ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. ΧΡΙΣΤΟΥ, Αρ. Αίτησης: Ε154/2021, 25/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:14 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αρ. Αίτησης: Ε154/2021 Μεταξύ:
- ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, εκ Λεμεσού Αιτητών και ΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΥ, εκ Λεμεσού Καθ΄ ου η αίτηση Ημερομηνία: 25/05/2022 Για τον Αιτητή / Καθ' ου η Αίτηση στην Κυρίως αίτηση: κ. Χ. Τιμοθέου για Χ. Τιμοθέου και Λ. Νεοφύτου Για τους Καθ' ων η αίτηση / Αιτητές στην Κυρίως αίτηση: κ. Γ. Πότσης για Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (αίτηση ημερομηνίας 23/12/2021 για να επιτραπεί η καταχώριση Απάντησης) Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 25/11/
- Μέσω αυτής αξιώνεται διάταγμα ανάκτησης κατοχής και καθυστερημένα ενοίκια, συνεπεία παράβασης συμφωνίας μίσθωσης του υποστατικού που περιγράφεται στην παράγραφο Α1 της αναφερόμενης Αίτησης (στο εξής: «το Υποστατικό»). (α) Η επίδικη Αίτηση. Αντί Απάντησης, στις 23/12/2021 ο Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής: «ο Ενοικιαστής») καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ουσιαστικά αξιώνει όπως του δοθεί άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει Απάντηση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενοικιαστή ο οποίος υποστηρίζει μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: · Ότι η διάρκεια της συμφωνίας ενοικίασης ήταν ακαθόριστη. · Ότι ο τερματισμός της ενοικίασης «δεν είναι νόμιμος και νομότυπος» και προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α΄ την επιδοθείσα σε αυτόν επιστολή τερματισμού ημερ. 4/10/
- · Τα πιο πάνω αποτελούν κατά τον ίδιο βάσιμη υπεράσπιση τα οποία πρέπει να λάβει άδεια να τα εγείρει μέσω της Απάντησής του. Εάν δεν του επιτραπεί αυτό θα συνιστά παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του για πρόσβαση στο Δικαστήριο που διασφαλίζεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. (β) Η Ένσταση. Οι ιδιοκτήτες ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μέσω ένστασης τους ημερ. 01/03/2022 (στο εξής: «η Ένσταση»), προβάλλοντας τα εξής: «
- H Αίτηση είναι αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή πρόωρη και/ή αποτελεί προσπάθεια ανεπίτρεπτης παράκαμψης των διατάξεων και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 11
(1)(
- a)(
- ii)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και/ή αποτελεί προσπάθεια καταστρατήγησης της νομοθεσίας και/ή η νομική βάση είναι ελλιπής. 2. H Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 11
(1)(β)(ίί) καθότι ο Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητής δεν προβάλλει και/ή δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίος το σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια κατά παρέκκλιση του Νόμου και/ή ο Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητής δεν αποτάθηκε για καταχώριση της Απάντησης η οποία να μην έγινε αποδεκτή από τον Γραμματέα και/ή το Δικαστήριο και/ή δεν επισυνάπτει οποιαδήποτε απόδειξη καταβολής των οφειλομένων ενοικίων και/ή απόδειξη του λογιστηρίου του Δικαστηρίου και/ή έντυπο κατάθεσης των οφειλομένων και/ή δεδουλευμένων ενοικίων.
- H αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με την παρούσα Αίτηση τίθεται παντελώς αβάσιμα και/ή αόριστα και/ή λανθασμένα και/ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητή είναι κακόπιστοι και/ή καταχρηστικοί και/ή δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν θέτουν οποιοδήποτε υπόβαθρο το οποίο να χρίζει εξέτασης από το σεβαστό Δικαστήριο και/ή τα όσα αβάσιμα προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση δεν αποτελούν λόγο για να του επιτραπεί η καταχώριση Απάντησης.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή της νομολογίας για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή ο Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητής δεν προβάλλει κανένα ικανοποιητικό λόγο και/ή δεν προβάλλει καμία υπεράσπιση και/ή δεν προβάλλει κανένα ισχυρισμό για τον οποίο Θα πρέπει να του επιτραπεί η καταχώριση Απάντησης κατά παρέκκλιση των προνοιών του άρθρου 11
(1)(α)(ίί) και/ή ο Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για να ανασταλεί την διαδικασία της Κυρίως Αίτησης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης.
- H Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στη διατήρηση μιας φαινομενικής αντιδικίας και/ή αποτελεί μια καταχρηστική προσπάθεια του Καθ' ου η Αίτηση να αποφύγει την καταβολή των δεδουλευμένων και οφειλομένων ενοικίων και/ή παράλληλα να διατηρεί την κατοχή του επίδικου υποστατικού κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας και/ή ο Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητής προβάλλει γενικά και/ή αόριστα ότι δήθεν έχει καλή υπεράσπιση την οποία δεν εξειδικεύει και/ή δεν αμφισβητεί και/ή δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλομένων ενοικίων και/ή η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια του Καθ' ου η Αίτηση να εμποδίσει τους Αιτητές / Καθ' ων η Αίτηση από το να προχωρήσουν και να ανακτήσουν τα νομίμως οφειλόμενα και/ή καθυστερημένα μηνιαία ενοίκια και/ή την κατοχή του υποστατικού/καταστήματος στην οδό Βουκουρεστίου 24, στη Λεμεσό, με αριθμό εγγραφής 1/49602, Φ./Σχ. 59/090201, Τμήμα 1, Τεμάχιο 381 από τον Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητή.
- H Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης των δικαιωμάτων των Αιτητών / Καθ' ων η Αίτηση και είναι ενδεικτική της συνεχούς στάσης και/ή της καταχρηστικής προσπάθειας του Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητή να αποφύγει να καταβάλει τα νομίμως οφειλόμενα και/ή καθυστερημένα ενοίκια και/ή να εκκενώσει και παραδώσει στους Αιτητές / Καθ' ων η Αίτηση ελεύθερη κατοχή του Υποστατικού και/ή να καθυστερήσει την πρόοδο των δικαστικών διαδικασιών χωρίς να συντρέχει ουσιαστικός λόγος.
- Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την Αίτηση είναι γενικόλογοι και/ή ψευδείς και/ή παραπλανητικοί και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αυθαίρετοι και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και/ή το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- H επιστολή τερματισμού της Ενοικίασης είναι ορθή και/ή νόμιμη και/ή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και/ή ο Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητής είναι θέσμιος ενοικιαστής από μήνα σε μήνα και/ή οι Αιτητές / Καθ' ων η Αίτηση ορθά απέστειλαν επιστολή 21 ημερών σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας. 9. Τυχόν παραχώρηση άδειας με την οποία να επιτρέπεται η καταχώριση Απάντησης και/ή αναστολή της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης είναι ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και/ή θα προκαλέσει αδικία στους Αιτητές — Καθ' ων η Αίτηση, εφόσον έκδοση τέτοιου διατάγματος θα τους στερήσει για περαιτέρω χρόνο την κατοχή του Υποστατικού και την καταβολή σε αυτούς των νομίμως οφειλόμενων και/ή καθυστερημένων μηνιαίων ενοικίων. » Η Ένσταση ως προς τα γεγονότα, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ιδιοκτήτη αρ. 2, ο οποίος επιγραμματικά δηλώνει τα παρακάτω: · Με βάση τις πρόνοιες του νέου άρθρου 11
(1)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου η καταχώριση απάντησης επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένες περιπτώσεις προς τις οποίες ο Ενοικιαστής ως ρητώς παραδέχεται δεν έχει συμμορφωθεί. · Οι λόγοι που ο Ενοικιαστής θέτει για να του δοθεί άδεια καταχώρισης Απάντησης είναι αβάσιμοι, αόριστοι και κακόπιστοι. · Το αίτημα υποβάλλεται καταχρηστικά με απώτερο σκοπό τη διατήρηση της κατοχής του υποστατικού δίχως την καταβολή των νόμιμων οφειλόμενων ενοικίων. · Η επιστολή τερματισμού είναι ορθή και σύμφωνη προς τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Ο Ενοικιαστής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει άδεια για καταχώριση Απάντησης. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν έχει ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.[1] Οι συνήγοροι των διαδίκων, παρουσίασαν γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των αντίθετων θέσεων τους. Ο κ. Τιμοθέου για τον Ενοικιαστή ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της ενοικίασης δεν ήταν νόμιμος καθότι δεν θα έπρεπε να δοθεί προειδοποίηση 21 ημερών αλλά θα έπρεπε να δοθεί προειδοποίηση για παράδοση της κατοχής του επίδικου υποστατικού στο τέλος του αμέσως επόμενου πληρωτέου ενοικίου. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που η επιστολή τερματισμού έφερε ημερομηνία 4/10/21, η απαίτηση για παράδοση του επίδικου υποστατικού θα έπρεπε να ήταν για τις 30/11/21, που ήταν το τέλος του αμέσως επόμενου πληρωτέου ενοικίου. Προσθέτει ακόμη πως αν δεν επιτραπεί στον πελάτη του να καταχωρήσει απάντηση θα παραβιαστεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά του για πρόσβαση στο Δικαστήριο, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Από την άλλη πλευρά ο δικηγόρος των Ιδιοκτητών υποστήριξε πως η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά με απώτερο σκοπό τη διατήρηση της κατοχής του Υποστατικού, δίχως την καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την έγκριση της Αίτησης καθότι το αίτημα είναι γενικό και αβάσιμο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την περιπτωσιολογία άλλων υποθέσεων όπου επιτράπηκε η καταχώριση Απάντησης με ιδιαίτερη έμφαση στο κακόπιστο του υπό εξέταση αιτήματος. Η απόφαση επιφυλάχθηκε στις 13/04/2022. ΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983, (στο εξής: «ο Νόμος») αποτελεί μια από τις βασικότερες συνιστώσες της κοινωνικής νομοθεσίας της ημικατεχόμενης μας πατρίδας.[2] Δια μέσω του ελέγχου των εξώσεων και των αυξήσεων των ενοικίων, επιδιώκεται η δίκαιη εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων με την εναπόθεση ενός πέπλου εύλογης προστασίας για την κατοικία και την επαγγελματική στέγη. Ως γνωστό, η εν λόγω νομοθεσία στην υφιστάμενη της μορφή, στόχευε στο να αποτρέψει την εκμετάλλευση που μπορούσε να προκύψει από την έλλειψη διαθέσιμων επαγγελματικών και οικιστικών υποστατικών που προκλήθηκε λόγω του ολέθρου του 1974, προβλέποντας στο άρθρο 11 του Νόμου, με αυστηρά περιοριστικό τρόπο, τους λόγους για τους οποίους μπορεί να εκδοθεί διάταγμα ανάκτησης κατοχής εναντίον θέσμιου ενοικιαστή. Στους πλείστους εξ΄ αυτών, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ μέτρου και σκοπού αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο στάθμισης. Η κατάσταση όμως διαφοροποιείται όταν το ζήτημα αφορά αξίωση που βασίζεται σε μη έγκαιρη εξόφληση των καθυστερημένων ενοικίων. Το άρθρο 11
(1)α(ii) του Νόμου έχει ως εξής: « 11.—
(1)Ουδεµία απόφασις και ουδέν διάταγµα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήµατος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόµος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσµίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων: (α)(
- i)Εις περίπτωσιν καθ' ην οιονδήποτε νοµίµως οφειλόµενον ενοίκιον καθυστερείται επί είκοσι µίαν ή περισσοτέρας ηµέρας µετά την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως απαιτήσεως εις τον ενοικιαστήν και δεν υπάρξει οιαδήποτε προσφορά τούτου προ της καταχωρίσεως αιτήσεως δι' ανάκτησιν κατοχής: Νοείται ότι ενοίκιον θα θεωρήται προσφερθέν δυνάµει της παραγράφου αυτής, εάν τούτο εστάλη διά συστηµένης επιστολής εις το πρόσωπον το δικαιούµενον να εισπράξη τούτο: Νοείται περαιτέρω ότι το ∆ικαστήριο δε διατάζει την ανάκτηση από τον ιδιοκτήτη της κατοχής, όταν ο ενοικιαστής πληρώσει µέσα σε περίοδο δεκατεσσάρων ηµερών από την επίδοση σ' αυτόν της αίτησης παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόµενο από αυτόν εκτός αν ο ενοικιαστής διαρκούσης της µισθώσεως δεν καταβάλλει συστηµατικά το νοµίµως οφειλόµενον· (
- ii)απάντηση σε καταχωριζόµενη δυνάµει της υποπαραγράφου (
- i)αίτηση για ανάκτηση κατοχής γίνεται δεκτή για καταχώριση από το Γραµµατέα του ∆ικαστηρίου µόνο σε περίπτωση που η απάντηση συνοδεύεται είτε από απόδειξη του λογιστηρίου του ∆ικαστηρίου ότι έχει κατατεθεί στο ∆ικαστήριο το αναφερόµενο στην αίτηση οφειλόµενο ποσό ως καθυστερηµένα ενοίκια κατά την ηµεροµηνία καταχώρισης αυτής είτε από απόδειξη είσπραξης του ενοικίου εκδοθείσα υπό του ιδιοκτήτη ή αντιπροσώπου αυτού ή από απόδειξη κατάθεσης χρηµατοπιστωτικού ιδρύµατος προς όφελος του ιδιοκτήτη ή αντιπροσώπου αυτού: Νοείται ότι η απόφαση του Γραµµατέα για αποδοχή ή απόρριψη της καταχώρισης της απάντησης τίθεται εντός τριών
(3)εργάσιµων ηµερών ενώπιον του ∆ικαστηρίου προς τελεσίδικη έγκριση ή απόρριψη, η δε απόφαση του ∆ικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση· (iii) σε περίπτωση έκδοσης διατάγµατος έξωσης µετά από αίτηση του ιδιοκτήτη ως ανωτέρω, το ∆ικαστήριο δύναται να καθορίσει το χρόνο συµµόρφωσης µε το διάταγµα έξωσης ο οποίος δεν δύναται να είναι µικρότερος των ενενήντα
(90)ηµερών. » Εκ της πιο πάνω διατύπωσης, η τροποποίηση της οποίας δυνάμει του Ν. 3(i)/2020 προσδιορίζεται με έντονο χρώμα (bold text), ευκόλως αναδεικνύεται ο απρόσωπος και επιτακτικός χαρακτήρας του υπό εξέταση άρθρου 11
(1)(α). Δεν παρέχεται η διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να σταθμίσει είτε τις προσωπικές περιστάσεις του Ενοικιαστή, είτε οποιεσδήποτε άλλες ειδικές συνθήκες, πριν την έκδοση της απόφασής του. Εφόσον δεν πληρωθούν έγκαιρα τα οφειλόμενα ενοίκια το ζήτημα τελειώνει δίχως το Δικαστήριο να έχει εξουσία να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η εν λόγω άκαμπτη διατύπωση έχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 δικαίως χαρακτηρισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ως υπερβολικά δραστική («unduly drastic»),[3] με την παραίνεση προς τη νομοθετική εξουσία για τη διενέργεια των κατάλληλων εξισορροπητικών τροποποιήσεων, δίχως όμως ανταπόκριση, αφού μετά τη μεσολάβηση τεσσάρων δεκαετιών απραξίας,[4] θεσπίστηκε ο υπό εξέταση τροποποιητικός Νόμος αρ. 3(Ι)/2020 ο οποίος, βρίσκεται ένα βήμα, ή καλύτερα ένα μεγάλο άλμα, προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πλέον, το δικαίωμα πρόσβασης του ενοικιαστή στο Δικαστήριο σε σχέση με αξίωση που αφορά καθυστερημένα ενοίκια, έχει άρρηκτα συνδεθεί με την υποχρέωσή του να ξοφλήσει το ποσό που μονομερώς, και με υπαρκτό κίνδυνο αυθαιρεσίας, καθορίζει ως «οφειλόμενο» ο ιδιοκτήτης στην αίτησή του. Αν και οι προθέσεις[5] πίσω από την εν λόγω νέα ανατρεπτική ρύθμιση είναι απόλυτα σεβαστές, ήτοι για να αντιμετωπισθούν οι συνειδητοί κακοπληρωτές και η αδικαιολόγητη διαιώνιση της εκκρεμοδικίας, η πρακτική υλοποίηση όσων πλέον προβλέπονται έχει αναδείξει την προβληματική της φύση, η οποία απορρέει από το λογικό άλμα που εμπεριέχεται στη διατύπωση «το αναφερόμενο στην αίτηση οφειλόμενο ποσό ως καθυστερημένα ενοίκια», μέσω της οποίας προκαταβάλλεται και τίθεται ως δεδομένη η ύπαρξη της οφειλής.[6] Όσον αφορά δε τα διαδικαστικά ζητήματα, η αρχική διαδικασία που λαμβάνει χώρα από τον Γραμματέα, είναι καθαρά λογιστική, και συναρτάται με τη διαπίστωση και την παρουσίαση προς το Δικαστήριο απόφασης ως προς το κατά πόσον έχουν επισυναφθεί οι κατάλληλες αποδείξεις. Προχωρώντας όμως στο επόμενο και καθοριστικό στάδιο, διαπιστώνεται πλήρης ανυπαρξία δικονομικών μηχανισμών για την επίλυση των αναφυόντων ζητημάτων σε σχέση με το είδος και τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας αξιολόγησης της προτιθέμενης Απάντησης που οδηγεί στην τελεσίδικη δικαστική κρίση. Ούτε έχει προβλεφθεί οποιοσδήποτε μηχανισμός για την αναθεώρηση/έλεγχο της εν λόγω τελεσίδικης δικαστικής κρίσης για την περίπτωση αποδοχής Απάντησης συνεπεία λάθους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου,[7] με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην υφίσταται «αποσυμφόρηση» τούτου του Δικαστηρίου[8] αλλά τουναντίον να εναποτίθεται σε αυτό το βάρος και η ευθύνη για τη δημιουργία, εκ του μηδενός, μιας ad hoc προδικαστικής διαδικασίας, για τη διασφάλιση των πιο πάνω βασικών διαδικαστικών προαπαιτούμενων. Δίχως βεβαίως να παραγνωρίζεται ότι όταν διεκδικούνται καθυστερημένα ενοίκια αρκετές φορές τα πράγματα είναι απλά, ήτοι ότι όντως οφείλονται ενοίκια δίχως να υπάρχει σοβαρή υπεράσπιση, ο κανόνας δεν επιλύει και την, όχι αμελητέα, εξαίρεσή του. Και το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιφανειακά. Οι επιπτώσεις της έκδοσης διατάγματος ανάκτησης μπορεί να είναι από δραστικές έως ανεπανόρθωτες, εξ ου και η εν λόγω ενέργεια συνιστά την πιο ακραία παρέμβαση[9] («most extreme form of interference») στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας[10] και της επαγγελματικής στέγης. Το δε δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο διασφαλίζεται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Αν και δεν πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα, αλλά δικαίωμα που υπόκειται σε εύλογους και λογικούς περιορισμούς, αυτοί δεν πρέπει να απολήγουν στην υποβάθμισή του κατά τρόπο που να καταστρέφεται η ουσία του και για τούτο το λόγο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας[11] το άρθρο 6.1. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το οποίο είναι προσόμοιο με το Άρθρο 30 παρ. 1 του δικού μας Συντάγματος) έχει αναγνωρίσει ότι στο δικαίωμα αυτό θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησής του.[12] Η αποτελεσματικότητα στοιχειοθετείται όταν παρέχεται σε κάποιον, όχι θεωρητική, αλλά πρακτική και ξεκάθαρη[13] δυνατότητα αμφισβήτησης της πράξης που επηρεάζει τα δικαιώματά του.[14] Κατά πόσον ο Καθ' ου έχει δικαίωμα να ζητήσει να καταχωρίσει Απάντηση, δίχως να συμμορφωθεί με το νέο άρθρο 11
(1)(α). Τα προαναφερόμενα δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Καθ' ου έχει το δικαίωμα να ζητήσει άδεια για καταχώριση της Απάντησής του, δίχως να συμμορφωθεί με την προϋπόθεση εξόφλησης που θέτει η νέα νομοθεσία. Η ανυπαρξία ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, αναπληρώνεται από τη σύμφυτη[15] (inherent) εξουσία του Δικαστηρίου που εκπηγάζει από τη δικαιοδοτική του λειτουργία και αποσκοπεί στην αυτοπροστασία του δικαίου. Διαφορετική θεώρηση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού θα βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση τόσο προς τον βασικό σκοπό του Δικαστηρίου αυτού, ήτοι την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης,[16] όσο και προς τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, πράγμα ανεπίτρεπτο, ως η σχετική πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ξεκάθαρα υποδεικνύει.[17] Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάρκου κ.λ.π., Πολιτική Αίτηση αρ. 82/2021, ημερ. 24/06/2021, ECLI:CY:AD:2021:D272 έχει αυτόδηλο περιεχόμενο: « Η ουσία της διαφοράς των διαδίκων εντοπίζεται στους ισχυρισμούς που προβάλλει η κάθε πλευρά ως προς το πραγματικό ύψος του ενοικίου. Ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί και να κριθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο. Η εξέτασή του όμως δεν μπορεί να λάβει χώραν χωρίς να ακουστούν επί του προκειμένου οι αντίστοιχες θέσεις των Αιτητών, καθ΄ ων η αίτηση στη διαδικασία ανάκτησης κατοχής που εκκρεμεί. Εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχεται το ζήτημα της παραβίασης βασικού κανόνα φυσικής δικαιοσύνης, ήτοι του δικαιώματος των Αιτητών να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και να αμφισβητήσουν τα γεγονότα που θέτει η αντίδικη πλευρά. Θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως παραμένουν αδιαμφισβήτητα, επιμαρτυρούν ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης ξεκάθαρης παράλειψης και/ή άρνησης καταβολής ενοικίου, ούτε και ενώπιον προβολής γενικών και αόριστων αναφορών περί εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Ο Νόμος, όπως προσφάτως τροποποιήθηκε, δεν στοχεύει στη στέρηση του δικαιώματος διεξαγωγής δίκαιης δίκης, βασική παράμετρος της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας προώθησης της υπεράσπισης και προβολής ενώπιον δικαστηρίου των ισχυρισμών που δικογραφούνται. Αυτό το οποίο διασφαλίζει είναι η αποφυγή πρόκλησης αδικαιολόγητων καθυστερήσεων και η αποστέρηση από τον ιδιοκτήτη νομίμως οφειλόμενων ενοικίων. » Συναφώς, συνάγεται ότι, παρόλο που η αποδοχή[18] της υπό καταχώριση Απάντησης δεν μπορεί να θεωρείται κεκτημένο δικαίωμα, ιδίως όταν οι αιτιάσεις εξαντλούνται σε γενικότητες, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίζει τον ατελή χαρακτήρα και τις δικονομικές αδυναμίες της υπό εξέταση διαδικασίας, ο πυρήνας της οποίας συνυφαίνεται με τη διασφάλιση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και όχι τις πιθανότητες επιτυχίας του Καθ' ου επί της ουσίας. Και εκ των πραμάτων, η εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί παρά να κινείται σε αυστηρά περιορισμένο πλαίσιο δίχως στο στάδιο αυτό να προαποφασίζονται[19] κατά ουσιαστικό τρόπο τα επίδικα θέματα, δηλαδή εκτός της νενομισμένης ακροαματικής διαδικασίας. ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Με βάση λοιπόν τα επίδικα γεγονότα και το προπαρατεθέν νομικό πλαίσιο, οι διαπιστώσεις μου είναι οι ακόλουθες. Κατ' αρχάς, δικονομικώς ομιλούντες, η Αίτηση στο μέτρο που αφορά την παραχώρηση άδειας για καταχώριση Απάντησης, ως εξηγείται προηγουμένως κατά το νομικό πλαίσιο, κρίνεται ότι ορθά καταχωρήθηκε, δίχως να συνιστά καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο νέο άρθρο 11
(1)(α)(ii) του Νόμου. Η περί αντιθέτου εισήγηση της πλευράς των Ιδιοκτητών απορρίπτεται. Προχωρώντας στην ουσία του ζητήματος, θυμίζω πως ο σκοπός του νέου άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου είναι η αποτροπή τόσο της περίπτωσης όπου υφίσταται ξεκάθαρη άρνηση καταβολής ενοικίων όσο και της περίπτωσης όπου επιδιώκεται η πρόκληση αδικαιολόγητης καθυστέρησης για την είσπραξή τους. Η παρούσα περίπτωση, εντάσσεται και στις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες. Η αξίωση του Ενοικιαστή να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρίσει Απάντηση δεν εδράζεται επί καλού λόγου. Τουναντίον. Η ύπαρξη, το ύψος και η μη εξόφληση των διεκδικούμενων ενοικίων δεν αμφισβητείται επί της ουσίας. Λόγος για τη μη εξόφληση των ενοικίων δεν έχει δοθεί, δεδομένο που επιβεβαιώνει ότι αυτό που πρακτικά επιδιώκεται είναι η πρόκληση αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Τα περί αμφισβήτησης της νομιμότητας της δεόντως επιδοθείσας επιστολής τερματισμού, αξιολογούνται, δίχως τον παραμικρό δισταγμό, ως στερούμενα νομικής υπόστασης. Αφενός, εδράζονται επί παρωχημένης νομολογίας[20] και αφετέρου αντίκεινται στη ρητή νομοθετική πρόνοια του άρθρου 11
(4)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου στο οποίο προβλέπονται ως εξής: «
(4)Η γραπτή προειδοποίηση που αποστέλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου θεωρείται και ως κατάλληλη ειδοποίηση που τερματίζει αυτόματα τη σύμβαση ενοικίασης [...]. » Από το 2007 και εντεύθεν με την εισαγωγή στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του άρθρου 11
(4),[21] όταν αποστέλλεται επιστολή δυνάμει του εν λόγω άρθρου, επέρχεται αυτομάτως και ανεξαιρέτως ο τερματισμός κάθε είδους συμβατικής ενοικιαστικής σχέσης, περιοδικής και μη, και η συμβατική σχέση μετατρέπεται σε θέσμια. Το σχετικό απόσπασμα από την Εταιρεία Ακινήτων Ονασαγόρας Λτδ ν. Κ. Σπανούδης Πολιτική Έφεση αρ. 255/2009, ημερομηνίας 04/07/2014, ECLI:CY:AD:2014:A500 είναι αυτόδηλο: « Δεν συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι δικαιολογείται η στενή ερμηνεία του άρθρου 11
(4)την οποίαν έδωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, σύμφωνα με την οποίαν το εδάφιο 11
(4)δεν εφαρμόζεται στις περιοδικές συμβατικές ενοικιάσεις. Η γενικότητα του εδαφίου 11
(4)δεν δικαιολογεί, κατά την κρίση μας, τον προαναφερόμενο περιορισμό. Στην προκείμενη περίπτωση δόθηκε ειδοποίηση 21 ημερών και μας φαίνεται ότι αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11
(1)(α) και κατά συνέπεια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 11
(4). Η απόφαση στην οποίαν κυρίως βασίστηκε το πρωτόδικο δικαστήριο, που είναι η Τοφινής (ανωτέρω), αποφασίστηκε πολύ πριν την τροποποίηση του περί Ενοικιοστασίου Νόμου με το Ν 128(Ι)/2007 και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθοδηγητική για την ερμηνεία του άρθρου 11
(4)το οποίο εισήχθη με την προαναφερόμενη τροποποιητική νομοθεσία. Κατά την εκτίμηση μας, η ειδοποίηση που έδωσαν οι εφεσείοντες στην προκείμενη περίπτωση και η οποία, σύμφωνα με το πρωτόδικο δικαστήριο, εξέφραζε σαφώς την πρόθεση των εφεσειόντων να καταγγείλουν τη συμβατική σχέση θα πρέπει, σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 11, να θεωρηθεί και ως κατάλληλη ειδοποίηση που τερματίζει αυτόματα τη σύμβαση ενοικίασης. Κατά συνέπεια, μετά τη λήξη της περιόδου 21 ημερών, η ενοικίαση τερματίστηκε, ο ενοικιαστής-εφεσίβλητος κατέστη θέσμιος ενοικιαστής και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας είχε καθ΄ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα να επιληφθεί της αιτήσεως. » Εν προκειμένω, το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού, είναι σαφές, κατανοητό και πλήρως ικανοποιητικό.[22] Μεταξύ άλλων, προσδιορίζονται τα αξιούμενα ενοίκια καθώς και η περίοδος των καθυστερήσεων, τερματίζεται η ενοικίαση και δίδεται η αναγκαία προθεσμία των 21 ημερών για εξόφληση. Τέλος και ως προς τις αιτιάσεις του Ενοικιαστή περί δήθεν παραβίασης των απορρεόντων εκ του Άρθρου 30 του Συντάγματος δικαιωμάτων του, αρκούμαι να παραπέμψω στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου, Πολιτική Έφεση αρ. 32/2014, ημερομηνίας 29/09/2021 το οποίο έχει αυτόδηλο περιεχόμενο: « [..] ο τρόπος με τον οποίο τέθηκαν τα περί αντισυνταγματικότητας είναι γενικός, αόριστος και πάντως (με κάθε σεβασμό), επιφανειακός, με συνεπόμενο να μην ικανοποιούνται καν τα στοιχειώδη ώστε να επιτρέψουν με την αναμενόμενη ασφάλεια, εντρύφηση επί του θέματος ευλόγως και λελογισμένως (βλ. Σταματίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ΠΕ 467/12, ημ. 26.6.19, Πιπονίδη ν Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Άλλου, ΠΕ 429/11, ημ. 6.12.17). Οι Εφεσείοντες, κατά παρέκκλιση της σχετικής νομολογίας και πρακτικής, δεν προσδιορίζουν τον «. Νόμο .» του οποίου η πρόνοια (όποια κι αν είναι αυτή) υποτίθεται ότι συγκρούεται προς το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα»), μηδέ και συγκεκριμενοποιούν το άρθρο ή άρθρα του Συντάγματος τα οποία φερόμενα παραβιάζονται (ως εκ του περιεχομένου των απροσδιόριστων νομοθετικών προνοιών που οι Εφεσείοντες επικαλούνται). Όφειλαν να τα έπρατταν αυτά οι Εφεσείοντες με επιμέλεια και λεπτομέρεια. Τούτο, γιατί, η συνταγματικότητα νόμου συνθέτει, αυτονοήτως, προβληματική ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας (βλ. Κοτζιάπασιης ν Χατζηγιάννη και Άλλων, ΠΕ 107/15, ημ. 26.4.21, Αχιλλέως και Άλλου ν Πιτταρά και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1590, 1602). Δεν το έπραξαν οι Εφεσείοντες. » Τα ίδια, κατ' αναλογία, ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Ως προαναφέρεται, το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υποκείμενο σε εύλογους και λογικούς περιορισμούς. Ουδέν προτάθηκε προς το Δικαστήριο που, με τη δέουσα επάρκεια και πειστικότητα, να καταδεικνύει ότι οι περιορισμοί που θέτει το νέο άρθρο 11
(1)(α) του Νόμου υπερβαίνουν τα άκρα όρια και οδηγούν στην καταστροφή της ουσίας του υπό κρίση δικαιώματος και, κατ' επέκταση, στην καταστρατήγηση της αντίστοιχης συνταγματικής προστασίας. Η πρόταξη και μόνο ότι η απόρριψη της παρούσας αίτησης οδηγεί στην καταπάτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενοικιαστή, ουδόλως δημιουργεί εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί να αξιολογηθεί ο εν λόγω ισχυρισμός. Η αιτηθείσα άδεια θα απορριφθεί. ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Ιδιοκτητών/ Καθ' ων και Αιτητών στην Κυρίως Αίτηση και εναντίον του Ενοικιαστή / Αιτητή και Καθ' ου στην Κυρίως Αίτηση. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται ότι, επειδή το υπό εξέταση θέμα αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Δείτε: Lamarco Ltd v. Kranos
(1987)1 CLR 336. [3] Δείτε: Katsiantonis v. Frantzeskou
(1981)1 C.L.R. 566. [4] Σε σχέση με την αναπόδραστη συνέπεια της έξωσης, λόγω μη εξόφλησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Μεσολάβησε και η τροποποίηση δυνάμει του Ν. 102(i)/1995, με την εισαγωγή του τελευταίου εδαφίου στην παρ. 11
(1)(α)(i). Ακόμη όμως και στη περίπτωση εξόφλησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο Ιδιοκτήτης μπορεί να επιμένει στην αίτησή του, επικαλούμενος «συστηματική» καθυστέρηση, η απόδειξη της οποίας είναι ζήτημα στάθμισης των ιδιαίτερων γεγονότων κάθε υπόθεσης. [5] Στη σχετική Αιτιολογική Έκθεση, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 03/09/2019, Αριθμός 176, αναφέρονται τα εξής: «Σκοπός της πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ώστε να καταστούν αποτελεσματικότερες οι διαδικασίες ανάκτησης ιδιοκτησίας, σε περίπτωση που ενοικιαστές δεν ανταποκρίνονται στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, εισάγεται νέος τύπος εξώδικης επίλυσης της διαφοράς μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή με την καθιέρωση έγγραφης απαίτησης εξόφλησης ή/και ανάκτησης ιδιοκτησίας, ώστε να αποσυμφορηθεί το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Επιπρόσθετα, προνοείται ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων θα εκδίδει διατάγματα εντός έξι μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης ενώ θα δύναται στις περιπτώσεις καταστημάτων και επαγγελματικών υποστατικών να εκδίδει διατάγματα με διαδικασία επιτάχυνσης εντός τριών μηνών, εάν ο ιδιοκτήτης οικειοθελώς αποποιηθεί της απαίτησης οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού από τον ενοικιαστή. » [6] Επιπλέον, η εν λόγω ρύθμιση αφορά καίρια νομοθετική δικονομική παρεμβολή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας που εφαρμόζεται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, η οποία, με βάση το άρθρο 31 του Νόμου αφορά ρητή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ επιπροσθέτως, και ακατανοήτως, η πρωτόδικη τελική κρίση, δεν είναι εφέσιμη. [7] Η δικονομική λύση είναι η αίτηση για διαγραφή της Απάντησης μέσω της αναλογικής εφαρμογής των θεσμών πολιτικής Δικονομίας. Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση της Στυλιανού, Πολιτική αίτηση αρ. 71/2021, ημερομηνίας 26/04/
- [8] Ειρήσθω εν παρόδω, η διεκπεραίωση των υποθέσεων στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων σε σχέση με την πολιτική δικαιοδοσία, ανέκαθεν ήταν ουσιωδώς ολιγότερο χρονοβόρα. [9] Το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου και το απαραβίαστο της κατοικίας του, αποτελούν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που συναρτώνται με την ίδια την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξ ου και διασφαλίζονται τόσο από τα Συντάγματος όσο και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. [10] Δείτε: Lushkin ν. Ρωσίας, Αιτήσεις αρ. 29775/14 and 29967/14, ημερ. 15/12/2020 (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). [11] Στην υπόθεση Golder v. The United Kingdom, Αίτηση αρ. 4451/70, ημερομηνίας 21/02/1975, λέχθηκαν τα εξής: «Article 6 para. 1 (art. 6-1) secures to everyone the right to have any claim relating to his civil rights and obligations brought before a court or tribunal. In this way the Article embodies the "right to a court", of which the right of access, that is the right to institute proceedings before courts in civil matters, constitutes one aspect only. To this are added the guarantees laid down by Article 6 para. 1 (art. 6-1) as regards both the organisation and composition of the court, and the conduct of the proceedings. In sum, the whole makes up the right to a fair hearing». [12] Δείτε: Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο του Δρ. Κώστα Παρασκευά, Κεφ. 8 - Πρόσβαση στο Δικαστήριο - παρ. 8.2: Δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης, σελ.
- [13] Δείτε: Bellet v. France Αίτηση αρ. 23805/94, ημερομηνίας 04/12/1995 και Zubac v. Croatia Αίτηση αρ. 40160/2012, ημερομηνίας 05/04/
- [14] Είναι δε σημαντικό να αναφερθεί πως αποτελεί υποχρέωση των εγχώριων αρμόδιων αρχών να ενεργούν με θετικό τρόπο και επιμέλεια προς εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσής τους. [15] Σχετικά: Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ Λτδ ν. Ουστά (αρ.1),
(1994)1 Α.Α.Δ. 109, Αυξεντίου ν. Σάββα,
(2003)1 Α.Α.Δ.
- [16] Δείτε: Κανονισμό 3(στ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
- [17] Δείτε και: Αναφορικά με την Αίτηση του Ιωάννου, Πολιτική Αίτηση αρ. 102/2021, ημερ. 09/06/2021, ECLI:CY:AD:2021:D247, Αναφορικά με την Αίτηση του Θωμά, Πολιτική Αίτηση αρ. 94/2021, ημερομηνίας 07/06/2021, ECLI:CY:AD:2021:D224, Αναφορικά με την Αίτηση της Admage Market Ltd, Πολιτική Αίτηση αρ. 89/2021, ημερ. 24/05/2021, ECLI:CY:AD:2021:D203 και Αναφορικά με την Αίτηση του Παπαδόπουλου, Πολιτική Αίτηση αρ. 42/2021, ημερ. 22/03/2021, ECLI:CY:AD:2021:D
- [18] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση του Ιωάννου (ανωτέρω). [19] Κατ' αναλογία, δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [20] Δείτε: Nicos Christou Developments Ltd v. Τοφινής
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.
- [21] Δυνάμει της τροποποίησης του βασικού Νόμου με τον Ν. 138(Ι) του
- [22] Δείτε: Woodfall' s Law on Lanlord and Tenant, Determination of the Tenancy, Notice to Quit, Form and Contents of the Notice , Τόμος 1, παρ. 17.244 κ.ε., Hill and Redman's Law of Landlord and Tenant, Division A, General Law, Chapter 14, Determination of the tenancy, (Ι) Notice to quit,
(8)Form and construction of a notice to quit, και Μιχαήλ ν. ΒΑΒΕΛ ΜΠΟΥΤΙΚ ΛΤΔ κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ 241. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο