← Κύπρος

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. K.M.K. MEDIA ADMINISTRATION SERVICES LTD, Αίτηση αρ.: E169/21, E58/22, 21/3/2023

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. K.M.K. MEDIA ADMINISTRATION SERVICES LTD, Αίτηση αρ.: E169/21, E58/22, 21/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2023:11 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ.: E169/21 ΜΕΤΑΞΥ: ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Αιτητών Και K.M.K. MEDIA ADMINISTRATION SERVICES LTD Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση αρ.: E58/22 (I-justice) και ΜΕΤΑΞΥ: ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Αιτητών Και K.M.K. MEDIA ADMINISTRATION SERVICES LTD Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 21/02/2023 (για αντεξέταση των Μ. Ηροδότου και Μ. Δημοσθένους επί των εγγράφων μαρτυριών τους ημερ. 16/01/2023, που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των Αιτητών) Ημερομηνία: 21/03/2023 Για Αιτητές / Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κ. Αντωνέλλος Για Καθ' ων η Αίτηση/ Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση: κα Κέστωρος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δοθείσα αυθημερόν) Με τις πιο πάνω συνενωθείσες εναρκτήριες Αίτησεις, οι Αιτητές αξιώνουν διάταγμα ανάκτησης κατοχής καθώς και ποσά που περιγράφονται ως καθυστερημένα ενοίκια και ενδιάμεσα οφέλη. Οι Καθ' ων αμφισβητούν την ύπαρξη ενοικιαστικής σχέσης, υποστηρίζοντας ότι η μεταξύ τους συνεργασία εδράζεται σε συμφωνία για άδεια χρήσης και, συνεπακόλουθα, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς. Η κυρίως διαδικασία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 05/04/

  1. ΙΙ. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗ. (α) Η επίδικη Αίτηση. Μετά την καταχώρηση των έγγραφων μαρτυριών, στις 21/02/2023, συμφώνως σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η επίδικη Αίτηση (στο εξής: «η Αίτηση») μέσω της οποίας αξιώνεται: « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την παρουσία του διευθυντή της Αιτήτριας / Καθ' ης η Αίτηση, κ. Μάριου Ηροδότου, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 16/01/2023 για αντεξέτασή του σε ό,τι αφορά τις παραγράφους 2, 3(i-iv), 4, 5, 6, 7, 9, 11, 12, 13 και
  2. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την παρουσία της κας. Μαρίας Δημοσθένους, ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 16/01/2023 για αντεξέτασή της σε ό,τι αφορά τις παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7 και
  3. » Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, μέσω της οποίας προσδιορίζονται, ως ακολούθως, τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος: «
  4. Συγκεκριμένα εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, οι ισχυρισμοί για τους οποίους έχει παραστεί ανάγκη για αντεξέταση και οι σχετικές παράγραφοι της ένορκης δήλωσης του κ. Μάριου Ηροδότου είναι οι ακόλουθες: i. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του κ. Μάριου Ηροδότου, ως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3(1-iv), 4, 5, 6, 7, 9, 11, 12, 13 και 14 της ένορκης δήλωσής του, μέσω των οποίων επιδιώκει τεχνηέντως να μετατρέψει την Συμφωνία για Άδεια Χρήσης, ημερομηνίας 13/01/2014 σε Συμφωνία Ενοικίασης και να προσδώσει στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού δικαιοδοσία να επιληφθεί τις υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο συνενωμένες αιτήσεις. Ο λόγος για τον οποίον επιζητείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης του κ. Ηροδότου σε σχέση με τις πιο πάνω παραγράφους, είναι προκειμένου μέσω της αντεξέτασής του, να διαφανεί, αν η επίδικη συμφωνία αποτελεί «Συμφωνία για Άδεια Χρήσης» ή «Συμφωνία Ενοικίασης».
  5. Επιπρόσθετα και εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, οι ισχυρισμοί για τους οποίους έχει παραστεί ανάγκη για αντεξέταση και οι σχετικές παράγραφοι της ένορκης δήλωσης της κας. Μαρίας Δημοσθένους είναι οι ακόλουθες: i. Σε σχέση με τις αναφορές της κας. Μαρίας Δημοσθένους σε «ενοίκια» αντί σε «τίμημα άδειας χρήσης», ως αυτές διατυπώνονται στις παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσής της, δια των οποίων επιχειρεί τεχνηέντως να μετατρέψει την Συμφωνία για Άδεια Χρήσης, ημερομηνίας 13/01/2014, σε Συμφωνία ενοικίασης και να προσδώσει στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού δικαιοδοσία να επιληφθεί τις υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο συνενωμένες αιτήσεις. Ο λόγος για τον οποίον επιζητείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης της κας. Μαρίας Δημοσθένους σε σχέση με τις πιο πάνω παραγράφους, είναι προκειμένου να τοποθετηθεί στην υποβολή ότι η επίδικη αντιπαροχή δεν αποτελεί «ενοίκιο» αλλά «τίμημα άδειας χρήσης». » (β) Η επίδικη Ένσταση. Το αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση της άλλης πλευράς, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «

(1)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
(2)Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή αδικαιολόγητη και/ή καταδικασμένη σε απόρριψη.
(3)Η αίτηση περιπλέκει τα επίδικα ζητήματα και/ή επεκτείνει την βάση της διαφοράς.
(4)Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. » Η Ένσταση υποστηρίζεται και αυτή από ένορκη δήλωση μέσω της οποίας αναπαράγονται οι λόγοι ένστασης και υποστηρίζεται ότι το αίτημα δεν συγκεκριμενοποιείται επαρκώς, καθώς και ότι η έγκρισή του δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει τη διαδικασία. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Νωρίτερα σήμερα,[1], οι συνήγοροι καταχώρισαν στο σύστημα i-justice τις επί του θέματος αγορεύσεις τους. Στο ειδικό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Γενικώς ομιλούντες, η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, δεν αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα της άλλης πλευράς, αλλά ζήτημα που εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Σχετικό αίτημα μπορεί να απορριφθεί ακόμη και εάν οι διάδικοι συμφωνούν για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην υπόθεση Αναφορικά με τον Λευτέρη Μήλου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878) » Και εφόσον πρόκειται για αίτημα που εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία επιβάλλεται να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, το Δικαστήριο θα πρέπει να πεισθεί ότι υφίσταται κάποιος καλός λόγος για την έκδοση του διατάγματος. Ο προσδιορισμός του τι ακριβώς συνιστά «καλό λόγο», είναι ζήτημα που κρίνεται κατά περίπτωση. Σχετικά, στη Κοκκίνου ν. Κοκκίνου Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας 03/11/2016, η οποία όμως αφορούσε αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής μαρτυρίας, λέχθηκε ότι: «"Καλός λόγος" προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Η φύση της διαδικασίας εντός της οποίας επιχειρείται να ασκηθεί η αντεξέταση αποτελεί σημαντικό στοιχείο συνυπολογισμού. Για παράδειγμα, από σαφώς καλύτερο εφαλτήριο ξεκινά ένα αίτημα για αντεξέταση επί γραπτής μαρτυρίας[2] σε διαδικασία ταχείας εκδίκασης με βάση τη νέα Διαταγή 30, παρά αντίστοιχη αξίωση που αφορά ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα επί της οποίας δεν χωρεί ουσιαστική αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων. Η νέα Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποσκοπούσα στην επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών,[3] εισήγαγε στη δικονομία τον διαχωρισμό των αστικών υποθέσεων σε δύο κατηγορίες, την «ακροαματική» και την «ταχεία» εκδίκαση (Δ.
  1. θ. 6). Στη δεύτερη περίπτωση, η διαδικασία της ακρόασης διεκπεραιώνεται με την εκατέρωθεν καταχώριση έγγραφης μαρτυρίας[4] και μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται είτε η αντεξέταση, είτε η παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας. Στο θεσμό αρ. 7 της νέας Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «
  2. Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ' εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όπου το Δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η εξέταση ή αντεξέταση του διαδίκου ή του μάρτυρα. (β) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του. (γ) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα του ιδίου που ένεκα της ιδιότητας του ή του αντικειμένου της μαρτυρίας του δεν υπήρχε η δυνατότητα να κατονομαστεί ενωρίτερα ή να καταγραφεί η κατάθεση του. (δ) Το αίτημα καταχωρείται γραπτώς στο Πρωτοκολλητείο με ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαδίκους και ορίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για προφορική παράσταση σε χρόνο που το Δικαστήριο καθορίζει. Στο αίτημα καθορίζεται απαραιτήτως το όνομα του διαδίκου ή μάρτυρα του οποίου η προφορική παρουσίαση απαιτείται, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης, καθώς και ο χρόνος που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση. (ε) Το Δικαστήριο αφού ακούσει τους διαδίκους, ασκεί αναλόγως τη διακριτική του ευχέρεια και εκδίδει αυθημερόν και με συνοπτική αιτιολογία διάταγμα προφορικής παρουσίασης του διαδίκου ή μάρτυρα για σκοπούς διευκρίνισης της μαρτυρίας του: Νοείται ότι ο χρόνος που καθορίζεται για την εξέταση ή αντεξέταση κάθε διάδικου ή μάρτυρα δεν θα υπερβαίνει τα 30 λεπτά, αλλά το Δικαστήριο κατά τη διακριτική του ευχέρεια δύναται κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας να επεκτείνει ανάλογα το χρόνο. » (ο τονισμός των λέξεων είναι του Δικαστηρίου) Επειδή όμως η διαδικασία «της ταχείας εκδίκασης» προβλέπει ότι η μαρτυρία προσφέρεται εγγράφως, δίχως δηλαδή προηγουμένως να δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει την αποδεκτότητά της, έχει ταυτόχρονα προβλεφθεί ότι η εν λόγω μαρτυρία οφείλει να «είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα, στην έκθεση απαίτησης ή την υπεράσπιση ή στην ανταπαίτηση, αναλόγως της περιπτώσεως».[5] Υπαγορεύεται συναφώς, ότι η έγγραφη μαρτυρία πρέπει να συντάσσεται δίχως πλατειασμούς ή άσχετα ή μη καλυπτόμενα από τα δικόγραφα γεγονότα, η παρείσφρηση των οποίων, δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο όχι μόνο να απαγορεύσει, είτε την κυρίως εξέταση, είτε την αντεξέταση,[6] αλλά και να καταδικάσει με την ανάλογη διαταγή εξόδων εκείνον τον διάδικο που επιχειρεί να εισαγάγει τέτοιου είδους μη αποδεκτή μαρτυρία.[7] Μνεία μπορεί να γίνει και στον Κανονισμό 4 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, όπου προβλέπεται: « 4.(α) Οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίου Νόμου και οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με την κλήτευση και παρουσία μαρτύρων. Μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει σε ερώτηση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου τείνει να τον ενοχοποιήσει. Οι διάδικοι παρουσιάζουν μαρτυρία και προσάγουν αποδεικτικά στοιχεία με τη σειρά που προβλέπεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς. Μάρτυρες εξετάζονται, αντεξετάζονται και επανεξετάζονται όπως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. (β) Μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει σε ερώτηση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου τείνει να τον ενοχοποιήσει. (γ) Το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις σε μάρτυρες προς διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας για επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο έχει επίσης δικαίωμα, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να καλέσει ή επανακαλέσει μάρτυρα προς διεκπεραίωση και συμπλήρωση της έρευνας. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Ως προαναφέρεται, το δικαίωμα αντεξέτασης στις διαδικασίες ταχείας εκδίκασης, με βάση τη νέα Διαταγή 30
(7), αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα. Παρόλα αυτά, τούτο το Δικαστήριο δεν αποστερεί εύκολα τη στοχευμένη άσκηση του εν λόγω δικαιώματος,[8] καθότι, στη δική μου αντίληψη, η αντεξέταση μάρτυρα συνιστά τη χαρακτηριστικότερη έκφανση της δια ζώσης (viva voce)[9] μαρτυρίας, που, επί της αρχής, στην αστική δικαιοδοσία διασφαλίζεται μέσω του Άρθρου 30
(3)του Συντάγματος.[10] Η δικαστική πρακτική έχει συναφώς και κατ' επανάληψη επιβεβαιώσει ότι η αντεξέταση μάρτυρα συνιστά σημαντικό όπλο που οδηγεί στην αποκάλυψη του ψεύδους και υποβοηθά το Δικαστήριο στην εύρεση της αλήθειας.[11] Επιπλέον, ως γνωστό, η παράλειψη αντεξέτασης, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να δημιουργήσει αρνητικές συνέπειες εναντίον εκείνου που δεν άσκησε το εν λόγω δικαίωμα. Υπάρχουν όμως και όρια, τα οποία συναρτώνται κυρίως με την καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Και με τον προσήκοντα σεβασμό, το υπό εξέταση αίτημα, δεν μπορεί παρά να ταξινομηθεί ως καταχρηστικό. Διότι, το συμπέρασμα εάν η επίδικη σύμβαση είναι ενοικίαση ή άδεια χρήσης, δεν θα προκύψει είτε από τον περιγραφικό χαρακτήρα της σύμβασης, είτε από το πώς οι μάρτυρες χαρακτηρίζουν την εν λόγω συμφωνία. Με άλλα λόγια, η πραγματική φύση της επίδικης σύμβασης, δεν συναρτάται με το πως «τεχνηέντως» επιχειρείται να παρουσιαστεί, ένθεν και ένθεν, αλλά από την ερμηνεία της επίδικης σύμβασης σε συνδυασμό με τα πραγματικά γεγονότα που οι διάδικοι, έχουν παρουσιάσει προς το Δικαστήριο. Συνειδητά δεν θα επεκταθώ επί τούτου, παρά μόνο παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Street v. Mountford
(1985)2 All ER 289:[12] « If the agreement satisfied all the requirements of a tenancy, then the agreement produced a tenancy and the parties cannot alter the effect of the agreement by insisting that they only created a licence. The manufacture of a five-pronged implement for manual digging results in a fork even if the manufacturer, unfamiliar with the English language, insists that he intended to make and has made a spade. » Οι δε θέσεις των Αιτητών/Καθ' ων στην Κυρίως διαδικασία είναι σαφείς. Η υποβολή στους μάρτυρες της άλλης πλευράς ότι «η επίδικη αντιπαροχή δεν αποτελεί «ενοίκιο» αλλά «τίμημα άδειας χρήσης»», είναι τουλάχιστον αχρείαστη. Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημα για να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες δεν θα βοηθήσει στη δέουσα και γοργή διεκπεραίωση της διαδικασίας, τουναντίον θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Συνεπώς, δεν προκύπτει καλός λόγος για να επιτραπεί η αιτηθείσα αντεξέταση. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Η Αίτηση θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Η αίτηση απορρίπτεται. Οι λόγοι Ένστασης 1 έως και 4 έχουν έρεισμα. Τα δικαστικά έξοδα, ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητών στην Κυρίως Διαδικασία και εναντίον των Αιτητών/Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση, ως υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Για τη σημασία και τις συνέπειες λόγω παράλειψης αντεξέτασης κατά την κυρίως ακροαματική διαδικασία, δείτε: Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1Γ ΑΑΔ 1527. [3] Ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, ECLI:CY:AD:2016:D117, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών». Δείτε και Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [4] Όσον αφορά τη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας μέσω ένορκης δήλωσης, σχετική είναι η Διαταγή 39 θ. 1, όπου αναφέρεται: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Η δε Δ.48 θ.4
(2), η οποία αφορά ενδιάμεσες διαδικασίες προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Ο προσδιορισμός του τι ακριβώς συνιστά «καλό λόγο», είναι ζήτημα που κρίνεται κατά περίπτωση. Σχετικά, στη Κοκκίνου ν. Κοκκίνου Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας 03/11/2016, λέχθηκε ότι: « «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» [5] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(iii). [6] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(v). [7] Δείτε: Διαταγή 30 θ. 5
(5)(vi). [8] Δείτε: Στη βάση της διακριτικής του εξουσίας για ρύθμιση της διαδικασίας. Επίσης, δείτε και την εξειδικευμένη ρύθμιση που αφορά τα ειδικά δικαστήρια, μέσω της οποίας, όλα τα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 30 τελούν κάτω από τη γενική πρόβλεψη της Δ.30
(10)
(5)ήτοι, της διακριτικής ευχέρειας τούτου και κάθε ειδικού Δικαστηρίου, «ανεξαρτήτως των διατάξεων της Δ.30, να χειριστεί την ενώπιον του υπόθεση κατά τον τρόπο που θα εξυπηρετηθεί η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης». [9]Για τη σημασία της δια ζώσης μαρτυρίας δείτε Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, 555 ως επίσης και στη ΝΙΝΟΣ Β. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ Γ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ
(1995)1 Α.Α.Δ 877 όπου λέχθηκε: «Η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιέχει ισχυρισμούς, όπως τα δικογραφήματα στην αγωγή, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχτούν στη δίκη με τα γνωστά αποδεικτικά μέσα, όπου δε είναι αναγκαίο δια ζώσης. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μην ξεχνούμε πως στη διάρκεια της κατάθεσης ενός μάρτυρα η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που περιέχονται στα δικογραφήματα δυνατόν, ακόμη και στο στάδιο της εξέτασης να μείνουν αναπόδεικτοι. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο της κατάθεσής του αλλά και τη γενική συμπεριφορά του, που τον αναδεικνύει ως μάρτυρα της αλήθειας, ή το αντίθετο, όπως έχει επεξηγηθεί από το Εφετείο μας στην Θεοδόση X"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174.» [10] Δείτε: A. Panayides Constructions Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. [11] Δείτε: Δίκαιο της Απόδειξης, Εκδόση 2014, Κεφ. 19, Αντεξέταση, σελ. 702 κ.ε. [12] Επίσης δείτε: Facchini v Bryson [1952] 1 TLR 1386, CA και Holland v Oxford CC [2017] 1 P & CR DG
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.