← Κύπρος

ΠΑΝΤΕΛΗ ΑΘΑΝΑΣΗ ν. ΚΩΣΤΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Αίτηση αρ. Κ8/2018, 30/3/2023

ΠΑΝΤΕΛΗ ΑΘΑΝΑΣΗ ν. ΚΩΣΤΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Αίτηση αρ. Κ8/2018, 30/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2023:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Κ. Κάσινου και Στ. Θεοφάνους, Παρέδρων Αίτηση αρ. Κ8/2018 ΜΕΤΑΞΥ: ΠΑΝΤΕΛΗ ΑΘΑΝΑΣΗ, από τη Λεμεσό Αιτητή και ΚΩΣΤΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, από τη Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 30/03/2023 Για τον Αιτητή: κα Μ. Νικολάου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτημα για παραμερισμό τελικής δικαστικής απόφασης, δυνάμει του άρθρου 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν. 23/1983 (στο εξής: «ο Νόμος). (α) Η Κυρίως Αίτηση. Με την Κυρίως Αίτηση ημερομηνίας 15/02/2018, o Αιτητής αξιώνει τον παραμερισμό της εναντίον του δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 08/12/2017 στην Αίτηση αρ. Κ10/2017 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, τμήμα Λεμεσού με την οποία επιδικάστηκε υπέρ του Καθ' ου στην παρούσα διαδικασία το ποσό των €1.900,00, πλέον τόκους και έξοδα για καθυστερημένα ενοίκια (στο εξής: «η προσβαλλόμενη Απόφαση»). Ο Αιτητής ήταν ο Καθ' ου 2 στην Κ10/2017 και είχε προσδιοριστεί ως εγγυητής των υποχρεώσεων επί θέσμιας ενοικίασης. Τα σχετικά γεγονότα, επί των οποίων βασίζεται το αίτημα παραμερισμού, εκτίθενται στις παραγράφους 2 έως και 4 της εν λόγω εναρκτήριας αίτησης και έχουν ως εξής: «

  1. Κατά ή περί τις 12/02/2018 ο Αιτητής διεξήγαγε γενική έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως Λεμεσού-Πάφου με αριθμό Κ10/17 από τον οποίο διαπίστωσε ότι η απόφαση εξεδόθη ερήμην του λόγω παράλειψης, ως φαίνεται στο σχετικό φάκελο του Δικαστηρίου, καταχώρησης Απάντησης από την πλευρά του, εντός της προβλεπόμενης από τους Κανονισμούς προθεσμίας. Η έκδοση της απόφασης προχώρησε ερήμην του Αιτητή στη βάση ουσιωδών λαθών και/ή απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων και/ή παραστάσεων που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα καθότι ουδέποτε ο ίδιος έλαβε γνώση της διαδικασίας που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού-Πάφου) Τμήμα Δικαστηρίου Λεμεσού) με αριθμό Κ10/
  2. Η επίδοση της αίτησης με αριθμό Κ10/17 έγινε κατά ή περί τις 14/06/2017 στην Κ. Λ. Η Κ. Λ., κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν ανήλικη, ηλικίας 16 ετών περίπου και διέμενε και εξακολουθεί να διαμένει με τους γονείς της δίπλα από το σπίτι του Αιτητή, ήτοι διέμενε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην οδό [ ] 2Α στον Άγιο Αθανάσιο στη Λεμεσό. Ο Αιτητής ουδέποτε συγκατοίκησε με την ανήλικη Κ. Λ. και ουδέποτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη της αίτησης με αριθμό Κ10/17 που εκκρεμούσε εναντίον του.
  3. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η επίδοση της αίτησης με αριθμό Κ10/17 είναι κακή και/ή αντικανονική και/ή μη επαρκής και/ή μη αποτελεσματική και ως εκ τούτου άκυρη και επί τη βάση αυτής δεν μπορούσε νόμιμα να εκδοθεί εναντίον μου η απόφαση ημερομηνίας 08/12/
  4. Ο Αιτητής δεν γνώριζε καθ' οιονδήποτε χρόνο για την ύπαρξη δικαστικών μέτρων εναντίον του ούτε για το περιεχόμενο αυτών και ως εκ τούτου η απουσία εμφάνισής του και/ή καταχώρησης απάντησης στο πλαίσιο της αίτησης με αριθμό Κ10/17 δεν οφείλεται σε δική του παράλειψη ή αμέλεια αλλά στην παράλειψη και/ή αμέλεια του Καθ' ου η Αίτηση να πραγματοποιήσει μια καλή και/ή αποτελεσματική επίδοση της αίτησης με αριθμό Κ10/
  5. » (β) Η Απάντηση. Στην Απάντησή του ημερομηνίας 13/02/2020, ο Καθ' ου αντιτείνει τα ακόλουθα: «
  6. Είναι ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι η επίδοση της Αίτησης Κ10/17 Δικ. Ελέγχου Ενοικιάσεως έγινε κανονικά κι' έγκυρα από την επιδότρια στην Κ. Λ. εις την διεύθυνση του αιτητού οδός [ ] αρ. 2 Αγ. Αθανάσιος η οποία δήλωσε ότι διαμένει μαζί με τον αιτητή εις την διεύθυνση του αιτητή κι' ότι η ηλικία της είναι άνω των 16 ετών, ηλικία η οποία βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι ηλικία που μπορεί να επιδοθούν δικόγραφα. [..]
  7. Περαιτέρω μεταξύ του καθ' ου η αίτηση και του αιτητού υπήρξε ανταλλαγή επιστολών σχετικά με την παράδοση του επίδικου καταστήματος και της παράλειψης πληρωμής των ενοικίων του καταστήματος, ως είναι η σχετική βεβαίωση ημερ. 13.10.16 για την παράδοση των κλειδιών του ενοικιαζομένου υποστατικού, ως και η επιστολή ημερ. 24.11.16 για τα καθυστερημένα ενοίκια ως επίσης και για τες ζημιές η οποία επεδόθη με ιδιώτη επιδότη στες 4.12.
  8. Επίσης όλα τα ανωτέρω συνηγορούν εις το γεγονός ότι ο αιτητής εγνώριζε ότι υπήρχε διαφορά όσον αφορά για την ενοικίαση του καταστήματος των καθυστερουμένων ενοικίων, ενώ ο ισχυρισμός του ότι για πρώτη φορά έμαθε για την ύπαρξη της αποφάσεως με την επίδοση της αιτήσεως έρευνας είναι ισχυρισμός αβάσιμος και ψευδής. » (γ) Η Απάντηση στην Απάντηση. Στην Ανταπάντηση ο Αιτητής αρνείται τους ισχυρισμούς του Καθ' ου και μεταξύ άλλων επαναλαμβάνει ότι η επίδοση προς την αναφερόμενη Κ. Λ. δεν υπήρξε νομότυπη, καθότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν συγκάτοικος του Αιτητή. (δ) Η Αίτηση Αναστολής. Σημειώνεται ότι, δυνάμει ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 22/02/2018, εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης Απόφασης, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας κυρίως Αίτησης, το οποίο οριστικοποιήθηκε στις 31/01/
  9. ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η υπόθεση προχώρησε με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης με βάση τη νέα Διαταγή
  10. Καταχωρήθηκαν γραπτές μαρτυρίες μόνο από τους διαδίκους. Κατόπιν σχετικού αιτήματος και ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, εκδόθηκε διάταγμα αντεξέτασης του Καθ' ου ο οποίος όμως εν τέλει δεν αντεξετάστηκε, επικαλούμενος, μέσω του δικηγόρου του, αδυναμία να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, για λόγους υγείας. Στις συνέπειες τούτης της παράλειψης θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[1] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Η μαρτυρία του Αιτητή. Στη γραπτή του μαρτυρία ο Αιτητής αναφέρει πως έλαβε γνώση για πρώτη φορά για την ύπαρξη της προσβαλλόμενης απόφασης μόλις στις 08/02/2018, όταν επιδόθηκε σ' αυτόν αίτηση έρευνας της οικονομικής του κατάστασης, σε σχέση με την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Τέσσερις μέρες αργότερα διενήργησε έρευνα στο φάκελο της Κ10/2017, διαπιστώνοντας πως η απόφαση εξεδόθη στην απουσία του, λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει την προβλεπόμενη Απάντηση εντός της καθορισθείσας προθεσμίας. Είναι η άποψη του πως η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε αποτέλεσμα λάθους και απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων από τον Καθ' ου η Αίτηση. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας του στο φάκελο της Κ10/17, η σχετική εναρκτήρια αίτηση επιδόθηκε στην Κ. Λ., η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικη, ηλικίας 16 ετών και ούτε ήταν συγκάτοικός του αλλά διέμενε στο διπλανό, από το δικό του, σπίτι και όχι μαζί με εκείνον. Με βάση τη νομική συμβουλή που έχει εξασφαλίσει από τη δικηγόρο του, η επίδοση της εναρκτήριας αίτησης δεν συνιστά «καλή, νόμιμη και αποτελεσματική» επίδοση. Το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του παρατίθεται αυτούσιο: «
  11. Η Κ. Λ. στις 14/06/2017, χρόνο κατά τον οποίο της έγινε η επίδοση της αίτησης με αριθμό Κ10/17, ήταν ανήλικη, ηλικίας 16 ετών περίπου και διέμενε με τους γονείς της στο διπλανό από το δικό μου σπίτι, ήτοι διέμενε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην οδό [ ] 2Α στον Άγιο Αθανάσιο στη Λεμεσό. Με την ανήλικη Κ. Λ. δεν συγκατοίκησα ποτέ και ουδέποτε ενημερώθηκα για την ύπαρξη της αίτησης με αριθμό Κ10/17 που εκκρεμούσε εναντίον μου. Για τους σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών μου αυτών, εφοδιάστηκα από τους γονείς της ανήλικης Κ. Λ. με σχετική βεβαίωση από το σχολείο στο οποίο η ανήλικη Κ. Λ. φοιτούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο και η οποία επισυνάπτεται της παρούσης μου και σημειώνεται ως "Τεκμήριο Γ". Το Τεκμήριο Γ αποτελεί βεβαίωση του Pascal Private English School ημερομηνίας 14/02/2018 και φέρει το θέμα "Re: Confirmation of School pupil C. L." και την οποία υπογράφει η κ. Elaine Charalambous υπό την ιδιότητά της ως Γραμματέας του Pascal Private English School ("PASCAL, English school Secretary").
  12. Ως με συμβουλεύει και η δικηγόρος μου τα ως άνω γεγονότα συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι η επίδοση ης εν λόγω αίτησης με αριθμό Κ10/17 είναι κακή, αντικανονική, μη επαρκής, μη αποτελεσματική και ως εκ τούτου άκυρη και επί τη βάση αυτής δεν μπορούσε νόμιμα να εκδοθεί εναντίον μου η απόφαση ημερομηνίας 08/12/
  13. Σε κάθε περίπτωση δηλώνω ότι δεν εγνώριζα για την ύπαρξη της αίτησης με αριθμό Κ10/17 η οποία εκκρεμούσε εναντίον μου ούτε για το περιεχόμενο αυτής και ως εκ τούτου η απουσία εμφάνισής μου και καταχώρησης απάντησης στο πλαίσιο της αίτησης με αριθμό Κ10/17 δεν οφείλεται σε δική μου παράλειψη ή αμέλεια. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι η απουσία εμφάνισής μου και καταχώρησης απάντησης στο πλαίσιο της αίτησης με αριθμό Κ10/17 οφείλεται στην παράλειψη και αμέλεια του Καθ' ου η Αίτηση να πραγματοποιήσει μια καλή, νόμιμη και αποτελεσματική επίδοση της αίτησης με αριθμό Κ10/17 σε μένα. » Πέραν της αμφισβήτησης της νομιμότητας της επίδοσης, επισυνάπτει διάφορα έγγραφα, αμφισβητώντας ότι ο ίδιος έχει εγγυηθεί την επίδικη συμφωνία ενοικίασης, εκ της οποίας απορρέει το εξ αποφάσεως χρέος. Η μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση. Η γραπτή μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 30/03/
  14. Ο Καθ' ου, αναφερόμενος στο ιστορικό της υπόθεσης, επιμένει ότι ο Αιτητής υπέχει ευθύνη ως εγγυητής της ενοικιαστικής σχέσης, στη βάση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η έκδοση της οποίας έγινε κανονικά και έγκυρα. Αναφέρεται σε πληροφορίες που έλαβε από την επιδότρια, για να υποστηρίξει πως η επίδοση έγινε στην οδό Γιάγκου Ποταμίτη 2, Άγιο Αθανάσιο και το πρόσωπο που παρέλαβε την εναρκτήρια αίτηση δήλωσε ότι διέμενε μαζί με τον Αιτητή, είναι αδελφότεκνή του και άνω των 16 ετών. Με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση έγινε νομότυπα, είναι έγκυρη και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα. Καταλογίζει στον Αιτητή την ευθύνη για την έκδοση της απόφασης στην απουσία του, ο οποίος γνώριζε για την ύπαρξη των σχετικών δικαστικών μέτρων, ως επίσης προσάπτει σ' αυτόν ότι βρίσκεται σε σύγχυση και αμηχανία. Όσον αφορά το ζήτημα της δεσμευτικότητας της εγγύησης του Αιτητή, ο Καθ' ου αναφέρει πως, με βάση το επίδικο ενοικιαστήριο, η υποχρέωση του Αιτητή επεκτείνεται και κατά τη διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. (γ) Οι Αγορεύσεις. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτά κείμενα το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Εκ μέρους του Αιτητή, η συνήγορός του τονίζει ότι η μαρτυρία του πελάτη της έχει παραμείνει αναντίλεκτη, καθότι ο Καθ' ου δεν την έχει αμφισβητήσει. Ως προς τα γεγονότα, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς που προκύπτουν από τη δικογράφηση και τη μαρτυρία του πελάτη της, εισηγείται ότι υφίσταται κακή επίδοση, καθότι η αναφερόμενη Κ. Λ. ουδέποτε υπήρξε συγκάτοικος του πελάτη της. Από την άλλη, η πλευρά του Αιτητή ισχυρίζεται πως το θέμα της επίδοσης κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο, πριν να προχωρήσει στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, υποβάλλεται ότι ο Καθ' ου δεν φέρει οποιανδήποτε ευθύνη σε σχέση με το αληθές ή όχι της ένορκης δήλωσης της επιδότριας και προβάλλεται πως ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης για να πετύχει στο αίτημά του. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο Καθ' ου δεν συμμορφώθηκε προς το διάταγμα αντεξέτασης, υποβάλλεται πως αυτή η παράλειψη είναι άνευ σημασίας διότι η απουσία του οφείλεται σε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσής του. Επιπρόσθετη αναφορά στο περιεχόμενο των εκατέρωθεν θέσεων, θα γίνει μόνο στην έκταση που κρίνω σκόπιμο, κατά το στάδιο παράθεσης των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Ακολούθως, ήτοι στις 08/12/2022, η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. IΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, υποκείμενη στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, (Ν. 23/83) (στο εξής: «ο Νόμος»), εκπηγάζει από το άρθρο 4

(1)του Νόμου,[2] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[3] ενοικιάσεις[4] και τους όρους αυτών,[5] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Πέραν των βασικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή ενοικίου, τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων καθώς επίσης και αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[6] Η διαδικασία καταχώρησης Απάντησης προβλέπεται στον κανονισμό 8 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 όπου διαλαμβάνονται τα εξής: «
  1. (α) Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να την αμφισβητήσει στο σύνολο ή μέρος της με την καταχώριση απαντήσεως εντός 14 ημερών. Η απάντηση υποβάλλεται σύμφωνα με τον Τύπο 3 του παραρτήματος. Η απάντηση καθορίζει τις θεραπείες και γεγονότα που αμφισβητούνται. Θεραπείες και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ρητά θεωρούνται παραδεκτά. (β) Η απάντηση εκθέτει τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση. (γ) Η απάντηση υπογράφεται από τον καθ' ου η αίτηση ή το δικηγόρο του. Αντίγραφα της απαντήσεως κατατίθενται στη Γραμματεία και παραδίδονται στη διεύθυνση επιδόσεως του αιτητή. (δ) Όταν ο καθού η αίτηση, που διαμένει στην Κυπρο, εκπροσωπείται από δικηγόρο, τότε η απάντηση δε θα γίνεται δεκτή για καταχώρηση από τον Πρωτοκολλητή εκτός εάν αυτή συνοδεύεται από τύπο διορισμού δικηγόρου, επιμαρτυρούμενος, όταν ο καθού η αίτηση είναι αγράμματος, από Πρωτοκολλητή, Πιστοποιούντα Υπάλληλο ή δυο ικανούς μάρτυρες που δεν είναι δικηγορικοί υπάλληλοι. Νοείται ότι με την άδεια του δικαστηρίου ή δικαστή που χορηγείται όταν καταδεικνύεται καλός λόγος ο οποίος και καταγράφεται, μπορεί να καταχωρηθεί από δικηγόρο η απάντηση χωρίς να συνοδεύεται από τύπο διορισμού δικηγόρου. Σε τέτοια όμως περίπτωση ο τύπος διορισμού θα κατατίθεται μέσα σε χρονικό διάστημα που το δικαστήριο ή δικαστής θα έκρινε ορθό να καθορίσει. (ε) Το έγγραφο διορισμού δικηγόρου από τον αιτητή θα είναι στον Τύπο 4 όπως αυτός προβλέπεται για ενάγοντα με βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και το έγγραφο διορισμού δικηγόρου από τον καθού η αίτηση στον Τύπο 12 Α όπως αυτός προβλέπεται για εναγόμενο στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς με τις αναγκαίες προσαρμογές. » Το δικαίωμα για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης προβλέπεται στο άρθρο 6 του Νόμου και έχει ως εξής: «
  2. Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » Ως σαφώς προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο, η ικανοποίηση του Δικαστηρίου περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης,[7] που ισχύει γενικότερα στις πολιτικές υποθέσεις, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος στην παρούσα Δικαιοδοσία με βάση το προπαρατεθέν άρθρο 6 του Νόμου. Συνακόλουθα, η στοιχειοθέτηση των αναφερόμενων στο άρθρο 6(β) του Νόμου προϋποθέσεων της «απάτης» ή των «ψευδών παραστάσεων»[8] κινείται σε ουσιωδώς υψηλότερο και αυστηρότερο[9] πλαίσιο από την απλή διαπίστωση ύπαρξης «συζητήσιμης υπόθεσης». Σημειώνεται ότι, επειδή οι έννοιες της «απάτης», των «ψευδών παραστάσεων» και της «αποκρύψεως ουσιαστικών γεγονότων» δεν προσδιορίζονται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, εφαρμόζονται[10] τα άρθρα 17 και 18[11] του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ. 149. Στη Ονησιφόρου ν. Ηλιάδη κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 1442 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τα άρθρα 6 και 15 του Νόμου: « Έχουμε διεξέλθει τη μαρτυρία και καταλήγουμε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν έχει αποδειχθεί, με τη βεβαιότητα που απαιτεί η νομολογία, ο ισχυρισμός για απάτη, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. » Η υποχρέωση για ορθή επίδοση. Η θεμελιώδης αρχή της Φυσικής Δικαιοσύνης, επιβάλλει την υποχρέωση στο Δικαστήριο να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος και αποτελεί τη θεσμική μετουσίωση της αρχαιοελληνικής ρήσης «μηδενί δίκην δικάσεις, πριν αμφοίν μύθον ακούσεις» και της ρωμαϊκής φράσης «audi alteram partem», που σημαίνει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και παράλληλα επαρκή χρόνο για να προετοιμάσει και να παρουσιάσει αποτελεσματικά τους δικούς του ισχυρισμούς, ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως συναφώς τονίστηκε στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43: « η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. » Δικονομικώς, η Διαταγή 5 θ.2
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπει τα ακόλουθα: « 2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5.) » IV. ΣΥΝΟΨΗ / ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ. Πριν αναφερθώ στα αποτελέσματα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχοντας ήδη αντιπαραβάλει τη μαρτυρία που τέθηκε προς το Δικαστήριο, με βάση πάντοτε το σχετικό δικογραφικό πλαίσιο και συνυπολογίζοντας τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων ως έχουν περιοριστεί μέσω των αγορεύσεών τους,[12] κρίνω χρήσιμο στο σημείο αυτό να συνοψίσω και να περιορίσω τα επίδικα θέματα. Κατ' αρχάς, η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου δεν αμφισβητείται. Πρωτίστως και ουσιαστικότερο ζήτημα, είναι το κατά πόσον υπήρξε δέουσα επίδοση της εναρκτήριας αίτησης, η οποία οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης. Αποτελεί κοινό τόπο ότι η επίδοση δεν έγινε προσωπικά στον Αιτητή, αλλά στην αναφερόμενη, τότε 16χρόνη, Κ. Λ. Συνεπώς, το επίδικο θέμα, είναι κατά πόσον ικανοποιείται η προϋπόθεση της Δ.5 θ. 2
(1)(i), ήτοι της ακόλουθης πρόβλεψης: «with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof;». Κατά τα λοιπά, έχουν εμφιλοχωρήσει στη διαδικασία μη σχετικοί ισχυρισμοί και μαρτυρία (όπως για παράδειγμα η αμφισβήτηση του κατά πόσο η παρασχεθείσα εγγύηση επεκτείνεται κατά τη διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης), τα οποία εκφεύγουν του δικαιοδοτικού πλαισίου που παρέχει το άρθρο 6 του Νόμου, καθότι μια τέτοια διεργασία, σε αυτό το στάδιο, θα καθιστούσε το παρόν Δικαστήριο, ανεπίτρεπτα,[13] εφετείου του εαυτού του. V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Ως ήδη έχει επισημανθεί προηγουμένως, ο Καθ' ου παρά το γεγονός ότι είχε υποχρέωση, δυνάμει διατάγματος αντεξέτασης, να αντεξεταστεί επί της γραπτής του μαρτυρίας, δεν συμμορφώθηκε σχετικά, επικαλούμενος, μέσω του δικηγόρου του, αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης λόγω σοβαρής ασθένειας.[14] Ποια όμως είναι η συνέπεια τούτης της παράλειψης; Κατά την κρίση μου, ουσιώδης. Κατ' αρχάς, διασαφηνίζω ότι η μη αυστηρή δέσμευση του Δικαστηρίου αυτού από τους ισχύοντες κανόνες απόδειξης, δεν ισοδυναμεί ούτε με νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας,[15] ούτε με κατάλυση των ελαχίστων εχεγγύων για διεξαγωγή της δίκαιης δίκης. Συναφώς, στη Παπά ν. Οικονομίδου κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ 928 επισημάνθηκε: « Ναι μεν το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν δεσμεύεται από τους ισχύοντες κανόνες απόδειξης κατά το Άρθρο 5 του Νόμου, αλλά αυτό δεν σημαίνει και πλήρη κατάργηση των ελαχίστων προϋποθέσεων διεξαγωγής της δίκαιης δίκης. » Η εισήγηση των συνηγόρων του Καθ' ου ότι η εν λόγω παράλειψη είναι άνευ σημασίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τούτη η επιχειρηματολογία θα ήταν μάλλον επιδραστική εάν το επίδικο ζήτημα αφορούσε την τιμωρία του πελάτη τους, λόγω παρακοής του σχετικού διατάγματος αντεξέτασης. Δεν είναι όμως αυτό που εξετάζεται τώρα. Η ουσία είναι ότι, είτε ηθελημένη είτε όχι, εν λόγω παράλειψη του Καθ' ου στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί, ήτοι στην αποστέρηση της άλλης πλευράς της δυνατότητας αντεξέτασης του Καθ' ου. Η αντεξέταση μάρτυρα της άλλης πλευράς, ως η χαρακτηριστικότερη έκφανση της δια ζώσης (viva voce)[16] μαρτυρίας, αναμφίβολα συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα κάθε διαδίκου. Επί της αρχής, στην αστική[17] δικαιοδοσία διασφαλίζεται μέσω του Άρθρου 30
(3)του Συντάγματος.[18] Πρόκειται για σημαντικό όπλο που οδηγεί στην αποκάλυψη του ψεύδους και υποβοηθά το Δικαστήριο στην εύρεση της αλήθειας.[19] Στις συνέπειες της αποστέρησης του δικαιώματος αντεξέτασης αναφέρεται το σύγγραμμα Cross on Evidence, 10η Έκδοση, Κεφάλαιο 9 - Course of Evidence, Section 3 -Cross - examination and Re - examination, [17480] loss of right to cross -examine σελ.
  1. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που ο μάρτυρας καθίσταται ανίκανος να δώσει μαρτυρία (unfit), το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η μαρτυρία που είχε δώσει κατά την κυρίως εξέτασή του καθίσταται μη αποδεκτή (disregarded), ή εάν έχει απωλέσει τη βαρύτητά της (the evidence has been diminished) και η εισήγηση του συγγραφέα είναι ότι η δεύτερη επιλογή συνιστά την ορθότερη προσέγγιση του θέματος. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η μαρτυρία που προσφέρεται λαμβάνει χώρα μέσω ένορκων δηλώσεων από μάρτυρα ο οποίος, συν τω χρόνω, πεθαίνει ή καθίσταται πολύ άρρωστος (very ill). Και σε αυτή την περίπτωση, υποδεικνύεται ότι η εν λόγω μαρτυρία παρόλο που παραμένει αποδεκτή (admissible), φέρει πλέον μειωμένη βαρύτητα (less weight may be attached to it). Εφαρμόζοντας λοιπόν τις προαναφερθείσες αρχές στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, προκύπτει με σαφήνεια ότι η βασικότερη θέση του Αιτητή, ότι δηλαδή δεν έχει λάβει γνώση της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του προσβαλλόμενης Απόφασης, είναι κατ' ουσία, δίχως αντίλογο. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του ότι δεν έλαβε γνώση για την υπό συζήτηση εναντίον του διαδικασία, επειδή η επίδοση της εναρκτήριας Αίτησης αρ. Κ10/2017 έγινε σε πρόσωπο που δεν ήταν συγκάτοικός του, ούτε μέλος της οικογένειας του («member of his family»), κατέστη αναντίλεκτη, καθότι η μαρτυρία της πλευράς του Καθ' ου περιορίστηκε στη μαρτυρία του ίδιου του Καθ' ου, στην οποία δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, λόγω ακριβώς επειδή ο Αιτητής αποστερήθηκε τη δυνατότητα να τον αντεξετάσει. Παρεμβάλλω, ότι η φύση του επικαλούμενου ιατρικού προβλήματος του Καθ' ου, σε συνδυασμό με τη διατύπωση της σχετικής ιατρικής / νευρολογικής βεβαίωσης ημερομηνίας 17/10/2022, μέσω της οποίας γίνεται αναφορά στην ύπαρξη του προβλήματος δίχως όμως να προσδιορίζεται ο χρόνος έναρξής του, δημιουργεί επιπρόσθετες αμφιβολίες προς το Δικαστήριο, καθότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο και η κυρίως μαρτυρία του Καθ' ου να συντάχθηκε σε χρόνο που ήδη υφίστατο το εν λόγω πρόβλημα υγείας. Προχωρώντας στις συνέπειες της πιο πάνω διαπίστωσης, ως προαναφέρεται, η παράγραφος 3 του Άρθρου 30 του Συντάγματος μετουσιώνει την αρχή της Φυσικής Δικαιοσύνης δηλαδή, την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του. Παράβαση της εν λόγω θεμελιώδους δικαιικής αρχής οδηγεί στον παραμερισμό τυχόν εκδοθείσας απόφασης αυτοδικαίως (ex debito justitiae) δίχως να χωρεί θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας[20] από το Δικαστήριο, επειδή πρόκειται για χρέος οφειλόμενο προς τη Δικαιοσύνη. Άξια αναφοράς είναι και η πρώτη παράγραφος του ίδιου Άρθρου 30 του Συντάγματος, όπου διασφαλίζεται το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αν και δεν πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα αλλά δικαίωμα που υπόκειται σε εύλογους και λογικούς περιορισμούς, οι εν λόγω περιορισμοί δεν πρέπει να απολήγουν στην υποβάθμισή του κατά τρόπο που να καταστρέφεται η ουσία του αναφερόμενου δικαιώματος εξ ου και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), ερμηνεύοντας[21] το άρθρο 6.
  2. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το οποίο είναι προσόμοιο με το Άρθρο 30 παρ. 1 του δικού μας Συντάγματος) έχει αναγνωρίσει ότι στο δικαίωμα αυτό θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησής του.[22] Η αποτελεσματικότητα στοιχειοθετείται όταν παρέχεται σε κάποιον, όχι θεωρητική, αλλά πρακτική και ξεκάθαρη[23] δυνατότητα αμφισβήτησης της πράξης που επηρεάζει τα δικαιώματά του. Ως εκ των ανωτέρω, η εισήγηση του συνηγόρου του Καθ' ου ότι ο Αιτητής γνώριζε, ή θα έπρεπε να γνωρίζει, για την ύπαρξη της εναντίον του διαδικασίας, λόγω προηγούμενων επιστολών που του επιδόθηκαν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στην Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 700, τονίσθηκε ότι το ανυπόστατο δεν μπορούσε να μετατραπεί σε κανονικό. Στη Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 413/2011, ημερ. 03/02/2017, ECLI:CY:AD:2017:A37 υποδείχθηκε ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά του αιτούντα τον παραμερισμό παραμένει αδιάφορο στοιχείο. Δεν δύναται κατ' επίκληση αυτής της συμπεριφοράς, είτε αυτή παραπέμπει σε απεμπόληση δικαιώματος είτε σε καταχρηστική συμπεριφορά, να θεμελιωθεί άρνηση ακύρωσης απόφασης βασισμένης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου. » Κατά συνέπεια, η διαπίστωση ότι δεν υπήρξε νόμιμη επίδοση σφραγίζει την τύχη της παρούσας υπόθεσης, δίχως να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Η Αίτηση θα πετύχει. VΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια, και με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και παραμερίζεται η τελική απόφαση ημερομηνίας 08/12/2017 στην Αίτηση αρ. Κ10/2017 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, τμήματος Λεμεσού, λόγω κακής επίδοσης και δυνάμει του άρθρου 6(δ) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ήτοι επειδή η προσβαλλόμενη Απόφαση «εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου [Καθ' ου 2], η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του». Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ακολουθούν το αποτέλεσμα, και επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου, όπως αυτά υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στη κλίμακα €500 - €2.000. Νοείται ότι, το προσωρινό διάταγμα αναστολής που οριστικοποιήθηκε στις 31/01/2020, παύει να ισχύει.[24] (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.)........... (Υπ.)........... Κ. Κάσινος Στ. Θεοφάνους Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:A390. [2] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [3] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [4] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.» [5] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [6]Δείτε: Petsas v. Pavlides
(1980)3 C.L.R. 158, Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 652, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001), και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014, ECLI:CY:AD:2014:A339. [7] Δείτε: Orams κ.ά. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. [8] Δείτε: άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ.
  2. [9] Μεταξύ άλλων: Μουρτζινός ν Πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ 80, Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, 1003, και Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. ALOCAY Holdings Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 1523 [10] Δείτε: Λάμπρου κλπ ν Παντελίδης Παπαχριστοδούλου Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 316/2011, ημερομηνίας 07/03/
  1. [11] Με βάση τα εδάφια (α) και (γ) του εν λόγω άρθρου 18 στο Κεφ. 149, «ψευδής παράσταση» μπορεί να εκληφθεί τόσο «η θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές» όσο και η «πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». [12] Όπως λέχθηκε στη Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακης Δημοκρατιας, Αγωγή Αρ. 1/2019, ημερομηνίας 28/05/2020: «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.» [13] Δείτε: Αναφορικά με τον Λοϊζίδη κλπ, επί της Πολιτικής Αίτησης αρ. 32/2019, ημερομηνίας 17/4/
  2. [14] Δείτε: Την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 17/10/
  3. Οι παράγοντες της διαδικασίας γνωρίζουν τη φύση του ιατρικού προβλήματος του Καθ' ου, εξ ου και λεπτομέρειες, λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα των ιατρικών δεδομένων, σκοπίμως παραλείπονται. [15] Δείτε: Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1635, Pantazis and Sons co Ltd ν. Νικολάου
(2002)1Α Α.Α.Δ 217) και Katsiantonis v. Frantzeskou
(1981)1 C.L.R. 566. [16]Για τη σημασία της δια ζώσης μαρτυρίας δείτε Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, 555 ως επίσης και στη ΝΙΝΟΣ Β. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ Γ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ
(1995)1 Α.Α.Δ 877 όπου λέχθηκε: «Η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιέχει ισχυρισμούς, όπως τα δικογραφήματα στην αγωγή, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχτούν στη δίκη με τα γνωστά αποδεικτικά μέσα, όπου δε είναι αναγκαίο δια ζώσης. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μην ξεχνούμε πως στη διάρκεια της κατάθεσης ενός μάρτυρα η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που περιέχονται στα δικογραφήματα δυνατόν, ακόμη και στο στάδιο της εξέτασης να μείνουν αναπόδεικτοι. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο της κατάθεσής του αλλά και τη γενική συμπεριφορά του, που τον αναδεικνύει ως μάρτυρα της αλήθειας, ή το αντίθετο, όπως έχει επεξηγηθεί από το Εφετείο μας στην Θεοδόση X"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174.» [17] Κατά ανάλογο τρόπο, το άρθρο 12
(5)του Συντάγματος, πραγματεύεται την ποινική διάσταση του ζητήματος. Συναφώς, στην απόφαση του ΕΔΑΔ, μεταξύ Danilov v. Russia, Αίτηση αρ. 88/05, ημερομηνίας 1/12/2020, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής ενδιαφέροντα, σε σχέση με αποστέρηση του δικαιώματος κατηγορουμένου να αντεξετάσει πραγματογνώμονες της κατηγορούσας αρχής: «The Court reiterates that as a general rule, Article 6 §§ 1 and 3 (
  1. d)of the Convention requires that the defendant be given an adequate and proper opportunity to challenge and question a witness against him or her, either when he or she makes his or her statements or at a later stage [.] One of the requirements of a fair trial is the possibility for the accused to confront the witnesses in the presence of the judge who must ultimately decide the case, because the judge's observations on the demeanour and credibility of a certain witness may have consequences for the accused [...] Based on the above, the Court concludes that the refusal to allow the applicant to cross-examine the expert witnesses whose reports were later used against him was capable of substantially affecting his fair-trial rights, in particular the guarantees for "adversarial proceedings" and "equality of arms". There has accordingly been a breach of Article 6 §§ 1 and 3 (
  2. d)of the Convention.» [18] Δείτε: A. Panayides Constructions Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416. [19] Δείτε: Δίκαιο της Απόδειξης, Εκδόση 2014, Κεφ. 19, Αντεξέταση, σελ. 702 κ.ε. [20] Μεταξύ άλλων, Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 και Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 . [21] Στην υπόθεση Golder v. The United Kingdom, Αίτηση αρ. 4451/70, ημερομηνίας 21/02/1975, λέχθηκαν τα εξής: «Article 6 para. 1 (art. 6-1) secures to everyone the right to have any claim relating to his civil rights and obligations brought before a court or tribunal. In this way the Article embodies the "right to a court", of which the right of access, that is the right to institute proceedings before courts in civil matters, constitutes one aspect only. To this are added the guarantees laid down by Article 6 para. 1 (art. 6-1) as regards both the organisation and composition of the court, and the conduct of the proceedings. In sum, the whole makes up the right to a fair hearing». [22] Δείτε: Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο του Δρ. Κώστα Παρασκευά, Κεφ. 8 - Πρόσβαση στο Δικαστήριο - παρ. 8.2: Δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης, σελ.500. [23] Δείτε: Bellet v. France Αίτηση αρ. 23805/94, ημερομηνίας 04/12/1995 και Zubac v. Croatia Αίτηση αρ. 40160/2012, ημερομηνίας 05/04/2018. [24] Δείτε: Ιωάννου ν. Μανώλη
(1998)ΙΓ ΑΑΔ 1423. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.