχετική νομολογία (μεταξύ άλλων: KATSIANTONIS v FRANTZESKOU
(1981)1 CLR 566) [18] Δείτε: Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ, 389, Θρασυβούλου v. Arto estate Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 12, MIB MARIAKO LTD κ.α. v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΡΟΥ
(2013)1Α Α.Α.Δ
- [19] Δείτε: Βασίλη ν. Ευθυμίου, Πολ. Έφεση 336/2013 ημ. 5/7/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο