CHEBRIAL ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ. K24/2018, 26/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. K24/2018 Μεταξύ׃ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ CHEBRIAL, από τη Λεμεσό Αιτητής και 1) ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από τη Λεμεσό 2) ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από τη Λεμεσό 3) ΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 19/11/2021 (για τη διαγραφή της έγγραφης μαρτυρίας και ένορκων δηλώσεων της πλευράς του Αιτητή) Ημερομηνία: 26/05/2022 Για τους Αιτητές/ Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κ. Κ. Θωμά για YIANNAKIS K. THOMA LAW FIRM LLC Για τον Καθ' ου η αίτηση / Αιτητή στην Κυρίως Αίτηση: κ. Λ. Λυσάνδρου και κα Δ. Νικολάου για Λ. Λυσάνδρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ I. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. O Αιτητής στην Κυρίως Αίτηση και θέσμιος ενοικιαστής (στο εξής: «ο Ενοικιαστής») μέσω της εν λόγω εναρκτήριας Αίτησης διεκδικεί διάφορες θεραπείες από τους Καθ' ων και Ιδιοκτήτες (στο εξής: «οι Ιδιοκτήτες») του επίδικου υποστατικού (στο εξής: «το Υποστατικό»), προσάπτοντάς τους την ευθύνη για το γεγονός ότι στο Υποστατικό δεν παρέχεται ηλεκτροδότηση και υδροδότηση. H υπόθεση προχώρησε με βάση τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης. Ο Ενοικιαστής, αν και πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως άλλωστε προδίδει και το όνομα του, είναι αραβικής καταγωγής. Ομιλεί την Ελληνική γλώσσα, πλην όμως δυσκολεύεται να διατυπώσει εγγράφως στα ελληνικά τις σκέψεις του, εξ ου και η προηγούμενη του δικηγόρος, συνέταξε στα αραβικά τη μαρτυρία του. Παράλληλα, συνέταξε και σχετική μετάφραση στα ελληνικά καθώς και ένορκη δήλωση κάποιου κ. ΧΧΧΧ Νάσσερ, ο οποίος αυτοπροσδιορίστηκε ως «άριστος γνώστης» τόσο της ελληνικής όσο και της αραβικής γλώσσας και ως ικανός για πιστή μετάφραση της μαρτυρίας του Αιτητή. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα καταχωρηθήκαν ως δέσμη, συναποτελώντας την έγγραφη μαρτυρία του Ενοικιαστή. (α) Η επίδικη Αίτηση. Έναυσμα για την, ομολογουμένως καθυστερημένη, καταχώριση της παρούσας αίτησης (στο εξής: «η Αίτηση») υπήρξε το γεγονός ότι ο Ενοικιαστής υπέγραψε όχι μόνο τη συντεταγμένη στα αραβικά γραπτή του μαρτυρία, αλλά και την ελληνική μετάφρασή της. Τούτο το λάθος, κρίνεται από την πλευρά των ιδιοκτητών ως τέτοιας σημαντικότητας που δικαιολογεί την καταχώριση της επίδικης Αίτησης. Το σκεπτικό των Ιδιοκτητών αναλύεται στην παράγραφο 13 της σχετικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση και έχει ως εξής: «
- Εξ' όσων με πληροφορεί ο κ. Θωμά που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, η γραπτή μαρτυρία του Αιτητή είναι παράτυπη για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η γραπτή μαρτυρία του Αιτητή συντάχθηκε και υπογράφτηκε σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή στον Αιτητή. Ειδικότερα, η γραπτή μαρτυρία του Αιτητή συντάχθηκε στην ελληνική γλώσσα και υπογράφτηκε το ελληνικό κείμενο της γραπτής μαρτυρίας από τον Αιτητή. (β) Η μετάφραση της γραπτής δήλωσης έγινε από άτομο που δεν ήταν και δεν είναι ορκωτός μεταφραστής και υπογράφηκε και στα αραβικά. Ωστόσο τα τεκμήρια επισυνάπτονται στο ελληνικό κείμενο της γραπτής δήλωσης. (γ) Δεν δόθηκε στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση η ένορκη δήλωση του κ. Νάσσερ ως οφείλεται και ως προβλέπεται από τους κανονισμούς αλλά αυτή εξασφαλίστηκε κατόπιν έρευνας στον φάκελο της υπόθεσης. (δ) Στην ένορκη δήλωση του κ. Νάσσερ ημερομηνίας 21/12/20 δεν επισυνάπτεται ως Τεκμήριο το Ελληνικό κείμενο της γραπτής μαρτυρίας του Αιτητή. » Το πιο πάνω επικαλούμενο υπόβαθρο γεγονότων αποτέλεσε τη βάση της ακόλουθης αξίωσης: « (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή τον παραμερισμό (set aside) της ένορκης δήλωσης και/ή γραπτής μαρτυρίας του Αιτητή ημερομηνίας 22/12/20, ως παράτυπης. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή τον παραμερισμό (set aside) της ένορκης δήλωσης του Σαλεχ Νασσερ ημερομηνίας 21/12/20 για μετάφραση της ένορκης δήλωσης και/ή της γραπτής μαρτυρίας ημερομηνίας 22/12/20, ως παράτυπης. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή τον παραμερισμό (set aside) του Διατάγματος ημερομηνίας 22/06/21, για αντεξέταση του Καθ' ου η Αίτηση 1 από τους δικηγόρους του Αιτητή, ως παράτυπης. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή τον παραμερισμό (set aside) της ένορκης δήλωσης του κ. ΧΧΧΧ ΝΑΣΣΕΡ ημερομηνίας 11/11/21 για μετάφραση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερομηνίας 11/11/21, ως παράτυπης. (Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή τον παραμερισμό (set aside) της ένορκης δήλωσης του κ. ΧΧΧΧ ΝΑΣΣΕΡ ημερομηνίας 9/11/2021 για μετάφραση της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση αντεξέτασης ημερομηνίας 25/5/21, ως παράτυπης. [.] » Όσον αφορά δε το νομικό πλαίσιο, η Αίτηση βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο (Ν. 23/83), στους κανονισμούς 1 - 4 και 12 του σχετικού διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, στις Διαταγές 30, 38, 39, 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως επίσης στα άρθρα 1 4, 12, 15, 17 και 18 του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου (Ν. 45(I)/2019) καθώς και στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου (Ν. 67/1988). (β) Η Ένσταση. Στο πιο πάνω αίτημα οι ιδιοκτήτες καταχώρισαν ένσταση (στο εξής: «η Ένσταση»), η οποία βασίζεται σε 16 μακροσκελείς διαφορετικούς λόγους. Μεταξύ άλλων, αμφισβητείται η δικονομική και η ουσιαστική επάρκεια της Αίτησης και υποστηρίζεται ότι οι Ιδιοκτήτες εμποδίζονται λόγω συμπεριφοράς να αξιώνουν τον παραμερισμό της έγγραφης μαρτυρίας του Ενοικιαστή. Προστίθεται ακόμη ότι το όλο ζήτημα ανάγεται σε απλή παρατυπία αφού δεν αμφισβητείται ότι το ελληνικό κείμενο αποτελεί πιστή μετάφραση όσων ο Ενοικιαστής ανέφερε στα αραβικά. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας ΧΧΧΧ Χατζηιωάννου η οποία, ανάμεσα σε άλλα, υπογραμμίζει ότι η άλλη πλευρά δεν αμφισβητεί την επάρκεια ή ακρίβεια της διενεργηθείσας μετάφρασης. Υποστηρίζει πως η επίδικη αίτηση δεν βασίζεται σε επαρκές νομικό υπόβαθρο. Η παραπομπή στον Ν. 45(i)/2009 χαρακτηρίζεται ως μη σχετική. Σχετικό υποστηρίζει ότι είναι το άρθρο 5 του Ν. 67/
- Σημειώνει την καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, ενώ επιπλέον υποβάλλει ότι οι Ιδιοκτήτες εμποδίζονται να προβαίνουν σε τέτοιους ισχυρισμούς, δοθέντος ότι έχουν ήδη προχωρήσει στην καταχώριση της δικής τους μαρτυρίας, ως επίσης αίτησης για αντεξέταση του Ενοικιαστή. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι συνηγόροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτά κείμενα, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν ενώ απάντησαν και σε σχετικές διευκρινίσεις του Δικαστηρίου.[1] Ο κ. Θωμά για τους Ιδιοκτήτες/Αιτητές επικαλέστηκε τα άρθρα 157 και 17 του Νόμου 45
(1)/2019 και υποστήριξε ότι η γραπτή μαρτυρία του Ενοικιαστή είναι παράτυπη διότι η μετάφραση της δήλωσης δεν έγινε, ως θα έπρεπε, από ορκωτό μεταφραστή. Από την άλλη, ο κ. Λυσάνδρου υποστήριξε πώς η Αίτηση στερείται νομικής βάσης, ως επίσης και ουσίας, αφού δεν αμφισβητείται η ορθότητα της διενεργηθείσας μετάφρασης, διαφωνώντας ως προς την αναγκαιότητα της σύνταξής της από ορκωτό μεταφραστή. IΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Ως γνωστό, τούτη η δικαιοδοσία είναι συνοπτικής φύσης. Η ταχύτητα αποτελεί το προσδιοριστικό στοιχείο της λειτουργίας αυτού του Δικαστηρίου. Η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.[2] Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται μόνο αναλογικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και στο μέτρο που συνάδουν με τον εξεταστικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα και της παρούσας δικαιοδοσίας,[3] που αποσκοπεί στην επί της ουσίας επίλυση των αναφυόμενων διαφορών. Στον Κανονισμό 12 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, προβλέπονται τα ακόλουθα: «
- (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου. (β) Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών δε συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει τούτο. (γ) Διαδικασία που προσκρούει στις πρόνοιες των Κανονισμών μπορεί να ακυρωθεί στο σύνολό της ή μερικώς ως αντικανονική ή να τροποποιηθεί με όρους που καθορίζει το Δικαστήριο. » Τηρουμένης της ευρύτατης διακριτής εξουσίας[4] που παρέχεται στο παρόν Δικαστήριο ως προς τον τρόπο χειρισμού των ενώπιον του υποθέσεων και με στόχο να «εξυπηρετηθεί η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης», η Διαταγή 30 τυγχάνει εφαρμογής και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η μεγαλύτερη καινοτομία της νέας Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι ο διαχωρισμός των αστικών υποθέσεων σε δύο κατηγορίες, την «ακροαματική» και την «ταχεία» εκδίκαση (Δ.
- θ. 6). Η δεύτερη περίπτωση προβλέπει, σε συγκεκριμένες υποθέσεις, την κατά κανόνα, παρουσίαση εγγράφως της μαρτυρίας των διαδίκων και τη διεκπεραίωσή της με την εκατέρωθεν καταχώριση έγγραφης μαρτυρίας,[5] επιτρέποντας μόνο κατ' εξαίρεση, είτε την αντεξέταση, είτε την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας. Η εν λόγω έγγραφη μαρτυρία οφείλει να «είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα, στην έκθεση απαίτησης ή την υπεράσπιση ή στην ανταπαίτηση, αναλόγως της περιπτώσεως»[6] και να συντάσσεται δίχως πλατειασμούς ή άσχετα ή μη καλυπτόμενα από τα δικόγραφα γεγονότα, η παρείσφρηση των οποίων, δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο όχι μόνο να απαγορεύσει, είτε την κυρίως εξέταση, είτε την αντεξέταση,[7] αλλά και να καταδικάσει με την ανάλογη διαταγή εξόδων εκείνον τον διάδικο που επιχειρεί να εισαγάγει τέτοιου είδους μη αποδεκτή μαρτυρία.[8] Στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου (Ν. 67/1988), αναφέρονται τα εξής: « 5
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. » Στο άρθρο 2 του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου (Ν. 45(I)/2019) επεξηγείται η έννοια της «πιστοποιημένης μετάφρασης» η οποία σημαίνει: « «πιστοποιημένη μετάφραση» σημαίνει τη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου έγκυρη και ακριβή μετάφραση ενός γραπτού κειμένου ή εγγράφου από ξένη γλώσσα στην ελληνική γλώσσα ή στην τουρκική γλώσσα και αντίστροφα, καθώς και από την ελληνική γλώσσα προς την τουρκική γλώσσα και αντίστροφα, η οποία φέρει την επίσημη σφραγίδα της Δημοκρατίας και η οποία είναι δεόντως χαρτοσημασμένη». » Άξια αναφοράς είναι και τα άρθρα 15 και 17, τα οποία, κατά σειρά, διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: « Μεταφράσεις γραπτών κειμένων ή εγγράφων που διενεργήθηκαν από ορκωτό μεταφραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου θεωρούνται πιστοποιημένες μεταφράσεις και γίνονται αποδεκτές από τα δικαστήρια και τις αρχές της Δημοκρατίας. » « Εξαιρουμένης της περίπτωσης της διενέργειας μεταφράσεων καθηκόντως από το Γραφείο του Επιτρόπου Νομοθεσίας, οι κρατικές υπηρεσίες, τα δικαστήρια και οι ανεξάρτητες αρχές της Δημοκρατίας έχουν υποχρέωση όπως χρησιμοποιούν επ' αμοιβή αποκλειστικά υπηρεσίες ορκωτών μεταφραστών για σκοπούς των αναγκών τους σε πιστοποιημένες μεταφράσεις. » ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Αναμφίβολα, μέσω της «ταχείας εκδίκασης» επιτυγχάνεται μεγάλη εξοικονόμηση χρόνου[9] γεγονός που καθιστά τη χρησιμοποίησή της ιδιαίτερα πρόσφορη σε τούτη τη συνοπτική δικαιοδοσία όπου η ταχύτητα αποτελεί συστατικό στοιχείο της λειτουργίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Όμως, όπως κάθε τι καινούργιο, έτσι και αυτή η νέα διαδικασία διεκπεραίωσης των υποθέσεων δεν είναι δίχως τις ιδιαιτερότητές της. Μια εξ' αυτών είναι το γεγονός ότι η μαρτυρία της κάθε πλευράς καταχωρείται στο Δικαστήριο δίχως να μεσολαβεί ο δικαστικός έλεγχος ως προς την αποδεκτότητά της, στοιχείο που, στην πρακτική διάστασή του θέματος, υπήρξε η αφορμή για να δημιουργηθεί όλο το υπό εξέταση ζήτημα. Παντελώς άσκοπα. Η Αίτηση χρίζει απόρριψης. Η δικονομία αποτελεί τον μοχλό για την εφαρμογή του Δικαίου. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με τη τυπολατρία[10] η οποία οδηγεί στον αποπροσανατολισμό από την ουσιαστική διάσταση των πραγμάτων. Μια ματιά στο ίδιο το αιτητικό της Αίτησης αρκεί για να επιβεβαιώσει ότι περί όνου σκιάς ο λόγος. Ενώ ζητείται η διαγραφή της έγγραφης μαρτυρίας του Ενοικιαστή, η εν λόγω μαρτυρία, ταυτόχρονα, και εμφανώς αντιφατικά, προσδιορίζεται απλώς ως «παράτυπη» και όχι ως άκυρη,[11] διατύπωση που συνιστά ευθεία παραδοχή ότι το όλο ζήτημα ρυθμίζεται με την έκδοση μιας διαταγής για άρση της όποιας παρατυπίας. Το δε γεγονός ότι η πλευρά των Ιδιοκτητών δεν αμφισβητεί ούτε την ακρίβεια, ούτε την πληρότητα της μετάφρασης από τα αραβικά στα ελληνικά, επιβεβαιώνει ότι ουδεμία αδικία έχει υποστεί ή θα υποστεί η συνέπεια τού εν λόγω λάθους. Επιπλέον, δικαίως οι δικηγόροι του Ενοικιαστή υποδεικνύουν ότι η άλλη πλευρά δεν μπορεί να αξιώνει τη διαγραφή της μαρτυρίας επί της οποίας έχει ήδη εξασφαλίσει, εκ συμφώνου, διάταγμα αντεξέτασης. Αν και τα πιο πάνω καταδεικνύουν την έκβαση της Αίτησης, θα αναφερθώ και στην ουσιαστική διάσταση του ζητήματος. Αξιολογώντας λοιπόν το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση, το παράπονο των Ιδιοκτητών προκύπτει λόγω της υπογραφής από τον Ενοικιαστή, και της ελληνικής μετάφρασης της μαρτυρίας που καταχώρησε στα αραβικά. Οι Ιδιοκτήτες ισχυρίζονται ότι η γραπτή μαρτυρία του Ενοικιαστή στα ελληνικά «συντάχθηκε και υπογράφτηκε σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή στον Αιτητή» υποβολή που παραγνωρίζει το προφανές, ότι δηλαδή μαζί με την ελληνική δήλωση, ο Ενοικιαστής καταχώρισε δεόντως συντεταγμένη και υπογεγραμμένη τη γραπτή του μαρτυρία και στα αραβικά η οποία και δεν μπορεί, δίχως άλλο, να αποκλειστεί ή να διαγραφεί. Το προαναφερόμενο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (Ν.67/1988), έχει αυτόδηλο περιεχόμενο. Όπως σχετικά επιβεβαιώθηκε στη Κοκκίνης v. Κοκκίνης Πολ. Έφεση αρ. 247/2011, ημερ. 17.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A179, δεν απαγορεύεται η κατάθεση εγγράφου που είναι συντεταγμένο σε μη επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας. Άλλο η αποδεκτότητα και άλλο η βαρύτητα που θα δίδεται σε αυτό κατά την αξιολόγηση του. Τέλος, ατυχής κρίνεται και η παραπομπή του Δικαστηρίου στον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου (Ν. 45(I)/2019). Η εν λόγω νομοθεσία δεν ρυθμίζει τα περί της αποδεκτότητας της μαρτυρίας που παρουσιάζεται προς το Δικαστήριο, διαφορετικός είναι ο σκοπός της. Ο εν λόγω Ν. 45(Ι)/2019 αφορά τις «πιστοποιημένες μεταφράσεις» όπως ο ορισμός επεξηγείται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 που έχει παρατεθεί προηγουμένως. Η μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, είτε γραπτή είτε προφορική δεν απαιτείται ασφαλώς να είναι «πιστοποιημένη» με βάση τον Ν.45
(1)/2019. Κατά συνεπεία, ορθή κρίνεται και η θέση του Ενοικιαστή ότι η επίδικη αίτηση στερείται νομικής βάσης, στοιχείο που αποτελεί ακόμη ένα, αυτοτελή λόγο για την απόρριψή της, αφού ο ασυνήθιστος χαρακτήρας των ενδιάμεσων διαδικασιών απαιτεί τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων.[12] Δεν χρειάζεται να λεχθεί κάτι περισσότερο. ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Δυνάμει του κανονισμού 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο, αίρεται η παρατυπία που αφορά την υπογραφή από τον Ενοικιαστή της ελληνικής μετάφρασης της ένορκης δήλωσής του. Ως προς τα έξοδα, επειδή η πλευρά του Ενοικιαστή δεν είναι άμοιρη ευθυνών, υπό την έννοια της ύπαρξης έστω της τυπικής παρατυπίας, θεωρώ δικαιότερο όπως μην εκδώσω οποιανδήποτε διαταγή. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89. [3] Δείτε: Άρθρα 4, 5 και 16 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, τους Κανονισμούς 3(στ) και 12 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983, Χριστοδουλίδου ν. 10 EMKIN (CΟΝSULTING LTD κ.ά. 4.4.2019 και Μιχαλάκης Δράκος ν. Νίκου Aργυρίδη
(1989)1Ε ΑΑΔ 162. [4] Δείτε: Διαταγή 30 Θ. 10
(5). [5] Όσον αφορά τη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας μέσω ένορκης δήλωσης, σχετική είναι η Διαταγή 39 θ. 1, όπου αναφέρεται: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Η δε Δ.48 θ.4
(2), η οποία αφορά ενδιάμεσες διαδικασίες προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Ο προσδιορισμός του τι ακριβώς συνιστά «καλό λόγο», είναι ζήτημα που κρίνεται κατά περίπτωση. Σχετικά, στη Κοκκίνου ν. Κοκκίνου Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας 03/11/2016, λέχθηκε ότι: « «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» [6] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(iii). [7] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(v). [8] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(vi). [9] Ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, ECLI:CY:AD:2016:D117, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών». Δείτε και Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [10] Δείτε: Κανονισμό 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Χέυς ν. Φιλιππίδης, Έφεση αρ. 41/2015, ημερομηνίας 18/02/2020 και Απόφαση ΑΔΔΑ στη Dos Santos Calado κ.α. κατά Πορτογαλίας στις προσφυγές αρ. 55997/14, 6843/16, 78841/16, και 370617, ημερομηνίας 31/03/2020. [11] Για τη διαφορά μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας δείτε την απόφαση C.M.A. Holdings v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd, Πολιτική Έφεση αρ.265/14, ημερομηνίας 21/12/2018, ECLI:CY:AD:2018:A559. [12] Δείτε: Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο