← Κύπρος

D.C. OFFSET PRINTING LIMITED ν. D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), Αίτηση αρ. K19/2021, 16/12/2022

D.C. OFFSET PRINTING LIMITED ν. D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), Αίτηση αρ. K19/2021, 16/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:39 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. K19/2021 ΜΕΤΑΞΥ: D.C. OFFSET PRINTING LIMITED (HE 324032), από τη Λεμεσό Αιτητών και D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), από τη Λεμεσό, μέσω του Παραλήπτη και Διαχειριστή της, Κ Ι Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 16/12/2022 Για τους Αιτητές: κ. Α. Μαθηκολώνης και κ. Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Κούρτελλος και κ. Λ. Μ. Κωστακόπουλος για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αναφορικά με το κατά πόσο η Κλήση για Οδηγίες ημερομηνίας 07/07/2022 θεωρείται «εγκαταλειφθείσα» λόγω εκπρόθεσμης καταχώρισής της) Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ/ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ. Εισαγωγή. Το ουσιαστικό επίδικο θέμα σχετίζεται με την υπενοικίαση ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού - Ύψωνα (στο εξής: το «Υποστατικό»). Η κυρίως σύμβαση ενοικίασης είναι μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής: «ο Εκμισθωτής») και των Καθ' ων (στο εξής: «οι Ενοικιαστές»). Οι Αιτητές στην παρούσα διαδικασία είναι οι υπενοικιαστές των Καθ' ων (στο εξής: «οι Υπενοικιαστές»). Την 01/07/2021, οι Ενοικιαστές εξασφάλισαν διάταγμα ανάκτησης κατοχής του Υποστατικού, πλέον το ποσό των €300.000,00 έναντι οφειλόμενων ενοικίων της περιόδου 2015 - 2019, πλέον ενδιάμεσα οφέλη προς €5.000 μηνιαίως από 01/01/2020, πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα (στο εξής: «η Απόφαση»). Οι Υπενοικιαστές δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της εναντίον τους Απόφασης. Η απουσία τους οφείλεται στο γεγονός ότι, παρόλο που εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους για να καταχωρήσουν Απάντηση, οι τελευταίοι αμέλησαν να ενεργήσουν σχετικά, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση στην απουσία τους. Στις 03/08/2021, οι Υπενοικιαστές καταχώρησαν την παρούσα Κυρίως Αίτηση Παραμερισμού (στο εξής: «η Αίτηση Παραμερισμού») αξιώνοντας τον παραμερισμό της Απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία τους. Η Αίτηση Παραμερισμού συνοδεύεται από δύο

(2)διοριστήρια δικηγόρου. Το πρώτο, αφορά το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και το δεύτερο, το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Την 01/09/2021, οι Υπενοικιαστές καταχώρησαν αίτηση για προσωρινή προστασία (η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως η «1η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα»), επί της οποίας εξασφάλισαν μονομερώς διάταγμα, το οποίο ακυρώθηκε στις 30/11/2021, δίχως να εξεταστεί επί της ουσίας η αίτηση, επειδή κρίθηκε ότι δεν υπήρξε ειλικρινής αποκάλυψη επί ουσιώδους ζητήματος. Συγκεκριμένα, είχε εσφαλμένα υποστηριχθεί κατά την εξασφάλιση του μονομερώς διατάγματος ότι το επίδικο υποστατικό βρίσκεται σε μη ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή (στο εξής: ΔΕΕ), ζήτημα το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως «ευθεία και αναντίλεκτα ουσιώδη παραπλάνηση του Δικαστηρίου». Σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία, εκπροσώπησε τους Υπενοικιαστές το δικηγορικό γραφείο του κ. Ερωτοκρίτου. Στις 18/11/2021, δηλαδή εν μέσω της διαδικασίας της 1ης Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, οι Ενοικιαστές, συμμορφούμενοι προς την ανατρεπτική σχετική προθεσμία των 14 ημερών που τίθεται στον κανονισμό 8(α) του σχετικού περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, καταχώρησαν την Απάντησή τους και αντίγραφο αυτής τοποθέτησαν στη δικηγορική θυρίδα του δικηγορικού γραφείου του κ. Ερωτοκρίτου, ως δηλαδή λογικώς αναμενόταν από αυτούς να πράξουν αφού, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το δικηγορικό γραφείο του κ. Ερωτοκρίτου ήταν το μοναδικό δικηγορικό γραφείο που εμφανιζόταν στη διαδικασία για τους αντιδίκους τους. Στις 05/01/2022, οι Υπενοικιαστές καταχώρησαν δεύτερη αίτηση (η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως η «2η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα» ) και στις 07/01/2022 εξασφάλισαν μονομερώς προσωρινό διάταγμα, το οποίο κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας οριστικοποιήθηκε στις 22/02/
  1. Σε αυτή τη διαδικασία, οι Υπενοικιαστές εκπροσωπήθηκαν από το δικηγορικό γραφείο του κ. Μαθηκολώνη. Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι μέχρι και σήμερα οι Υπενοικιαστές συνεχίζουν να εκπροσωπούνται και από τα δύο προαναφερόμενα δικηγορικά γραφεία. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο άλλης Αίτησης με ημερομηνία 02/12/2021, οι Υπενοικιαστές εμφανίζονταν κατ' επανάληψη στη διαδικασία μέσω του γραφείου του κ. Ερωτοκρίτου ως και τις 17/05/2022, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση τέθηκε εκ συμφώνου εκτός πινακίου. Όταν οι δικηγόροι των Ενοικιαστών σχημάτισαν την άποψη ότι παρήλθε η προθεσμία που είχαν οι Υπενοικιαστές για να καταχωρήσουν την προβλεπόμενη στη νέα Διαταγή 30 Κλήση για Οδηγίες, αποτάθηκαν στην υπεύθυνη λειτουργό της Γραμματείας του Δικαστηρίου στις 21/06/2022 και στις 22/06/2022, ζητώντας όπως άμεσα ο φάκελος της υπόθεσης τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για απόρριψη, λόγω μη προώθησης. Η λειτουργός της Γραμματείας ενημέρωσε σχετικά το Δικαστήριο και στις 22/06/2022 έλαβε οδηγίες όπως τόσο ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης, όσο και όλες οι υπόλοιπες υποθέσεις που καταχωρήθηκαν το 2021, αλλά δεν προωθήθηκαν δεόντως, τεθούν προς το Δικαστήριο κατά το τέλος Ιουνίου του 2022,[1] ως δηλαδή συνέβη και την προηγούμενη χρονιά. Εν τέλει, ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης δεν τέθηκε[2] προς το Δικαστήριο, εντός του χρονικού πλαισίου που είχε θέσει το Δικαστήριο προς τη Γραμματεία, για λόγους άσχετους προς το επίδικο ζήτημα. Το επίδικο θέμα. Στις 07/07/2022, οι Υπενοικιαστές καταχώρησαν Κλήση για Οδηγίες η οποία ορίστηκε από τη Γραμματεία, δίχως προηγούμενη ενημέρωση του Δικαστηρίου, στις 13/10/
  2. Στις 14/07/2022, οι δικηγόροι των Ενοικιαστών αποτάθηκαν εκ νέου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου εκφράζοντας στην αρμόδια λειτουργό τη διαμαρτυρία τους για την πιο πάνω εξέλιξη των πραγμάτων. Η λειτουργός ενημέρωσε σχετικά το Δικαστήριο και έλαβε ανάλογες οδηγίες για την ετοιμασία της ακόλουθης ειδοποίησης, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στους διαδίκους: « Ειδοποιείστε ότι η πιο πάνω Κυρίως Αίτηση που είναι ορισμένη στις 13/10/2022 για οδηγίες, ορίζεται για ακρόαση στις 14/09/2022, η ώρα 10:00 π.μ. Οι συνήγοροι των διαδίκων να είναι έτοιμοι να τοποθετηθούν ως προς το κατά πόσον, η Κυρίως Αίτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ως «εγκαταλειφθείσα», λόγω εκπρόθεσμης, ήτοι στις 7/7/2022, καταχώρησης της Κλήσης για Οδηγίες. Ημερ: 14/7/2022 » Ακολούθως, οι συνήγοροι των διαδίκων, συμμορφούμενοι προς το περιεχόμενο της πιο πάνω ειδοποίησης, εμφανίστηκαν κατά την ορισμένη μέρα και ώρα ενώπιον του Δικαστηρίου. ΙΙ. ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ / ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ / ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Ως προς τα γεγονότα, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ανατρεπτική προθεσμία για την καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες που προβλέπεται στη Δ.30 θ.1 παρήλθε[3] πριν την καταχώρισή της στις 07/07/2022, ως επίσης ότι η εν λόγω Κλήση καταχωρήθηκε δίχως να ζητηθεί εκ των προτέρων η παράταση του χρόνου για την καταχώρισή της. Η ακροαματική διαδικασία. Εν τέλει, η ακροαματική[4] διαδικασία, έλαβε χώρα μόλις στις 30/11/2022[5] αφού, από τις 14/09/2022 μεσολάβησαν, ένθεν και ένθεν, αιτήματα για αναβολή. Κατά τη δικάσιμο, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς αλλά λεπτομερώς τις επιμελώς δομημένες διαφορετικές τους θέσεις, τις οποίες και άκουσα με προσοχή. Οι συνήγοροι των Υπενοικιαστών, επιπρόσθετα παρουσίασαν και γραπτό κείμενο, ως μέρος της επιχειρηματολογίας τους. Οι εκατέρωθεν θέσεις. Οι θέσεις των μερών, σε αδρές γραμμές, συνοψίζονται στα εξής. Η πλευρά των Ενοικιαστών/Καθ' ων υποβάλλει ότι η ορθή ερμηνεία της Δ.30
(1)οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το υπό εξέταση ζήτημα δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, επειδή ο επιτακτικός της χαρακτήρας δημιουργεί νομοθετικό τεκμήριο και δέσμια αρμοδιότητα προς το Δικαστήριο να απορρίψει την Κυρίως Αίτηση, ως συνάγεται και από τα νομολογηθέντα στη Χαραλάμπους (δείτε πιο κάτω). Παράλληλα, παραπέμποντας και στο σκεπτικό μιας άλλης πρωτόδικης απόφασης, εισηγείται ότι η ευχέρεια για παράταση που προβλέπεται στη Δ.30
(2)(α), δεν αφορά το δεύτερο εδάφιο της Δ.30
(2)(γ). Κατά τους Ενοικιαστές, η διαδικασία είναι ήδη «νεκρή». Εάν όμως το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, ο κ. Κούρτελλος προσθέτει ότι, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε το οποίο να συνηγορεί στο να παραταθεί ο χρόνος για την καταχώριση της υπό εξέταση Κλήσης για Οδηγίες, προσδιορίζοντας την έκταση της καθυστέρησης, μεταξύ της λήξης της προθεσμίας και της καταχώρισης της Κλήσης για Οδηγίες, πέριξ των 150 ημερών. Θα έπρεπε, συνεχίζει η εισήγηση, να είχε καταχωρηθεί εγκαίρως αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρισης της Κλήσης για Οδηγίες, τουναντίον, οι Υπενοικιαστές προχώρησαν στην «αμέριμνη», όπως χαρακτηριστικά την περιέγραψε, Κλήση για Οδηγίες. Εντελώς διαφορετική είναι η ερμηνεία της εν λόγω Διαταγής από την πλευρά των Υπενοικιαστών. Οι συνήγοροι των Υπενοικιαστών παρέπεμψαν συναφώς στην ευρύτατη διακριτική εξουσία που παρέχει στο Δικαστήριο ο σχετικός περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός του 1983, τονίζοντας πως δεν είναι ο Νομοθέτης που αποφασίζει, αλλά το Δικαστήριο. Επέμειναν, συναφώς, ότι η σχετική διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υφίσταται. Επιπλέον, σύμφωνα με τους δικούς τους υπολογισμούς, η καθυστέρηση στην καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες δεν είναι μεγάλης έκτασης, παρά μόνο μόλις για 22 μέρες. Δικαιολογούν την καθυστέρηση στο γεγονός ότι το δικηγορικό γραφείο του κ. Ερωτοκρίτου δεν τους είχε αποστείλει την Απάντηση των αντιδίκων τους. Περαιτέρω, και μεταξύ άλλων, παραπέμπουν στο ιστορικό της υπόθεσης για να τονίσουν ότι δεν είχαν, ούτε έχουν, σκοπό να καθυστερήσουν τη διαδικασία, ούτε έχουν επιδείξει «έκδηλη πρόθεση εγκατάλειψης». Εισηγούνται πως το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα για να «απαλλάξει την παρατυπία», καθότι δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας για το αντίθετο. Οι συνάδελφοι τους, θα έπρεπε να τους ενημέρωναν για την ολοκλήρωση της προθεσμίας. Έχουν τηρήσει και συνεχίζουν να τηρούν τους όρους του προσωρινού διατάγματος που εξασφάλισαν (€200.000,00 δια άμεσης πληρωμής προς το Δικαστήριο και €5.000 μηνιαίως για τη συνέχιση της ισχύος του). Αρνητική για αυτούς απόφαση θα οδηγήσει στην καταστροφή τους και καταλήγουν ότι η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης υποβάλλει τη διάσωση της διαδικασίας και τον άμεσο ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις των μερών θα γίνει μόνο στην έκταση που κρίνω σκόπιμο κατά το στάδιο των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ H βασικότερη, ή έστω μια εκ των πιο βασικών αιτιών για τη δημιουργία των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης, είναι η Λερναία Ύδρα των ενδιάμεσων διαδικασιών,[6] φαινόμενο ιδιαίτερα εμφανές στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων που αφορούν υποθέσεις μεγάλης χρηματικής αποτίμησης, όπου συχνά αποτελεί αυτοσκοπό η εξασφάλισή τους και η επανάπαυση επί του αποτελέσματος και όχι η δέουσα προώθηση της ουσίας της υπόθεσης. Η νέα Διαταγή 30, στη γενική της εικόνα, επιχειρεί, σε τούτο το μεταβατικό στάδιο, ήτοι μέχρι την εφαρμογή των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, να επιταχύνει[7] τη διεκπεραίωση των υποθέσεων μέσω της έγκαιρης, ουσιαστικής και αποτελεσματικής επίλυσης όλων των προδικαστικών ζητημάτων και της ορθής προετοιμασίας των υποθέσεων, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Διάδικοι που δεν μεριμνούν, μέσω των συνηγόρων τους, για τη δέουσα προώθηση των υποθέσεών τους, έρχονται αντιμέτωποι με ανάλογους δικονομικούς φραγμούς και επιπτώσεις. Μια εξ΄ αυτών, καθορίζεται στον πρώτο θεσμό της Διαταγής 30 και αφορά την υποχρέωση για την έγκαιρη έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Συγκεκριμένα, η νέα Διαταγή 30
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπει τα εξής: « 1. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο, είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής: Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα. Νοείται ότι, η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση. (δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο. (ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση, θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ. .................................. που απορρίφθηκε την .................................. συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ 1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση. » Εντός των επόμενων 30 ημερών ο Εναγόμενος/Καθ' ου οφείλει να καταχωρίσει το δικό του Παράρτημα. Μέσω της Δ.30
(2)(β) δίδεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να παρατείνει τις προθεσμίες για καταχώριση της Κλήσης και του Παραρτήματος εφόσον ικανοποιηθεί ότι «υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους». Άξιος αναφοράς είναι ο πέμπτος θεσμός της Δ.30
(10), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Όπου στα Δικαστήρια ειδικών δικαιοδοσιών δεν υπάρχει υποχρέωση αναγραφής κλίμακος ή ποσού επίδικης διαφοράς, το Δικαστήριο δύναται, ανεξαρτήτως των διατάξεων της Δ.30, να χειριστεί την ενώπιον του υπόθεση κατά τον τρόπο που θα εξυπηρετηθεί η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Προς τούτο δύναται να ακολουθήσει τις ειδικές ρυθμίσεις που γίνονται στους οικείους διαδικαστικούς κανονισμούς είτε αυτούσιες, είτε σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.30. » Στη Χαραλάμπους ν. Γεωργίου κ.ά. Πολιτική Έφεση αρ. 185/17, ημερομηνίας 18/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A173 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: « Ορθά ενήργησε υπό τα δεδομένα το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η αυστηρή διατύπωση του εδαφίου (γ) δεν άφηνε περιθώρια αναδρομής στους σκοπούς και το πνεύμα της Δ.30 γενικότερα. Με την τροποποίηση της Δ.30 ημερ. 28.7.2017 η αυστηρότητα αυτή έχει καμφθεί με αντικατάσταση του εδαφίου (γ). Όμως, ούτε με την εν λόγω τροποποίηση έχει μεταβληθεί ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας των ενενήντα, πλέον, ημερών. Αυτός παραμένει όπως ήταν πάντοτε (και στην αρχική Δ.30) ο χρόνος συμπλήρωσης της δικογραφίας εν τη εννοία της Δ.26, κ.11, ήτοι μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου ή εναγομένων. » Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλογικά στο ΔΕΕ, δυνάμει του κανονισμού 12 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, που αναφέρει τα ακόλουθα: « 12.(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου. (β) Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών δε συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει τούτο. (γ) Διαδικασία που προσκρούει στις πρόνοιες των Κανονισμών μπορεί να ακυρωθεί στο σύνολό της ή μερικώς ως αντικανονική ή να τροποποιηθεί με όρους που καθορίζει το Δικαστήριο. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Με βάση τα επίδικα γεγονότα, το σχετικό νομικό πλαίσιο και συνυπολογίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα. Α. Κατά πόσο το Δικαστήριο υποχρεούται να απορρίψει την Κυρίως Αίτηση. Προέχει η εξέταση της υποβολής των Ενοικιαστών, ότι στο σημείο που βρίσκεται η διαδικασία είναι «νεκρή» και το Δικαστήριο υποχρεούται να απορρίψει την Κυρίως Αίτηση, καθότι στερείται διακριτικής εξουσίας για να πράξει κάτι διαφορετικό. Αν και η επί τούτου του θέματος επιχειρηματολογία του κ. Κούρτελλου υπήρξε υποδειγματική, εξυψώνοντας μια αδύναμη εισήγηση σε ένα ενδιαφέρον επιχείρημα, δεν μπορώ να συμφωνήσω. Θα εξηγήσω αμέσως το δικό μου σκεπτικό. Κατ' αρχάς, το επίδικο ζήτημα συναρτάται με την ορθή ερμηνεία της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση τους γνωστούς ερμηνευτικούς κανόνες, η ερμηνεία της εν λόγω Διαταγής γίνεται, κατά κανόνα,[8] με βάση το απλό, γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, δίχως να οδηγεί σε αδικία, ή σε παράλογα αποτελέσματα[9] και χωρίς να προσθέτει όρους που δεν υπάρχουν, ή να διευρύνει το νόημα του νομοθέτη, ιδίως όταν δεν εντοπίζονται ασαφείς ή διφορούμενες λέξεις ή έννοιες.[10] Στο Νόμο κάθε λέξη έχει τη σημασία της. Στη Φυσεντζίδης ν. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, ημερομηνίας 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:A171, λέχθηκαν τα εξής: « Στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 36, παρ.583, υπό τον τίτλο «Presumption that words are not used unnecessarily», αναφέρεται ότι τεκμαίρεται ότι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στους νόμους χωρίς κάποιο νόημα και δεν είναι ταυτολογικές ή περιττές. Πρέπει, εάν είναι δυνατό, να αποδίδεται σημασία σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται γιατί θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν σπαταλά τις λέξεις του, ούτε αναφέρει κάτι μάταια. » Κατά συνέπεια, τα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 30
(1)δεν πρέπει να εξετάζονται απομονωμένα από όσα άλλα στην ίδια Διαταγή καθορίζονται, ως ορθώς υποστηρίζει και η πλευρά των Υπενοικιαστών. Στη δική μου αντίληψη, η Δ.30
(1)τελεί ολόκληρη υπό την αίρεση της Δ.30
(2)(β), δηλαδή της δυνατότητας του Δικαστηρίου, στην κατάλληλη βεβαίως περίπτωση, να παρατείνει τις προθεσμίες για καταχώριση της Κλήσης και του Παραρτήματος, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Η ρητή αναφορά σε δυνατότητα παράτασης, παρά το γεγονός ότι γενικώς τον ίδιο σκοπό υπηρετεί και η Δ.57 θ.2, ενδυναμώνει τα προαναφερόμενα. Επίσης, έχει τη δική του σημασία και το γεγονός ότι η υπόθεση δεν απορρίπτεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο/Γραμματεία, αλλά απαιτείται η εναπόθεση του φακέλου της υπόθεσης «ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της».[11] Η πρόβλεψη για παρεμβολή του ίδιου του Δικαστηρίου πριν την επέλευση της συνέπειας, δηλαδή της απόρριψης, υποδηλώνει ότι το όλο ζήτημα δεν μπορεί να ανάγεται σε απλή μηχανιστική λειτουργία. Περαιτέρω, η Χαραλάμπους δεν απαγόρευσε την άσκηση της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας. Στη Χαραλάμπους λέχθηκε, κατά λέξη, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο «ορθά ενήργησε υπό τα δεδομένα», και συμπληρώνω, αφότου το εκεί πρωτόδικο δικαστήριο άκουσε τους διαδίκους. Ό,τι προαναφέρεται, υποστηρίζεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Χουβαρτά, Πολιτική Αίτηση αρ. 45/2018, ημερομηνίας 18/05/2018, που επιχειρήθηκε η ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, μέσω προνομιακού εντάλματος, στη βάση παρόμοιας επιχειρηματολογίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας το αίτημα, σημείωσε τα ακόλουθα: « Είναι ενόψει των ειδικών συνθηκών που η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε με τον πιο πάνω τρόπο. Η υπόθεση Χαραλάμπους ν. Γεωργίου κ.ά. Πολ.Έφ.185/17, 18.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A173, δεν οδηγεί σε διαφορετική αντίκριση αφού ακριβώς επισημάνθηκε ότι με την τροποποίηση της Δ.30 η πλήρης αυστηρότητα στις προθεσμίες έχει καμφθεί. Εν προκειμένω, η ίδια η ενασχόληση του Δικαστηρίου και των διαδίκων με εκκρεμούσα αίτηση που αφορούσε τη δικογραφία έδιδε έρεισμα στην επίκληση της Δ.30 θ.2(β) και οδήγησε το Δικαστήριο να τη χρησιμοποιήσει σε συνδυασμό με τη Δ.64 για να δώσει παράταση κατά τη διακριτική ευχέρεια που του παρείχετο στα πλαίσια της πιο πάνω Διαταγής. Είναι νομολογημένο πως όπου το Δικαστήριο ενεργεί κατά διακριτική ευχέρεια, δεν χωρεί παρέμβαση με προνομιακό ένταλμα. » Άξια αναφοράς είναι και απόφαση στη Μ. Φ. Χ. ν. Μ. Κ. Φ., Έφεση αρ. 28/2021, ημερομηνίας 23/06/2022, όπου λέχθηκαν τα εξής: « Η Αίτηση είχε καταχωριστεί την 16.3.2018 και η Υπεράσπιση την 9.5.2018. Δεν ακολούθησε Απάντηση. Καταχωρίστηκε την 19.9.2018 τροποποιημένη Αίτηση. Κατά τον Εφεσείοντα θα έπρεπε μέσα σε 90 ημέρες από 16.5.2018 που θεωρείται ότι συμπληρώθηκε η δικογραφία (Δ.21, Θ.14
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) να καταχωριστεί από την Εφεσίβλητη κλήση για οδηγίες (Δ.30, Θ.1(α)) που εφόσον δεν έγινε η Αίτηση θα έπρεπε να είχε θεωρηθεί ως εγκαταλειφθείσα (Δ.30, Θ.1(γ) των Θεσμών) και να απορριφθεί με έξοδα. Το ζήτημα ήγειρε ο Εφεσείων στην «Τροποποιημένη Υπεράσπιση» που καταχώρισε την 5.11.2018. Γεγονός είναι ότι, όχι μόνο ουδέποτε είχε η Αίτηση τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να απορριφθεί, αλλά τουναντίον σε διάφορες ημερομηνίες δόθηκαν οδηγίες, καταχωρίστηκε η τροποποιημένη Αίτηση, η δικογραφία συμπληρώθηκε και σε αυτή τη βάση η υπόθεση εκδικάστηκε. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης και δίδοντας οδηγίες, θεωρούσε τη διαδικασία εκκρεμούσα και αναμφίβολα όχι εγκαταλειφθείσα. Επομένως, ανεξάρτητα του κατά πόσο ο Εφεσείων είχε εγκαταλείψει τη σχετική ένσταση του, η ουσία ήταν ότι η Αίτηση δεν είχε εγκαταλειφθεί και καθηκόντως το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της. » Ιδιαίτερης βαρύτητας είναι και η εξειδικευμένη ρύθμιση που αφορά τα ειδικά δικαστήρια, μέσω της οποίας, όλα τα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 30
(1)και εντεύθεν τελούν κάτω από τη γενική πρόβλεψη της Δ.30
(10)
(5)ήτοι, της διακριτικής ευχέρειας τούτου και κάθε ειδικού Δικαστηρίου, «ανεξαρτήτως των διατάξεων της Δ.30, να χειριστεί την ενώπιον του υπόθεση κατά τον τρόπο που θα εξυπηρετηθεί η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης». Πρόκειται δηλαδή για δυνατότητα η οποία, αυτοτελώς, δίδει την εξουσία σε κάθε ειδικής δικαιοδοσίας Δικαστήριο να μην εφαρμόσει καν τη Διαταγή
  1. Εφόσον λοιπόν, το Δικαστήριο αυτό έχει εξουσία να μην εφαρμόσει καν τη διαδικασία της Δ.30, a fortiori δεν μπορεί το Δικαστήριο να είναι δέσμιο μιας επί μέρους πρόνοιάς της, διότι άλλως πως θα οδηγούμασταν στην κατάργηση του μείζονος μέσω του ελάσσονος. Και ένας τέτοιος περιορισμός θα τελούσε και σε ανακολουθία προς τα διαλαμβανόμενα στον προπαρατεθέν κανονισμό 12 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, εκ του οποίου επιβεβαιώνεται το ευρύτατο πλαίσιο διακριτικής εξουσίας που υφίσταται στο ΔΕΕ. Επιβεβαιωτική προς τα προαναφερόμενα, είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χριστοφόρου, Πολιτική Αίτηση αρ. 229/2019, ημερομηνίας 16/01/
  2. Στη Χριστοφόρου είχε εξασφαλιστεί από την Αιτήτρια διάταγμα παράτασης του χρόνου για την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Η διαδικασία έλαβε χώρα στο ΔΕΕ Λευκωσίας και το διάταγμα εξασφαλίστηκε μονομερώς. Ακολούθως, ο αντίδικός της αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο αξιώνοντας άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, επικαλούμενος ότι «το ΔΕΕ εσφαλμένα και κατά έκδηλη υπέρβαση του Νόμου ενέκρινε το σχετικό αίτημα μονομερώς ενόσω η προνοούμενη προθεσμία είχε πλέον παρέλθει άπρακτη και η αίτηση εθεωρείτο ως εγκαταλειφθείσα και εφόσον δεν καταδείχθηκε ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης». Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αιτούμενη άδεια, υπέδειξε αφενός ότι η ευχέρεια για τέτοια παράταση προβλέπεται ειδικά στον καν. 2(β) της Δ.30, και, αφετέρου, ότι το ΔΕΕ έχει δικαιοδοσία να παρατείνει τις προθεσμίες της Δ.
  3. Καταληκτικά, αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι, ούτε η παρούσα διαδικασία είναι «νεκρή», ούτε το Δικαστήριο στερείται διακριτικής εξουσίας να καταστήσει εμπρόθεσμη την Κλήση για Οδηγίες. Β. Προσδιορισμός του πλαισίου άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω, το πραγματικό ερώτημα της παρούσας υπόθεσης δεν είναι εάν το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει ή όχι την Κυρίως Αίτηση, αλλά προς ποιαν κατεύθυνση αυτή θα ασκηθεί. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πάντοτε δικαστικά.[12] Τούτο σημαίνει ότι η άσκησή της δεν μπορεί να οδηγεί σε πασιφανή αδικία, ούτε να συνυπολογίζει εξωγενείς παράγοντες, μήτε να είναι απόρροια πραγματικής ή νομικής πλάνης.[13] Ειδικά, με βάση το επίδικο ζήτημα, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου έχει και πλαίσιο και σαφές περιεχόμενο, εντός του οποίου θα πρέπει να ασκηθεί. Είναι η ύπαρξη γεγονότων που παραπέμπουν, είτε σε «αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες» είτε, σε «άλλο καλό λόγο» για τον οποίο δεν υπήρξε συμμόρφωση των Υπενοικιαστών προς τις σχετικές προθεσμίες, ως στη Δ.30
(2)(β) αναφέρεται. Οι εν λόγω έννοιες δεν αναλύονται από την ίδια τη Δ.30, πλην όμως είναι αρκούντως κατανοητές. Η έννοια της «αντικειμενικής αδυναμίας» παραπέμπει σε μια κατάσταση πραγμάτων εκτός του ελέγχου του διαδίκου, η οποία δεν αφορά το επίδικο ζήτημα και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Απομένει η ύπαρξη «καλού λόγου», έννοια η οποία έχει προφανώς ευρύτερη διάσταση. Ως προς το τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει «καλός λόγος», δεν χωρούν δογματισμοί, αφού κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται εντός των δικών της παραμέτρων, στη βάση βεβαίως του καθορισθέντος δικονομικού πλαισίου. Αντίστοιχη διατύπωση, εντοπίζεται στη Διαταγή 48 θ.4
(2), που αφορά το δικαίωμα για καταχώριση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων και έχει λεχθεί ότι «προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης».[14] Δίχως να παραγνωρίζεται ο εντελώς αλλιώτικος σκοπός που επιτελεί η Δ.48 θ.4
(2), σημειώνεται ότι το κριτήριο της «ορθής απονομής της δικαιοσύνης» δεν μπορεί να διαφέρει. Είναι, βεβαίως, αδύνατο να απαριθμηθούν όλες οι περιπτώσεις που μπορούν να συνιστούν «καλό λόγο». Εντούτοις, μέσω της εις άτοπον απαγωγής, με μεγαλύτερη ασφάλεια, μπορούν να αποκλεισθούν εκείνες οι περιπτώσεις που εμφανώς δεν καλύπτονται από την υπό εξέταση προϋπόθεση. Με αυτή τη μεθοδολογία θα επιλυθούν οι εναπομείνασες επιμέρους θέσεις των διαδίκων. Επειδή η επί του θέματος επιχειρηματολογία των Υπενοικιαστών είναι πολυεπίπεδη, θα ομαδοποιήσω τις θέσεις τους, στις ακόλουθες ενότητες. 1. Το ζήτημα της καθυστέρησης. Ξεκινώ από το ζήτημα της καθυστέρησης. Το εν λόγω ζήτημα είναι άμεσα διασυνδεμένο με την υποχρέωση για τήρηση των προθεσμιών, οι οποίες, με βάση τη σύγχρονη νομική αντίληψη των πραγμάτων, επιβάλλεται[15] να τηρούνται με αυστηρότητα, διότι αποτελούν την υποστύλωση του νομικού μας συστήματος και τη βασική παράμετρο για την αποτελεσματικότητά του.[16] Παρέκκλιση από τον εν λόγω κανόνα δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[17] Η αυστηρή διατύπωση της Δ.30 αντικατοπτρίζει τα προαναφερόμενα, τα οποία έχουν επιβεβαιωθεί και μέσω της Χαραλάμπους. Προσθέτω πως βρισκόμαστε σε μια δικαιοδοσία συνοπτικής φύσης, όπου το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας[18] είναι η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο, επειδή ακριβώς η ταχύτητα αποτελεί το προσδιοριστικό στοιχείο της συνοπτικής φύσης και λειτουργίας τούτου του Δικαστηρίου. Τούτων λεχθέντων, μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η παράταση μιας απωλεσθείσας προθεσμίας, ιδίως όταν, όπως και στην παρούσα περίπτωση, ο αντίδικος δεν έχει συμβάλει στο να καθυστερήσει η διαδικασία. Η διάρκεια της καθυστέρησης, έχει κάποια σημασία, κυρίως όμως, στην έκταση που οριακά δεν έχουν τηρηθεί οι προθεσμίες. Αλλά εδώ δεν είναι τέτοια περίπτωση. Δηλαδή, ακόμη και εάν η ισχυριζόμενη καθυστέρηση είναι διάρκειας «21-22 ημερών», ως διατείνονται οι συνήγοροι των Υπενοικιαστών, τούτη η περίοδος, σε μια συνοπτικής φύσης δικαιοδοσία, δεν τεκμαίρεται ως αμελητέα, όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από αυτούς. Διότι, δεν πρέπει να αγνοείται ότι η Διαταγή δίδει 90 ολόκληρες μέρες για την καταχώριση ενός τυποποιημένου εγγράφου (Τύπου 25), το οποίο, εν τέλει οι Υπενοικιαστές ετοίμασαν και καταχώρησαν αυθημερόν στις 07/07/2022, σύμφωνα με τους δικούς τους ισχυρισμούς. Εν πάση περιπτώσει, ομολογώ πως δεν έχω αντιληφθεί πως κατέληξαν σε αυτούς τους αριθμούς. Τα δικόγραφα, με βάση τη Διαταγή 26, θ.11, έκλεισαν στις 26/11/2021, ήτοι 7 μέρες μετά την καταχώριση της Απάντησης. Από τις 26/11/2021 έως τις 07/07/2022, μεσολάβησαν περισσότεροι από επτά
(7)μήνες ή, πιο συγκεκριμένα, 223 μέρες. Η προθεσμία των 90 ημερών, κανονικώς έληγε στις 24/02/2022. Εντούτοις, υπήρξε αναστολή των προθεσμιών λόγω της πανδημίας, από τις 19/01/2022 έως και τις 18/03/2022,[19] ήτοι για δύο
(2)περίπου μήνες, ή καλύτερα 59 μέρες. Από τις 26/11/2021 έως την ημέρα που ενεργοποιήθηκε η αναστολή των προθεσμιών, δηλαδή τις 19/01/2022, είχαν παρέλθει 54 μέρες. Με τη λήξη της αναστολής στις 18/03/2022, απέμεναν[20] 36 μέρες για να συμπληρωθεί η προθεσμία των 90 ημερών, η οποία και συμπληρώθηκε στις 23/04/2022. Η Κλήση καταχωρήθηκε στις 07/07/2022, δηλαδή με 75 μέρες καθυστέρηση από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί και 60 μέρες από τότε που η υπόθεση εντάχθηκε εντός της πρόβλεψης του 2ου εδαφίου της Δ.30
(1)(γ). Δύο μήνες, τουλάχιστον σε τούτη τη δικαιοδοσία, αποτελούν, αναμφίβολα, μακρά καθυστέρηση. Επί του ίδιου θέματος, οι δικηγόροι των Υπενοικιαστών συμπληρώνουν ότι δεν είχαν σκοπό να καθυστερήσουν τη διαδικασία. Οι δικηγόροι των Ενοικιαστών διαφωνούν, υποβάλλοντας ότι ο σκοπός των αντιδίκων τους είναι να δημιουργήσουν ένα «δικονομικό βάλτο» και να αποτελματώσουν τη διαδικασία. Κατά το Δικαστήριο, οι πραγματικές προθέσεις των Υπενοικιαστών δεν αποτελούν το καθοριστικό στοιχείο στάθμισης, αφού η συνέπεια του δεύτερου εδαφίου της Δ.30
(1), επέρχεται με αναφορά στο αποτέλεσμα και μόνο. Εντούτοις, το πρόσφατο ιστορικό της υπόθεσης ουδόλως επιβεβαιώνει τις θέσεις των Υπενοικιαστών. Διότι, εάν ήταν όντως ειλικρινής η επιθυμία των συνηγόρων των Υπενοικιαστών για να προωθήσουν τάχιστα την υπόθεση των πελατών τους, τότε γιατί για επτά
(7)και πλέον μήνες, εφόσον θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει καταχωρημένη Απάντηση, δεν προχώρησαν με την καταχώριση αίτησης για απόφαση; Εάν ενεργούσαν ως ανωτέρω, θα τους υποδεικνυόταν η ύπαρξη της Απάντησης και η υπόθεση δεν θα έφτανε στο παρόν στάδιο. Επίσης, ουδεμία απάντηση έχει δοθεί, επειδή προφανώς δεν υπάρχει, γιατί για 7 μήνες δεν έκαναν δέουσα έρευνα εντός του φακέλου της υπόθεσης. 2. Κατά πόσο θα πρέπει να αποδειχθεί «έκδηλη πρόθεση εγκατάλειψης» για την ενεργοποίηση του δεύτερου εδαφίου της Δ.30
(1)(γ). Επιπρόσθετα, οι Υπενοικιαστές υποβάλλουν ότι δεν υπάρχει «έκδηλη πρόθεση εγκατάλειψης» εκ μέρους τους. Αλλά ούτε αυτό είναι κριτήριο. Είναι ένα πράγμα η ύπαρξη «καλού λόγου» και εντελώς διαφορετικό η στοιχειοθέτηση της ούτω καλούμενης από τους Υπενοικιαστές «έκδηλης πρόθεσης εγκατάλειψης». Για την ενεργοποίηση του δεύτερου εδαφίου της Δ.30
(1)(γ), δεν απαιτείται η απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου της «πρόθεσης», η οποία μάλιστα να είναι και «έκδηλη». Αυτές είναι λέξεις, επιεικώς, άσχετες προς το υπό εξέταση κείμενο.
  1. Κατά πόσο το ζήτημα αφορά «απαλλαγή της υπόθεσης από παρατυπία». Ούτε βεβαίως το όλο ζήτημα ανάγεται σε άρση απλής παρατυπίας, ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για να «απαλλάξει την παρατυπία», ως εισηγούνται οι Υπενοικιαστές. Η εν λόγω εισήγηση, εσφαλμένα προκαταβάλλει ότι το όλο ζήτημα αφορά μια τυπική παράλειψη. Δεν μπορεί όμως να αναφερόμαστε, είτε σε κάτι «επουσιώδες», είτε σε κάτι «τυπικό», όταν η συνέπεια είναι η απόρριψη[21] της ίδιας της Εναρκτήριας Αίτησης. Εξάλλου, ο κανονισμός 12, των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών, ο οποίος αντιστοιχεί στα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σκοπό έχει να αποτρέψει τη δημιουργία πασιφανούς αδικίας λόγω υιοθέτησης τυπολατρικών εισηγήσεων,[22] που δεν είναι η περίπτωση, και όχι να παραμορφώσει τους δικονομικούς κανόνες. Συναφώς, έχει κατ' επανάληψη επισημανθεί ότι η Δ.64 (και κατ' αναλογία ο κ.12) δεν αποτελεί πανάκεια[23] και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις και ελαττώματα ασύνδετα προς τους θεσμούς. Ως σημειώθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Puhler, Πολιτική Έφεση αρ.404/19, ημερομηνίας 10/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:A421,«η τήρηση των προθεσμιών δεν είναι θέμα τύπου, αλλά ουσίας».
  2. Κατά πόσο οι ενέργειες των Ενοικιαστών δικαιολογούν την παράταση του χρόνου. Επιπλέον, επειδή οι συνήγοροι των Υπενοικιαστών, αγορεύοντας, επιχείρησαν να εξισώσουν τις προφορικές παραστάσεις των δικηγόρων των Ενοικιαστών προς τη Γραμματεία για απόρριψη της υπόθεσης, ως το «αίτημα» που προβλέπει η Δ.30
(1)(β), σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς, δεν υπήρξε «αίτημα» προς το Δικαστήριο. Αλλά, ακόμη και να ήθελε θεωρηθεί ως «αίτημα», δεν διαφοροποιείται οτιδήποτε επί της ουσίας, διότι μια τέτοια εξέλιξη δεν υποδηλώνει και την κατεύθυνση άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Επιπλέον, ό,τι και να λαμβάνει χώρα μεταξύ δικηγόρων και λειτουργών της Γραμματείας του Δικαστηρίου, η αποκλειστική αρμοδιότητα και η ευθύνη για το πως ρυθμίζεται η διαδικασία, ανήκει, αυστηρά στο Δικαστήριο. Εν προκειμένω, όπως φαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης, και ανεξαρτήτως της διαφορετικής αξίωσης των Ενοικιαστών, το Δικαστήριο έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες για το χρονικό πλαίσιο που θα τίθεντο ενώπιον του όλες οι μη δεόντως προωθημένες υποθέσεις, το οποίο δεν τηρήθηκε επακριβώς από τη Γραμματεία, για άσχετους προς το επίδικο ζήτημα λόγους. Εντούτοις, είτε η Κλήση για Οδηγίες εξεταζόταν στις 13/10/2022 όπως ήταν αρχικώς ορισμένη, είτε σε οποιονδήποτε άλλο χρόνο όπως έγινε, ουσιαστικά αμφισβητείται το αναπόφευκτο. Η σταθερή πρακτική αυτού του Δικαστηρίου, όπως καταδεικνύεται και από άλλη απόφασή του, την οποία και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν,[24] είναι να εφαρμόζει τα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 30. Για τούτο το λόγο, ο ισχυρισμός των Υπενοικιαστών ότι «δεν είναι ξεκάθαρο εάν είναι απαραίτητο να καταχωριστεί Κλήση για Οδηγίες», ταξινομείται ως εκ των υστέρων σκέψη, που αντίκειται στην «αμέριμνη» (όπως χαρακτηριστικά την προσδιόρισε ο κ. Κούρτελλος) καταχώρισή της, στις 07/07/2022. Ούτε ασφαλώς η μη καταχώριση γραπτού αιτήματος από τους Ενοικιαστές, ως διαλαμβάνεται στο πρώτο εδάφιο της Δ.30
(1)(γ), συνιστά λόγο για να δοθεί στους Υπενοικιαστές παράταση. Η σαφώς αυστηρότερη συνέπεια του δεύτερου εδαφίου της Δ.30
(1)(γ), μέσω της αναφοράς «περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες», δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης με όσα αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο. Και στη μεγαλύτερη εικόνα, δεν φαίνεται εύκολο να προκύψει διασύνδεση μεταξύ της μη τήρησης της προθεσμίας για καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες και πράξεων ή παραλείψεων του αντιδίκου.[25] 5. Κατά πόσον η επίκληση της Διαταγής 57 θ. 2 δικαιολογεί την παράταση της προθεσμίας. Επιπλέον, οι Υπενοικιαστές επικαλούνται την Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική επί του θέματος νομολογία ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως: « Επισημαίνεται όμως ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να παρατείνει το χρόνο, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς.[26] » Εντούτοις, εδώ το επίδικο ζήτημα δεν είναι εάν το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει την προθεσμία. Αυτό ήδη αποφασίστηκε, προς όφελος των Υπενοικιαστών. Στο μέτρο όμως που η εισήγηση απολήγει στην υποβολή ότι η Δ.57 θ.2 υποχρεώνει το Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο καταχώρισης της Κλήσης για Οδηγίες, απορρίπτεται, αφού τέτοια θεώρηση οδηγεί στην κατάργηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει μάλιστα να τονισθεί ότι η Διαταγή 57 διαβάζεται πλέον «υπό το πρίσμα» του αυστηρού και διαφορετικού πλαισίου της νέας Διαταγής 30, ως ρητώς στη Διαταγή 30
(3)(β) υποδεικνύεται. Εν πάση περιπτώσει, άλλος είναι ο σκοπός της Δ.57 θ.2,[27] η οποία αντιστοιχεί στη Διαταγή 64 θ.7 των παλαιών αγγλικών Θεσμών. Αρκούμαι μόνο να σημειώσω ότι μέσω της Αυξεντίου δεν δόθηκε δικαίωμα στο κάθε δικαστήριο, αδιακρίτως, αδιαφορώντας για το επιμέρους ειδικό δικονομικό πλαίσιο και κατ' επίκληση της συμφυούς του εξουσίας, να παρατείνει τον χρόνο τελέσεως δικονομικών ενεργειών.[28] 6. Κατά πόσον η απόρριψη του αιτήματος συνεπάγεται την «καταστροφή» των Υπενοικιαστών και αντιστρατεύεται των συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Όσον αφορά την υποβολή των Υπενοικιαστών ότι η απόρριψη της υπόθεσης θα επιφέρει την «καταστροφή» τους, παρέλκει η επί της ουσίας ενασχόληση με τον ισχυρισμό. Αρκεί η παραπομπή στην αυτοαναίρεση του εν λόγω επιχειρήματος, που έγινε μέσω της διαφορετικής τους υποβολής, ότι δηλαδή, το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί για να διασωθεί ο δικαστικός χρόνος που θα σπαταληθεί στο μέλλον, αφού προτίθενται να επανέλθουν με νέα Αίτηση, αναγνωρίζοντας με τη δεύτερη δήλωσή τους ότι τα περί της υποτιθέμενης «καταστροφής» τους, αντίκεινται στη ρητή διατύπωση της Δ.30 που ορίζει ότι τέτοια απόρριψη δεν συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, ως στη Δ.30
(1)(δ) αναφέρεται. Υπενθυμίζω συναφώς ότι το παρόν Δικαστήριο, οριστικοποιώντας το προσωρινό διάταγμα προς όφελος των Υπενοικιαστών στις 22/02/2022, άσκησε υπέρ εκείνων τη διακριτική του ευχέρεια, τόσο αναφορικά με την καθυστέρηση που μεσολάβησε από την απόρριψη της 1ης Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, όσο και σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, επειδή ακριβώς, τότε είχε παρουσιαστεί προς το Δικαστήριο παρόμοια επιχειρηματολογία περί επικείμενης καταστροφής και ανεπανόρθωτης ζημίας. Σήμερα όμως το πλαίσιο εξέτασης είναι παντελώς διαφορετικό. Συνεπώς, υιοθέτηση τούτης της εισήγησης θα ισοδυναμούσε με πρόδηλη αδικία για την άλλη πλευρά, η οποία θα καλείτο εκ νέου να επιβαρυνθεί τις συνέπειες της ίδιας δικαστικής διακριτικής ευχέρειας η οποία ασκήθηκε προς την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, μέσω της 2ης Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα. Ούτε βεβαίως επηρεάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των Υπενοικιαστών, ως διατείνονται, αφού ακριβώς δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Εξάλλου, εάν κάθε φορά που συνεπεία ιδίας αδιαφορίας, ή ελλιπούς διερεύνησης, ή παράλειψης, ή αμέλειας, αρκούσε η επίκληση των συνταγματικών δικαιωμάτων για την απαλλαγή από τη δικονομική συνέπεια, θα οδηγούμασταν, με μαθηματική ακρίβεια, στην κατάλυση των δικονομικών και αποδεικτικών κανόνων, οι οποίοι αποτελούν το βασικό υποστύλωμα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εντελώς εξωγενές κριτήριο προς το επίδικο ζήτημα είναι και το δεδομένο ότι οι Υπενοικιαστές τηρούν τους όρους του προσωρινού διατάγματος που εξασφάλισαν. Αν δεν τηρούσαν τους όρους, η παρούσα διαδικασία θα είχε προ πολλού ολοκληρωθεί.
  1. Η ανυπαρξία υποβάθρου υποστήριξης «καλού λόγου» για παράταση του χρόνου. Κατά τα λοιπά, ως ορθώς εισηγείται η πλευρά των Ενοικιαστών, με δεδομένη την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν υπάρχει το παραμικρό υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς όφελος των Υπενοικιαστών. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι η νομική επιχειρηματολογία συνιστά τη νομική υποστύλωση εκείνων των γεγονότων που έχουν προηγουμένως αποδειχθεί στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας και όχι το όχημα για την εισαγωγή τους. Συμφωνώ με τους Ενοικιαστές, και υπογραμμίζω, ότι εφόσον οι Υπενοικιαστές επιθυμούσαν το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν γεγονότα που δεν προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης, είχαν την υποχρέωση, εγκαίρως,[29] να προβούν στα ενδεδειγμένα διαβήματα για να δημιουργήσουν το υπόστρωμα επί του οποίου θα μπορούσε να αξιολογηθεί οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός. Και είχαν άπλετο χρόνο για αυτό, τον οποίο σπατάλησαν. Το ιστορικό έχει ήδη παρατεθεί προηγουμένως και για σκοπούς οικονομίας δεν επαναλαμβάνεται. Θυμίζω μόνο ότι οι προθέσεις του Δικαστηρίου γνωστοποιήθηκαν στα μέρη από τις 14/07/
  2. Των πιο πάνω λεχθέντων, η ουσιαστική θέση των Υπενοικιαστών, όπως αναπτύχθηκε κατά την ακρόαση, ότι δηλαδή η καθυστέρηση οφείλεται σε λάθος του δικηγορικού γραφείου του κ. Ερωτοκρίτου[30] να τους κοινοποιήσει το δικόγραφο της Απάντησης των Ενοικιαστών, δεν μπορεί καν να εξεταστεί, καθότι δεν υπάρχει το σχετικό υπόβαθρο γεγονότων. Παρόλα αυτά, εάν δεν λεχθεί οτιδήποτε επ' αυτού, υπάρχει το ενδεχόμενο ο αναγνώστης της παρούσας απόφασης να θεωρήσει ότι το Δικαστήριο αποφεύγει να τοποθετηθεί επί του πιο ουσιαστικού ισχυρισμού που τέθηκε προς το Δικαστήριο από τους Υπενοικιαστές. Παρά λοιπόν το γεγονός ότι για τον σκοπό της παρούσας απόφασης μάλλον είναι αχρείαστο ό,τι ακολουθεί, σημειώνω ότι η προσπάθεια να διαχωριστεί η θέση τόσο του γραφείου του κ. Μαθηκολώνη, όσο και των Υπενοικιαστών από το γραφείο του κ. Ερωτοκρίτου συνιστά ευθεία καταστρατήγηση, αφενός της ερμηνείας, και αφετέρου του στόχου που η Διαταγή 30 εξυπηρετεί. Διάδικος ο οποίος εκπροσωπείται στη διαδικασία με δύο δικηγόρους, δεν νοείται να επικαλείται λάθος του πρώτου, για να δικαιολογήσει μέσω του δεύτερου, την επανόρθωσή του. Υιοθέτηση από το Δικαστήριο της προτασσόμενης εισήγησης, μόνο σε νομικά παράδοξα μπορεί να οδηγήσει και πουθενά αλλού. Επιπλέον, και όπως σημειώθηκε[31] και στη Mitchell v News Group Newspapers Ltd (ανωτέρω), στη σημερινή εποχή, η αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την τήρηση των θεσμικών προθεσμιών.[32] * Κατά συνέπεια, ουδείς από τους λόγους που επικαλείται η πλευρά των Αιτητών/Υπενοικιαστών συνιστά καλό και βάσιμο λόγο για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είτε για να παραταθεί η προθεσμία για καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες, είτε για να θεωρηθεί το αναφερόμενο δικόγραφο ότι καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Αναπόφευκτα, η παρούσα Κυρίως Αίτηση, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη Δ.30, θεωρείται «εγκαταλειφθείσα» και θα απορριφθεί, ως επιτάσσεται και από τη Χαραλάμπους (ανωτέρω). V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα Κυρίως Αίτηση, θεωρείται «εγκαταλειφθείσα» και απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στη κλίμακα €100.000,00 - €500.000,
  3. Νοείται ότι, η πιο πάνω κατάληξη συμπαρασύρει, τόσο το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07/01/2022, το οποίο ακυρώνεται, όσο και την αίτηση για παράταση χρόνου ημερομηνίας 28/11/
  4. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Τα εν λόγω γεγονότα, επιβεβαιώνονται μέσω σχετικής σημείωσης της λόγω λειτουργού της Γραμματείας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε εντός του σχετικού δικαστικού φακέλου στις 22/06/
  5. [2] Οι λόγοι για τους οποίους η υπόθεση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συμφώνως των σχετικών οδηγιών του, φαίνονται σε δεύτερη σχετική σημείωση της εν λόγω λειτουργού της Γραμματείας, η οποία έχει ως εξής: «Οι οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο, ήταν όπως όλες οι υποθέσεις του 2021 που δεν έχουν δεόντως προωθηθεί, να τεθούν ενώπιον του, στο τέλος Ιουνίου του 2022.Λόγω απουσίας μου από την εργασία, από τις 25/06/2022 μέχρι τις 04/07/2022 και συσσωρευμένου φόρτου εργασίας, τόσο στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων όσο και στο Οικογενειακό Πρωτοκολλητείο, λόγω των επικείμενων καλοκαιρινών διακοπών, οι μη δεόντως προωθημένες υποθέσεις του 2021, άρχισαν να ετοιμάζονται περί τις 05/07/2022 με 06/07/2022 και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 08/07/2022.Η παρούσα υπόθεση αν και περιλαμβανόταν στις υποθέσεις που θα τέθονταν προς το Δικαστήριο, τελικά δεν έγινε αυτό, διότι στο μεσοδιάστημα, και συγκεκριμένα στις 07/07/2022, καταχωρήθηκε Κλήση για Οδηγίες από τους Αιτητές. Στις 14/07/2022, εμφανίστηκε στη Γραμματεία ο δικηγόρος κ. Κωστακόπουλος εκ μέρους των Καθ' ων ο οποίος και διαμαρτυρήθηκε προς εμένα για την καθυστέρηση που μεσολάβησε στο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η παρούσα υπόθεση. Ενημέρωσα αυθημερόν σχετικά το Δικαστήριο, από το οποίο έλαβα οδηγίες και ετοίμασα την ειδοποίηση ημερομηνίας 14/07/2022 προς τους δικηγόρους των διαδίκων.» [3] Οι συνήγοροι διαφωνούν ως προς την έκταση της καθυστέρησης, ζήτημα με το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. [4] Σημειώνεται ότι, επειδή το υπό εξέταση θέμα αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [5] Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο στις 30/11/2022, για τους λόγους που εμφαίνονται στο σχετικό κείμενο της από έδρας απόφασής του, απέρριψε αίτημα για αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας των Υπενοικιαστών, οι οποίοι δύο μέρες νωρίτερα είχαν καταχωρίσει δια κλήσεως αίτηση, αξιώνοντας την κατά προτεραιότητα εξέταση αιτήματος για παράταση του χρόνου καταχώρισης της υπό κρίση Κλήσης για Οδηγίες. [6] Στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, ECLI:CY:AD:2016:D117, λέχθηκε ότι στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών». [7] Σχετικά, στην Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, λέχθηκε ότι: «η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [8] Παρέκκλιση από τη γραμματική ερμηνεία επιτρέπεται μόνο κάτω από ορισμένες συνθήκες όπως όταν η αυστηρώς ετυμολογική έννοια θα αντίκειται στη πρόθεση, τη λειτουργικότητα ή τον δηλωμένο σκοπό του Νομοθέτη ή εάν το νόημα που θα αποδοθεί θα οδηγήσει σε παράλογο αποτέλεσμα. [9] Μεταξύ άλλων: Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452, Antigoni Georighiadou v. The Attorney-General of the Republic
(1966)3 C.L.R. 612, 615. [10]Στη Δημοκρατία ν. Κωνσταντίνου, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 106/2012, ημερομηνίας 19/09/2018 αναφέρθηκε: «το βασικό κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος είναι η συνήθης σημασία των λέξεων. Δεν είναι επιτρεπτή προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο». Δείτε επίσης, μεταξύ άλλων: Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191 και Γεωργίου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων
(1999)1 Α.Α.Δ. 384, και Καντούνας ν. IOANNIS N. PATSALIDES GENERAL ENTERPRISES LTD κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1876. [11] Πριν την πιο πρόσφατη τροποποίηση, η διατύπωση ήταν ως εξής: «Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες η αγωγή ή η ανταπαίτηση θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και θα απορρίπτεται από το Δικαστήριο στη λήξη της περιόδου των 60 ημερών, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση.» Η υφιστάμενη διατύπωση, ότι η υπόθεση θα τίθεται «ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της» συνιστά κάμψη της επί τούτου αυστηρότητας έναντι της προγενέστερης διατύπωσης. [12] Δείτε: Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984. Ως συναφώς σημειώθηκε στη Regata Holdings Ltd. ν. Petrolina (Holdings) Public Ltd.
(2012)1α Α.Α.Δ 579: "προεξάρχον κριτήριο στην άσκηση της περί ου ο λόγος διακριτικής ευχέρειας, αποτελεί η αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης". [13] Παράδειγμα εσφαλμένης άσκησης τίθεται στην Σωκράτους ν. Σιβιτανιδη
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1602 όπου η κρίση του επιδίκαση εξόδων επηρεάστηκε από τη συμπάθεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς διάδικο. [14] Δείτε: Κοκκίνου ν. Κοκκίνου Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας 03/11/2016 [15] Δείτε: Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα
(1990)1 ΑΑΔ 470. [16] Δείτε: Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190. [17]Δείτε: Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1108. [18] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R.
  1. [19] Δείτε τους περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικούς) (Αρ. 1 και 2) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του
  2. [20] Διατηρώ αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ο ορθός υπολογισμός της προθεσμίας των Υπενοικιαστών, είναι στη βάση διακοπής και επανέναρξης με συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος που απέμενε πριν την αναστολή. Διότι, ο Διαδικαστικός Κανονισμός αρ. 2 δεν ενεργοποίησε προθεσμίες, αλλά κατήργησε τον Κανονισμό αρ. 1, ενέργεια που πιθανόν να σημαίνει ότι η 18η Μαρτίου του 2022 ήταν η καταληκτική ημερομηνία για να λάβει χώρα η όποια δικονομική ενέργεια θα έπρεπε να γίνει στο μεσοδιάστημα και εν προκειμένω η καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες. Για τον σκοπό όμως της παρούσας διαδικασίας, επιλέγω την ευνοϊκότερη για τους Υπενοικιαστές ερμηνεία. [21] Κατά αναλογία και για ήσσονος σημαντικότητας ζήτημα, στη Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκος Κ. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Ε21/13, ημερομηνίας 11/11/2015 κρίθηκε ότι η Δ.64 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις που αξιώνεται η αναβίωση διατάγματος το οποίο θέτει χρονικό πλαίσιο για την εκτέλεσή του, και το οποίο, με το πέρας του χρόνου καθίσταται ipso facto άκυρο, εξαφανίζοντας την πηγή της εξουσιοδότησης για καταχώρηση του δικογράφου. [22] Δείτε: Χέυς ν. Φιλιππίδης, Έφεση αρ. 41/2015, ημερομηνίας 18/02/
  3. [23] Ans Secretaries Ltd ν. Orianda Management Fz Llc κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 362/2009, ημερομηνίας 3/07/
  4. [24] Δείτε: Καλλινίκου κ.α. ν. Στυλιανίδη, Αίτηση αρ. Ε38/2020, ημερομηνίας 23/06/2022 ΔΕΕ Λεμεσού. [25] Ενδεχομένως η εξαίρεση του κανόνα θα μπορούσε να είναι όταν η μη τήρηση της προθεσμίας επέρχεται ως αποτέλεσμα παραπλάνησης του αιτητή από τον αντίδικό του, ή όταν ο αντίδικος είναι συνυπεύθυνος για την προκληθείσα καθυστέρηση, αλλά αυτά αποτελούν σενάρια άσχετα προς το επίδικο ζήτημα. [26] Το πιο πάνω απόσπασμα της Αυξεντίου συνάδει με τη σχετική αναφορά που εντοπίζεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, στη σελ. 1813 που έχει ως εξής: «Scope of Rule.- Where the time, sought to be enlarged, is not "appointed by these Rules" but by the Practice Masters' Rules (which have no statutory force) or some other rule of practice, r. 7 does not apply, and in interlocutory proceedings the Court or Judge has inherent jurisdiction to extend the time independently of it (see Keymer v. Reddy, [1912] 1 K. B. p. 221, C. A.;». [27] Στη Διαταγή
  5. θ.
  6. των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται: «A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» [28] Η ουσία της Αυξεντίου, είναι ότι ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει ρητή δικονομική πρόβλεψη, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρατείνει χρόνο εάν η εν λόγω ενέργεια «είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου ώστε να εφαρμοστεί η απόφασή του». Σχετική είναι και η R v Bloomsbury and Marylebone County Court, ex p Villerwest Ltd [1976] 1 All ER 897, όπου επιβεβαιώθηκε ότι το Δικαστήριο επί τούτου του θέματος έχει «wide inherent jurisdiction to control its own procedure». Ομοίως, στη Keymer v. Reddy, [1912] 1 K. B. p. 221, C. A. στην οποία αναφέρεται η Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, η παράταση του χρόνου, αφορούσε το αναφαίρετο δικαίωμα εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία υπό διαμαρτυρία. Συνακόλουθα, στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, σελ 1814 αναφέρεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αποσκοπεί στην αποτροπή αδικίας στους διαδίκους («with a view to the avoidance of injustice to the parties»). [29] Στη Mitchell v News Group Newspapers Ltd [2014] 2 All ER 430, λέχθηκε συναφώς: «We should add that applications for an extension of time made before time has expired will be looked upon more favourably than applications for relief from sanction made after the event.» [30] Υπενθυμίζω ότι η πλευρά των Υπενοικιαστών μέχρι και σήμερα συνεχίζει να εκπροσωπείται στη διαδικασία από δύο δικηγορικά γραφεία και ότι στην υπό κρίση ακρόαση εκπροσωπήθηκε από το γραφείο του κ. Μαθηκολώνη. [31] Η σχετική αναφορά έχει ως εξής:«But mere overlooking a deadline, whether on account of overwork or otherwise, is unlikely to be a good reason. We understand that solicitors may be under pressure and have too much work. It may be that this is what occurred in the present case. But that will rarely be a good reason. Solicitors cannot take on too much work and expect to be able to persuade a court that this is a good reason for their failure to meet deadlines. They should either delegate the work to others in their firm or, if they are unable to do this, they should not take on the work at all. This may seem harsh especially at a time when some solicitors are facing serious financial pressures. But the need to comply with rules, practice directions and court orders is essential if litigation is to be conducted in an efficient manner. If departures are tolerated, then the relaxed approach to civil litigation which the Jackson reforms were intended to change will continue.» [32] Στην εν λόγω απόφαση, δεν έγινε αποδεκτή η επίκληση δικηγορικού λάθους ως αιτιολογία για τη μη συμμόρφωση προς καθορισμένη δικονομική προθεσμία. Δεν αφορά βεβαίως την υπό εξέταση Δ.30, αλλά την αγγλική Διαταγή 3.9
(1). Εντούτοις, επί της αρχής, η Δ.30 κινείται στην ίδια αυστηρή κατεύθυνση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.