ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ κ.α. ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αίτηση αρ. E95/2018, 25/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. E95/2018 ΜΕΤΑΞΥ:
- ΧΧΧΧ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ
- ΧΧΧΧ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ Αιτητών και ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ Καθ' ου η Αίτηση (ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 18.11.21) ΜΕΤΑΞΥ:
- ΧΧΧΧ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ 2α. ΧΧΧΧ ΖΑΚΟΥ, ως διαχειρίστρια της αποβιώσασας ΧΧΧΧ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ 2β. ΧΧΧΧ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ, ως διαχειριστής της αποβιώσασας ΧΧΧΧ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ Αιτητών και ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 24/03/2021 (για παραπομπή της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού) Ημερομηνία: 25/05/2022 Για Αιτητές: κα Ν. Ιωάννου για Πελεκάνος και Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση: κα. Μ. Φιγκρέτ για PHC TSANGARIDES LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν.23/1983) αναφέρεται ότι: « «ακίνητο» σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι 31η Δεκεμβρίου 1999· » Στην υπόθεση Φυσεντζίδης ν. Ν. K & C Snooker & Pool Entertainment Πολ. Έφ. 30/19 ημ. 1/6/2020, ECLI:CY:AD:2020:A171 το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τον πιο πάνω ορισμό, αποφάσισε πως για τη στοιχειοθέτηση της παρούσας δικαιοδοσίας δεν αρκεί το υποστατικό να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 31/12/1999 αλλά θα πρέπει τότε να ήταν ενοικιασμένο ή να προσφερόταν προς ενοικίαση. Το σχετικό απόσπασμα της Φυσεντζίδης έχει ως εξής: « Η διαφωνία του Εφεσείοντα με την πρωτόδικη απόφαση αφορά στην ερμηνεία του ακινήτου στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2001 (Ν.20(Ι)/2001) που προνοεί ότι: «"ακίνητο" σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999». Δεν αμφισβητούνται τα πρωτόδικα ευρήματα ότι το επίδικο κατάστημα βρισκόταν μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι είχε συμπληρωθεί πριν από την 31.12.
- Αντίθετα όμως με την κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου η θέση του Εφεσείοντα ήταν πως για να εφαρμοζόταν ο νόμος του ενοικιοστασίου θα έπρεπε, κατά την 31.12.1999 το επίδικο υποστατικό να ήταν είτε υπό ενοικίαση είτε προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα. Δοθείσης δε της αναντίλεκτης θέσης του, την οποία και αποδέχτηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι κατά την 31.12.1999 το κατάστημα δεν ήταν ούτε ενοικιασμένο, ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση, αφού το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Εφεσείοντας ιδιοκτήτης του, θα έπρεπε να είχε καταλήξει πως αυτό δεν ενέπιπτε εντός του ορισμού του άρθρου 2, κατ' ακολουθία ότι η περίπτωση δεν καλυπτόταν από το νόμο του ενοικιοστασίου και εν κατακλείδι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή του. [..] Η ερμηνεία του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μας βρίσκει σύμφωνους. [..] Διαπιστώνεται λοιπόν πως διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση. » II. ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε πριν την έκδοση της Φυσεντζίδης, ήτοι στις 14/8/2018 και με βάση τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη θέσμιας ενοικίασης. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές και οι ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού αξιώνουν την ανάκτηση της κατοχής ως επίσης και απόφαση για το ποσό των €16.275, επικαλούμενοι την ύπαρξη καθυστερημένων ενοικίων από το Νοέμβριο του 2012 μέχρι και τον Ιούλιο του
- Αξιώνουν επίσης ενδιάμεσα οφέλη, πλέον έξοδα, λέγοντας πως, ο Καθ' ου έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής και ότι, παρά την αποστολή σε αυτόν προειδοποιητικής επιστολής 21 ημερών, καθυστερεί στην εξόφληση των οφειλόμενων ενοικίων. Στην Απάντηση ο Καθ' ου δέχεται ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής αλλά αρνείται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επί της ουσίας, ισχυρίζεται ότι το ενοίκιο από το 2013 και εντεύθεν έχει μειωθεί στα €350 μηνιαίως το οποίο και καταβάλλει ανελλιπώς, δίχως να οφείλει οποιοδήποτε ενοίκιο, χαρακτηρίζοντας ως καταχρηστική την παρούσα εναντίον του διαδικασία. (α) Η επίδικη Αίτηση. Στην πορεία της διαδικασίας και προφανώς λόγω της έκδοσης της απόφασης στη Φυσεντζίδης, οι Αιτητές σχημάτισαν την εντύπωση πως το Υποστατικό δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί «ακίνητο» εν τη έννοια του Νόμου, καθότι, ως διατείνονται, το Υποστατικό δεν τελούσε προς ενοικίαση, ούτε ενοικιαζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Συνεπεία τούτης της θεώρησης, καταχωρήθηκε η επίδικη Αίτηση, μέσω της οποίας αξιώνεται η έκδοση διατάγματος παραπομπής στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Λεμεσού το οποίο και χαρακτηρίζεται ως καθ΄ ύλην αρμόδιο για να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται το εν λόγω αίτημα αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧ Ζάκου, θυγατέρας των Αιτητών / Ιδιοκτητών. Η κα Ζάκου αναφέρει πως το επίδικο υποστατικό «δεν βρισκόταν ούτε ήταν προς ενοικίαση πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου και δη κατά την 31.12.99» και πως μέχρι και το 2000 στο Υποστατικό διέμεναν οι γονείς της. Το Υποστατικό τέθηκε για πρώτη φορά προς ενοικίαση, μετά την 31η Δεκεμβρίου
- Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της παρουσιάζει ως τεκμήρια αντίγραφο της απόδειξης για τα τέλη σκυβάλων για το έτος 1999 στο όνομα του πατέρα της, ως επίσης και αντίγραφα των ειδοποιήσεων επιβολής φορολογίας των ετών 1998 και 1999 όπου παρουσιάζεται να μην δηλώνονται εισοδήματα ενοικίου για το Υποστατικό. Στη βάση των πιο πάνω και κατ' επίκληση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας ζητά όπως η παρούσα υπόθεση παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. (β) Η επίδικη Ένσταση. Η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση διαφωνώντας προς την έγκριση του αιτήματος, καταχώρησε στις 12/05/2021 σχετική ένσταση (στο εξής: «η Ένσταση») προβάλλοντας τα εξής: « (α) Οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση τους δεν προβάλλουν ουσιαστικό λόγο και/ή δεν στοιχειοθετούν καλό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να παραμένει μετέωρη και ατεκμηρίωτη. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) H αξιούμενη θεραπεία δεν είναι γνήσια είναι πρόδηλα και εμφανέστατα κακόπιστη. (δ) Δεν έγινε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών και/ή η εν λόγω ένορκη δήλωση παρουσιάζει μία εικόνα πραγμάτων που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. (ε) Η παρούσα αίτηση θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία, δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση καθώς και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. (στ) Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και άνευ αντικειμένου και/ή προκαλεί κατασπατάληση του πολύτιμου δικαστικού χρόνου και/ή είναι κακόπιστη. (ζ) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα προς όφελος των Αιτητών. (η) Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. (θ) Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος και/ή ελλιπής. (ι) Η Αίτηση είναι ελαττωματική. » Η σύνοψη της αντίθετης άποψης της πλευράς του Καθ' ου, όπως αυτή εκτίθεται στη σχετική ένορκη δήλωσή του, συνοψίζεται στα εξής: · Χαρακτηρίζει ως αναληθείς τους ισχυρισμούς των ιδιοκτητών, οι οποίοι, κατά την άποψή του, επιδιώκουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. · Διαφωνεί ότι το Υποστατικό δεν βρισκόταν προς υπό ενοικίαση πριν το 1999 και επικαλείται «βάσιμες πληροφορίες από ενοίκους της πολυκατοικίας που στεγάζεται το επίδικο διαμέρισμα». Κατ' επίκληση των ίδιων πληροφοριών, ισχυρίζεται ότι την εν λόγω περίοδο οι Αιτητές δεν διέμεναν καν στην επαρχία Λεμεσού αλλά στην επαρχία Λάρνακας. · Όσον αφορά τα τεκμήρια που η ενόρκως δηλούσα για τους Ιδιοκτήτες παρουσίασε στην ένορκη δήλωσή της, ισχυρίζεται πως αυτά δεν αποδεικνύουν, δίχως άλλο, τους ισχυρισμούς των Ιδιοκτητών. Ειδικότερα, ως προς το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, ήτοι την απόδειξη πληρωμής τελών σκυβάλων του 1999, αναφέρει πως το μόνο που αποδεικνύεται εξ αυτού είναι ότι υπήρχε χρήση του επίδικου διαμερίσματος κατά τα έτη 1998 με
- Όσον αφορά τις ειδοποιήσεις επιβολής φορολογίας (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2 και 3) σημειώνει ότι οι εν λόγω ειδοποιήσεις αφορούν μόνο τον Αιτητή 1 και όχι την Αιτήτρια αρ. 2 και υπογραμμίζει ότι η διεύθυνση του Αιτητή αρ. 1 που εμφαίνεται σ' αυτές είναι κάποιου διαμερίσματος στη Λάρνακα και όχι του Υποστατικού. Προσθέτει ακόμη, ότι με βάση τη λογική, το γεγονός ότι δεν δηλωνόταν το ενοίκιο του υποστατικού στο Τμήμα Φορολογίας δεν σημαίνει εξ ανάγκης ότι δεν βρισκόταν υπό ή προς ενοικίαση, αφού το ενοίκιο θα μπορούσε είτε να εισπράττεται και να μην πληρώνεται, είτε να δηλώνεται ως εισόδημα της συνιδιοκτήτριας Αιτήτριας αρ. 2 για της οποίας δεν έχουν παρουσιαστεί οι σχετικές φορολογικές δηλώσεις. · Ισχυρίζεται ότι ο απώτερος σκοπός των Ιδιοκτητών είναι να του αποστερήσουν το καθεστώς της θέσμιας ενοικίασης και των δικαιωμάτων που του παρέχει ο Νόμος. · Τέλος, προβάλει πως το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί κατά την κυρίως ακροαματική διαδικασία οπόταν και θα προσκομιστεί ολοκληρωμένη μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ακροαματική διαδικασία[1] της παρούσας υπόθεσης έλαβε χώρα στις 06/04/2022, με την αποστολή σχετικών γραπτών αγορεύσεων προς το Δικαστήριο. Η πλευρά των Αιτητών με παραπομπή στην υπόθεση Φυσεντζίδης υποστηρίζει πως επειδή το Υποστατικό δεν βρισκόταν ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση «κατά ή περί το έτος 1999», το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται δικαιοδοσίας να ακούσει την παρούσα υπόθεση. Επικαλούνται τη μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας μέσω της οποίας στοιχειοθετείται κατά την άποψη τους η έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Χαρακτηρίζουν τους αντίθετους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς γενικούς και αόριστους προσθέτοντας πως η μαρτυρία του Ενοικιαστή εξαντλείται σε ισχυρισμούς που είναι προϊόν εξ ακοής και συνεπώς δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να δώσει βαρύτητα στις δικές του θέσεις. Από την άλλη, η δικηγόρος του Καθ΄ου η αίτηση υποστηρίζει πως η πλευρά των Αιτητών χρησιμοποιεί προσχηματικά τα λεχθέντα στη Φυσεντζίδης με πραγματικό σκοπό να αποστερηθεί ο Καθ΄ου η αίτηση των δικαιωμάτων που του παρέχει ο Νόμος και να διευκολυνθεί το έργο των ιδιοκτητών για την έξωσή του. Αμφισβητείται η επάρκεια και αποδεικτική πληρότητα των τεκμηρίων που παρουσίασαν οι ιδιοκτήτες και τονίζεται πως, εν αντιθέσει με τα λεχθέντα στη Φυσεντζίδης, εν προκειμένω δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το Υποστατικό δεν ενοικιαζόταν πριν την 31/12/
- Προβάλλεται τέλος ότι η απόρριψη της επίδικης αίτησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους ιδιοκτήτες αφού, εάν στο τέλος της ημέρας διαφανεί ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, η υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί τότε στο αρμόδιο Δικαστήριο προς εκδίκαση. IΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Ο Νόμος. Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983, αποτελεί βασική συνιστώσα της κοινωνικής νομοθεσίας της ημικατεχόμενης μας πατρίδας.[2] Δια μέσω του ελέγχου των εξώσεων και των αυξήσεων των ενοικίων, επιδιώκεται η δίκαιη εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων με την εναπόθεση ενός πέπλου εύλογης προστασίας για την κατοικία και την επαγγελματική στέγη. Πρόκειται, ασφαλώς, για νομοθεσία αναγκαστικού και οι σχέσεις που εμπίπτουν κάτω από την προστασία της δεν μπορούν να λειτουργούν αντίθετα προς αυτήν.[3] Η Δικαιοδοσία. Ως γνωστό, η Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι ζήτημα δημόσιας τάξης. Αποτελεί καθήκον του ίδιου του Δικαστηρίου να ελέγχει αυτόβουλα και αυτοδύναμα[4] τα ζητήματα σχετικά με τη Δικαιοδοσία του. Οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν για να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει,[5] ούτε να μεθοδεύουν ή να προκαταβάλλουν με δικονομικά μέσα την έκταση της εφαρμογής της.[6] Το άρθρο 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, σκοπό[7] έχει να διασώσει, μέσω του μηχανισμού της παραπομπής, τις αστικές διαδικασίες που καταχωρούνται σε αναρμόδιο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο 64Α αναφέρονται τα εξής: «
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 22, 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εµπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού ∆ικαστηρίου, το Επαρχιακό ∆ικαστήριο, διακόπτει την ενώπιόν του τεθείσα διαδικασία και παραπέµπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρµόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρµόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία και παραπέµπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρµόδιο Επαρχιακό ∆ικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(3)Σε περίπτωση παραποµπής, δυνάµει του παρόντος άρθρου, αγωγής ή αίτησης ή υπόθεσης σε καθ' ύλην αρµόδιο δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό σε διάστηµα τριάντα ηµερών από την παραποµπή εκδίδει οδηγίες για διόρθωση των δικογράφων σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαµβάνει το Οικογενειακό ∆ικαστήριο, το ∆ικαστήριο Εργατικών ∆ιαφορών και το ∆ικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. » ΙIΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Ως προκύπτει από το προαναφερόμενο άρθρο 64Α
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, για την παραπομπή της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο στο Επαρχιακό Δικαστήριο, απαιτείται η διαπίστωση περί έλλειψης καθ' ύλην αρμοδιότητας. Εν προκειμένω, οι Ιδιοκτήτες καταχωρώντας την παρούσα Κυρίως Αίτηση το 2018 επικαλέστηκαν, και ειρήσθω εν παρόδω, συνεχίζουν να επικαλούνται, την ύπαρξη θέσμιας ενοικίασης που απορρέει από λήξασα συμφωνία που συνάφθηκε το
- Πλέον όμως, λόγω της έκδοσης της το 2020 της προαναφερθείσας απόφασης Φυσεντζίδης, υποστηρίζουν το αντίθετο, ενώ ο Ενοικιαστής διαφωνεί, αναπτύσσοντας τις δικές του θέσεις. Αν και έχω εκθέσει τις εκατέρωθεν αντικρουόμενες θέσεις, συνειδητά θα αποφύγω να προβώ σε οποιαδήποτε οριστικά ευρήματα ως προς το επίδικο γεγονός, εάν δηλαδή το Υποστατικό ενοικιαζόταν ή προσφερόταν προς ενοικίαση πριν το
- Αναμφίβολα, δεν πρόκειται για περίπτωση που η πλάστιγγα γέρνει αταλάντευτα προς τη μια κατεύθυνση. Τα έγγραφα που έχει παρουσιάσει η πλευρά των Ιδιοκτητών σχετίζονται με περιστασιακή μαρτυρία, επί της οποίας ο Ενοικιαστής εγείρει εύλογους ομολογουμένως προβληματισμούς, δίχως όμως εκείνος να προτάσσει κάτι απτό επί της ουσίας, λόγω, προφανώς, της αντικειμενικής του αδυναμίας να έχει άμεση γνώση για την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε στο Υποστατικό, πολλά χρόνια πριν την έναρξη της επίδικης ενοικίασης. Ως εκ των ανωτέρω και συνυπολογίζοντας ότι το συμφέρον της Δικαιοσύνης επιβάλλει όπως τα ζητήματα που άπτονται της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων ξεκαθαρίζονται με τρόπο που να αποτρέπεται ο κίνδυνος για να διαιωνιστεί η αντιδικία των διαδίκων και θυμίζοντας πως ο χαρακτήρας της παρούσας δικαιοδοσίας είναι αμιγώς εξεταστικός[8] και διερευνητικός, έχω καταλήξει πως η προσφορότερη οδός για να λυθεί το επίδικο ζήτημα είναι το πλαίσιο της κυρίως ακροαματικής διαδικασίας, έτσι ώστε να παρασχεθεί δια ζώσης (viva voce)[9] μαρτυρία, η οποία κατά τεκμήριο παρέχει περισσότερη ασφάλεια για την εξαγωγή συμπερασμάτων, συγκριτικά με μια ένορκη δήλωση επί της οποίας δεν διενεργείται καν αντεξέταση. Και μια τελευταία επισήμανση, επειδή δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για το πότε ακριβώς «συμπληρώθηκε» το Υποστατικό. Η Φυσεντζίδης συνέδεσε τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου με το κατά πόσο το κατά περίπτωση υποστατικό μέχρι και το 2000 τελούσε ή προσφερόταν προς ενοικίαση. Στη Φυσεντζίδης δεν λέχθηκε ότι ένα υποστατικό εκπίπτει, δίχως άλλο, της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων εφόσον αποδειχθεί ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου του 1999 είτε κατοικείτο από τον Ιδιοκτήτη, είτε βρισκόταν σε αχρησία, είτε άλλως πως, και ανεξαρτήτως εάν ενοικιαζόταν ή προσφερόταν προς ενοικίαση για δεκαετίες προηγουμένως. Δεν χρειάζεται να λεχθούν περισσότερα. Η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, έχοντας συνυπολογίσει τις σχετικές επί του θέματος αρχές,[10] υπό τις περιστάσεις, κρίνεται ορθότερο όπως παραμείνουν στην πορεία και στο τέλος της διαδικασίας επιδικαστούν υπέρ των Ιδιοκτητών, εφόσον η υπόθεση εν τέλει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, λόγω των νομολογηθέντων στη Φυσεντίδης. Σε οποιανδήποτε άλλη περίπτωση, να επιδικαστούν υπέρ του Καθ' ου, δοθέντος ότι η δικαίωσή του, έστω για τούτο το ζήτημα, δεν μπορεί να συνεπάγεται τη δαπάνη υπεράσπισης των δικαιωμάτων του.[11] (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Δείτε: Lamarco Ltd v. Kranos
(1987)1 CLR 336. [3] Δείτε Άρθρο 27 του Νόμου. Επίσης, Katsikides v. Constantinides
(1969)1 C.L.R. 31 όπου λέχθηκε ότι: «is not possible to contract out of the provisions of rent control legislation [..] In particular, it is not possible to contract out of such legislation by a provision in a tenancy agreement». Επίσης, σύγγραμμα Woodfall: Landlord and Tenant, «Tenants» under the Acts, παρ. 23.006. [4] Τουμάζου ν. S. P. S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α. Α. Δ 700. [5] Δείτε: Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88 και Κούρου ν. Κόνου
(2014)1 Α.Α.Δ.
- [6] Δείτε: Ορουντιώτης κ.α. ν. Loukas Georgiou Management Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. 71/2017, ημερομηνίας 14/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:A453, απόφαση στην Αίτηση ημερ. 17/03/
- [7] Δείτε: Σάββα ν. Salamis Tours Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 184/2017, ημερομηνίας 05/06/
- [8] Στη Δημοκρατία ν. Πέτσα
(1996)1 ΑΑΔ 1342, κατά προσόμοιο τρόπο, ως προς τις δυνατότητες του επαρχιακού δικαστηρίου όταν χρησιμοποιεί εν μέρει εξεταστική διαδικασία για καθορισμό αποζημίωσης στις περιπτώσεις απαλλοτρίωσης, σημειώθηκαν τα εξής: «Η εναπόθεση της ευθύνης εξ ολοκλήρου στα μέρη, με διαδικασία αμιγούς αντιπαράθεσης, θα εξαρτούσε την έκβαση υπέρμετρα από τους χειρισμούς στους οποίους εκείνοι θα προέβαιναν. Και έτσι να μην παρείχετο ενδεχομένως η δυνατότητα για τον καθορισμό αποζημίωσης με τα αναγκαία γνωρίσματα της δίκαιης και εύλογης.» [9]Για τη σημασία της δια ζώσης μαρτυρίας δείτε Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, 555 ως επίσης και στη ΝΙΝΟΣ Β. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ Γ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ
(1995)1 Α.Α.Δ 877 όπου λέχθηκε: «Η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιέχει ισχυρισμούς, όπως τα δικογραφήματα στην αγωγή, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχτούν στη δίκη με τα γνωστά αποδεικτικά μέσα, όπου δε είναι αναγκαίο δια ζώσης. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μην ξεχνούμε πως στη διάρκεια της κατάθεσης ενός μάρτυρα η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που περιέχονται στα δικογραφήματα δυνατόν, ακόμη και στο στάδιο της εξέτασης να μείνουν αναπόδεικτοι. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο της κατάθεσής του αλλά και τη γενική συμπεριφορά του, που τον αναδεικνύει ως μάρτυρα της αλήθειας, ή το αντίθετο, όπως έχει επεξηγηθεί από το Εφετείο μας στην Θεοδόση X"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174.» [10] Η επιδίκαση εξόδων σε τούτη τη δικαιοδοσία διέπεται από τον Κανονισμό 13(β) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 και τη σχετική νομολογία (μεταξύ άλλων: KATSIANTONIS v FRANTZESKOU
(1981)1 CLR 566) [11] Δείτε: Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ, 389, Θρασυβούλου v. Arto estate Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 12, MIB MARIAKO LTD κ.α. v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΡΟΥ
(2013)1Α Α.Α.Δ 508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο