ΟΛΓΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ν. ΠΑΝΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αίτηση αρ. Κ24/2021, 30/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A135 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. Κ24/2021 ΜΕΤΑΞΥ: ΟΛΓΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ, από την Λευκωσία Αιτήτριας και
- ΠΑΝΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Λεμεσό
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Λεμεσό
- ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 30/05/2023 Για Αιτητές/Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κος Γρ. Χριστοδουλίδης. Για Καθ' ης η αίτηση/Αιτήτρια στην Κυρίως Αίτηση: κα Μ. Κάττου για Στέλιος Κ. Στυλιανού Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης των Καθ' ων ημερομηνίας 10/02/2023) Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ. Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 10/09/
- Μέσω αυτής αξιώνονται αποζημιώσεις ύψους €109.715,00 ως κόστος αποκατάστασης ζημιών επί παρελθούσας θέσμιας ενοικίασης της κατοικίας που περιγράφεται στην παράγραφο Α της Κυρίως Αίτησης (στο εξής: «το Υποστατικό»). Στην Απάντησή τους, οι Καθ' ων η Αίτηση και ενοικιαστές (στο εξής: «οι Ενοικιαστές»), μεταξύ άλλων, εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό και επί της ουσίας, μεταξύ άλλων, διατείνονται ότι το Υποστατικό παραδόθηκε σε αυτούς σε άθλια κατάσταση, ότι οι ίδιοι διενήργησαν βελτιώσεις πέραν των €50.000 για τις οποίες η Ιδιοκτήτρια αποδέχθηκε όπως αποσβεσθούν από τα ενοίκια, ποσό που ανταπαιτούν, ως επίσης, ανάμεσα σε άλλα, αξιώνουν πέραν των €100.000,00 για ισχυριζόμενη μείωση του κύκλου εργασιών τους. Ακολούθησε η καταχώριση Κλήσεων για Οδηγίες. Για την Ιδιοκτήτρια έλαβε χώρα στις 19/11/2021 και για τους ανταπαιτούντες Ενοικιαστές, στις 27/01/
- Ακολούθως, εκδόθηκαν διατάγματα για την αποκάλυψη και την ανταλλαγή των εγγράφων των διαδίκων. Η πλευρά της Ιδιοκτήτριας συμμορφώθηκε. Η πλευρά των Ενοικιαστών συμμορφώθηκε μόνο ως προς το μέρος της αποκάλυψης. Στη συνέχεια έγινε η καταχώριση της παρούσας αίτησης. ΙΙ. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΣΤΑΣΗ. (α) Η επίδικη Αίτηση. Μέσω της παρούσας Αίτησης ημερομηνίας 10/02/2023, οι Ενοικιαστές αξιώνουν: « Α. Διάταγμα αι/ή Άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Απάντησης ως ακολούθως: (α) Δια της προσθήκης των ακόλουθων τεσσάρων
(4)παραγράφων με αριθμούς 1(α), (β), (γ), (δ) ως αναφέρονται κατωτέρω: 1(α) Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται και δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα Αίτηση ένεκα του ότι η συμβατική σχέση των διαδίκων έχει τερματιστεί και δεν υφίσταται πλέον. (β) Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα έχουν εκδικαστεί και αποφασιστεί οριστικά και τελεσίδικα στην Αίτηση Ενοικιοστασίου υπ' αρ. Ε50/2016 στην οποία εκδόθηκε και Απόφαση. Συνεπώς, υπάρχει δεδικασμένο (Res Judicata) και γι' αυτό οι Αιτητές εμποδίζονται να προωθήσουν την παρούσα Αίτηση. (γ) Πιο συγκεκριμένα, οι αποζημιώσεις και οι θεραπείες που αξιώνει η Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση της έπρεπε να είχαν ζητηθεί και προωθηθεί στην Αίτηση Ενοικιοστασίου υπ' αρ. Ε50/2016 και όχι στην παρούσα. (δ) Ως εκ τούτου, η παρούσα Αίτηση είναι νομικά, πραγματικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αστήριχτη και άνευ αντικειμένου και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Β. Διάταγμα και/ή Οδηγίες του Δικαστηρίου όπως η τροποποιημένη Απάντηση και/ή Ανταπαίτηση καταχωριστούν εντός 15 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Γ. Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή Θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα κρίνει ορθόν και/ή δίκαιο και/ή εύλογο να διατάξει. Δ. Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της ως άνω Αίτησης. » Το αίτημα τους, δικονομικώς βασίζεται στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς τα γεγονότα, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2, το ουσιαστικότερο απόσπασμα της οποίας, παρατίθεται αυτούσιο: «
- Οι, δια της Αίτησης Τροποποίησης, αιτούμενες θεραπείες δεν πρόκειται να προκαλέσουν καμία ζημία ή βλάβη στα δικαιώματα των Εναγόντων. Αντίθετα, θα δώσουν στο Δικαστήριο μία πιο καλή, σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και θα βοηθήσουν και θα συμβάλουν σημαντικά στην πληρέστερη και δικαιότερη απονομή της δικαιοσύνης και του δικαίου γενικότερα.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση, δεν αλλάζει η νομική και πραγματική βάση της Απάντησης μου ούτε και τίθενται θέματα για πρώτη φορά ή που δεν έχουν τεθεί μέχρι τώρα.
- Το θέμα του Δεδικασμένου έχει ήδη τεθεί εξ' αρχής και τώρα θεωρήσαμε ορθότερον να δώσουμε περαιτέρω λεπτομέρειες για το εν λόγω θέμα. » (β) Η Ένσταση. Η άλλη πλευρά ενίσταται στο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, εγείροντας τους ακόλουθους 8 λόγους ένστασης: «
- Ότι οι Αιτητές δεν δίδουν ικανοποιητικό λόγο ή λόγους για τους οποίους δεν συμπεριέλαβαν στην Απάντηση τους τα ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία επιθυμούν να εισάξουν.
- Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης.
- Ότι η πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της πιο πάνω αίτησης δεν επεξηγείται ούτε δικαιολογείται ή και δεν δικαιολογείται επαρκώς και βάσιμα.
- Ότι οι Αιτητές γνώριζαν ή εάν αυτοί επιδείκνυαν την δέουσα επιμέλεια και ενδιαφέρον, εύλογα μπορούσαν, να γνωρίζουν τα ισχυριζόμενα γεγονότα που θέλουν να εισάξουν στην Απάντηση τους, έγκαιρα ή και πριν τη καταχώρηση της.
- Ότι η ζητούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική και συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και με αυτή οι Αιτητές προσπαθούν να εισαγάγουν νέα υπόθεση ή και να εγείρουν πλήρως νέους λόγους ή και βάση Απάντησης.
- Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση δεν είναι λογικά αναγκαία, δεν έχει γίνει καλόπιστα και θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή και θα βλάψει ή και επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση ή και θέση ή και συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση/Αιτήτριας ή και αυτή θα τεθεί σε μειονεκτική θέση.
- Ότι η πιο πάνω βλάβη ή και επηρεασμός των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση/Αιτήτριας δεν μπορούν να καλυφθούν αποτελεσματικά με την επιδίκαση εξόδων.
- Ότι η μη παραχώρηση στους Αιτητές της ζητούμενης τροποποίησης δεν επηρεάζει ούτε αποστερεί σ' αυτούς το δικαίωμα τους να ακουστούν ή και υπερασπισθούν ή και να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους, τους οποίους αυτοί έκριναν ορθούς και αναγκαίους για την υπόθεση τους. » Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται τα προαναφερόμενα, εκτίθενται σε ένορκη δήλωση της Ιδιοκτήτριας, μέσω της οποίας, μεταξύ άλλων, η αίτηση χαρακτηρίζεται ως επιπόλαιη, αβάσιμη και αδικαιολόγητη. Επίσης, τονίζεται η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και επισημαίνεται ότι στην Απάντηση δεν εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου. Σε ειδικότερη αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις, θα προβώ εφόσον κρίνω αναγκαίο κατά το στάδιο των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ακρόαση[1] της Αίτησης έλαβε χώρα στις 24/05/
- Κατά τη διάρκειά της, οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αν και έχω μελετήσει τις διαφορετικές τους θέσεις, στο ειδικό περιεχόμενο των εισηγήσεων θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με τη Διαταγή 25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία εφαρμόζεται αναλογικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνωστές επί του θέματος αρχές[2] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Διαταγής 25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις. Στα αρχικά στάδια της διαδικασίας το δικαίωμα για τροποποίηση είναι κατ' ουσίαν αναφαίρετο, αφού πριν την επίδοση, αλλά και άπαξ μετά την επίδοση αυτής, παρέχεται η δυνατότητα στον Ενάγοντα/Αιτητή να διορθώσει έγκαιρα τα όποια σφάλματα και/ή ατέλειες του δικογράφου του, δίχως καν ο αντίδικός του να μπορεί να ενστεί σε τέτοια εξέλιξη. Το σημείο καμπής είναι η καταχώριση (ή παρέλευση 15 ημερών από την καταχώριση, αναλόγως της περίπτωσης) της Κλήσης για Οδηγίες, οπόταν πλέον η δυνατότητα για τροποποίηση περιορίζεται δραστικά, αφού στη νέα Διαταγή 25 θ.1 παρ. 3 ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο της νέας Διαταγής 25, έχει ως εξής:[3] «
(1)Μετά την καταχώριση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » Σημειώνεται ότι τόσο η αναφορά σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» όσο και η περίπτωση νέων δεδομένων µη υπαρκτών «κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας», αφορούν επιφυλάξεις, δηλαδή εξαιρέσεις από τον βασικό κανόνα. Με βάση τους κανόνες ως προς την ερμηνεία των επιφυλάξεων/εξαιρέσεων (provisos),[4] οι εν λόγω εξαιρέσεις υπόκεινται στη βασική διάταξη, δεν την επεκτείνουν, ούτε δημιουργούν αυτοτελείς κανόνες δικαίου που να οδηγούν στην ακύρωση του ουσιαστικού και σαφούς απαγορευτικού κανόνα που θέτει η εν λόγω Διαταγή. Όσον αφορά δε το τι ακριβώς σημαίνει η αναφορά σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας», θα ήταν μάλλον ακροσφαλές να αποδοθεί κάποιος άκαμπτος ορισμός στην εν λόγω έννοια, διότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται κάτω από τις δικές της ιδιαίτερες περιστάσεις, συνυπολογίζοντας την πολυπλοκότητα των επίδικων γεγονότων και νομικών θεμάτων, καθώς και την έκταση της μαρτυρίας που πρόκειται να προσφερθεί. Παρόλα αυτά, εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η φράση αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα απλό γραφικό λάθος (αφού το ζήτημα αυτό το πραγματεύεται η Δ.25 θ. 6), το οποίο όμως λάθος θα πρέπει να συσχετίζεται αποκλειστικά με τη σύνταξη της δικογραφίας (αφού καλόπιστο λάθος που δεν αφορά τη σύνταξη της δικογραφίας, δεν καλύπτεται). Επιπροσθέτως, τούτου του είδους το λάθος πρέπει να έχει γίνει «εκ παραδρομής». ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Με βάση το πιο πάνω νομικό και πραγματικό πλαίσιο, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα. Είναι αναντίλεκτο ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Συνεπώς, σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη νέα Δ.25 θ.1 παρ.3, θα πρέπει να ικανοποιείται είτε η προϋπόθεση του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» είτε των «νέων δεδομένων µη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών» για καταχώριση της Απάντησης των Ενοικιαστών. Εν προκειμένω, το επίδικο ζήτημα είναι εξαιρετικά απλό. Η επίδικη αίτηση είναι αβάσιμη. Τούτο επειδή, όπως και ο συνήγορος των Ενοικιαστών αναγνώρισε κατά την προηγηθείσα ακροαματική διαδικασία, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, το υπό κρίση αίτημα δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στη μια, αλλά ούτε στην άλλη προϋπόθεση της νέας Διαταγής 25, δεδομένο που καθορίζει και την έκβασή της. Ο κ. Χριστοδουλίδης, παρά την πιο πάνω παραδοχή, εισηγήθηκε πως η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να πετύχει, διότι το συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης των πελατών του στο Δικαστήριο, θα πρέπει να υπερκεράσει την «εμμονική», όπως την χαρακτήρισε, προσήλωση στα διαλαμβανόμενα στους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς. Με τον προσήκοντα σεβασμό, πρόκειται μάλλον για βεβιασμένη εισήγηση. Κατ' αρχάς, δεν νοείται, από τη μια, να προβάλλεται ως το νομικό πλαίσιο της παρούσας αίτησης η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και, από την άλλη, να προβάλλεται μια τέτοια εισήγηση. Ο δε επιφανειακός τρόπος ανάπτυξης της επιχειρηματολογίας της πλευράς των Ενοικιαστών περί δήθεν υπέρμετρων συνταγματικών δικαιωμάτων, αρκεί για να οδηγήσει στην απόρριψη της εν λόγω εισήγησης.[5] Εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, ως διασφαλίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, ούτε είναι απόλυτο, ούτε παραβιάζεται, επειδή οι Ενοικιαστές δεν υπέβαλαν εντός των γνωστών και θεσμοθετημένων προθεσμιών αίτημα για τροποποίηση της Απάντησής τους. Είναι μέσω της τήρησης των δικονομικών κανόνων που διασφαλίζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των διαδίκων και όχι το αντίθετο, διότι ακριβώς, είναι δια της τήρησης της δικονομίας που αποτρέπεται η εμφιλοχώρηση αυθαιρεσίας κατά την εφαρμογή του δικαίου. Εξάλλου, ακόμη και εάν φτάναμε στην εξέταση της ουσίας της επίδικης αίτησης, η κατάληξη θα ήταν η ίδια, αφού η αιτούμενη τροποποίηση κινείται εκτός του επιτρεπόμενου θεσμικού πλαισίου. Τόσο τα περί έλλειψης νομιμοποίησης της Ιδιοκτήτριας, όσο και τα περί ύπαρξης δεδικασμένου, αφορούν ουσιαστικά ζητήματα που θα έπρεπε εξ' αρχής να είχαν δικογραφηθεί και δεν επιτρέπεται, με βάση τη νέα Δ.25, να εισαχθούν, μέσω τροποποίησης, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Εσφαλμένη είναι και η θέση πως το όλο ζήτημα αφορά διασαφήνιση υφιστάμενων ισχυρισμών. Όσον αφορά τέλος το μέρος της τροποποίησης που αξιώνεται όπως εισαχθεί η αναφορά ότι «οι Αιτητές δεν δικαιούνται και δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα Αίτηση ένεκα του ότι η συμβατική σχέση των διαδίκων έχει τερματιστεί και δεν υφίσταται πλέον», αρκούμαι να παραπέμψω στην έννοια της θέσμιας ενοικίασης, όπως αυτή ορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, οι Λόγοι Ένστασης 1 έως 6 έχουν έρεισμα, η επίδικη Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας στην Κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [3] Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». [4] Για τους κανόνες ερμηνείας επιφυλάξεων, δείτε: Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ
- [5] Δείτε: Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου, Πολιτική Έφεση αρ. 32/2014, ημερομηνίας 29/09/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο