SAMEH YOUSSIF MAKARY CHEBRIAL ν. ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αίτηση αρ. K24/2018, 16/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:38 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Α. Γεωργίου και Π. Αγιομαμίτη, Παρέδρων Αίτηση αρ. K24/2018 Μεταξύ׃ SAMEH YOUSSIF MAKARY CHEBRIAL, από τη Λεμεσό Αιτητής και 1) ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από τη Λεμεσό 2) ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από τη Λεμεσό 3) ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 16/12/2022 Για τον Αιτητή: κ. Λ. Λυσάνδρου για Λ. Λυσάνδρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων 1, 2 και 3: κ. Γ. Θωμά για YIANNAKIS K. THOMA LAW FIRM LLC. ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα διαδικασία σχετίζεται με ένα υποστατικό που χρησιμοποιείται ως κατάστημα και βρίσκεται στην οδό Πετράκη Γιάλλουρου, στη Λεμεσό, το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως «το Υποστατικό». O Αιτητής στην Κυρίως Αίτηση είναι ο θέσμιος ενοικιαστής (στο εξής: «ο Ενοικιαστής») του Υποστατικού. Οι Καθ' ων 1, 2 και 3 είναι οι τέως και νυν Ιδιοκτήτες (στο εξής: «οι Ιδιοκτήτες»). Συγκεκριμένα, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 είναι οι υφιστάμενοι συνιδιοκτήτες του Υποστατικού και παιδιά του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1, ο οποίος, αν και μεταβίβασε σ' αυτούς από το 2013 εξ ημισείας την ιδιοκτησία του Υποστατικού, παραμένει ο πληρεξούσιος τους αντιπρόσωπος και διαχειριστής της περιουσίας τους, αφού οι Καθ' ων 2 και 3 είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Στην πραγματικότητα, οι Καθ' ων 2 και 3 δεν φαίνεται να έχουν οποιανδήποτε εμπλοκή στην επίδικη αντιδικία. Όπως δηλαδή η υπόθεση παρουσιάστηκε προς το Δικαστήριο, ό,τι έχει συμβεί, σχετίζεται αποκλειστικά με τον Ενοικιαστή και τον Καθ' ου 1 και πατέρα των Καθ' ων 2 και
- Για τούτο το λόγο και για σκοπούς καλύτερης συνοχής της παρούσας απόφασης, ο Καθ' ου 1, θα χαρακτηρίζεται ως «ο Ιδιοκτήτης» του Υποστατικού. Επί της ουσίας, μέσω της Κυρίως Αίτησης, ο Ενοικιαστής προσάπτει την ευθύνη στην πλευρά του Ιδιοκτήτη για το γεγονός ότι στο Υποστατικό δεν παρέχεται πλέον ηλεκτροδότηση και υδροδότηση και αξιώνει την αποκατάστασή του. Ανταπαιτητικά, οι Ιδιοκτήτες αξιώνουν διάταγμα ανάκτησης κατοχής λόγω «ριζικών αλλαγών» που σκοπεύουν να επιφέρουν στο Υποστατικό. (α) Η Κυρίως Αίτηση. Η Kυρίως Aίτηση καταχωρίστηκε στις 25/07/
- Μέσω αυτής, αρχικώς αξιώθηκαν τα ακόλουθα: «
- Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι καθ' ων η αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει από αυτόν δικαιώματα, όπως προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την τοποθέτηση μετρητή ηλεκτρισμού και νερού στο ανωτέρω κατάστημα στην οδό Πετράκη Γιάλλουρου αρ. 16 στη Λεμεσό
- Απόφαση εναντίον των καθ' ων η αίτηση για το ποσό Ευρώ 325 μηνιαίως από 18/4/18 και κάθε πρώτη επόμενου μήνα δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως, ήτοι τα ενοίκια τα οποία ο αιτητής κατέβαλλε και ή θα καταβάλλει στους καθ' ων η αίτηση χωρίς αυτός να δύναται να λειτουργήσει την επιχείρηση του που στεγάζεται στο ενοικιαζόμενο υποστατικό από υπαιτιότητα των καθ' ων η αίτηση και μέχρι και την εγκατάσταση μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στο ενοικιαζόμενο κατάστημα.
- Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η πληρωμή των ενοικίων στους καθ' ων η Αίτηση για όσο χρόνο παραλείπουν να ενεργήσουν ως η παράγραφος 1 της Απαίτησης ανωτέρω.
- Ποσόν Ευρώ 700 τον μήνα από 18/4/18 ήτοι το διαφυγόν κέρδος από την εργασία του αιτητή μέχρι την εγκατάσταση μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στο ενοικιαζόμενο κατάστημα.
- Νόμιμους τόκους επί εκάστου καθυστερημένου ποσού μέχρι της εξόφλησης.
- Τα έξοδα της αίτησης. » Οι πιο πάνω θεραπείες, εδράζονται επί θέσμιας ενοικίασης με ημερομηνία έναρξης την 11/11/2014, στη βάση σχετικής έγγραφης συμφωνίας μονοετούς διάρκειας και με ενοίκιο τα €325 μηνιαίως (στο εξής: «το Ενοικιαστήριο»). Ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα που στηρίζουν τις αιτούμενες θεραπείες, ο Ενοικιαστής διατείνεται ότι η επίδικη ενοικίαση διέπεται από «ρητό ή σιωπηρό όρο», ότι στο Υποστατικό θα υπήρχε παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργεί τη μη προσδιορισθείσα στο εν λόγω δικόγραφό του «επιχείρησή του». Προσθέτει, ότι μέχρι και τις 18/04/2018 λάμβανε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό από το διπλανό κατάστημα οπόταν και αποκόπηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Έκτοτε, δεν μπορεί να λειτουργήσει την επιχείρησή του και υπόκειται σε ζημιές και έξοδα. Κατήγγειλε το γεγονός αυτό στην Αστυνομία, δίχως αποτέλεσμα, ενώ ίδια κατάληξη είχαν τόσο οι προφορικές όσο και οι έγγραφες παραστάσεις των δικηγόρων του προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Στις 12/07/2018 αποκόπηκε και η παροχή υδροδότησης του Υποστατικού. Ζήτησε, τόσο προφορικώς, όσο και γραπτώς, από τους Ιδιοκτήτες να τοποθετήσουν ξεχωριστούς μετρητές, δίχως όμως αποτέλεσμα. Παρόλο που καταβάλλει τακτικά το ενοίκιο, δεν μπορεί να λειτουργήσει την επιχείρησή του, το δε Υποστατικό «δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χρησιμοποιηθεί επαρκώς ως επαγγελματική στέγη», οι δε Ιδιοκτήτες «αδικαιολόγητα και παράνομα καθίστανται πλουσιότεροι» και αξιώνει αποζημιώσεις και διαφυγόντα κέρδη. Ολοκληρώνει, αναφέροντας πως οι ιδιοκτήτες, αν και λαμβάνουν το ενοίκιο, αρνούνται να «υπογράψουν τα απαραίτητα έγγραφα και να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες» ώστε να τοποθετηθούν μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στο Υποστατικό. (β) Η Απάντηση και Ανταπαίτηση. Στην Απάντηση και Ανταπαίτησή τους, οι Ιδιοκτήτες δέχονται την ύπαρξη της επικαλούμενης έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης και ότι το υφιστάμενο ενοίκιο είναι στα €325 μηνιαίως, πλην όμως υποστηρίζουν ότι ο Ενοικιαστής συστηματικά καθυστερεί την εξόφλησή του. Εις απάντηση των ισχυρισμών του Ενοικιαστή, υποστηρίζουν ότι ουδεμία υποχρέωση έχουν για να εγκαταστήσουν ξεχωριστούς μετρητές στο Υποστατικό, καθότι ουδέποτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο. Κατά τη δική τους θεώρηση των πραγμάτων, ο Ιδιοκτήτης κατά την έναρξη της ενοικίασης είχε ενημερώσει τον Ενοικιαστή, για την ύπαρξη των κοινών μετρητών του επίδικου με το διπλανό υποστατικό (το οποίο είναι και εκείνο δικής τους ιδιοκτησίας) και ότι ο τελευταίος θα κατέβαλλε την αναλογία ηλεκτρικού ρεύματος και νερού απευθείας στους ενοικιαστές του γειτνιάζοντος υποστατικού, η οποία θα υπολογιζόταν με βάση το εμβαδόν του μισθίου. Αυτή τη ρύθμιση την αποδέχθηκε ο Ενοικιαστής και για τούτο το λόγο υπέγραψε το Ενοικιαστήριο επί του οποίου χαρακτήρισε το Υποστατικό ως της «απολύτου αρεσκείας του». 0ι Ιδιοκτήτες υποστηρίζουν ακόμη ότι ουδεμία ανάμειξη ή ευθύνη είχαν στην αποκοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και υδροδότησης, η οποία, σύμφωνα με τους δικούς τους ισχυρισμούς, οφείλεται αποκλειστικά σε πράξεις ή παραλείψεις του ίδιου του Ενοικιαστή. Επιπροσθέτως, οι Ιδιοκτήτες εγείρουν και Ανταπαίτηση. Επικαλούνται την επιστολή τους ημερ. 12/04/2008 προς τον Ενοικιαστή, μέσω της οποίας ισχυρίζονται ότι προτίθενται να προβούν σε ουσιώδεις και σημαντικές αλλαγές επί του Υποστατικού, για σκοπούς αξιοποίησής του, οι οποίες συνεπάγονται την ουσιαστική και σημαντική μετατροπή του. Διατείνονται, συναφώς, ότι έχουν εξασφαλίσει όλες τις απαραίτητες άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Επειδή ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στο περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής τους εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής «κατακρατεί παράνομα» το Υποστατικό «καθότι η ενοικίαση έχει νόμιμα τερματιστεί από τις 12/04/2018». Ως εκ των ανωτέρω, αξιώνουν διάταγμα ανάκτησης κατοχής, καθώς και απόφαση για το ποσό των €325 μηνιαίως από 20/8/2018 μέχρι να τους επιστραφεί η κενή και ελεύθερη κατοχή του Υποστατικού. (γ) Η Απάντηση στην Απάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση. Απαντώντας, ο Ενοικιαστής επαναλαμβάνει τις δικές του θέσεις, προσθέτοντας ότι «ουδέποτε αποδέχθηκε να έχει κοινό μετρητή με το διπλανό κατάστημα και λόγω ανάγκης και μόνο πλήρωνε το ήμισυ του λογαριασμού του ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στο γείτονα του, πράγμα παράνομο». Υποβάλλει ακόμη, ότι οι Ιδιοκτήτες «όφειλαν να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να μην αποκοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού και/ή να εγκατασταθεί ξεχωριστός μετρητής ρεύματος και νερού για το κατάστημα που ενοικιάζει». ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη με βάση τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης και την καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας εκ μέρους των διαδίκων. Για την πλευρά του Ενοικιαστή, πέραν του ιδίου, έδωσε μαρτυρία ακόμα ένα πρόσωπο, ενώ για την πλευρά των Ιδιοκτητών, μαρτυρία έδωσε μόνο ο Καθ' ου
- Επίσης, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν στοχευμένα επί των γραπτών τους δηλώσεων. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία, σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς τα ουσιαστικά επίδικα θέματα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[1] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. (Α) Η μαρτυρία της πλευράς του Ενοικιαστή / Αιτητή.
(1)Η μαρτυρία του Ενοικιαστή / Αιτητή. Στην έγγραφη του μαρτυρία ο Ενοικιαστής παρουσίασε το Ενοικιαστήριο, έγγραφο το οποίο είναι συντεταγμένο στην ελληνική γλώσσα και υπογράφεται από εκείνον και τον Ιδιοκτήτη. Στο τέλος του εν λόγω εγγράφου τίθεται χειρογράφως η ακόλουθη σημείωση: «Έγινε νέα ανανέωση στες 3/11/16 από 11/2/15 μέχρι 11/9/17». Ο Ενοικιαστής αναφέρει ότι κατά την έναρξη της ενοικίασης ο Ιδιοκτήτης αρ. 1 γνώριζε ότι το Υποστατικό προοριζόταν για επαγγελματική χρήση και τον διαβεβαίωσε ότι θα υπάρχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, την κατανάλωση των οποίων θα την επωμιζόταν ο ίδιος ο Ενοικιαστής, δυνάμει του όρου 6 του ενοικιαστηρίου. Κατά ή περί τις αρχές του 2015, και αφότου εγκατέστησε την επιχείρησή του εντός του Υποστατικού, ο Ιδιοκτήτης αρ. 1 τον ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε ξεχωριστός μετρητής ρεύματος για το Υποστατικό και ότι η σχετική παροχή γινόταν από τον μετρητή του διπλανού υποστατικού και, παράλληλα, ζήτησε από εκείνον να καταβάλλει εξ ημισείας την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος. Ρώτησε, για ποιο λόγο δεν υπάρχει ξεχωριστός μετρητής και η απάντηση που έλαβε ήταν ότι, αυτό είναι προσωρινό. Αν και δεν συμφωνούσε με τούτη τη ρύθμιση, διότι πιθανόν να αναγκαζόταν να καταβάλλει ποσά που δεν αναλογούν στην πραγματική δική του κατανάλωση, θεώρησε ότι δεν έχει άλλη επιλογή, για να λειτουργήσει την επιχείρησή του. Από το 2015 έως και το 2017 διατείνεται ότι «εξέφρασε πολλές φορές τη δυσαρέσκειά του» για την έλλειψη μετρητών και η απάντηση που λάμβανε ήταν ότι το ενοίκιο θα πρέπει να διπλασιαστεί για να υπάρξει η τοποθέτηση ξεχωριστών μετρητών. Προσπάθησε, αυτοβούλως, να μεριμνήσει για την τοποθέτηση μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά οι προσπάθειές του δεν είχαν αποτέλεσμα, καθότι του υποδείχθηκε από την Α.Η.Κ. ότι μια τέτοια ενέργεια απαιτούσε την έγκριση και την υπογραφή των Ιδιοκτητών του Υποστατικού. Τον Οκτώβριο του 2017, καθυστέρησε στην εξόφληση κάποιων ενοικίων επειδή «εξάντλησε την καλή του πίστη», τα οποία όμως εν τέλει, και κατόπιν και σχετικής νομικής συμβουλής που έλαβε, τα εξόφλησε. Ακολούθως, μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε επιστολές προς τους Ιδιοκτήτες, τις οποίες και παρουσίασε. Στις 18/04/2018 διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ρεύμα στο Υποστατικό και κατήγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία. Την επόμενη ημέρα παρέλαβε επιστολή των δικηγόρων των Ιδιοκτητών, για τερματισμό της ενοικίασης, στην οποία απάντησε μέσω του δικηγόρου του. Θεωρεί τις συμπεριφορές των Ιδιοκτητών ως προσπάθεια για να τον εξαναγκάσουν να παραιτηθεί από «τα νόμιμα δικαιώματά του». Αναφέρεται σε στιχομυθία που είχε με τον Ιδιοκτήτη ο οποίος παραδέχθηκε σε αυτόν ότι απέκοψε το ρεύμα, λέγοντας του χαρακτηριστικά «έκοψα σου τα ούλλα τζιαι που εν να φύεις εν να βάλω θκιο ρολά όϊ ένα». Ως εκ των πιο πάνω, προσθέτει ότι έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι δεν μπορεί να διενεργήσει την εργασία του, για την οποία λάμβανε περί τα €750 μηνιαίως και απαιτεί αποζημιώσεις και διαφυγόντα κέρδη. Κατά την Αντεξέτασή του, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι ένα περίπου μήνα μετά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου έμαθε ότι το Υποστατικό δεν διαθέτει δικούς του μετρητές νερού και ρεύματος, αρνούμενος ότι γνώριζε αυτό εκ των προτέρων. Δήλωσε ακόμη ότι σταμάτησε να πληρώνει ρεύμα διότι δεν συμφώνησε με τον επιμερισμό της δικής του κατανάλωσης. Δέχθηκε ότι ο ίδιος αποτάθηκε στην Α.Η.Κ. Ο λόγος δεν που δεν εγκατέλειψε το Υποστατικό μέχρι σήμερα είναι επειδή δεν θέλει να ενοικιάσει ένα άλλο υποστατικό προς €600 μηνιαίως, ήτοι σχεδόν διπλάσιο από όσο καταβάλλει.
(2)Η μαρτυρία του κ. Χριστόφορου Νικολάου (Μ.Α.2). Ο δεύτερος μάρτυρας για τον Ενοικιαστή, ήταν ο κ. Χριστόφορος Νικολάου. Το εν λόγω πρόσωπο, διεξαγάγει τη δική του επιχείρηση εντός ιδιόκτητου από το 2001 υποστατικού που γειτνιάζει με το επίδικο Υποστατικό. Κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 2015-2017, υποστήριξε ότι έτυχε ο ίδιος να είναι παρών σε πολλές περιπτώσεις, όπου οι διάδικοι είχαν καυγάδες και έντονες συζητήσεις σε σχέση με την ανυπαρξία ξεχωριστών μετρητών νερού και ρεύματος στο Υποστατικό. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε στιχομυθία μεταξύ του Ενοικιαστή και του Ιδιοκτήτη αρ. 1, μέσω της οποίας ο δεύτερος δήλωνε πως «που εν να πληρώνεις €650 εν να σου βάλω ρεύμα». Τον Απρίλιο του 2018 πληροφορήθηκε από τον Ενοικιαστή ότι είχε αποκοπεί πλήρως το ρεύμα και το νερό και ότι ο Ιδιοκτήτης αρ. 1 αρνείτο να εγκαταστήσει σχετικούς μετρητές. Τούτο το γεγονός, το επιβεβαίωσε και ο ίδιος επειδή εισήλθε στο Υποστατικό και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ούτε νερό, ούτε ρεύμα. Έκτοτε, δεν έχει δει τον Ενοικιαστή να εργάζεται στο Υποστατικό. Κατά την αντεξέτασή του, δέχθηκε ότι τον Απρίλιο του 2018 είχε διαπιστώσει ότι δεν είχε ρεύμα. Πρόσθεσε ότι δεν γνωρίζει ποια ήταν η αρχική συμφωνία μεταξύ του Ενοικιαστή και του Ιδιοκτήτη αρ.
- (Β) Η μαρτυρία της πλευράς των Καθ' ων. Η μαρτυρία του Ιδιοκτήτη αρ.
- Στη δική του μαρτυρία, ο Ιδιοκτήτης, αφού προηγουμένως προσδιορίστηκε ως διαχειριστής τόσο του επίδικου Υποστατικού όσο και της λοιπής περιουσίας των παιδιών του και Καθ' ων 2 και 3, παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης, μέσα από τη δική του οπτική γωνιά. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρθηκε στον προηγούμενο ενοικιαστή του Υποστατικού, μια εταιρεία επ' ονόματι «Tempcontrol», (η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «η Tempcontrol»), η οποία μέχρι σήμερα συνεχίζει να ενοικιάζει το διπλανό υποστατικό. Παλαιότερα, δηλαδή από το 2000 έως και το 2013, η Tempcontrol ενοικίαζε και το επίδικο, ως ένα ενιαίο κατάστημα. Περί το 2013, η Tempcontrol τερμάτισε την ενοικίαση του επίδικου Υποστατικού, του επέστρεψε την κατοχή και «αποσύνδεσε» τους μετρητές που υπήρχαν στο επίδικο Υποστατικό. Στη συνέχεια, στις 13/09/2013, εξασφάλισε πολεοδομική άδεια, και στις 04/03/2014, άδεια οικοδομής. Δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να ενοικιάσει εκ νέου το Υποστατικό, λόγω ακριβώς των προτιθέμενων «ριζικών αλλαγών», που είχε σκοπό να επιφέρει σε αυτό. Εντούτοις, περί το τέλος του 2014 προσεγγίστηκε από τον διευθυντή της Tempcontrol, ο οποίος του ανάφερε για την ύπαρξη ενδιαφερόμενου ενοικιαστή, ήτοι του αντίδικού του. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που είχε με το διευθυντή της Tempcontrol, ο τελευταίος του ανάφερε ότι είχε αποσυνδέσει τους μετρητές νερού και ρεύματος και του «πρότεινε πως ο νέος ενοικιαστής εξυπηρετείται από τους μετρητές που βρίσκονταν στο κατάστημά του». Ισχυρίζεται συναφώς ότι πριν την έναρξη της ενοικίασης είχε καταστήσει σαφές στον Ενοικιαστή ότι η διάρκειά της θα περιοριζόταν στο ένα έτος, λόγω των επικείμενων ριζικών αλλαγών που θα έκανε στο Υποστατικό, αλλά, εν τέλει, συναίνεσε προφορικώς στην παράταση της ενοικίασης έως τον Φεβρουάριο του 2017 «κατόπιν επιμονής» του Ενοικιαστή. Προσθέτει, ότι «εξ ίσου είχε καταστήσει σαφές» ότι θα εξυπηρετείτο από το μετρητή του διπλανού καταστήματος, καταβάλλοντας τη σχετική αναλογία, με βάση το εμβαδόν του Υποστατικού. Επιπλέον, διατείνεται ότι είχε ξεκαθαρίσει ότι η πλευρά των Ιδιοκτητών ουδεμία πρόθεση είχε για να υποβληθεί σε περιττά έξοδα για εγκατάσταση ξεχωριστών μετρητών, λόγω ακριβώς των ριζικών αλλαγών που είχαν σκοπό να διενεργηθούν στο Υποστατικό. Αρνείται ότι υπήρχε είτε ρητός είτε εξυπακουόμενος όρος, για την τοποθέτηση ξεχωριστού μετρητή κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. Προβάλλει, μάλιστα, σαν επιβεβαιωτικό γεγονός των προαναφερόμενων την ύπαρξη του χαμηλού ενοικίου των €325 μηνιαίως, επειδή ακριβώς το Υποστατικό είχε κοινό μετρητή κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος με το διπλανό κατάστημα, ενώ ο μέσος όρος ενοικίασης της περιοχής είναι πολύ ψηλότερος. Είναι η θέση του ότι ο Ενοικιαστής, ενώ γνώριζε και αποδέχτηκε την επιτόπου κατάσταση πραγμάτων, αργότερα άλλαξε γνώμη και ζητούσε την εγκατάσταση ξεχωριστού μετρητή, δίχως αυτό όμως να αποτελεί μέρος της μεταξύ τους συμφωνίας. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί ζημιάς και απώλειας κερδών του Ενοικιαστή, λέγοντας πως όχι μόνο δεν δικαιούται αλλά δεν έχει στοιχειοθετήσει την ύπαρξη τέτοιας ζημιάς. Δέχεται ότι στις 18/04/2018 διακόπηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, για την οποία όμως δηλώνει ότι, ούτε ο ίδιος, ούτε τα παιδιά του, φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη. Δέχεται ότι την επόμενη ημέρα από τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, επιδόθηκε στον Ενοικιαστή επιστολή των Ιδιοκτητών, που φέρει ημερομηνία 12/04/2018, μέσω της οποίας δίδεται σε εκείνον τετράμηνη προειδοποίηση για επιστροφή της κατοχής, κατ' επίκληση αλλαγή χρήσης και ριζικές αλλαγές που έχει σκοπό να διενεργήσει στο Υποστατικό. Όσον αφορά τη διακοπή του νερού, ισχυρίζεται ότι αυτή οφείλεται σε άρνηση του Ενοικιαστή να πληρώσει τη δική του αναλογία νερού. Δέχεται ότι έληξε η πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής που είχαν εκδοθεί, αλλά διευκρινίζει ότι στις 03/12/2020 εκδόθηκε νέα πολεοδομική άδεια, η οποία λήγει στις 02/12/
- Ως εκ των ανωτέρω, ζητά την απόρριψη της αξίωσης του Ενοικιαστή και έκδοση απόφασης ως η Ανταπαίτηση. Κατά την αντεξέτασή του, μεταξύ άλλων, είπε ότι το Υποστατικό ενοικιαζόταν πριν από το 2000 και ότι υπήρχαν σ' αυτό ξεχωριστοί μετρητές νερού και ρεύματος. Επανέλαβε ότι η Tempcontrol του είχε παραδώσει την κατοχή του Υποστατικού από το 2013, αλλά ο ίδιος μόλις στο τέλος του 2014 έμαθε ότι το Υποστατικό δεν διέθετε ξεχωριστούς μετρητές νερού και ρεύματος επειδή η Tempcontrol δεν του ανάφερε ότι είχε αφαιρέσει τους μετρητές. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, υποκείμενη στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, εκπηγάζει από το άρθρο 4
(1)του Νόμου,[2] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[3] ενοικιάσεις[4] και τους όρους αυτών,[5] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Τα ζητήματα που, κατά κύριο λόγο, απασχολούν αυτή τη δικαιοδοσία, σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή του δίκαιου ενοικίου. Επίσης, τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ασχολούνται και με τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων.[6] Οι υποχρεώσεις των μερών σε μια θέσμια ενοικίαση και το δικαίωμα για αποκατάσταση. Άμεσα συναφείς είναι και οι αξιώσεις που αφορούν την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[7] Ανεξαρτήτως της επενέργειας του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, η έκταση της ευθύνης των αντισυμβαλλομένων, κατ' αρχήν προσδιορίζεται με βάση τους συμβατικά συμφωνηθέντες όρους ενοικίασης, εφ' όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τις διατάξεις του παρόντος [περί Ενοικιοστασίου] Νόμου», ως ρητά διαλαμβάνεται στο σχετικό άρθρο 27.[8] Κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, ο ιδιοκτήτης οφείλει να διατηρεί το μίσθιο κατάλληλο για ανθρώπινη διαβίωση[9] (fit for human habitation) και στην απουσία ρητής συμφωνίας για το αντίθετο, να το διατηρεί στην πρέπουσα λειτουργική κατάσταση (in proper working order) και να επιδιορθώνει (keep in repair) τις παροχές νερού και ρεύματος,[10] διασφαλίζοντας το θεμελιώδες δικαίωμα[11] του ενοικιαστή για ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή (quiet enjoyment) του μισθίου. Συναφώς, στο σύγγραμμα The Law of Real Property των Megarry & Wade, 8η έκδοση, σελ 868 - 870, Κεφάλαιο «Common obligations of Landlord and Tenant», στο οποίο, σε συνάρτηση είτε με τη ρητή, είτε με την εξυπακουόμενη[12] υποχρέωση του ιδιοκτήτη για να διασφαλίζει στον ενοικιαστή ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή (quiet enjoyment) του μισθίου, παρατίθεται περιπτωσιολογία όπου διαπιστώθηκε παραβίαση τούτης της υποχρέωσης και, μεταξύ άλλων, αναφέρεται: « Examples of where a landlord has been held to be in breach of the covenant include where: [..] (
- iv)he inflicts physical discomfort on the tenant by cutting off his water, gas, or electricity or depriving him of proper washing facilities » Ομοίως, στο σύγγραμμα Woodfall on Landlord and Tenant, κάτω από το Κεφάλαιο «Covenants for quiet enjoyment - breach of Covenant, παρ. 11.285, παρατίθενται τα ακόλουθα: « Thus a breach of covenant for quiet enjoyment may be commited: (
- a)where access to a tenant's shop-window and door is obstructed by scaffolding erected on the instructions of the landlord for the purpose of carrying out repairs to the landlord's upper premises (
- b)where occupation of the tenant's property is made intolerable because of noise, dust and dirt caused by building work carried out by the landlord (
- c)[..] (
- d)where the landlord cut off the supply of gas and electricity to a flat thereby forcing the tenant out (
- e)[..] (
- g)by excessive noise » Από την άλλη πλευρά και κατά αντίστοιχο τρόπο, κάθε ενοικιαστής ενόσω ενοικιάζει και μέχρι να επιστρέψει την κατοχή του ενοικιαζόμενου υποστατικού,[13] είτε στο πλαίσιο ρητής συμβατικής δέσμευσης, είτε, εν πάση περιπτώσει, στη βάση εξυπακουόμενης[14] υποχρέωσής του, υποχρεούται να διατηρεί το ενοικιαζόμενο από αυτόν υποστατικό σε λειτουργήσιμη κατάσταση («tenant-like manner»).[15] Η εν λόγω έννοια συναρτάται με το μέτρο και τη συμπεριφορά ενός συνηθισμένου («average tenant») ενοικιαστή. Ενδεικτικά, στη Regis Property Co Ltd v Dudley [1958] 3 All ER 491, ο δικαστής Denning αναφερόμενος στις κατηγορίες των ενοικιαστών, χαρακτήρισε ως άριστο/τέλειο ενοικιαστή («perfect tenant») εκείνον ο οποίος δεν προκαλεί την παραμικρή ζημία, ενώ, σε αντιδιαστολή, βρίσκεται ο παντελώς απερίσκεπτος («rough tenant who knocks the place about») ο οποίος συνειδητά προκαλεί «ζημιές» ή «waste».[16] Στην ίδια λογική, στο σύγγραμμα Woodfall, Τόμος 1, παρ. 13020, Repairs, Tenants Obligations αναφέρεται ότι το πλαίσιο ευθύνης γίνεται με αναφορά σε ένα λογικό ενοικιαστή («reasonable tenant»): « It is the duty of every tenant to use the demised premises in a tenant-like manner. He must not commit voluntary waste, and must repair damage occasioned, whether willfully or negligently, by himself, his family or guests. But beyond that his responsibility is simply to take proper care of the place, doing the little jobs which a reasonable tenant would do. » Το πλαίσιο της ευθύνης του ενοικιαστή είναι συνδεδεμένο και με την ηλικία, την κατάσταση και τις ιδιαιτερότητες του κατά περίπτωση υποστατικού. Στη Proudfoot v Hart
(1890)25 QBD λέχθηκε: « "'Good tenantable repair' is such repair as, having regard to the age, character and locality of the house, would make it reasonably fit for the occupation of a reasonably-minded tenant of the class who would be likely to take it". » Ως προς την έκταση της ευθύνης, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Landlord and Tenant (Volume 62
(2016), paras 1-560; 327. Extent of tenant's liability for waste, υποδεικνύονται τα ακόλουθα: « Certainly, a tenant from year to year must not commit any waste; but he is not liable to do substantial repairs (such as to reroof the house, or to renew main timbers), nor need he make good the results of ordinary wear and tear (as, for example, by replacing doors, windows or stairs worn out with age) » Παράβαση των πιο πάνω υποχρεώσεων του θέσμιου ενοικιαστή μπορεί να οδηγήσει στην επιδίκαση εναντίον του ανάλογων αποζημιώσεων, ζήτημα που εξετάστηκε στην Παρλάτα ν. Δημητρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014, ECLI:CY:AD:2014:A339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Τόσο δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 1, όσο και δυνάμει του άρθρου 27
(3)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου αρ. 23/83, ως τροποποιήθηκε ιδιαιτέρως από το Νόμο αρ. 102(Ι)/95, ο ενοικιαστής υποχρεούται να παραδώσει το υποστατικό κατά τη λήξη ή τερματισμό της ενοικίασης στην κατάσταση που το είχε παραλάβει εξαιρούμενης της φυσικής φθοράς, και να προστατεύει το ακίνητο από ζημιές που μπορούν να προκληθούν από τον ίδιο, τους ενοίκους, αντιπροσώπους και προσκεκλημένους του, με παράλληλη υποχρέωση να τις επιδιορθώνει χωρίς καθυστέρηση. Προνοείται δε ότι παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων για επιδιόρθωση ή συντήρηση δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα. Κατά παρόμοιο τρόπο και κατά το κοινοδίκαιο, αλλά και το τότε ισχύον άρθρο 18 του Landlord and Tenant Act 1927, υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης σύμβασης ενοικίασης, με μέτρο αποζημίωσης αυτό της απώλειας της αξίας της επανακτηθείσας ή εναπομείνασας ιδιοκτησίας («reversion»), ή της αποκατάστασης της ζημιάς για επαναφορά στην προτέρα του κατάσταση. Ο ενοικιαστής είναι υπόλογος για «waste» είτε ηθελημένο, είτε «equitable», είτε «permissive», (δέστε Evans: The Law of Landlord and Tenant
(1974), σελ. 84-85, 90-101 και 166-167). » IV. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ. Πριν όμως προχωρήσω στην αξιολόγηση της παρουσιασθείσας μαρτυρίας, έχοντας ήδη αντιπαραβάλει τη μαρτυρία που τέθηκε προς το Δικαστήριο, με βάση πάντοτε το σχετικό δικογραφικό πλαίσιο και συνυπολογίζοντας τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων, ως έχουν περιοριστεί μέσω των αγορεύσεών τους,[17] κρίνω χρήσιμο στο σημείο αυτό να συνοψίσω και να περιορίσω τα επίδικα θέματα. Κατ' αρχάς, ούτε η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου αμφισβητείται, ούτε το ότι πρόκειται για ενοικίαση που έχει καταστεί θέσμια, εξ ου και αμφότερες πλευρές επικαλούνται δικαιώματα που απορρέουν από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τη σχετική νομολογία για να υποστηρίξουν τις διαφορετικές αξιώσεις που εγείρουν μέσω της Κυρίως Αίτησης και της Ανταπαίτησης. Ούτε το ιδιοκτησιακό καθεστώς τελεί υπό αμφισβήτηση. Σημειώνεται ακόμη ότι κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο (νέος) δικηγόρος του Αιτητή, περιόρισε την αξίωση του πελάτη του στο αιτητικό αρ. 1, αναγνωρίζοντας, ορθώς και ειλικρινώς, την καταφανή νομική και αποδεικτική αδυναμία υποστύλωσης των υπ' αριθμό 2 έως και 5 αξιώσεων του Ενοικιαστή. Από την άλλη, ο δικηγόρος των Ιδιοκτητών επέμεινε στον ισχυρισμό ότι η ενοικίαση «είναι άκυρη» επειδή δήθεν το Ενοικιαστήριο δεν προσυπογράφεται από δύο
(2)μάρτυρες. Η εν λόγω θέση δεν αξίζει ιδιαίτερου σχολιασμού, πέραν όσων αμέσως ακολουθούν. Τούτο διότι, αφενός, η εν λόγω θέση αναφέρεται στο αποτέλεσμα δίχως να εξηγεί τη συνέπεια, υπό το φως της εγκαθίδρυσης θέσμιας ενοικίασης. Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για προδήλως αβάσιμη θεώρηση, αφού η πρώτη ενοικίαση ήταν μόνο για ένα
(1)έτος και ως στο άρθρο 77 του περί Συμβάσεων Νόμου ρητά διαλαμβάνεται ότι η υποχρέωση προσυπογραφής από δύο μάρτυρες αφορά ενοικιάσεις μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας. Επανερχόμενος στα γεγονότα, αποτελεί κοινό τόπο ότι το Υποστατικό δεν διαθέτει δικούς του μετρητές κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού. Κατά συνέπεια, ως προς την Κυρίως Αίτηση, αυτό που θα εξεταστεί είναι, εν πρώτοις, εάν η ιδιοκτησιακή πλευρά φέρει υποχρέωση έναντι του Ενοικιαστή για να εγκαταστήσει στο Υποστατικό ξεχωριστούς μετρητές νερού και ρεύματος και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, εάν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος. Εντός τούτου του πλαισίου θα εξετασθεί το περιεχόμενο και η επίδραση της επίδικης έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση των Ιδιοκτητών για έκδοση διατάγματος ανάκτησης κατοχής, θα εξεταστεί η πλήρωση τόσο των τυπικών, όσο και των ουσιαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ανάκτησης κατοχής. V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία,[18] η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση, αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικά αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Με βάση το πιο πάνω πλαίσιο, προχωρώ στην αξιολόγηση της παρουσιασθείσας μαρτυρίας. Ξεκινώ από τον Ενοικιαστή. Το αποτύπωμα που άφησε στο Δικαστήριο η μαρτυρία του είναι καταφανώς αρνητικό. Δεν έπεισε για τη φιλαλήθεια του. Ο προφανής, αλλά ανεπιτυχής, στόχος της μαρτυρίας ήταν για να απεκδυθεί του σημαντικού μεριδίου της ευθύνης που του αναλογεί, ως προς τη πραγματική κατάσταση πραγμάτων. Διασαφηνίζω. Βασίζει όλη την υπόθεσή του στο ούτω καλούμενο δικαίωμά του για πρόσβαση του Υποστατικού σε υδροδότηση και ηλεκτροδότηση, το οποίο απορρέει από τους «ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους» του Ενοικιαστηρίου. Ταυτόχρονα, υποβάλλει ότι ο Ιδιοκτήτης τον παραπλάνησε ότι το Υποστατικό διέθετε ξεχωριστούς μετρητές νερού και ρεύματος. Εντούτοις, το Ενοικιαστήριο δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του. Τουναντίον. Παραπέμπω συναφώς στον όρο 3 του υπό εξέταση εγγράφου, ο οποίος έχει σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο από όσα υποστηρίζει ο Ενοικιαστής. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «
- Ο Ενοικιαστής οφείλει να παραδώσει το ενοικιαζόμενο κατάστημα στην καλή κατάσταση που το παράλαβε, αφού ληφθεί υπ' όψη η φυσική φθορά από τη χρήση που δεν προέρχεται από αμέλεια ή απροσεξία του Ενοικιαστή ή από περιστάσεις ανώτερης βίας. Ο Ενοικιαστής δηλώνει ότι επιθεώρησε το ενοικιαζόμενο κατάστημα και το βρήκε σε καλή κατάσταση και της απόλυτης αρεσκείας του. » Η διατύπωση του πιο πάνω όρου είναι ξεκάθαρη, δίχως ασάφειες ή αοριστίες και χωρίς να τίθεται θέμα αξιολόγησης και συνυπολογισμού οποιασδήποτε εξωγενούς μαρτυρίας[19] προς διασαφήνιση του περιεχομένου του. Συνεπώς, ο Ενοικιαστής δεν μπορεί από τη μια να παραδέχεται εγγράφως ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επιθεώρησε το Υποστατικό και ότι αυτό το αξιολόγησε ως «της απόλυτης αρεσκείας του» και, από την άλλη, να υποστηρίζει ότι η πραγματική κατάσταση του Υποστατικού είναι προϊόν παραπλάνησής του από τον Ιδιοκτήτη. Ούτε βεβαίως διαφοροποιείται οτιδήποτε από το ενδεχόμενο η πιο πάνω γραπτή παραδοχή να επήλθε ως αποτέλεσμα της επικαλούμενης του αδυναμίας να κατανοήσει την ελληνική γραφή. Τούτο διότι, δεν μπορεί από τη μια να επικαλείται το συντεταγμένο μόνο στα ελληνικά Ενοικιαστήριο για να αποδείξει την υπόθεσή του και, παράλληλα, στο μέτρο που δεν τον συμφέρει, να θέτει εν αμφιβόλω και προς όφελός του, κάποιους επιμέρους όρους αυτού. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι υπέγραψε αυτοβούλως το Ενοικιαστήριο, δημιουργεί τεκμήριο ενάντια σε οποιονδήποτε διαφορετικό ισχυρισμό που αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας της εν λόγω συμφωνίας, συνεπεία ισχυριζόμενης μη επαρκούς κατανόησης της ελληνικής γραφής. Το σχετικό απόσπασμα από την Schwartz v Barclays Bank Plc [1995] Lexis Citation 2066 επεξηγεί με εύσχημο τρόπο τη σχετική λογική του θέματος: « Illiteracy and unfamiliarity with the English language are not to be equated with disabilities like mental incapacity or drunkenness. All four conditions are disabilities which may prevent the sufferer from possessing a full understanding of a transaction into which he enters. They differ in this respect, that mental incapacity and drunkenness may not only deprive the sufferer from understanding the transaction, but also deprive him of the awareness that he does not understand it. Illiteracy and unfamiliarity with the English language are quite different. An illiterate knows that he cannot read; a man who is unfamiliar with English is aware of this fact. If he signs a document which he does not understand he has only himself to blame. A man who signs a document in a language with which he is insufficiently familiar to understand can be in no better position than the man who signs a document which he does not read because he is too busy. Accordingly, mental incapacity and drunkenness provide defences to a claim in contract if the other party was aware of the defendant's condition. But illiteracy and unfamiliarity with the English language do not. » Το υστερόβουλο των προθέσεων του Ενοικιαστή επιβεβαιώνεται και από το χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της υπογραφής του Ενοικιαστηρίου και της καταχώρισης της παρούσας Αίτησης. Θυμίζω ότι το Ενοικιαστήριο υπογράφθηκε στις 11/11/
- Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 25/07/2018, ενώ εντός του ίδιου έτους προηγήθηκε η ανταλλαγή δικηγορικών επιστολών. Δηλαδή, για τέσσερα σχεδόν χρόνια, ο Ενοικιαστής όχι μόνο δεν παρουσιάζεται να εκφράζει οποιοδήποτε παράπονο, αλλά αντιθέτως επιλέγει να υπογράψει «νέα ανανέωση» του ενοικιαστηρίου «από 11/2/2015 στες 03/11/2016 μέχρι 11/09/2017».[20] Τα προαναφερόμενα υποδηλώνουν ότι για μια πολύ μακρά περίοδο ο Ενοικιαστής αποδέχθηκε την ανυπαρξία ξεχωριστών μετρητών, αφού, συν τοις άλλοις, το εν λόγω μειονέκτημα του Υποστατικού δεν μπορεί παρά να διαπιστώθηκε κατά την έναρξη της ενοικίασης. Η εκ των υστέρων επίκληση από αυτόν προφορικών διαμαρτυριών προς τον Ιδιοκτήτη, δεν πείθει, όπως δεν πείθει η δικαιολογία που έδωσε ότι δήθεν δεν είχε άλλη επιλογή. Ασφαλώς και είχε επιλογές. Εφόσον θεωρούσε ότι έχει παραπλανηθεί από τον Ιδιοκτήτη σχετικά με την απρόσκοπτη και κυρίως νόμιμη πρόσβαση του Υποστατικού σε νερό και ρεύμα, όφειλε, είτε να τερματίσει άμεσα την ενοικίαση, είτε να επιμένει στη διατήρησή της, επιδιώκοντας πάραυτα την εξασφάλιση προσωρινής δικαστικής προστασίας, αλλά αντί τούτου, ακολούθησε συνειδητά άλλη κατεύθυνση, γνωρίζοντας ότι πράττει «ένα πράμα παράνομο»[21] ως ο ίδιος, δίχως περιστροφές, κατέγραψε στα δικόγραφά του. Ο πραγματικός λόγος που αποδέχθηκε τούτη τη διευθέτηση είναι επειδή το ενοίκιο ήταν, ακριβώς λόγω του αναφερόμενου μειονεκτήματος του Υποστατικού, πολύ χαμηλότερο του μέσου όρου ενοικίων, όπως ο ίδιος ευθέως παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του και όχι επειδή παραπλανήθηκε από τον Ιδιοκτήτη. Ως μη ανταποκρινόμενος στην αλήθεια, ταξινομείται και ο ισχυρισμός του ότι για μια περίοδο δεν κατάβαλλε το ενοίκιο, ως αντίδραση στο γεγονός ότι ο Ιδιοκτήτης του απέκοψε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 19/01/2018 μέσω επιστολής των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους του Ιδιοκτήτη,[22] είχε αποδώσει την καθυστέρηση στην εξόφληση του ενοικίου αποκλειστικά σε «οικονομικές δυσκολίες». Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Ο πελάτης μας είναι διατεθειμένος να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από 1/10/2017 μέχρι 1/1/
- Εντούτοις, λόγω του ότι ο πελάτης μας αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, παρακαλούμε όπως δείξετε κατανόηση στο ότι θα καταβάλει άμεσα το ποσό των €650.- το οποίο αντιπροσωπεύει το ήμισυ του οφειλόμενου ποσού και ακολούθως θα καταβάλει το υπόλοιπο ποσό μέσα στο επόμενο διάστημα. » Περαιτέρω, ενώ κατηγορεί τους Ιδιοκτήτες ότι προκάλεσαν το 2018 την αποκοπή των παροχών ηλεκτρικού ρεύματος και υδροδότησης στο Υποστατικό, ουδεμία μαρτυρία παρουσίασε που να καταδεικνύει ότι οι αντίδικοί του είχαν οποιανδήποτε ενεργή συμμετοχή σε αυτό που τους προσάπτει. Αντιθέτως, τουλάχιστον όσον αφορά την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε είναι ότι η Α.Η.Κ. προχώρησε, καθηκόντως, σε τούτη την ενέργεια επειδή ο ίδιος ο Ενοικιαστής, ως παραδέχθηκε, αποτάθηκε σε αυτήν και την κάλεσε στο Υποστατικό. Τέλος, ουδεμία σχετική μαρτυρία δόθηκε για τις υπό 2 έως και 5 αξιώσεις του Ενοικιαστή, δηλαδή για υποτιθέμενες ζημιές και διαφυγόντα κέρδη, με αποτέλεσμα, ο ισχυρισμός ότι έχει υποστεί ζημιές και απώλειες να μην επαληθεύεται. Ως μη πειστική ταξινομείται και η μαρτυρία του Μ.Α.
- Η παρουσία του εν λόγω μάρτυρα στη διαδικασία αξιολογείται ως μη ικανή να υποβοηθήσει το Δικαστήριο στην εξεύρεση της αλήθειας. Η έγγραφη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ήταν περιορισμένης έκτασης. Και όσο πιο λίγα πράγματα αναφέρει ένας μάρτυρας, τόσο πιο έντονες παρουσιάζονται οι αντιφάσεις ή ανακολουθίες που προκύπτουν. Εν προκειμένω, η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Α.2 ήταν ότι τον Απρίλιο του 2018 εισήλθε στο Υποστατικό και διαπίστωσε «από μόνος του» ότι είχε αποκοπεί «τελείως το ρεύμα και το νερό» (δείτε: παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης), ενώ ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Ενοικιαστή είναι ότι το νερό αποκόπηκε μήνες αργότερα, ήτοι στις 12/07/
- Είναι για τούτο το λόγο που κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι τον Απρίλιο του 2018 έλεγξε μόνο το ρεύμα. Επίσης, ο ισχυρισμός του στην παρ. 9 της έγγραφής του μαρτυρίας, ότι το 2017 ο Ενοικιαστής δεν κατέβαλλε το ενοίκιο επειδή ο Ιδιοκτήτης «δεν του έβαζε ρεύμα», δεν συνάδει με το περιεχόμενο της προπαρατεθείσας επιστολής των δικηγόρων του ίδιου του Ενοικιαστή. Κατά συνέπεια, η εν λόγω μαρτυρία δεν αποτελεί ασφαλές θεμέλιο για να εξαχθούν οποιαδήποτε ουσιαστικά συμπεράσματα. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ιδιοκτήτη. Ούτε αυτού η μαρτυρία δρέπει δάφνες. Κατ' αρχάς, μη πειστικοί ήταν οι ισχυρισμοί του ότι δήθεν το Υποστατικό παλαιότερα διέθετε ξεχωριστούς μετρητές οι οποίοι αφαιρέθηκαν, μάλιστα εν αγνοία του ίδιου, από τον προηγούμενο ενοικιαστή (Tempcontrol) και ότι τάχατες ο ίδιος αντιλήφθηκε την ανυπαρξία των μετρητών μόλις το «τέλος του 2014». Οι συγκεκριμένες δηλώσεις τελούν σε ανακολουθία προς τη βασική δικογραφημένη του θέση (δείτε: παρ. «Δ.8(α)»), ότι δηλαδή κατά την έναρξη της ενοικίασης «ενημέρωσε» τον Ενοικιαστή «ότι ο μετρητής για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού είναι κοινός με το διπλανό υποστατικό» καθώς και την έτερη θέση του, ότι ο λόγος που το Υποστατικό δεν είχε δικούς του μετρητές ήταν επειδή από το 2013 είχε εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια για να αλλάξει τη χρήση του. Ούτε εξήγησε για ποιο λόγο η Tempcontrol προχώρησε στην αφαίρεση των μετρητών από το υποστατικό που του επέστρεψε, ούτε ανέφερε πως αντέδρασε έναντί της, όταν διαπίστωσε την αφαίρεση των μετρητών. Επιπλέον, παντελώς επιφανειακή υπήρξε η μαρτυρία του Ιδιοκτήτη και ως προς την Ανταπαίτηση αφού επιχειρήθηκε μόνο η απόδειξη των τυπικών προϋποθέσεων, ήτοι της έκδοσης αδειών και της επίδοσης σχετικής προειδοποιητικής επιστολής, δίχως να γίνει καν προσπάθεια ως προς την ουσιαστική διάσταση του ζητήματος, και τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που θα έπρεπε να ικανοποιηθούν, με αποτέλεσμα να απουσιάζει πλήρως εκείνη η πειστική μαρτυρία που να καταδεικνύει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ανάκτησης κατοχής. Κατά τα λοιπά, από τη μαρτυρία του επιβεβαιώθηκε και γίνεται αποδεκτό ότι κατά την έναρξη της ενοικίασης ο Ιδιοκτήτης είχε ενημερώσει τον Ενοικιαστή για την ύπαρξη των κοινών μετρητών του επίδικου με το διπλανό υποστατικό και ότι μεταξύ αυτών συμφωνήθηκε ότι ο τελευταίος θα κατέβαλλε την αναλογία ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, η οποία θα υπολογιζόταν με βάση το εμβαδόν του μισθίου.[23] Τέλος, από τη μαρτυρία του, δεν προέκυψε οτιδήποτε που να συνδέει ενεργώς τη πλευρά των Ιδιοκτητών με τις όποιες δραστηριότητες που επέφεραν το 2018 την αποκοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και υδροδότησης του Υποστατικού. VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. (α) Τα πραγματικά γεγονότα. Με βάση τα προαναφερόμενα, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα. Το επίδικο ζήτημα απορρέει εκ θέσμιας ενοικίασης σχετικής με το Υποστατικό που αφορά ένα κατάστημα επί της οδού Πετράκη Γιάλλουρου, στη Λεμεσό, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, αρχικής διάρκειας ενός
(1)έτους, με ημερομηνία έναρξης τις 11/11/2014 και με αρχικό ενοίκιο τα €325 μηνιαίως, έγγραφο το οποίο ανανεώθηκε έως και τις 11/09/
- Το Υποστατικό, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν διέθετε ξεχωριστούς μετρητές νερού και ρεύματος. Αν και ο Ενοικιαστής διατείνεται ότι ο Ιδιοκτήτης έχει ρητή ή εξυπακουόμενη υποχρεώση να του διασφαλίσει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, η πραγματικότητα είναι ότι τόσο ο Ενοικιαστής, όσο και ο Ιδιοκτήτης, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ενοικίασης, είχαν πλήρη γνώση και επίγνωση τούτων των ελλείψεων και ελευθέρα τη βούληση συμφώνησαν στην ως είχε ενοικίασή του. Το συμφωνηθέν μηναίο ενοίκιο ύψους €325 αντανακλούσε, κατά κοινή παραδοχή των διαδίκων, την επίδραση τούτου του μειονεκτήματος του Υποστατικού, αφού επρόκειτο για πολύ χαμηλότερο ποσό ενοικίου, έναντι του μέσου όρου των ενοικίων στη μικρή περιοχή. Συμφωνήθηκε παράλληλα και προφορικώς ότι το Υποστατικό θα λάμβανε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό μέσω παροχών του γειτνιάζοντος καταστήματος, το οποίο είναι ιδιοκτησίας των παιδιών του Ιδιοκτήτη (Καθ' ων 2 και 3) και ο Ενοικιαστής θα επιμεριζόταν τη δική του αναλογία, με βάση το εμβαδόν των δύο υποστατικών. Στα πρώτα χρόνια της συνεργασίας των διαδίκων, αυτή η ρύθμιση λειτουργούσε. Όμως, στην πορεία του χρόνου, ο Ενοικιαστής θεώρησε ότι ο επιμερισμός των λογαριασμών δεν ήταν πλέον δίκαιος για εκείνον και αξίωσε από τον Ιδιοκτήτη την τοποθέτηση ξεχωριστών μετρητών. Παράλληλα, οι σχέσεις των διαδίκων ήταν ήδη τεταμένες, καθότι ο Ενοικιαστής, λόγω οικονομικής στενότητας, δεν είχε ξοφλήσει κάποια ενοίκια από τον Οκτώβριο του
- Η άρνηση του Ιδιοκτήτη να μεριμνήσει για την εγκατάσταση ξεχωριστού μετρητή /παροχής ρεύματος είχε ως αποτέλεσμα ο Ενοικιαστής να αποταθεί απευθείας στην Α.Η.Κ., η οποία, αφότου επιθεώρησε τον χώρο, τοποθετήθηκε[24] ως εξής: « Αλλαγή ηλεκτρικής εγκατάστασης χωρίς έλεγχο και έγκριση από την ΑΗΚ. Αρ. λογαριασμού: 51855000008 Αρ. Μετρητή:328991 Πληροφορείστε ότι σε πρόσφατη επιθεώρηση του υποστατικού σας που βρίσκεται στην οδό ....... διαπιστώθηκε στην παρουσία σας/εκπροσώπου σας ότι έχετε προβεί σε αλλαγές στην ηλεκτρική εγκατάσταση του υποστατικού σας χωρίς τον προηγούμενο έλεγχο και έγκριση τους από την ΑΗΚ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας και δεν κατέχετε το σχετικό Πιστοποιητικό Καταλληλότητας. Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι παράνομο και επικίνδυνο και η ΑΗΚ επιφυλάσσει το δικαίωμα να σας χρεώσει με τα έξοδα διερεύνησης της υπόθεσης αυτής αλλά και τα έξοδα επιδιόρθωσης οποιωνδήποτε εγκαταστάσεων, συσκευών ή οργάνων της που πιθανόν να έχουν υποστεί ζημιά εξ αιτίας της παράνομης σύνδεσης σας. Κατόπιν τούτου, η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου σας καλεί να αποσυνδέσετε την παράνομη σύνδεση των προσθηκών/τροποποιήσεων που έγιναν στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση του υποστατικού αι να υποβάλετε σχέδια για έλεγχο της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης εντός δεκαπέντε
(15)ημερών. » Συνεπακόλουθα, λόγω της αδράνειας των μερών για να συμμορφωθούν ως το περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής της Α.Η.Κ, η τελευταία υλοποίησε τις προθέσεις της, προχωρώντας στις 18/04/2018 στην αποκοπή του ρεύματος του Υποστατικού, για τους λόγους που περιγράφονται στην πιο πάνω επιστολή της. Η θέση του Ενοικιαστή ότι, κατόπιν παραστάσεων του Ιδιοκτήτη επήλθε η αποκοπή του ρεύματος στο Υποστατικό, δεν έχει αποδειχθεί. Αντιθέτως, με βάση την παρουσιασθείσα μαρτυρία, προκύπτει πως είναι ο ίδιος ο Ενοικιαστής που αυτόβουλως αποτάθηκε στην Α.Η.Κ. και προκάλεσε την προαναφερθείσα και απολύτως αιτιολογημένη, αντίδρασή της. Κατά διαβολική, ή ενδεχομένως όχι τόσο, σύμπτωση, την επόμενη μέρα της αποκοπής του ρεύματος στο Υποστατικό, επιδίδεται στον Ενοικιαστή επιστολή των Ιδιοκτητών μέσω της οποίας αξιώνεται η ανάκτηση της κατοχής «λόγω ριζικών αλλαγών» που κατ' ισχυρισμό οι Ιδιοκτήτες θα επιφέρουν στο Υποστατικό, αλλαγές για τις οποίες είχαν εξασφαλίσει, το 2013 και 2014 αντίστοιχα, πολεοδομική και άδεια οικοδομής, οι οποίες έληξαν το
- Οι Ιδιοκτήτες το 2020 εξασφάλισαν νέα πολεοδομική άδεια με ημερομηνία λήξης τις 02/12/
- (β) Κατά πόσον ο Ενοικιαστής δικαιούται στην έκδοση διατάγματος το οποίο θα διατάσσει τους Ιδιοκτήτες να «προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την τοποθέτηση μετρητή ηλεκτρισμού και νερού». Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω γεγονότα, η πλευρά του Ενοικιαστή, επικαλούμενη την Ροδοσθένους ν. Φουρουκλά (ανωτέρω), υποβάλλει ότι η πλευρά των Ιδιοκτητών έφερε την υποχρέωση να εγκαταστήσει ξεχωριστό μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος στο Υποστατικό, και εφόσον δεν ενέργησε σχετικά, παραβίασε αντίστοιχη υποχρέωση που είχε έναντι του Ενοικιαστή, διαταράσσοντας το δικαίωμά του για ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή του μισθίου, επειδή από την ημερομηνία που απεκόπη η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, δεν μπορεί να εκτελέσει την εργασία του. Η εισήγηση απορρίπτεται. Οι σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές, έχουν αναλυτικά αναφερθεί κατά την παράθεση του νομικού πλαισίου ανωτέρω και για σκοπούς οικονομίας δεν επαναλαμβάνονται. Στο σημείο αυτό αρκούμαι να σημειώσω ότι η παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος προαπαιτεί, ασφαλώς, την ύπαρξή του. Η διασφάλιση του δικαιώματος για ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή (quiet enjoyment) του μισθίου, συναρτάται, ως προηγουμένως έχει επεξηγηθεί, με την επαναφορά της πρότερης κατάστασης πραγμάτων, η οποία διαταράχθηκε λόγω πράξεων ή παραλείψεων του ιδιοκτήτη. Στην παρούσα περίπτωση, εσφαλμένα εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η πλευρά των Ιδιοκτήτων ανέλαβε την υποχρέωση να του εξασφαλίσει ανεξάρτητη παροχή ρεύματος και νερού. Τέτοια όμως υποχρέωση δεν προκύπτει από το επίδικο ενοικιαστήριο, ο σχετικός όρος του οποίου έχει ως εξής: «
- Το ηλεκτρικό ρεύμα, το νερό, τα κοινόχρηστα και ο δημοτικός φόρος σκυβάλων θα πληρώνονται από τον Ενοικιαστή. » Η πιο πάνω διατύπωση του ενοικιαστηρίου, δεν έγινε τυχαία. Ο υπό εξέταση όρος συντάχθηκε με εποικοδομητικά ασαφές τρόπο, ώστε να γίνεται πρόβλεψη μόνο στο ότι ο Ενοικιαστής θα πληρώνει το αντίτιμο για τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας, δίχως όμως να αναφέρεται ότι ο Ιδιοκτήτης έχει υποχρέωση να διασφαλίσει προς τον πρώτο την απρόσκοπτη παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Ο τρόπος καταγραφής του αναφερόμενου όρου, επιβεβαιώνει ότι όντως οι αντισυμβαλλόμενοι, γνώριζαν εξ' αρχής ότι το Υποστατικό δεν είχε ξεχωριστές παροχές νερού και ρεύματος. Το δε αναντίλεκτο γεγονός ότι, για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα (ετών), ουδείς εκ των συμβαλλομένων επιχείρησε να απαλλαγεί από την επίδικη ενοικιαστική σχέση, επιβεβαιώνει ακριβώς ότι αυτή ήταν η πραγματική συμφωνία των μερών. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και τα πραγματικά γεγονότα επί της παρουσιασθείσας μαρτυρίας. Είναι για αυτόν το λόγο που και ο Ενοικιαστής δεν αξιώνει την επαναφορά της πρότερης κατάστασης πραγμάτων, αφού ουδέποτε είχε τέτοιο δικαίωμα, αλλά κάτι διαφορετικό, ήτοι να εξαναγκασθεί ο Ιδιοκτήτης να τοποθετήσει ξεχωριστούς μετρητές. Συνακόλουθα, το επικαλούμενο από τον Ενοικιαστή αγώγιμο δικαίωμα, έχει οικοδομηθεί επί ενός λογικού άλματος, το όποιο συνίσταται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι η ύπαρξή του είναι δεδομένη. Συνεπακόλουθα, η αιτούμενη θεραπεία θα απορριφθεί. (β) Κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί η Ανταπαίτηση. Για την Ανταπαίτηση χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Πρόκειται για μια εντελώς επιπόλαιη και αβάσιμη αξίωση. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω επιγραμματικά τα ακόλουθα. Το αίτημα εδράζεται στο εδάφιο (η)(iii) του άρθρου 11, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « η) εις περίπτωσιν καθ' ην το ακίνητον απαιτείται λογικώς υπό του ιδιοκτήτου— [.] (iii) για ουσιωδώς σημαντικές αλλαγές που συνεπάγονται την ουσιαστική και σημαντική μετατροπή του για σκοπούς αξιοποίησης του [.] και το Δικαστήριον είναι πεπεισμένον ότι ο ιδιοκτήτης εξησφάλισε διά τα ανωτέρω, οσάκις ήτο επάναγκες, την αναγκαίαν προς τούτο άδειαν και ότι ο ιδιοκτήτης δεν δύναται λογικώς να προβή εις τα εν ταις υποπαραγράφοις (i), (ii), (iii) και (iv) διαλαμβανόμενα άνευ ανακτήσεως της κατοχής του ακινήτου, δοθέντος ότι παρέσχεν ουχί βραχυτέραν των τεσσάρων μηνών έγγραφον προειδοποίησιν εις τον ενοικιαστήν να εκκενώση το ακίνητον· » Συνεπώς, η έκδοση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής προαπαιτεί τη διαπίστωση ότι η εν λόγω αξίωση είναι «λογική» εν τη έννοια του Νόμου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό.[25] Σε σχέση με τη λογικότητα της αξίωσης, σχετικά είναι τα αναφερόμενα στη Παμπορίδη ν. Χουλιώτη κ.α.
(1996)1Α Α.Α.Δ 604: « Η φράση "απαιτείται λογικώς" ερμηνεύτηκε σε αριθμό υποθέσεων. Έχει αποφασιστεί ότι η φράση προϋποθέτει την ύπαρξη ανάγκης η οποία πρέπει να είναι γνήσια υφιστάμενη ανάγκη, κάτι περισσότερο από απλή επιθυμία αν και κάτι κατά πολύ λιγότερη της απόλυτης ανάγκης (βλ. Yiannopoulos v. Theodoulou
(1979)1 C.L.R. 215), ενώ στην υπόθεση Andreou ν. Christodoulou
(1978)1 C.L.R. 192, λέχθηκε ότι η ανάγκη θα πρέπει να είναι οριστική και άμεση. » Στη Κόσμος Λτδ κ.α. ν. Ευαγόρα Φυλακτού Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1086 επιβεβαιώθηκε[26] η υποχρέωση του ιδιοκτήτη να αποδείξει την υποθεσή του μέσω σαφούς και αξιόπιστης μαρτυρίας. Εν προκειμένω, ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις, έχει αποσταλθεί προειδοποιητική επιστολή. Επίσης, υπήρχαν κάποιες άδειες του 2013 και του 2014, οι οποίες έληξαν. Επανεκδόθηκε μόνο πολεοδομική άδεια, αλλά δεν έχει παρουσιαστεί εν ισχύ άδεια οικοδομής. Η αναγκαιότητα ύπαρξης ισχύουσας άδειας οικοδομής επιβεβαιώνεται από την ίδια την επανεκδοθείσα πολεοδομική άδεια (δείτε: σημείωση αρ. 1 και τυπικούς όρους 123 και 124). Θυμίζω ότι με βάση το άρθρο 11 του Νόμου, το Δικαστήριο οφείλει να «είναι πεπεισμένον», δηλαδή να είχε πεισθεί[27] ότι έχουν εξασφαλιστεί όλες οι αναγκαίες άδειες. Αυτό δεν έχει γίνει. Συνεπώς, ούτε καν οι τυπικές προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Πέραν τούτου, ουδεμία μαρτυρία δόθηκε ως προς τις υποτιθέμενες «ουσιωδώς σημαντικές αλλαγές» και ουδέν αναφέρθηκε ως προς την υποχρέωση να καταδειχθεί ότι οι εν λόγω αλλαγές θα «συνεπάγονται την ουσιαστική και σημαντική μετατροπή του για σκοπούς αξιοποίησης του» . Τέτοια ζητήματα, κατά κανόνα, προαπαιτούν την παρουσίαση μαρτυρίας πραγματογνώμονα και την αναλυτική επεξήγηση σχετικών αρχιτεκτονικών σχεδίων. Συνεπώς, ούτε η λογικότητα της αξίωσης έχει στοιχειοθετηθεί. Επιπλέον, ο Ιδιοκτήτης, κατά παράβαση των δικονομικών προβλεπόμενων στον Κανονισμό 7(ε) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, δεν κατέδειξε την οικονομική του δυνατότητα για να αποζημιώσει τον Ενοικιαστή σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ούτε στο δικόγραφό του αναφέρει κατά πόσο «είναι έτοιμος να πληρώσει την αποζημίωση που ορίζει ο Νόμος», αλλά ούτε μέσω της μαρτυρίας του παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία ως προς την οικονομική του δυνατότητα, για να αποζημιώσει τον Ενοικιαστή, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν την απογύμνωση της Ανταπαίτησης από το απαραίτητο υποστηρικτικό υλικό, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα πως το υπό κρίση αίτημα, όχι μόνο δεν παρουσιάζεται εύλογο, αλλά υποκινούμενο από αλλότρια κίνητρα και από έλλειψη καλοπιστίας. Το χρονικό σημείο που επιδόθηκε στον Ενοικιαστή η εν λόγω ειδοποίηση για ανάκτηση της κατοχής, δηλαδή την επόμενη ημέρα της επιστολής της Α.Η.Κ., ενισχύει την εισήγηση του συνήγορου του Αιτητή, ότι εν λόγω Ανταπαίτηση είναι απόρροια εκ των υστέρων σκέψεων και όχι γνήσιας ανάγκης των Ιδιοκτητών για να ανακτήσουν την κατοχή. Η Ανταπαίτηση θα απορριφθεί. * * * Και κάτι καταληκτικό, πλην όμως ιδιαίτερα σημαντικό για το Δικαστήριο. Η πιο πάνω ιστορία των διαδίκων καταδεικνύει, δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό, ότι τόσο ο Ιδιοκτήτης, όσο και ο Ενοικιαστής, συμφώνησαν στην ενοικίαση του Υποστατικού, γνωρίζοντας ότι αυτό δεν είχε αυτόνομη πρόσβαση σε νερό και ρεύμα και αντί να πράξουν τα δέοντα, για να εξασφαλίσουν τη νόμιμη σύνδεση του με τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και υδροδότησης, ακολούθησαν άλλη πορεία, εξασφαλίζοντας «παράνομα», ως ο ίδιος ο Ενοικιαστής περιέγραψε στο δικόγραφό του, υπηρεσίες από το γειτνιάζον υποστατικό, καθότι, κατά την κρίση τους, προείχε η αποκόμιση κέρδους έναντι της τήρησης των ενδεδειγμένων διαδικασιών. Με αυτή τη ρύθμιση, ο Ιδιοκτήτης, εξοικονόμησε το κόστος που απαιτείται για την εξασφάλιση εγκεκριμένης και ασφαλούς ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στο Υποστατικό και με τη σειρά του ο Ενοικιαστής εξασφάλισε χαμηλότερο ενοίκιο από το σύνηθες. Η επικινδυνότητα που απορρέει από τούτη τη ρύθμιση, τόσο για τους ίδιους, όσο και για άλλα πρόσωπα, από τη διατήρηση για χρόνια μιας μη εγκεκριμένης ηλεκτρολογικής εγκατάστασης σε ένα υποστατικό που χρησιμοποιείται για επαγγελματικό σκοπό δεν προβλημάτισε τα μέρη. Όταν όμως η κατάσταση στράβωσε, όπως συνήθως νομοτελειακά συμβαίνει όταν μια συμφωνία στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια, αμφότεροι αποφάσισαν να αποταθούν για βοήθεια προς το Δικαστήριο, αξιώνοντας, εν ολίγοις, το Δικαστήριο να τους επιβραβεύσει για τις πιο πάνω ενέργειές τους. Η Απάντηση του Δικαστηρίου είναι ότι η λήθη των ιδίων κακών, θρασύτητα γεννά. Η Α.Η.Κ. αναφέρθηκε σε «παράνομη σύνδεση». Στον περί Ηλεκτρισμού Νόμο - Κεφ. 170 και κυρίως στο άρθρο 63 («κλοπή ηλεκτρισμού»), στο άρθρο 64 «ποινή για βλάβη γραµµών, µετρητών, κλπ» καθώς και στο άρθρο 65 «ποινή για δόλια χρησιμοποίηση του ηλεκτρισμού των επιχειρήσεων των κατόχων άδειας» εντοπίζονται διάφορες αναφορές που μπορεί να σχετίζονται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Βεβαίως, η τυχόν ποινική διάσταση του ζητήματος, εκφεύγει του πλαισίου της παρούσας υπόθεσης, αλλά και γενικότερα των ζητημάτων που άπτονται τούτης της ειδικής δικαιοδοσίας. Εντούτοις, υπάρχει άλλη μια διάσταση στο όλο ζήτημα, η οποία επιβάλλεται να υπογραμμισθεί. Πρωτίστως και πάνω από όλα, το Δικαστήριο ενεργεί ως θεματοφύλακας της νομιμότητας[28] και του κράτους δικαίου. Συνακόλουθα, οποιοσδήποτε βασίζει την αξίωση του σε ανήθικη ή παράνομη συμπεριφορά ή επιδιώκει την εκτέλεση παράνομης συμφωνιάς,[29] δεν πρόκειται να βρει αρωγό το Δικαστήριο. Από ανήθικη ή παράνομη συμπεριφορά, δεν απορρέει αγώγιμο δικαίωμα, αρχή που συνήθως εκφράζεται μέσω του γνωστού λατινικού δόγματος «ex turpi causa non oritur action». Όπως συναφώς επεξηγείται στη Χριστοδούλου ν. Vraets
(2009)1 A.A.Δ. 802, η εν λόγω αρχή εμπερικλείεται στην αναφορά που έγινε στη Holman v. Johnson [1775] 1 Cowp 341 ότι «no court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act». Υποδείχθηκε ακόμη ότι το εν λόγω δόγμα δεν μπορεί να τύχει πιο ελαστικής αντιμετώπισης, ανάλογα της σοβαρότητας της παρανομίας.[30] Ό,τι απαγορεύεται ρητώς νομοθετικά δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νόμιμης σύμβασης. Για παράδειγμα είχε κριθεί ότι δεν μπορούσε να αξιωθεί το αντίτιμο για υπενοικίαση υποστατικού για τη δημιουργία οίκου ανοχής.[31] Κατά ανάλογο τρόπο, στη Κάρκα ν. Γεωργίου κ.α. Πολιτική ΄Εφεση αρ. 228/2011, ημερομηνίας 26/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:A374 λέχθηκαν τα εξής: « Παρεμπιπτόντως και μόνο, σημειώνεται πως, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της εφεσείουσας, αυτή ήταν που προέβαινε σε παράνομες επεκτάσεις και αλλαγές στο υποστατικό, έστω και με τη συγκατάθεση των εφεσιβλήτων. Αποτελεί δε γενική αρχή του δικαίου ότι το δικαστήριο δεν έρχεται αρωγός, προς ικανοποίηση απαίτησης η οποία βασίζεται στην παρανομία του ιδίου του απαιτητή, (βλ. Αρκαδίου v. Porto Lara Estates Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 2035). » Στη Τράπεζα Κύπρου ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ 672, με παραπομπή στη Snell ν. Unity Finance Ltd [1963] 3 All E.R. 50, λέχθηκε ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όταν περιέλθουν εις γνώση του γεγονότα που καθιστούν μια συμφωνία παράνομη να αρνηθεί να την εφαρμόσει, είτε η παρανομία είχε εγερθεί από τους διάδικους, είτε όχι. Στη Μ. Τρύφωνος κ.α. ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2006)1Α Α.Α.Δ 200 έγινε αναφορά στην αρχή της δημόσιας πολιτικής, με βάση την οποία το Δικαστήριο δεν θα βοηθήσει ένα αδικοπραγούντα, ο οποίος προσπαθεί να εισπράξει οποιοδήποτε ωφέλημα ή αποζημίωση από το αδίκημά του, γιατί, αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα παραμεριζόταν μια τροχοπέδη στη διάπραξη αδικημάτων. Στη Cross v Kirkby [2000] EWCA Civ 426 λέχθηκε: « .the principle applies when the claimant's claim is so closely connected or inextricably bound up with his own criminal or illegal conduct that the court could not permit him to recover without appearing to condone that conduct. » Στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά στη Hall v. Hebert [1993] 4 WWR 113, επισημαίνεται μια επιπρόσθετη διάσταση της υπό εξέταση αρχής, η οποία αφορά τη διαφύλαξη της ακεραιότητας του νομικού συστήματος.[32] Κατά συνέπεια, ακόμη και εάν οι διάδικοι, ή οποιοσδήποτε εξ αυτών, μπορούσε να αποδείξει την υπόθεσή του, το Δικαστήριο δεν θα συμφωνούσε στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος. Νοείται, συναφώς, ότι θα δοθούν οδηγίες για παραπομπή της παρούσας απόφασης στον Γενικό Εισαγγελέα, για να πράξει ότι κρίνει σκόπιμο. ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, τόσο η Κυρίως Αίτηση, όσο και η Ανταπαίτηση, αμφότερες απορρίπτονται. Ως προς τα έξοδα, με βάση και τις σχετικές αρχές,[33] δοθέντος της αποτυχίας αμφότερων των διαδίκων, κρίνεται ορθό όπως η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. Τυχόν προγενέστερες διαταγές για έξοδα, ακυρώνονται. Αντίγραφο της παρούσας απόφασης να αποσταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα για να πράξει τα, κατά την κρίση του, δέοντα. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.)........... (Υπ.)........... Α. Γεωργίου Π. Αγιομαμίτης Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:A390. [2] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [3] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [4] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.» [5] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [6] Δείτε: Ηλία ν. Τσαντίδη
(2009)1Α Α.Α.Δ. 373. [7]Δείτε: Petsas v. Pavlides
(1980)3 C.L.R. 158, Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 652, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001), και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014, ECLI:CY:AD:2014:A339. [8] To σχετικό άρθρο έχει ως εξής: «Όροι θέσμιας ενοικιάσεως: 27
(1)Ενοικιαστής όστις, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, διατηρεί κατοχήν οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, εν όσω διατηρεί την τοιαύτην κατοχήν, τηρεί πάντας τους όρους και προϋποθέσεις του τελευταίου ενοικιαστηρίου συμβολαίου, έστω και αν έχει λήξει η ισχύς του και δικαιούται εις τα εξ αυτών απορρέοντα οφέλη, εφ' όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, δικαιούται να παραιτηθή της κατοχής της κατοικίας ή του καταστήματος μόνον κατόπιν επιδόσεως τοιαύτης ειδοποιήσεως οία θα απητείτο δυνάμει του ενοικιαστηρίου συμβολαίου και σε περίπτωση που δεν απαιτείται τέτοια ειδοποίηση, μόνο κατόπιν γραπτής προειδοποίησης, έναν τουλάχιστο μήνα προηγουμένως: Νοείται ότι εις την περίπτωσιν καθ' ην υπενοικιαστής καθίσταται θέσμιος ενοικιαστής ο τοιούτος θέσμιος ενοικιαστής κατέχει την κατοικίαν ή το κατάστημα τηρουμένων επιπροσθέτως οιωνδήποτε υφισταμένων περιοριστικών συμφωνιών περιεχομένων εις τους μεταξύ του ιδιοκτήτου και του ενοικιαστού όρους και προϋποθέσεις ενοικιάσεως.
(2)Αν δεν υπάρχει ενοικιαστήριο συμβόλαιο ή αν το συμβόλαιο δεν αναφέρει το αντίθετο, ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να επιδιορθώσει ελαττώματα που δεν είναι εμφανή (latent defects), το υδατοστεγές της οροφής, την ηλεκτρική, υδραυλική και αποχετευτική εγκατάσταση και από τις φυσικές φθορές όσες δημιουργούν κίνδυνον για τη ζωή του ενοίκου ή περιοίκου.
(3)Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου, ο ενοικιαστής υποχρεούται να προστατεύει το ακίνητο από ζημιές που μπορούν να προκληθούν από τον ίδιο, από τους ενοίκους, από αντιπροσώπους ή προσκεκλημένους του και υποχρεούται να τις επιδιορθώνει χωρίς καθυστέρηση. Ο ενοικιαστής υποχρεούται να επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να επιθεωρεί το ενοικιαζόμενο ακίνητο σε λογικά χρονικά διαστήματα και ύστερα από προειδοποίηση.
(4)Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου ο ενοικιαστής ακινήτου μπορεί να ειδοποιήσει τον ιδιοκτήτη για τις αναγκαίες επιδιορθώσεις ή για την αναγκαία συντήρηση και ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να προβεί σ' αυτές χωρίς καθυστέρηση. Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται κατ' αναλογίαν και σε περίπτωση παράλειψης εκπλήρωσης της υποχρέωσης του ενοικιαστή βάσει του προηγούμενου εδαφίου. Παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων για επιδιόρθωση ή συντήρηση δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα.
(5)Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο ενοικιαστής υποχρεούται να πληρώνει το ποσό των κοινοχρήστων που αναλογεί στο ακίνητο περιλαμβανομένων μικροεξόδων συντήρησης κοινόχρηστων χώρων και κοινόχρηστων εγκαταστάσεων και εξαιρουμένων σοβαρών εξόδων συντήρησης, τροποποίησης ή αντικατάστασης τους.
(6)Ο ενοικιαστής ακινήτου υποχρεούται να δέχεται τη διενέργεια από τον ιδιοκτήτη λογικών επιδιορθώσεων, ανακαινίσεων και μετατροπών για τη συντήρηση ή τη βελτίωση του ακινήτου. » [9] Σχετικά, δείτε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England - Landlord and Tenant, Τόμος 62
(2016)παρ. 1-560; Repair, Fitness and Alteration, όπου αναφέρεται: «[.] there is implied a covenant by the lessor that the dwelling is fit for human habitation at the time the lease is granted or otherwise created or, if later, at the beginning of the term of the lease, and will remain fit for human habitation during the term of the lease.» [10] Δείτε: Woodfall's Law on Landlord and Tenant, κεφάλαιο - Τόμος 1- working order -παρ. 13.0095. Συναφώς, στη O'Connor and others v Old Etonian Housing Association Ltd - [2002] 2 All ER 1015, λέχθηκαν τα εξής: «An installation cannot be said to be in proper working order if, by reason of a defect in construction or design, it is incapable of working properly. [..] Our conclusion is that, in so far as installations for the supply of water, gas and electricity are concerned an installation will be in proper working order if it is able to function under those conditions of supply that it is reasonable to anticipate will prevail.» [11] Δείτε συναφώς: Δείτε: Χρ. Ροδοσθένους ν. Γ. Ο. Φουρουκλά
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1154 και Γεωργία Χριστοφόρου ν. Μαρίας Τρακκούδη Κυπριανού, Πολιτική Έφεση αρ. 68/2012, ημερομηνίας 27/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- Επίσης σύγγραμμα The Law of Real Property των Megarry & Wade, 8η έκδοση, σελ 868 - 870, Κεφάλαιο «Common obligations of Landlord and Tenant», καθώς και το σύγγραμμα Woodfall' s Law on Landlord and Tenant, κεφάλαιο «Covenants for quiet enjoyment - breach of Covenant», παρ. 11.
- [12] Δείτε: Χρ. Ροδοσθένους ν. Γ. Ο. Φουρουκλά (ανωτέρω). [13] Δείτε: Marsden v Edward Heyes Ltd [1926] All ER Rep 329 [14]Δείτε: Warren v Keen [1953] 2 All ER
- [15] Δείτε: Warren v Keen (ανωτέρω). [16] Για περισσότερα, δείτε: Woodfall, Τομός 1, παρ. 13.
- Section 4: Waste (A) What is Waste κ.ε. [17] Όπως λέχθηκε στη Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακης Δημοκρατιας, Αγωγή Αρ. 1/2019, ημερομηνίας 28/05/2020: «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.» [18] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, ECLI:CY:AD:2016:A546, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018. [19] Για τα περί της δυνατότητας και τις προϋποθέσεις παρουσίασης εξωγενούς μαρτυρίας προς ερμηνεία έγγραφης συμφωνίας, δείτε το Δίκαιο της Απόδειξης
(2014), Κεφ. 8, Έγγραφη Μαρτυρία, Ζ - Εξωγενής Μαρτυρία, σελ.374, όπου γίνεται πλήρης ανάλυση του εν λόγω θέματος. [20]Δείτε: Τις χειρόγραφες σημειώσεις, τόσο επί της πρώτης, όσο και επί της δεύτερης σελίδας του Ενοικιαστηρίου. [21] Δείτε: Το δικόγραφο της Απάντησης στην Απάντηση και Απάντησης στην Ανταπαίτηση του Καθ' ου. [22] Δείτε: Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στη γραπτή του μαρτυρία. [23] Οι νομικές προεκτάσεις τούτης της συμφωνίας, θα απασχολήσουν το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. [24] Δείτε: επιστολή ημερ. 22/3/18 από Α.Η.Κ. - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 στην ένορκη δήλωση του Ενοικιαστή. [25] Δείτε: Κασάπη ν. Χριστοδούλου
(1989)1E Α.Α.Δ 233. [26] Δείτε και: ACT. Textiles Ltd ν. Georghios Zodhiatis
(1986)1 C.L.R.
- [27] Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, 1η Έκδοση, σελ.
- [28]Απόφαση Ολομέλειας στη Βύρωνας ν Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 77. [29] Δείτε: Davies v Makuna
(1885)29 Ch D 596, 50 JP 5. [30] Ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στη Χλόη Κωνσταντίνου ν. Αθηνά Απλά Π.Ε.55/2010 ημερ. 03/04/2015, ECLI:CY:AD:2015:A248, όπου μεταξύ άλλων ειπώθηκαν τα εξής: «..η νομική αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων στα αστικά αδικήματα εδράστηκε περισσότερο στην απαγόρευση απόδοσης θεραπείας λόγω της άμεσης συμμετοχής του ενάγοντος σε εγκληματική ενέργεια . » [31] Δείτε: Smith v. White
(1866)L. R. 1 Eq.
- [32] Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: «The narrow principle illustrated by the foregoing examples of accepted application of the maxim of ex turpi causa non oritur actio in tort, is that a plaintiff will not be allowed to profit from his or her wrongdoing. This explanation, while accurate as far as it goes, may not, however, explain fully why courts have rejected claims in these cases. Indeed, it may have the undesirable effect of tempting judges to focus on the issue of whether the plaintiff is "getting something" out of the tort, thus carrying the maxim into the area of compensatory damages where its use has proved so controversial, and has defeated just claims for compensation. A more satisfactory explanation for these cases, I would venture, is that to allow recovery in these cases would be to allow recovery for what is illegal. It would put the courts in the position of saying that the same conduct is both legal, in the sense of being capable of rectification by the court, and illegal. It would, in short, introduce an inconsistency in the law. It is particularly important in this context that we bear in mind that the law must aspire to be a unified institution, the parts of which ‑‑ contract, tort, the criminal law ‑‑ must be in essential harmony. For the courts to punish conduct with the one hand while rewarding it with the other, would be to "create an intolerable fissure in the law's conceptually seamless web": Weinrib, supra, at p.
- We thus see that the concern, put at its most fundamental, is with the integrity of the legal system.» [33] Με βάση τον κανονισμό 13(β) του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμού του 1983, αλλά και τη νομολογία (πχ: Katsiantonis ν. Fragkeskou
(1981)1 CLR 566) το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει ευρύτατη διακριτική εξουσία ως προς την επιδίκαση εξόδων, νοουμένου βεβαίως ότι αυτή η εξουσία ασκείται δικαστικά. Με βάση τη Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ, 389, «η δικαίωση διάδικου δεν συνεπάγεται δαπάνη» και ως αναφέρεται στη Θρασυβούλου v. Arto estate Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 12, «θεωρείται ασύννομο ο διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο