← Κύπρος

ΡΟΝΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ ν. YAROSLAVA CHACHOLIADES, Αίτηση αρ. Ε136/2019, 30/5/2023

ΡΟΝΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ ν. YAROSLAVA CHACHOLIADES, Αίτηση αρ. Ε136/2019, 30/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2023:24 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Γ. Χριστοδούλου και Π. Αγιομαμίτη, Παρέδρων Αίτηση αρ. Ε136/2019 ΜΕΤΑΞΥ: ΡΟΝΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό Αιτήτρια και YAROSLAVA CHACHOLIADES, από τη Λεμεσό Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 30/05/2023 Για την Αιτήτρια: κα Μ. Νεοφύτου για Μ. Νεοφύτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Τούμπας για Τούμπας & Τούμπας Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η παρούσα υπόθεση αφορά παρελθούσα (από το 2013 έως το 2020) θέσμια ενοικίαση μιας κατοικίας, ως αυτή καλύτερα περιγράφεται στην παράγραφο Α της Κυρίως Αίτησης (στο εξής: «το Υποστατικό»). Η Αιτήτρια είναι η Ιδιοκτήτρια του Υποστατικού (στο εξής: «η Ιδιοκτήτρια») και η Καθ' ης η Αίτηση η πρώην Ενοικιάστρια (στο εξής: «η Ενοικιάστρια»). α) Το επίδικο ζήτημα. Το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα αφορά αξίωση για δεδουλευμένα και οφειλόμενα ενοίκια, ύψους €5.850, για την περίοδο 01/11/2018 έως 31/07/2019 και ειδικότερα, €650 επί 9 μήνες. Επιπλέον, αξιώνεται το ποσό των €650 από 01/08/2019 έως και την ημερομηνία επιστροφής της κατοχής, ήτοι έως και τον Ιούνιο του

  1. Σε σχέση με τις λεπτομέρειες ενοικιάσεως γίνεται αναφορά σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 01/10/2013, διάρκειας ενός έτους και αρχικό ενοίκιο €600 μηνιαίως. Μετά τη λήξη της πρώτης περιόδου ενοικίασης, η Ενοικιάστρια παρέμεινε στο υποστατικό και κατέστη θέσμια. Από 01/11/2016 το ενοίκιο αυξήθηκε στα €650 μηνιαίως. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, η Ενοικιάστρια παρέλειψε να καταβάλει το ενοίκιο από τον Νοέμβριο του 2018 έως και τον Ιούνιο του 2020, οπότε και εγκατέλειψε το Υποστατικό. Γίνεται συναφώς αναφορά στην ύπαρξη σχετικών προειδοποιητικών επιστολών. Στην Απάντηση υποβάλλεται ότι το ύψος του ενοικίου δεν είναι €650 αλλά €600, καθότι η αύξησή του συμφωνήθηκε κατόπιν «σφοδρών πιέσεων/ασφυκτικής πίεσης» της Ιδιοκτήτριας και η συναίνεση της Ενοικιάστριας επήλθε παρά τη θέλησή της. Προστίθεται πως σκόπιμα η Ιδιοκτήτρια δεν παραλάμβανε το ενοίκιο, παρόλο που της ζητήθηκε από την πλευρά της Ενοικιάστριας η κοινοποίηση στοιχείων τραπεζικού λογαριασμού για να το καταθέτει. Αποδίδονται συναφώς στην Ιδιοκτήτρια αλλότρια κίνητρα, η οποία στη βάση ενός «οργανωμένου σχεδίου» αποσκοπεί στην έξωση της Ενοικιάστριας από το Υποστατικό. Επίσης εγείρεται Ανταπαίτηση, η οποία όμως εν τέλει δεν έχει προωθηθεί και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο. ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Η υπόθεση προχώρησε με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης και με βάση τη νέα Διαταγή 30 καταχωρήθηκαν σχετικές γραπτές μαρτυρίες. Επίσης, δόθηκε περιορισμένο δικαίωμα αντεξέτασης.[1] Θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[2] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. (α) Η μαρτυρία της Ιδιοκτήτριας. Στη γραπτή της δήλωση, η Ιδιοκτήτρια, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στα εξής. Ως προς τη νομιμοποίησή της, παρουσίασε τον τίτλο ιδιοκτησίας του Υποστατικού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Σε σχέση με την επίδικη ενοικίαση δήλωσε πως παρέδωσε κατοχή του Υποστατικού στην Ενοικιάστρια με βάση την επίδικη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01/10/2013, την οποία επισύναψε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  2. Αναφέρθηκε στο ειδικό περιεχόμενο της συμφωνίας ενοικίασης και στο γεγονός ότι η Ενοικιάστρια κατέστη θέσμια. Τον Νοέμβριο του 2016 συμφώνησε με την Ενοικιάστρια, προφορικώς, σε αύξηση ενοικίου από €600 σε €650 μηνιαίως, συμφωνία η οποία έγινε με την «ελεύθερη και πλήρη συναίνεση της Καθ' ης η Αίτηση». Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενοικιάστριας περί «σφοδρών πιέσεων», εξηγώντας ότι το αρχικό ενοίκιο των €600 ήταν ιδιαίτερα χαμηλό και έχει συμφωνηθεί λόγω της οικονομικής κρίσης της εποχής, εξηγώντας ότι παλαιότερα το Υποστατικό ενοικιαζόταν προς €800 μηνιαίως. Ως προς τη στοιχειοθέτηση της ελεύθερης βούλησης της Ενοικιάστριας για την αύξηση του ενοικίου, παραπέμπει σε δέσμη αποδείξεων, μέσω των οποίων φαίνεται να καταβάλλεται, για μεγάλο διάστημα, το ποσό των €650, αδιαμαρτύρητα. Η πρώτη φορά που τέθηκε ζήτημα ως προς το ύψος του ενοικίου, ήταν με την καταχώριση Απάντησης της Ενοικιάστριας στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας στην Ε13/2018, που αφορά τους ίδιους διαδίκους. Επίσης, παραπέμπει σε επιστολή των δικηγόρων της Ενοικιάστριας, ημερομηνίας 10/04/2019, μέσω της οποίας δεν αμφισβητείται το ύψος του ενοικίου, παρά μόνο ζητείται όπως τους αποσταλεί σχετικός τραπεζικός λογαριασμός για την εξόφλησή του. Σημειώνει πως αν και οι δικηγόροι της κοινοποίησαν στους δικηγόρους της Ενοικιάστριας τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού της, η τελευταία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα. Αναφέρεται στην ύπαρξη προειδοποιητικής επιστολής σε σχέση με το διεκδικούμενο ποσό, προσθέτοντας ότι έκτοτε έως και τον Ιούνιο του 2020, οφείλονται άλλα €7.800 για καθυστερημένα ενοίκια. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη δική της άρνηση να παραλάβει τα ενοίκια, πέραν της επιστολής των δικηγόρων της, σημειώνει πως οι γονείς της μένουν στο ισόγειο της ίδιας οικοδομής και η μέχρι τότε πρακτική ήταν να καταβάλλονται τα ενοίκια μέσω του πατέρα της. Αρνείται κατηγορηματικά ότι ο πατέρας της παρενοχλούσε την Ενοικιάστρια και τα μέλη της οικογένειάς της, αντιθέτως, τους βοηθούσαν όποτε μπορούσαν. Αξιώνει το συνολικό ποσό των €13.650 στη βάση ενοικίου προς €650 από 01/10/2018 μέχρι και 31/07/
  3. (β) Η μαρτυρία της Ενοικιάστριας. Στην δική της έγγραφη μαρτυρία, ανάμεσα σε άλλα, η Ενοικιάστρια δέχεται ότι ενοικίαζε το επίδικο Υποστατικό. Aναφέρεται εκτεταμένα σε διάφορα νομικά ζητήματα, για τα οποία δεν θα γίνει ειδική αναφορά. Επί της ουσίας ισχυρίζεται ότι η αύξηση του ενοικίου από €600 στα €650 ήταν αποτέλεσμα «ασφυκτικής πίεσης» της Ιδιοκτήτριας, δίχως τη δική της θέληση. Επικαλείται, συναφώς, την σχετική «Υπουργική Απόφαση», μέσω της οποίας ψηφίστηκε μηδενική αύξηση ενοικίων για τη διετία 2015 -
  4. «Υπέκυψε» στο να καταβάλλει το ποσό των €650, λόγω «απειλών» και «ψυχολογικού πολέμου» που δέχθηκε η οικογένειά της, τόσο από την Ιδιοκτήτρια, όσο και από τον πατέρα της. Ισχυρίζεται, συναφώς, πως ο πατέρας της Ιδιοκτήτριας χρησιμοποιούσε υβριστικούς και μειωτικούς χαρακτηρισμούς εναντίον εκείνης και του συζύγου της, τους απειλούσε ότι θα κατέστρεφε τα κεραμίδια της στέγης για να πλημμυρίσουν και εμπόδιζε τη στάθμευση των οχημάτων τους. Η δε Ιδιοκτήτρια, επισκέφθηκε την εργασία της και της φώναζε υστερικά μπροστά στον κόσμο, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει να χάσει τη δουλειά της. Αμφισβητεί το ύψος του διεκδικούμενου ποσού, χαρακτηρίζοντας το ως «λανθασμένο και/ή εξογκωμένο». Ως προς τα διεκδικούμενα ενοίκια, ισχυρίζεται πως ζήτησε στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού για να καταβάλει το ποσό το οποίο οφείλει, δίχως ανταπόκριση. Καταλογίζει στην Ιδιοκτήτρια την εκτέλεση «ενός καλά οργανωμένου σχεδίου» για να πετύχει την έξωσή της από το Υποστατικό. (γ) Η μαρτυρία του κ. Κώστα Χαχολιάδη (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.2 είναι ο σύζυγος της Ενοικιάστριας. Η μαρτυρία του αποτελεί, κατ' ουσία, σχεδόν κατά λέξη, αντιγραφή της μαρτυρίας της Ενοικιάστριας. Είναι προφανές ότι πρόκειται για το ίδιο κείμενο, με τη διατήρηση της ίδιας σύνταξης, ίδιων παραγράφων, ίδιας φρασεολογίας και όμοιων ισχυρισμών. Για σκοπούς οικονομίας, δεν θα αναπαραχθεί από το Δικαστήριο η μαρτυρία του Μ.Κ.
  5. IΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, υποκείμενη στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, (Ν. 23/83) (στο εξής: «ο Νόμος»), εκπηγάζει από το άρθρο 4

(1)του Νόμου,[3] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[4] ενοικιάσεις[5] και τους όρους αυτών,[6] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Πέραν των βασικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή ενοικίου, τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων καθώς επίσης και αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[7] ΙV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Έχοντας λοιπόν υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[8] και το μοναδικό ουσιαστικό επίδικο θέμα όπως έχει ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, το σχετικό δικογραφικό πλαίσιο και συνυπολογίζοντας τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων ως έχουν περιοριστεί μέσω των αγορεύσεών τους,[9] προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Ξεκινώντας από την Ιδιοκτήτρια, η μαρτυρία της έπεισε το Δικαστήριο. Οι θέσεις της, χαρακτηρίζονται από συνοχή, λογική και πειστικότητα. Η έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της. Κατά την αντεξέτασή της, απαντούσε με αμεσότητα, με επάρκεια και τεκμηρίωση, δίχως να ανακύψει οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία της. Από την άλλη, ούτε η μαρτυρία της Ενοικιάστριας, ούτε του συζύγου της, έπεισαν το Δικαστήριο. Το γενικό συμπέρασμα που άφησε στο Δικαστήριο η εν λόγω μαρτυρία, είναι ότι οι ισχυρισμοί τους αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων. Η υπερβολή υπήρξε χαρακτηριστικό στοιχείο στη μαρτυρία και των δύο. Οι δε ουσιαστικοί τους ισχυρισμοί, βρίσκονται σε αντίθεση με τα τεκμήρια που έχουν παρουσιαστεί. Η μαρτυρία τους απορρίπτεται πλήρως. Οι επιμέρους λόγοι, θα αναλυθούν σε κατοπινό της παρούσας απόφασης. V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Σε συνέχεια όσων προαναφέρονται, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, είναι τα ακόλουθα: (α) Τα πραγματικά γεγονότα. Ξεκινώντας από τα πραγματικά γεγονότα, πριν οτιδήποτε άλλο, παρατίθενται αυτούσια τα παραδεκτά γεγονότα, της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, και τα οποία καθίστανται αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. «
  1. Η ενοικίαση του επίδικου διαμερίσματος «εφεξής το «Διαμέρισμα» από την Καθ' ης η Αίτηση, έγινε βάσει γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 1/10/2013, για περίοδο ενός χρόνου, από την 1/10/2013 μέχρι την 30/9/
  2. Το διαμέρισμα βρίσκεται στην οδό Βαλαωρίτου 6Α, 1ος όροφος, Ποταμός Γερμασόγειας Λεμεσός. Το διαμέρισμα βρίσκεται εντός ελεγχόμενης περιοχής, συμπληρώθηκε κατά ή περί το έτος 1992 και εμπίπτει εντός της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού.
  3. Το συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν €600,00 μηνιαίως για την περίοδο που αναφέρεται στη παράγραφο 1 πιο πάνω. Με την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης η Καθ' ης η Αίτηση έλαβε κατοχή του αναφερόμενου διαμερίσματος.
  4. Μετά τη λήξη της πρώτης ενοικίασης που ήταν στις 30/9/2014, η Καθ' ης η Αίτηση συνέχισε να κατέχει το διαμέρισμα και κατέστη θέσμια ενοικιάστρια.
  5. Η Αιτήτρια απέστειλε επιστολές προς την Καθ' ης η Αίτηση με ημερομηνίες 27/9/2017, 29/1/2018, 16/10/2018, 17/10/2018, 8/3/2019 και 17/4/
  6. Η Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε επιστολές μέσω των Δικηγόρων της προς την Αιτήτρια, με ημερομηνίες 14/11/2017, 25/9/2018 και 10/4/
  7. Το μηνιαίο ενοίκιο από την 1/11/2016 αυξήθηκε από €600 σε €
  8. Τον Ιούνιο 2020, η Καθ' ης η Αίτηση εγκατέλειψε το επίδικο Διαμέρισμα. » Ως εκ των ανωτέρω, η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου είναι δεδομένη και παραδεκτή, ως επίσης, αποτελεί κοινό τόπο η ύπαρξη της παρελθούσας θέσμιας ενοικίασης, στη βάση της γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 01/10/
  9. Είναι επίσης αναντίλεκτο ότι η Ενοικιάστρια δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς πληρωμή των διεκδικούμενων ενοικίων, για τους λόγους που εκθέτει στην Απάντησή της. Συνεπώς, το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν οφείλονται τα εν λόγω ενοίκια. Πριν όμως αυτό φτάσουμε σε αυτό, προέχει η εξέταση των υπόλοιπων νομικών και άλλων υπερασπίσεων που εγείρονται εκ μέρους της Ενοικιάστριας. (β) Η αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής ιδιότητας της Ιδιοκτήτριας. Η πλευρά της Ενοικιάστριας ισχυρίζεται ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας που έχει παρουσιαστεί δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση στην Εναρκτήρια Αίτηση και θεωρεί αυτό ως «παράλειψη θανάσιμη» η οποία θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της υπόθεσης. Όντως, η περιγραφή του φύλλου/σχεδίου του Υποστατικού στην Εναρκτήρια Αίτηση, δεν συνάδει με την αναφορά του «κτηματικού σχεδίου» στον τίτλο ιδιοκτησίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, που παρουσιάστηκε προς το Δικαστήριο. Πρόκειται όμως, προδήλως, για ζήτημα ήσσονος σημασίας. Κατ' αρχάς, απλή παραπομπή στα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αρκεί για την ταξινόμηση, ως ανυπόστατου, του εν λόγω ισχυρισμού. Διότι, τα προαναφερόμενα υπό
(1)και
(2)παραδεκτά γεγονότα δεν επιτρέπουν καν στην Ενοικιάστρια να αμφισβητεί την ιδιότητα της Ιδιοκτήτριας, επειδή η πρώτη, καταβάλλοντας αδιαμαρτύρητα για χρόνια προς την Ιδιοκτήτρια το ενοίκιο, έχει στην πράξη αποδεχθεί την ιδιότητα της τελευταίας ως ιδιοκτήτριας του Υποστατικού και εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, εμποδίζεται να προβάλλει ισχυρισμούς περί του αντιθέτου. Επί τούτου, στο σύγγραμμα Woodfall' s Law on Lanlord and Tenant, Estoppel between Landlord and Tenant, Tenant estopped from disputing landlord's title, Τόμος 1, παρ. 1.037, αναφέρεται: « It is one of the first principles of the law of estoppel, as applied to the relations between landlord and tenant, that a tenant is estopped from disputing the title of the landlord. » Συναφώς, στο σύγγραμμα Hill and Redman's Law of Landlord and Tenant, Division A: General Law, Κεφάλαιο: 6 Rent: (E) Time and mode of payment,
(9)Estoppel by payment of rent παρ. 1665 αναφέρονται τα εξής:[10] « Payment of rent is a recognition of the title of the person to whom it is pay and operates as an estoppel against the tenant if he disputes such title. » Στην Cooper v Blandy and Another -
(1834)131 ER 1034 επεξηγείται η λογική της πιο πάνω αρχής: « Here, therefore, we have a person who has enjoyed the land; whose predecessors have admitted the landlord's title; but who, when called upon to pay rent, says, "Because the landlord has put in evidence a deed which raises a doubt, but does not necessarily militate with a right to distrain, I ought to be exempted from the payment of rent." He cannot be permitted to exonerate himself by such an argument [.] » Και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης: « As a general rule, it is not competent to a tenant, after submitting to a distress, or payment of rent, to dispute his landlord's title. There are exceptions, indeed, to that rule, but this case is not one of them. It is not the case where a paramount claim has been established; the landlord's title has not expired; nor has there been any payment by mistake. It is nothing more than the case of a tenant picking a hole in the title of a person to whom his predecessors have paid rent without objection. » Επιπρόσθετα, η ασυμφωνία μεταξύ δικογράφισης και κτηματικού σχεδίου, δεν οδηγεί στην κατάλυση του αγώγιμου[11] δικαιώματος της Ιδιοκτήτριας. Εδώ, το μοναδικό επίδικο θέμα είναι εάν οφείλονται ενοίκια επί μιας παραδεκτής παρελθούσας θέσμιας ενοικίασης επί του Υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Βαλαωρίτου 6Α, στη Λεμεσό, με αριθμό εγγραφής στο πιστοποιητικό εγγραφής 0/20239, στοιχεία που είναι ορθά. Η κτηματική περιγραφή ουδόλως αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του αναφερόμενου αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, οποιαδήποτε προσπάθεια να αμφισβητηθεί το δικαίωμα της Ιδιοκτήτριας για είσπραξη των οφειλόμενων ενοικίων, στη βάση των πιο πάνω, απορρίπτεται. (γ) Ο προσδιορισμός του ύψους του ενοικίου. Προχωρώντας στον προσδιορισμό του ύψους του ενοικίου, θυμίζω πως η Ενοικιάστρια δέχεται ότι από το 2016 και για μια περίοδο δύο περίπου ετών κατέβαλλε το ποσό των €650,00 πλην όμως ισχυρίζεται πως τούτο το ποσό το πλήρωνε δίχως τη θέλησή της. Η εισήγηση της Ενοικιάστριας στερείται πειστικότητας. Πρώτα από όλα, η Ενοικιάστρια κατέβαλλε, αδιαμαρτύρητα, για 2 χρόνια, το ποσό των €
  1. Πρόκειται για συμπεριφορά, που την εμποδίζει[12] πλέον να ισχυρίζεται ότι το ενοίκιο παρέμεινε στα €
  2. Οι δε ισχυρισμοί της «περί αφόρητων πιέσεων» και άλλων ενεργειών της πλευράς της Ιδιοκτήτριας, ουδόλως έχουν στοιχειοθετηθεί. Πρόκειται για σοβαρότατες κατηγορίες εις βάρος της Ιδιοκτήτριας, η περιγραφόμενη ένταση και η έκταση των οποίων, επέβαλλε, τουλάχιστον, την εμπλοκή των Αστυνομικών Αρχών. Παρόλα αυτά, υφίσταται πλήρης έλλειψη τέτοιας μαρτυρίας, αφού δεν παρουσιάστηκε καν οποιαδήποτε καταγγελία. Τούτο το κενό, αδυνατίζει πλήρως τους ισχυρισμούς της Ενοικιάστριας, ενισχύοντας παράλληλα την αντίθετη άποψη της Ιδιοκτήτριας, αφού οι αποδείξεις είσπραξης ενοικίου που παρουσίασε προς το Δικαστήριο καταδεικνύουν ότι όντως, για δύο περίπου χρόνια, η Ενοικιάστρια κατέβαλλε το ποσό των €650, δίχως την παραμικρή διαμαρτυρία. Εξάλλου, ως επιβεβαιώθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, στην πραγματικότητα η αύξηση του ενοικίου έγινε ελευθέρα τη βούληση. Τα περί δήθεν μη συναίνεσης, αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων της πλευράς της Ενοικιάστριας και ιδίως του συζύγου της. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα, περί το 2018, ο Μ.Κ.2, αφότου έλαβε νομική συμβουλή, θεώρησε, εσφαλμένως, ότι μπορούσε, μονομερώς, να επιβάλει/επαναφέρει ως ενοίκιο το ποσό των €600, παρόλο που η σύζυγός του, δηλαδή η Ενοικιάστρια, είχε συμφωνήσει και κατέβαλλε για δύο σχεδόν χρόνια το ποσό των €650 μηνιαίως. Υλοποιώντας τις σκέψεις του, για να καταβάλει το ποσό των €3.000 προς πληρωμή ήδη οφειλόμενων ενοικίων πέντε μηνών, απαίτησε από τον πατέρα της Ιδιοκτήτριας όπως στη σχετική απόδειξη να καταγραφεί ότι αφορά ενοίκια ύψους €600 μηνιαίως και όχι €
  3. Η δικαιολογημένη απόρριψη της ετεροχρονισμένης αξίωσής του προκάλεσε τη δική του αδικαιολόγητη αντίδραση και έκτοτε δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, αναφέροντας χαρακτηριστικά στον πατέρα της Ιδιοκτήτριας «άντε γεια». Το Δικαστήριο δεν πρόκειται για επικροτήσει μια τέτοια συμπεριφορά. (δ) Κατά πόσο υπήρξε προσφορά του ενοικίου. Ούτε βεβαίως η θέση της πλευράς της Ενοικιάστριας, ότι δηλαδή προσέφερε ή προσπάθησε να προσφέρει το ενοίκιο αλλά είναι η Ιδιοκτήτρια που αρνήθηκε να το εισπράξει είναι βάσιμη. Κατ' αρχάς, ισχυρισμοί οι οποίοι υποβάλλουν ότι η ιδιοκτησιακή πλευρά αρνείται να εισπράξει τα ποσά για τα οποία εν τέλει αναγκάστηκε να καταφύγει στο Δικαστήριο, εξ αρχής, δεν ηχούν καλώς και θα πρέπει να υποβάλλονται προς το Δικαστήριο μετά από δέουσα περίσκεψη και αφού προηγουμένως τεκμηριωθούν. Διότι, η εν λόγω θέση, πέραν του ότι πρέπει να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει με την κοινή λογική, παραγνωρίζει ότι τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, δεν επιτρέπουν στον θέσμιο ενοικιαστή να τηρήσει τέτοια στάση. Όταν ο θέσμιος ενοικιαστής παραλαμβάνει την ειδοποίηση για καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων εντός 21 ημερών δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου, οφείλει να τεθεί σε εγρήγορση και να ενεργήσει ανάλογα, είτε προσφέροντας εντός της καθορισθείσας προθεσμίας τα οφειλόμενα ενοίκια, είτε το μέρος αυτών που εκείνος θεωρεί ότι οφείλει, είτε έστω να ενημερώσει εγγράφως την άλλη πλευρά για τους λόγους της μη συμμόρφωσής του. Όμως, η αδράνεια, ούτε αποτελεί επιλογή, ούτε μέσο υπεράσπισης. Ιδίως, που στην παρούσα περίπτωση, οι δικηγόροι της Ιδιοκτήτριας απέστειλαν τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού στους δικηγόρους της Ενοικιάστριας, όπως φαίνεται από την επιστολή ημερομηνίας 17/04/2019, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 στη μαρτυρία της Ιδιοκτήτριας, δίχως ανταπόκριση και δίχως να εξηγηθεί γιατί η πλευρά της Ενοικιάστριας, δεν πλήρωσε τα οφειλόμενα, έστω απευθείας στους δικηγόρους της Ιδιοκτήτριας. Τούτη η συμπεριφορά επιβεβαιώνει το υστερόβουλο του εν λόγω ισχυρισμού. (ε) Κατά πόσο υπήρξε απεμπόληση στη διεκδίκηση των ενοικίων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Μ.Κ.2 ότι η Ιδιοκτήτρια δέχθηκε να χαρίσει σ' αυτούς τα ενοίκια εάν της παρέδιδαν την κατοχή, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Πρόκειται για μη δικογραφημένη θέση, η οποία δεν χρήζει καν εξέτασης. Θυμίζω πως ο βασικός κανόνας ότι η δίκη δρομολογείται και παρουσιάζεται μέσα στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη δικογραφία και μόνο[13] ισχύει και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και ούτε η μη δέσμευση από τους ισχύοντες κανόνες απόδειξης,[14] ούτε ο εξεταστικός χαρακτήρας της παρούσας δικαιοδοσίας διαφοροποιεί τον κανόνα αυτό.[15] (στ) Κατά πόσο υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας. Παράλληλα με την παρούσα υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου, μεταξύ των διαδίκων, μια άλλη αίτηση, η Ε13/2018. Η ύπαρξη και των δύο διαδικασιών είναι, κατά τους συνηγόρους της Ενοικιάστριας, καταχρηστική. Οι σχετικές αρχές είναι καλά γνωστές. Ενδεικτικά, στη Κονναρής ν. Λουκαΐδου Θεοφάνους, Πολιτική Εφέση αρ. 35/2014 κ.α., ημερομηνίας 27/01/2022, ECLI:CY:AD:2022:D54, επαναλήφθηκε ότι: « Η ύπαρξη και η προώθηση, συγχρόνως, ξεχωριστών δικαστικών μέτρων, προς επίτευξη του ιδίου σκοπού, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τούτο αποτελεί το ratio decidenti στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. » Η ύπαρξη και μόνο των δύο διαδικασιών δεν καταδεικνύει, άνευ ετέρου, την επικαλούμενη καταχρηστικότητα. Πρέπει να καταδειχθεί υπάρχει και σχετική ταύτιση επίδικων θεμάτων. Στη Beogradska κρίθηκε ότι ο κρίσιμος χρόνος εξέτασης του ζητήματος, είναι ο χρόνος της ακρόασης. Στην παρούσα υπόθεση το εναπομείναν ζήτημα αφορά οφειλόμενα ενοίκια από τον Νοέμβριο του 2018 έως τον Ιούνιο του
  2. Αντιστοίχως, στην Αίτηση αρ. Ε13/2018 που καταχωρήθηκε τον Ιανουάριο του 2018 (η οποία εκδικάστηκε από αυτό το Δικαστήριο ταυτόχρονα με την παρούσα και σήμερα θα εκδοθεί και σε αυτήν σχετική απόφαση) αν και αρχικώς αφορούσε και αίτημα για ιδιοκατοίκηση, το μοναδικό επίδικο θέμα που παρέμεινε σε σχέση με αυτήν, αφορά αποζημίωση για μη πληρωμή τελών αποκομιδής σκυβάλων. Συνεπώς, δεν υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων και δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση της διαδικασίας. Εξάλλου, η τελική αγόρευση των δικηγόρων της Καθ' ης δεν αποτελεί τον ορθό τρόπο προώθησης τέτοιου ισχυρισμού, ο οποίος θα έπρεπε να προωθηθεί έγκαιρα μέσω αίτησης για αναστολή[16] της δεύτερης διαδικασίας, ήτοι της παρούσας υπόθεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της πρώτης, δηλαδή της Αίτησης αρ. Ε13/
  3. Ως εκ των ανωτέρω, η εισήγηση είναι παντελώς αβάσιμη και απορρίπτεται. (ζ) Κατά πόσο η ιδιοκτήτρια έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Προχωρώντας στο κατά πόσον η ιδιοκτήτρια έχει αποδείξει την υπόθεσή της, υπενθυμίζω πως έχει ήδη επιστραφεί η κατοχή του Υποστατικού. Συνεπώς, το όλο ζήτημα σχετίζεται μόνο με την επιδίκαση δεδουλευμένων ενοικίων και μόνο, ήτοι θέμα ανεξάρτητο προς την πλήρωση των προϋποθέσεων για την ανάκτηση της κατοχής.[17] Και για τούτο τον λόγο, η επιχειρηματολογία της πλευράς της Ενοικιάστριας που επιχειρεί να διαβάλει την εγκυρότητα της αποσταλείσας προειδοποιητικής επιστολής, δεν είναι σχετική προς το ζητούμενο. Η προειδοποίηση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου συναρτάται αποκλειστικά με το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής, λόγω ύπαρξης καθυστερημένων ενοικίων και όχι τη δεδομένη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση ως προς τα οφειλόμενα ενοίκια.[18] Επί της ουσίας, η στοιχειοθέτηση της οφειλής των ενοικίων βαραίνει την πλευρά της Ιδιοκτήτριας,[19] βάρος όμως που αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων[20] δηλαδή, με την παρουσίαση ικανοποιητικών αποδεικτικών στοιχείων προς το Δικαστήριο, ήτοι του ύψος του ενοικίου και της περιόδου των καθυστερήσεων, αφαιρουμένων τυχόν ενδιάμεσων πληρωμών. Εν προκειμένω, η ύπαρξη και η διάρκεια της ενοικιαστικής σχέσης, δεν αμφισβητείται. Είναι επίσης δεδομένο ότι οφείλονται όλα τα ενοίκια της συγκεκριμένης περιόδου που αξιώνει η ιδιοκτήτρια, παρά μόνο αμφισβητείται μόνο το ύψος του ενοικίου, ζήτημα το οποίο έχει ήδη προηγουμένως εξετασθεί και επιλυθεί. Συνεπώς, η Ιδιοκτήτρια έχει αποδείξει την υπόθεσή της και θα εκδοθεί ανάλογη απόφαση. Η δε Ανταπαίτηση, θα απορριφθεί. VΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Ως εκ των ανωτέρω, και με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, η Κυρίως Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για το ποσό των €5.850, ως δεδουλευμένα και οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο 01/11/2018 έως 31/07/2019 (€650 x 9 μήνες). Το πιο πάνω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο. Επίσης, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, για το ποσό των €650 μηνιαία από 01/08/2019 έως και τον Ιούνιο του
  1. Το πιο πάνω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που έκαστο επί μέρους ενοίκιο κατέστη οφειλόμενο. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000 - €10.
  2. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, δίχως οποιανδήποτε διαταγή για έξοδα, σε σχέση με αυτήν. (Υπ.)____________________________ Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος ______________ __________­­­­­­_______ (Υπ.) Γ. Χριστοδούλου (Υπ.) Π. Αγιομαμίτης Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Όσον αφορά τη μαρτυρία κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, για σκοπούς οικονομίας και αποφυγής επαναλήψεων, στο περιεχόμενο αυτής, θα αναφερθώ μόνο στο μέτρο που κρίνω σκόπιμο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. [2] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  3. [3] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [4] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [5] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.» [6] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [7]Δείτε: Petsas v. Pavlides
(1980)3 C.L.R. 158, Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 652, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001), και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014. [8] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018. [9] Όπως λέχθηκε στη Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακης Δημοκρατιας, Αγωγή Αρ. 1/2019, ημερομηνίας 28/05/2020: «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.» [10] Ομοίως, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Estoppel, (Τόμος
(2014)), 2. Estoppel by Deed,
(3)Estoppel Arising from the Creation of a Legal Estate by Deed, 335, Estoppel by entry into possession, αναφέρεται: «In general a tenant is estopped from disputing the title at the time of the demise of the landlord by whom he has been let into possession». [11] Το «αγώγιμο δικαίωμα» σημαίνει, απλά, εκείνα τα αναγκαία γεγονότα η ύπαρξη και η απόδειξη των οποίων παρέχει δικαίωμα σε ένα άτομο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία εναντίον ενός άλλου προσώπου. Δείτε: Halsbury's Laws of England/Civil Procedure (Volume 11
(2015), paras 1-503 Basic Procedural Provisions/
(1)Basic Definitions Used in Procedure/115. Cause of action. [12] Για περισσότερα σε σχέση με τα δόγματα του κωλύματος και της απεμπόλησης δικαιώματος, δείτε, μεταξύ άλλων: Hughes v. Metropolitan Rly Co
(1877)2 App Cas 439, Central London Property Trust v. High Trees House Ltd
(1956)1 ALL ER 256, Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1768 και Α.Η.Κ. ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ 127. [13] Δείτε μεταξύ άλλων: Κούρτης v. Ιασωνίδης
(1970)1 Α.Α.Δ 180, Πουρίκκου v. Μυροφόρα Σάββα
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.α. v. CYP-CANA ALARMS LTD,
(2009)1Α Α.Α.Δ 704. [14] Δείτε: Παπά ν. Οικονομίδου κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ 928 και Αναφορικά με την Αίτηση των G. F. Melas Leisure & Entertainment Ltd, Πολιτική Αίτηση αρ. 170/2019, ημερομηνίας 15/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:D426. [15]Δείτε: PANTAZIS AND SONS CO LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
(2002)1Α Α.Α.Δ 217 και ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 148/2012, απόφαση ημερομηνίας 7/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A250. [16]Δείτε, μεταξύ άλλων: Beogradska (ανωτέρω), Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347 και Wright v. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227. [17] Δείτε: Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 261. [18] Δείτε: Ηλία ν. Τσαντίδη
(2009)1Α Α.Α.Δ 373. [19] Δείτε: C&F Orologas & Sons Ltd ν Μίτας, Πολιτική Έφεση αρ. 366/09, ημερομηνίας 30/01/2015 . [20] Δείτε: Νίνος Β. Μιχαηλίδης Λτδ v. Δρουσιώτη κ.ά. (ανωτέρω) και Indjrdjian v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ 1105. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.