Δημητρίου ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση αρ.: K4/2021, 30/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2022:25 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση αρ.: K4/2021 Μεταξύ: xxx Δημητρίου, από την Πάφο Αιτήτρια και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Πάφο Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 01.12.2021 Ημερομηνία: 30.05.2022 Για την Αιτήτρια/ Καθ' ης η ενδιάμεση αίτηση: κος Ν. Μάντης για κκ. Mantis & Athinodorou LLC Για την Καθ' ης η αίτηση/ Αιτήτρια στην ενδιάμεση αίτηση: Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό που καταχωρήθηκε στις 16.11.2021, η Αιτήτρια αξιώνει από την Καθ' ης η αίτηση ποσό €29.200,00 ως δεδουλευμένα και οφειλόμενα ενοίκια για την χρονική περίοδο 01.10.2014 - 31.10.2020, βασιζόμενη στην ενοικιαστική σχέση που δημιουργήθηκε δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικίασης, ημερομηνίας 09.03.1998 (η οποία συμφωνία στην συνέχεια τροποποιήθηκε με άλλες δυο γραπτές συμφωνίες). Η Καθ' ης η κυρίως αίτηση (και Αιτήτρια στην παρούσα αίτηση, στο εξής θα αναφέρεται ως "η Αιτήτρια"), προτού καταχωρήσει Απάντηση, προώθησε την παρούσα ενδιάμεση αίτηση, με την οποία αιτείται τα κάτωθι: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη και/ή η αναστολή της διαδικασίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης καθότι η απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση / Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση βασίζεται σε συμφωνίες και/ή συμβάσεις οι οποίες συμπεριλαμβάνουν ρήτρα διαιτησίας και ως εκ τούτου ή επίδικη διαφορά και/ή τα επίδικα θέματα και/ή τα δικαιώματα τω μερών καλύπτονται από ρήτρα διαιτησίας και/ή είναι δίκαιο και/ή ορθό να διαγνωστούν στα πλαίσια διαιτησίας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η παραπομπή της παρούσας διαφοράς μεταξύ των ως άνω μερών προς επίλυση και/ή εξέταση και/ή διευθέτηση σε διαιτησία δυνάμει της ενεργοποίησης της ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται στις επίδικες συμβάσεις και/ή συμφωνίες που υπογράφτηκαν μεταξύ των μερών. Γ. Διαζευκτικά και σε περίπτωση που τα ως άνω αιτούμενα διατάγματα απορριφθούν από το Δικαστήριο, διάταγμα παράτασης χρόνου καταχώρησης της Απάντησης στην Κυρίως Αίτηση εντός 7 ημερών από την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα Αίτηση. Δ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο κρίνει δίκαια και/ή πρόσφορη υπό τις περιστάσεις." Η αίτηση βασίζεται "στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ. 9, Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1-9, Δ.57, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρο 35, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 2, 3, 6, 8 και 26, στον Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983 κανονισμό 12(α), στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές τις επιείκειας, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου" και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μ.Α., η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της Αιτήτριας. Στην ένορκη της δήλωση, η Μ.Α. αναφέρεται στην κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και στην αξίωση της Αιτήτριας, υποστηρίζοντας ότι αυτή βασίζεται στη σύμβαση μίσθωσης ημερομηνίας 09/03/1998 (ως τροποποιήθηκε με τις συμφωνίες ημερομηνίας 23/02/2010 και 19/11/2013). Επικαλείται τον όρο 19 της αρχικής σύμβασης, ο οποίος προνοεί ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ ιδιοκτήτη και μισθωτού αναφορικά με την εκτέλεση ή την ερμηνεία των όρων της σύμβασης θα παραπέμπεται σε διαιτησία, δύναμη του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφάλαιο
- Υποστηρίζει ότι η Καθ' ης η Αίτηση χωρίς να δικαιολογήσει την παράλειψη παραπομπής του ζητήματος σε διαιτησία, καταχώρησε στο παρόν Δικαστήριο την κυρίως αίτηση, η οποία αφορά αξίωση που καλύπτεται από τη ρήτρα διαιτησίας, αφού εμπίπτει στην έννοια της εκτέλεσης της σύμβασης μίσθωσης. Ως πληροφορείται από τους συνηγόρους της Αιτήτριας, εάν ο συμβαλλόμενος σε γραπτή συμφωνία για παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία αρχίσει δικαστική διαδικασία για ζήτημα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας αυτής. Η Αιτήτρια ήταν και εξακολουθεί να είναι πρόθυμη να πράξει ό, τι απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαιτησίας για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση Απάντησης στην κυρίως αίτηση. Η Ένσταση Η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση, που για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης θα αναφέρεται στο εξής ως "η Καθ' ης η αίτηση", καταχώρησε στις 10.01.2021 την ειδοποίηση περί προθέσεως υποβολής ένστασης, στην οποία προβάλλει τους πιο κάτω εφτά λόγους ένστασης: "1) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ελλιπής και/οι Νόμοι και Θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη Θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την αίτηση. 2) Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκο δήλωση είναι ανεπαρκή και1ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη Θεραπεία. 3) Η αίτηση είναι ελαττωματική Νόμω και ουσία και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη. 4) Οι συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων έχουν λήξει και/ή τερματιστεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί να διαταχτεί οι επίδικες διαφορές για ερμηνεία και εκτέλεση των συμβάσεων να παραπεμφθούν σε διαιτησία αφού οι ίδιες οι συμβάσεις έχουν λήξει δηλαδή η περίοδος για την οποία Θα διαρκούσαν έχει καλυφτεί. Μετά την πάροδο της εν λόγο προθεσμίας οι σχέσεις των διαδίκων δεν καλύπτονται από την σύμβαση αλλά από τις πρόνοιες του περί ενοικιοστασίου νόμο. 5) Δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί οι πρόνοια για παραπομπή σε διαιτησία εκτός του ότι η ίδια η σύμβαση έχει λήξει, η λήξη της σύμβασης έχει συμπαρασύρει και την ρήτρα διαιτησίας δηλαδή η ρήτρα διαιτησίας έχει λήξει. 6) Η ρήτρα είναι σαφής στο ότι καλύπτει διαφορές για την ερμηνεία και εκτέλεση των όρων της παρούσας σύβασης. Ακόμη και να Θεωρηθεί ότι αυτό καλύπτει και τις συμπληρωματικές συμφωνίες. Και ο χρόνος που Θα διαρκούσαν οι τροποποιητικές συμφωνίες έχει λήξη και άρα δεν τίθεται Θέμα ερμηνεία και εκτέλεσης της σύμβασης. Η σχέση των διαδίκων δεν είναι συμβατική αλλά ρυθμίζεται από τον περί ενοικιοστασίου νόμο. 7) Η αιτήτρια είναι "Θέσμιος ενοικιαστής" αφού Θέσμιος ενοικιαστής σημαίνει ενοικιαστήν ακινήτου ο οποίος κατά την λήξιν ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικιάσεως, εξακολουθεί να κατέχη το ακίνητού και περιλαμβάνει πάντα Θέσμιον ενοικιαστήν προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου. Για το λόγο αυτό οι διαφορές ρυθμίζονται από τον περί ενοικιοστασίου νομο." Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, συμπληρώνοντας ότι η συμφωνία ημερομηνίας 09/03/1998, εξέπνευσε την 31/01/2003 και δεν έχει έκτοτε ανανεωθεί. Επισυνάπτει αντίγραφα των μεταγενέστερων συμφωνιών 23/02/2010 και 19/11/2013, οι οποίες αφορούσαν την επέκταση του χώρου, του οποίου ενοικίαζε η Αιτήτρια και τη μείωση του ενοικίου, αντίστοιχα. Είναι η θέση του ότι τόσο οι συμφωνίες αυτές, όσο και η αρχική συμφωνία έχουν εκπνεύσει, ενώ στις μεταγενέστερες συμφωνίες (που αποτελούσαν νέα σύμβαση) δεν προνοείτο καν ρήτρα διαιτησίας. Εφόσον όλες οι συμβάσεις έχουν εκπνεύσει, το ζήτημα καλύπτεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και η αξίωση της Καθ' ης η Αίτηση δεν ρυθμίζεται πλέον με σύμβαση ώστε κάποιος διαιτητής να αποφασίσει για την ερμηνεία και εκτέλεσή της. Εφόσον η ενοικίαση είναι πλέον θέσμια, ρυθμίζεται αποκλειστικά από τη νομοθεσία. Η ρήτρα διαιτησίας δεν επεκτείνεται πέραν της χρονικής περιόδου που κάλυπτε η έγγραφη συμφωνία. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις[1]. Σε αυτές θα αναφερθώ πιο κάτω, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο. Νομική Πτυχή: Nομικό έρεισμα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης παρέχεται στο άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, το οποίο προνοεί τα εξής: «
- Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω τoυ ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας.» (Δική μου υπογράμμιση) Επίσης, με βάση τον ίδιο Νόμο: «συνυποσχετικό σημαίvει γραπτή συμφωvία για τηv υπoβoλή υφιστάμεvωv ή μελλovτικώv διαφoρώv σε διαιτησία, είτε o διαιτητής κατovoμάζεται σ' αυτή είτε όχι.»[2] και «Τo συvυπoσχετικό, εκτός αv εκφράζεται αvτίθετη πρόθεση σε αυτό, είvαι αvέκκλητo, εκτός αv επιτραπεί από τo Δικαστήριo, και έχει τηv ίδια ισχύ από κάθε άπoψη ωσάv vα ήταv διάταγμα Δικαστηρίoυ». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει σαφώς ότι το ζήτημα της αναστολής δικαστικής διαδικασίας, λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ. 4 αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Στέλιος Κουρουκλίδης κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1374, η οποία επίσης αφορούσε αναστολή δικαστικής διαδικασίας κατόπιν επίκλησης ρήτρας διαιτησίας, λέχθηκαν τα εξής: «Το θέμα διέπεται από το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που προνοεί ότι αν συμβαλλόμενος σε γραπτή συμφωνία για παραπομπή διαφορών σε διαιτησία αρχίζει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον οιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους, αναφορικά με οιονδήποτε θέμα έχει συμφωνηθεί να παραπέμπεται σε διαιτησία, οιοσδήποτε διάδικος δύναται, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προ της καταχώρησης οποιουδήποτε δικόγραφου ή πριν από τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία, να αποταθεί για αναστολή της διαδικασίας και το δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ικανοποιητικός λόγος γιατί το θέμα δεν θα έπρεπε να παραπεμφθεί σύμφωνα με τη συμφωνία σε διαιτησία και ότι ο αιτητής, κατά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ήταν και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας, μπορεί να εκδώσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας.» Ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει στην παρούσα περίπτωση τη διακριτική του ευχέρεια, έχει τύχει εξέτασης από τη νομολογία, όπου τονίστηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας δεν είναι επιτακτική. Το Δικαστήριο ασκεί διακριτική ευχέρεια με βάση το Άρθρο 4
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (το οποίο είναι πανομοιότυπο με το Άρθρο 8 του Κεφ.4). Ο Κληρίδης, Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα εξής στην απόφαση United Feeder Services Limited ν. Πλοίου "Anna Elisabeth" υπό σημαία Αυστρίας
(2010)1 ΑΑΔ 1946: "Στην υπόθεση Bulfracht v. Third World Steel Company Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 148, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή διαδικασίας με βάση το Αρθρο 4
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, όπως αυτές εκτίθενται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 19th Edition, page 175, και έχουν ως εξής:
- Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.
- Έναρξη διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου.
- Έναρξη δικαστικής διαδικασίας από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό.
- Η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί.
- Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία.
- Υποβολή της αίτησης μετά την καταχώριση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία.
- Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας." Διευκρινίστηκε επίσης, στην νομολογία, ότι δεν εμπίπτουν στην έννοια της "διαφοράς" όλες οι αξιώσεις. "Για να υπάρχει "διαφορά" αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη, ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων." (βλ. OTEROM LTD V. Χριστοδουλίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1081). Για το ζήτημα αυτό, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Tradax v. Gueensea Μarine Co.
(1986)1 C.L.R.
- "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law [.] The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the abitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto." Έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς των διαδίκων σε διαιτησία Στην παρούσα περίπτωση, η αρχική συμφωνία των διαδίκων ημερομηνίας 09.03.1998, περιλαμβάνει το πιο κάτω όρο: "
- Πάσα διαφορά αναφυομένη μεταξύ του ιδιοκτήτου και μισθωτού εις την εκτέλεσιν ή την ερμηνείαν των όρων της παρούσης συμβάσεως θα παραπέμπεται εις ένα μόνον διαιτητήν, εις περίπτωσιν που οι Συμβαλλόμενοι ήθελον συμφωνήσει υπέρ ενός, ή εν περιπτώσει μη συμφωνίας, εις δύο διαιτητάς εκάστου των Συμβαλλομένων ορίζοντος ένα εξ αυτών, εις αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις, συμφώνως προς τας διατάξεις του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ, 4, ή οιασδήποτε μεταγενεστέρας τροποποιήσεως ή αναθεσπίσεως τούτον." Η βασική διαφωνία μεταξύ των διαδίκων, έγκειται στο κατά πόσον η πρόνοια για παραπομπή σε διαιτησία, η οποία περιλαμβανόταν στην αρχική συμφωνία μίσθωσης, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Στο σημείο αυτό χρήσιμη είναι η αναδρομή στο Άρθρο 27 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου M. 23/1983, όπου προνοούνται τα κάτωθι: "27.-
(1)Ενοικιαστής όστις, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, διατηρεί κατοχήν οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, εν όσω διατηρεί την τοιαύτην κατοχήν, τηρεί πάντας τους όρους και προϋποθέσεις του τελευταίου ενοικιαστηρίου συμβολαίου, έστω και αν έχει λήξει η ισχύς του και δικαιούται εις τα εξ αυτών απορρέοντα οφέλη, εφ' όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, [...]" H νομολογία κλίνει καταρχήν υπέρ της άποψης της Αιτήτριας, η οποία υποστηρίζει ότι ο όρος για παραπομπή της διαφοράς των διαδίκων σε διαιτησία όχι μόνο επιβίωσε της εκπνοής της σύμβασης, αλλά θα συνεχίζει να δεσμεύει τα διάδικα μέρη σε όλη τη διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην απόφαση Maximos Court Ltd v. Πιερή κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 875: "Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Νόμου 23/83 ο όρος "«θέσμιος ενοικιαστής» σημαίνει ενοικιαστήν ακινήτου ο οποίος κατά την λήξιν ή τον τερματισμόν της πρώτης ενοικιάσεως εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο και περιλαμβάνει πάντα θέσμιον ενοικιαστήν προ της ημερομηνίας ενάρξεως του παρόντος νόμου". Ο ενοικιαστής που συνεχίζει να κατέχει ένα ακίνητο ως θέσμιος ενοικιαστής δεσμεύεται με τις ίδιες υποχρεώσεις και απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα που συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική ενοικίαση προτού καταστεί θέσμιος ενοικιαστής. Προς τούτο το άρθρο 27 του Νόμου 23/83 προνοεί ότι, "Ενοικιαστής όστις, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, διατηρεί κατοχήν οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, ενόσω διατηρεί την τοιούτην κατοχήν, τηρεί πάντας τους όρους και προϋποθέσεις του αρχικού ενοικιαστηρίου συμβολαίου και δικαιούται προς τα εξ αυτών απορρέοντα οφέλη, εφ' όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου". Οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις αντικατοπτρίζουν τις αντίστοιχες Αγγλικές νομοθετικές πρόνοιες και τη σχετική νομολογία πάνω στο θέμα. (Ιδε Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 23, para 1588, Epsom Grand Stand Association v. Clarke [1919] 35 TLR 525). Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια έχει αποφασισθεί ότι η υποχρέωση του ιδιοκτήτη να προβαίνει σε επιδιορθώσεις του ακινήτου που συμπεριλαμβανόταν στην αρχική ενοικίαση, συνεχίζει να αποτελεί όρο της θέσμιας ενοικίασης (Wolfe v. Clarkson [1950] 2 All E.R. 529), όπως επίσης και η υποχρέωση παροχής ζεστού νερού ή ηλεκτρικού ρεύματος (Engrall v. Ideal Flats [1945] ΚB 205). Ο θέσμιος ενοικιαστής μπορεί να εξασκήσει το προαιρετικό δικαίωμα που του παρεχόταν με την αρχική ενοικίαση για να αγοράσει το ακίνητο, νοουμένου ότι δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες απεμπόλησης του δικαιώματος (Macilroy v. Clements [1923] WN 81)." Βρίσκω έτσι, ότι η πρόνοια της αρχικής συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς των διαδίκων σε διαιτησία, έχει επιβιώσει της εκπνοής της σύμβασης και εξακολουθεί να δεσμεύει τους διάδικους στη διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. Η μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων, ημερομηνίας 23/02/2010, δεν επηρεάζει αυτό το καθεστώς. Αυτή δεν αποτελούσε νέα συμφωνία (όπως η Καθ' ης η αίτηση λανθασμένα υποστηρίζει), αλλά σύμβαση συμπληρωματική της αρχικής συμφωνίας. Αυτό το συμπέρασμα υποστηρίζεται από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν οι διάδικοι στην εν λόγω συμφωνία, όπου δηλώνουν αμφότεροι ότι αποτελεί αναπόσπαστη προσθήκη στην αρχική συμφωνία και ότι "Τα δικαιώματα της Τράπεζας τα οποία απορρέουν από την [.] σύμβαση μίσθωσης [.] επεκτείνονται και στο παρόν παράρτημα, ως εάν η προσθήκη αυτή ήταν γενομένη την ίδια μέρα με την πιο πάνω σύμβαση μίσθωσης." Θα εξεταστούν στη συνέχεια, οι υπόλοιπες τυπικές όπως καθορίζονται από την νομολογία (πιο πάνω). Η καταχώρηση από την Καθ' ης η αίτηση, στις 16.11.2021, της Αίτησης Ενοικιοστασίου με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, αποκαλύπτει, ότι υφίστανται και οι πιο κάτω προϋποθέσεις: η έναρξη διαδικασίας στο Δικαστήριο, από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας, σε σχέση με διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί. Σημειώνω ότι οι διάδικοι συμφωνήσαν όπως παραπεμφθεί σε διαιτησία "πάσα διαφορά αναφυόμενη [.] εις την εκτέλεσιν ή την ερμηνείαν των όρων της παρούσης συμβάσεως". Από το κείμενο της κυρίως Αίτησης, διαπιστώνω ότι η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται τους όρους της αρχικής και της μεταγενέστερης συμπληρωματικής (μεταξύ των διαδίκων) σύμβασης και την παράβαση αυτών από την Αιτήτρια. Επομένως, η διαφορά που οδήγησε την Καθ' ης η αίτηση στο Δικαστήριο αφορά την εκτέλεση των όρων της σύμβασης και συνεπώς καλύπτεται από την ρήτρα διαιτησίας. Η Αιτήτρια δεν έχει προβεί στην λήψη οιουδήποτε προγενέστερου διαβήματος στην παρούσα διαδικασία και επιπλέον δηλώνει "πρόθυμη να πράξει ό, τι απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαιτησίας για επίλυση της επίδικης διαφοράς". Συντρέχουν, στην παρούσα περίπτωση, όλες οι απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις για την εξέταση του αιτήματος για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου Απομένει, στη συνέχεια, να εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία στην παρούσα υπόθεση. Στην απόφαση United Feeder Services Limited ν. Πλοίου "Anna Elisabeth" (πιο πάνω) λέχθηκε οτι οι βασικές αρχές τις οποίες εφαρμόζει το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια υπαγορεύουν ότι "η διακριτική εξουσία πρέπει να ασκείται υπέρ της απόδοσης αναστολής, εκτός εάν καταδεικνύεται ισχυρός λόγος περί του εναντίον, και το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου λόγου, εναποτίθεται στους ώμους του ενάγοντα." Το νομικό επιχείρημα της Καθ' ης η αίτηση βασίζεται στην εκπνοή της σύμβασης ενοικίασης και στην μετατροπή αυτής σε θέσμια, με τη προβολή της θέσης ότι η ρήτρα διαιτησίας δεν επεκτείνεται πέραν της χρονικής περιόδου που κάλυπτε η έγγραφη συμφωνία. Αυτό όμως το επιχείρημα ανατρέπεται από την νομοθεσία και την νομολογία (βλ. σελίδες 8 και 9, πιο πάνω). Ούτε το επιχείρημα ότι τυχούσα παραπομπή σε διαιτησία καταργεί την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, ευσταθεί. Έχει νομολογηθεί ότι διαιτητική ρήτρα σε σύμβαση δεν αφαιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά παρέχει σε οποιοδήποτε διάδικο, υπό προϋποθέσεις, το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. (Βλ. Galatariotis and Son Ltd. v. The Scandinavian Baltic and Mediterranean΄s Shipping Corporation of Monrovia
(1967)1 C.L.R. 385: "[.] an arbitration clause in contract does not oust the jurisdiction of the Court, as [.] but it merely gives the right to any other party to such proceedings subject to certain formalities and conditions to apply for a stay of proceedings and reference of such dispute to Arbitration. See Doleman and Sons v. Osset Corporation
(1912)3 KB p.257 και Heyman v. Darwins Ltd.
(1942)1 All Ε.R. 337." Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος ώστε το Δικαστήριο να μην παραπέμψει την διαφορά των διαδίκων σε διαιτησία (ως η πρόνοια της μεταξύ τους συμφωνίας) και ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στην βάση των πια πάνω, η παρούσα αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται τα εξής διατάγματα: Α. Διάταγμα με το οποίο διατάζεται η αναστολή της διαδικασίας της Αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Β. Διάταγμα με το οποίο διατάζεται η παραπομπή της παρούσας διαφοράς μεταξύ των διαδίκων στην Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, προς επίλυση και/ή εξέταση και/ή διευθέτηση σε διαιτησία δυνάμει της ενεργοποίησης της ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται στην σύμβαση ημερ. 09.03.1998, που συνάφθηκε μεταξύ τους. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα βαρύνουν την Καθ' ης η αίτηση (Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Οι οποίες κατατέθηκαν γραπτώς. [2] Βλ. Άρθρο 2 (ερμηνευτικό) του Κεφ. 4 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο