D.C. OFFSET PRINTING LIMITED ν. D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), από τη Λεμεσό, μέσω του Παραλήπτη και Διαχειριστή της, Κωνσταντίνου Ιωάννου, Αίτηση αρ. K11/2023, 28/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2023:35 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. K11/2023 ΜΕΤΑΞΥ: D.C. OFFSET PRINTING LIMITED (HE 324032), από τη Λεμεσό Αιτητών και D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), από τη Λεμεσό, μέσω του Παραλήπτη και Διαχειριστή της, Κωνσταντίνου Ιωάννου Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 22/02/2023 για προσωρινό διάταγμα (σε σχέση με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 24/02/2023) Ημερομηνία: 28/07/2023 Για Αιτητές: κ.κ. Α. Μαθηκολώνης και Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Ν. Κούρτελλος και Λ. Μ. Κωστακόπουλος για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Το ουσιαστικό επίδικο θέμα σχετίζεται με την υπενοικίαση ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού - Ύψωνα (στο εξής: το «Υποστατικό»). Η κυρίως σύμβαση ενοικίασης είναι μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής: «ο Εκμισθωτής») και των Καθ' ων (στο εξής: «οι Ενοικιαστές»). Οι Αιτητές στην παρούσα διαδικασία είναι οι υπενοικιαστές των Καθ' ων (στο εξής: «οι Υπενοικιαστές»). Την 01/07/2021, οι Ενοικιαστές, στο πλαίσιο της Εναρκτήριας Αίτησης αρ. Ε84/2020 εξασφάλισαν διάταγμα ανάκτησης κατοχής του Υποστατικού, πλέον το ποσό των €300.000,00 έναντι οφειλόμενων ενοικίων της περιόδου 2015 - 2019, πλέον ενδιάμεσα οφέλη προς €5.000 μηνιαίως από 01/01/2020, πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα (στο εξής: «η Απόφαση»). Οι Υπενοικιαστές δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της εναντίον τους Απόφασης. Η απουσία τους οφείλεται στο γεγονός ότι, παρόλο που εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους για να καταχωρήσουν Απάντηση, οι τελευταίοι αμέλησαν να ενεργήσουν σχετικά, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση στην απουσία τους. Στις 03/08/2021, οι Υπενοικιαστές μέσω της Κυρίως Αίτησης Παραμερισμού υπ' αριθμό Κ19/21 (στο εξής: «η Πρώτη Αίτηση Παραμερισμού») αξίωσαν τον παραμερισμό της Απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία τους. Στις 16/12/2022, λόγω μη συμμόρφωσης των Υπενοικιαστών με τα προβλεπόμενα στη νέα Διαταγή 30, η Πρώτη Αίτηση Παραμερισμού κρίθηκε από το Δικαστήριο ως «εγκαταλειφθείσα» και απορρίφθηκε, με έξοδα εις βάρος τους.[1] Η εν λόγω κατάληξη συμπαρέσυρε σε ακύρωση σχετικό προσωρινό διάταγμα για την αναστολή της Απόφασης, που από τις 07/01/2022, είχαν εξασφαλίσει οι Υπενοικιαστές, (το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως το «Δεύτερο Προσωρινό Διάταγμα»). Σημειώνεται, ότι είχε προηγηθεί στο πλαίσιο προγενέστερης Αίτησης για προσωρινό διάταγμα ημερ. 01/09/2021 (στο εξής: «η Πρώτη Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα»), η εξασφάλιση από τους Υπενοικιαστές, ξανά μονομερώς, διατάγματος προσωρινής προστασίας (το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως το «Πρώτο Προσωρινό Διάταγμα» ), το οποίο στις 30/11/2021 ακυρώθηκε δίχως να εξεταστεί επί της ουσίας η αίτηση, επειδή κρίθηκε ότι δεν υπήρξε ειλικρινής αποκάλυψη επί ουσιώδους ζητήματος.[2] Η παρούσα Κυρίως Διαδικασία, η οποία καταχωρήθηκε στις 21/02/2023, (η οποία στο εξής θα προσδιορίζεται και ως «η Δεύτερη Αίτηση Παραμερισμού») αποτελεί, κατ' ουσία, τη διαδικασία που αντικατέστησε τη διαδικασία της Πρώτης Αίτησης Παραμερισμού. Λίγες μέρες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 24/02/2023, οι Υπενοικιαστές εξασφάλισαν, για τρίτη φορά μονομερώς, προσωρινό διάταγμα (στο εξής: «το Διάταγμα») για την αναστολή της προσβαλλόμενης Απόφασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια μέρα ήταν ορισμένο, για εκτέλεση, ένταλμα για την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου Υποστατικού, το οποίο εν τέλει δεν εκτελέστηκε, λόγω ακριβώς της εξασφάλισης από τους Υπενοικιαστές της προσωρινής προστασίας. Το περιεχόμενο της Αίτησης Παραμερισμού. Ανάμεσα στις 30 πυκνογραφημένες σελίδες της Δεύτερης Αίτησης Παραμερισμού, η οποία είναι πανομοιότυπη με την Πρώτη Αίτηση Παραμερισμού, οι Υπενοικιαστές αναφέρονται εκτενώς στο ιστορικό των σχέσεων των διαδίκων, όπως οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται, με έμφαση στις οικονομικές και άλλες διαφορές των διαδίκων που οδήγησαν στην εμπλοκή της Τράπεζας Κύπρου και στον διορισμό του κ. Κωνσταντίνου Ιωάννου ως Παραλήπτη/Διαχειριστή των Ενοικιαστών (ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Π/Δ»). Αναφέρονται στα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία της νομικής οντότητας των Υπενοικιαστών. Ακολούθως, οι Υπενοικιαστές περιήλθαν σε συμφωνία με τους Ενοικιαστές, δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 15/01/2015, ήτοι της επίδικης συμφωνίας υπενοικίασης, για την οποία έχει εξασφαλιστεί και σχετική έγκριση από τον Εκμισθωτή. Υποστηρίζουν ότι η εγγραφή της συμφωνίας μίσθωσης καθιστά τους ίδιους «ιδιοκτήτες» των κτηρίων και/ή του εργοστασίου και ότι η επίδικη σύμβαση αφορά μόνο το τεμάχιο γης και όχι «ακίνητο» εν τη έννοια του Νόμου. Επιπλέον, οι Υπενοικιαστές ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται δικαιοδοσίας και ότι η απόφασή του ήταν αποτέλεσμα ουσιώδους λάθους. Παραπέμπουν σε άλλες δικαστικές διαδικασίες, μέσω των οποίων αμφισβητούν τη νομιμότητα του διορισμού του Π/Δ. Ακόμη, ισχυρίζονται ότι, στο πλαίσιο των άλλων διαδικασιών, ο Π/Δ υποστήριξε πως η επίδικη ενοικίαση είναι άκυρη και αποτέλεσμα απάτης προς καταδολίευση των πιστωτών των Ενοικιαστών, αξιώνοντας την ανάκτηση της κατοχής στη βάση εκείνου του ισχυρισμού, γεγονότα που απέκρυψε στο πλαίσιο διαδικασίας στην Ε84/2020, εξαπατώντας, με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Αγωγή αρ. 1097/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «η Αγωγή»). Παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό της εν λόγω Αγωγής, ως επίσης και αναφορές από ένορκες δηλώσεις του Π/Δ που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος. Αναφέρουν ότι, εν τέλει, η διαδικασία εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος στην Αγωγή ολοκληρώθηκε με την εξασφάλιση τριών
(3)εκ των αιτούμενων διαταγμάτων, δίχως οι Ενοικιαστές να επιτύχουν να ανακτήσουν την κατοχή του Υποστατικού, ως ήταν ένα από τα αιτήματά τους. Ως εκ τούτου, θεωρούν καταχρηστική την προσφυγή των Ενοικιαστών στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων για να διεκδικήσουν «τη θεραπεία που δεν εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Αγωγή αρ. 1097/2019, δηλαδή της παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής». Κάτω από την ενότητα όπου εκθέτουν τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες «απάτης ή και δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» προσδιορίζουν ως τέτοιας φύσης γεγονότα, ανάμεσα σε άλλα, την εκκρεμοδικία και τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Σε σχέση με την Πρώτη Αίτηση Παραμερισμού, οι ουσιαστικές προσθήκες που εντοπίζονται στην επίδικη εναρκτήρια αίτηση αφορούν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση του Δεύτερου Προσωρινού Διατάγματος, με ιδιαίτερη αναφορά τόσο στην απόρριψη της Πρώτης Αίτησης Παραμερισμού, όσο και στο περιεχόμενο απόφασης ημερομηνίας 11/01/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, μέσω της οποίας απορρίφθηκε αίτηση των Ενοικιαστών για εκκαθάριση των Υπενοικιαστών. ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. (α) Η επίδικη Αίτηση. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 22/02/2023, μονομερώς. Αξιώνεται: «
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή του Διατάγματος, ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LTD στην Αίτηση αρ. Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα ανάκτησης κατοχής του υποστατικού ήτοι του Βιομηχανικού Τεμαχίου Γης, του συνιστούντος μέρους των Τεμαχίων υπ' αρ. 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 και 27 του Συμπλέγματος "D" του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου υπ' αρ. LVIII8.2.11, LVIII8.21V, LIII8.3.1, LVIII8.3.III εκτάσεως 6 εκταρίων, 9 δεκαρίων και 140 τετραγωνικών μέτρων, στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού - Ύψωνα, καθώς επίσης και των ευρισκόμενων εντός του Βιομηχανικού Τεμαχίου κτιρίων και/ή οικοδομών και/ή υποστατικών και/ή άλλως πως, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ημερομηνίας 21/02/2023 για αναθεώρησης και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή Διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LTD στην Αίτηση Αρ. Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτρια στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LTD, και/ή οποιοσδήποτε τυχόν αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος και/ή υπηρέτης της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LTD, και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει συμφέρον ή δικαίωμα από αυτήν, εκκενώσει και παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του προαναφερόμενου υπό «Α» ανωτέρω, υποστατικού, μέχρι τελείας εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ημερομηνίας 21/02/2023 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED, στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή, ομού μαζί με τις υπόλοιπες εξαιτούμενες θεραπείες στην παρούσα, εκτέλεση της Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στην Αίτηση αρ. Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο χρόνος συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LIMITED, καθορίζεται σε περίοδο εντός 90 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ημερομηνίας 21/02/2023 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή Διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στην Αίτηση Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση Ε84/2020 και Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LIMITED για το ποσό των €300.000,00.-, ως υπόλοιπο οφειλόμενων ενοικίων για την περίοδο από 2015 έως και 2019 (€60.000,00.- ετησίως), πλέον τόκο προς 2% ετησίως, επ' αυτού από 25/8/2020 μέχρι εξοφλήσεως, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ημερομηνίας 21/02/2023 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης και/ή Διατάγματος ημερομηνίας 1/7/2021 που εκδόθηκε εναντίον της D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στην Αίτηση Ε84/2020 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Τμήμα Λεμεσού, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση Ε84/2020 και Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε84/2020 και Αιτήτριας στην παρούσα D.C. OFFSET PRINTING LIMITED για το ποσό των €5.000,00.- μηνιαίως, ως ενδιάμεσα οφέλη από 1/1/2020 και κάθε αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης κατοχής του υποστατικού, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που έκαστο ποσό έχει καταστεί ή θα καταστεί οφειλόμενο, μέχρι τελείας εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ημερομηνίας 21/02/2023 για αναθεώρηση και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της αποφάσεως και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον της ως άνω Αιτήτριας D.C. OFFSET PRINTING LIMITED στις 1/7/2021 στο πλαίσιο της Αίτησης Ε84/2020, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. » Η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ως προς τα γεγονότα, η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάκη Κουβά. Ανάμεσα στις 58 σελίδες, τις 104 παραγράφους και τα 65 τεκμήρια, ο ενόρκως δηλών, επαναλαμβάνοντας, λίγο πολύ, όσα ανάφερε στο πλαίσιο της Δεύτερης Αίτησης για Προσωρινό, επιχειρεί να θεμελιώσει το αίτημα των Υπενοικιαστών. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο των ισχυρισμών του: · Προβαίνει σε λεπτομερή αναφορά ως προς το ιστορικό των διαφορών των διαδίκων, καθώς και σε παράθεση διάφορων αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου, σε σχέση με τις κατά καιρούς, μεταξύ αυτών, δικαστικές διαδικασίες. · Ισχυρίζεται ότι ο Π/Δ προέβη σε επτά αποτυχημένες προσπάθειες για να λάβει την κατοχή του Υποστατικού, συνέπεια η οποία θα καταστρέψει τόσο την εταιρεία των Υπενοικιαστών, όσο και 60 οικογένειες που εργοδοτεί. · Είναι η άποψη του ότι μέσω της διαδικασίας της Ε84/2020 ο Π/Δ «ξεγέλασε, εξαπάτησε και παραπλάνησε το Σεβαστό Δικαστήριο αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα και παραπλανώντας» τόσο σχετικά με το ιστορικό της υπόθεσης, όσο και με ζητήματα που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος υπέρ των Ενοικιαστών, το οποίο δεν αποκαλύφθηκε κατά την προηγούμενη διαδικασία της Ε84/
- · Υποστηρίζει ότι δεν ήταν σωστή η επίδοση της αναγκαίας προειδοποιητικής επιστολής και ότι τα οφειλόμενα ενοίκια έχουν αποπληρωθεί. · Αναφέρεται στην ύπαρξη άλλων δικαστικών διαδικασιών, μέσω των οποίων ο Π/Δ επιδιώκει τον ίδιο σκοπό, ήτοι την παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής του Υποστατικού και την εξόντωση των Υπενοικιαστών. Χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του Π/Δ και των Ενοικιαστών ως «μία άνευ προηγουμένου και έκδηλη κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών». Αξίζει να καταγραφεί η επιμονή του ενόρκως δηλούντα (ιδίως δείτε: παρ. 71 έως 81 της ένορκης δήλωσης στην Αίτηση) σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως καταχρηστική προσέγγιση των πραγμάτων εκ μέρους του Π/Δ με την έγερση της Ε84/20 ενώ, κατά τον ίδιο χρόνο βρίσκεται σε εκκρεμοδικία η Αγωγή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 53), η οποία φέρει τον εξής τίτλο και αιτητικό: «
- Κωνσταντίνος Ιωάννου, ως Διαχειριστής και Παραλήπτης των εταιρειών D. COUVAS & SONS LIMITED και COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED, από την Λευκωσία
- D. COUVAS & SONS LIMITED, υπό διαχείριση.
- COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED, υπό διαχείριση. Ενάγοντες και
- D.C. OFFESET PRINTING LTD, από την Λεμεσό.
- Δημήτρης Κουβάς, από την Λεμεσό.
- Μάκης Δ. Κουβάς από την Λεμεσό.
- Μιχαέλα Παναγίδου, από την Λεμεσό
- Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας & Τουρισμού Εναγόμενοι [..] Οι Ενάγοντες αξιώνουν: Α. Αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή κηρύσσει ότι η «Συμφωνία» των Εναγόντων 2 και των Εναγόντων 3 μετά των Εναγόμενων 1, φέρουσας ημερομηνίας εκτέλεσης 15/01/2015 είναι άκυρη και/ή άκυρη εξ' υπαρχής και/ή στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και/ή είναι άνευ οποιοσδήποτε νομικής ισχύος ως πράξη γενόμενη κατά παράβαση σύμβασης και/ή γενόμενης με κακή πίστη (in bad faith) και/ή ως πράξη η συνομολόγηση της οποίας δεν έγινε από τους Εναγομένους 1 υπό προϋποθέσεις πλήρους ανταγωνισμού και/ή με συνήθεις και/ή γνήσιους εμπορικούς σκοπούς (not at arm s length) και/ή για αλλότριους σκοπούς (improper purpose) και/ή ως πράξης γενόμενης συνεπεία απάτης (fraud) και/ή δόλου (deceit) και/ή συνομωσίας προς διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή συνομωσίας με νόμιμα και/ή παράνομα μέσα προς καταδολίευση πιστωτή και/ή για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) μεταξύ των Εναγομένων 1 ως 4 και/ή δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης (dishonest assistance and/or knowing receipt) εις βάρος των Εναγόντων 2 και
- » Εξηγεί με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει, κατά την άποψή του, να ακυρωθούν τα διατάγματα της Ε84/2020 και, επιπρόσθετα, αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους υπήρξε παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης στη διαδικασία που οδήγησε στην εξασφάλιση απόφασης από τους Ενοικιαστές. Εν συνεχεία, αναπτύσσει τα ζητήματα που άπτονται της ανεπανόρθωτης ζημιάς και του κατεπείγοντος για την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο τελευταίο ζήτημα, προβαίνει σε αναλυτική αναφορά στα γεγονότα που μεσολάβησαν από τις 16/12/2022 έως και 22/02/2023, και ιδίως στο γεγονός ότι στις 24/02/2023, ώρα 10:00, επίκειται η εκτέλεση εντάλματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου Υποστατικού. Εντός τούτου του πλαισίου γίνεται αναλυτική αναφορά στο ζήτημα του υπολογισμού και πληρωμής των εξόδων της Κ19/2021, ως προαπαιτούμενο για την καταχώριση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εναρκτήριας αίτησης. (β) Το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, στις 24/02/2023, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα μονομερώς και υπό όρους, υπέρ των Υπενοικιαστών (στο εξής: «το Διάταγμα») με το οποίο η Απόφαση ανεστάλη, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης για την Αίτηση Παραμερισμού. Η σχετική κατάληξη του Δικαστηρίου, έχει ως εξής: « Στη βάση των όσων εξηγώ πιο πάνω, η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται προσωρινά διατάγματα, ως οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5 αυτής. Οι Αιτητές να υπογράψουν εγγύηση €50.000.- για την αποζημίωση των Καθ' ων η Αίτηση, σε περίπτωση που αποδειχθεί η χωρίς εύλογη αιτία έκδοση του διατάγματος. Τα διατάγματα θα τελούν υπό τον όρο της καταβολής του ποσού των €5.000.- μηνιαίως, είτε στους Καθ' ων η Αίτηση ή με πληρωμή στο λογιστήριο του Δικαστηρίου, από την 1.3.2023 και ακολούθως την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, με περίοδο χάριτος 5 ημερών. Όλα τα ποσά που έχουν ήδη κατατεθεί στο λογιστήριο του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της Αίτησης Κ19/2021, να παραμείνουν δεσμευμένα μέχρι την αποπεράτωση της Αίτησης Κ11/2023 και/ή μέχρι την έκδοση νέων οδηγιών του Δικαστηρίου. Τα προσωρινά διατάγματα ορίζονται επιστρεπτέα στις 8.3.2023, η ώρα 09:
- » (γ) Η επίδικη Ένσταση. Στις 25/04/2023, οι Ενοικιαστές καταχώρισαν ένσταση, ως προς το ζήτημα της οριστικοποίησης του Διατάγματος (στο εξής: «η Ένσταση»), η οποία βασίζεται στους ακόλουθους 19 λόγους: «
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 για την έκδοση και/ή τη συνέχιση ισχύος προσωρινού διατάγματος δεν ικανοποιούνται.
- Η υπό κρίση αίτηση δεν καταφάσκει το υπαρκτό του κατεπείγοντος προκειμένου για την επίκληση μονομερώς της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει το κατεπείγον ή καλό λόγο για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές έχουν στρεβλώσει κατά τρόπο καταχρηστικό τα γεγονότα προκειμένου να τροχοδρομήσουν και/ή εμφανίσουν περιστάσεις που έλκουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου μονομερώς και/ή κατεπειγόντως.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» προτείνοντας και/ή προωθώντας μια επίπλαστη εκδοχή γεγονότων και/ή αποσιωπώντας έτερα γεγονότα σημαντικά της μόρφωσης του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου και/ή δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου πάντα τα κρίσιμα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά.
- Οι ενέργειες των Αιτητών διαπνέονται από κακοπιστία και/ή κακοβουλία και την χρήση των μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση τελούν ενώπιον διαρκώς μεταβαλλόμενων εκδοχών των γεγονότων υπό των Αιτητών πλην όμως διαρκώς «επιβραβεύονται» με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, ενδεικτικά κι άνευ περιορισμού, φάσκουν και αντιφάσκουν σε σχέση με: i. Την ύπαρξη ή όχι δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ii. Την ταυτότητα των δικηγόρων που εκάστοτε τους εκπροσωπούν. iii. Απόδοση αρνητικών κινήτρων και/ή στρέβλωση των ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση καίτοι διαρκώς διαψεύδονται. iv. Την πρόθεση των να διατυπώσουν «πρόταση διευθέτησης» της διαφοράς η οποία βεβαίως ποτέ δεν αρθρώνεται.
- Η σκόπιμη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπει εις ολόκληρο τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για τους Αιτητές ώστε η απόφαση του Δικαστηρίου κατέστη a priori ακροσφαλής.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure of all material facts) που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας και ειδικότερα γεγονότων τα οποία ήταν και/ή θα μπορούσε να ήταν εν γνώσει τους, εφόσον κατέβαλλαν εύλογη επιμέλεια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση.
- Οι Αιτητές παραπλάνησαν το σεβαστό Δικαστήριο αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα ώστε να δώσουν λανθασμένη και/ή παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση των διαταγμάτων ημερομηνίας 24/02/
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν στοιχειοθετούν καλή και/ή πραγματικά υπαρκτή βάση απαίτησης (good cause of action) και/ή αξίωσης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των.
- Οι Αιτητές κωλύονται λόγω προηγούμενων παραστάσεων και/ή δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed) και/ή λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς τους (estoppel by conduct) και/ή λόγω δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam) και/ή κωλύματος εν σχέσει με επίδικο θέμα και/ή άλλως πως, να εγείρουν ζητήματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να ακούσει και να αποφασίσει την υπόθεση Ε84/2020 και/ή να εκδώσει την απόφαση ημερομηνίας 01/07/2021 στα πλαίσια της υπόθεσης Ε84/2020, εξου δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν στοιχειοθετούν καλή και/ή πραγματικά υπαρκτή βάση απαίτησης (good cause of action) και/ή αξίωσης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση και/ή εξακολούθηση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή τα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της Αιτήσεως ώστε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ενδιάμεση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το ενδιάμεσο μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 24/02/2023 δέον ακυρωθεί.
- Δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή οι συναφείς ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούνται με την αναγκαία επάρκεια.
- Οι Αιτητές προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή για αλλότριους του δικαίου σκοπούς.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχονται αναληθείς και/ή παραπλανητικοί ισχυρισμοί και/ή το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων προκαλεί και/ή θα προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή βλάβη στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και/ή δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία οποιοσδήποτε και/ή επικείμενος κίνδυνος ώστε να μην είναι δυνατό να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση.
- Το παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης στις 24/02/2023, εκδόθηκε σε μονομερή βάση (ex parte) κατά παράβαση των αρχών και προνοιών που διέπουν την έκδοση μονομερών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/60), του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφάλαιο 6), του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, της επιείκειας και δίκαιης δίκης, τις αρχές του κοινοδικαίου και της νομολογίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.
- Δεδομένου του δικονομικού ιστορικού της υπόθεσης Κ19/2021 και των διαδικασιών που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης προ της έκδοσης του επιδίκου διατάγματος ημερομηνίας 24/02/2023, η έκδοση τούτου πάσχει καθ' ότι: i. Η έκδοση του μονομερώς (ex parte)ήταν καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη και/ή παραβιάζει την αρχή φυσικής δικαιοσύνης και/ή αντιστρατεύεται την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση επί της αιτήσεως στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. ii. Οι Αιτητές σύρουν σε ατέρμονο δικαστικό αγώνα τους Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι στερούνται με την έκδοση διαδοχικών διαταγμάτων τους καρπούς της επιτυχίας των (έκδοση κατ' ουσίαν απόφασης). iii. Αγνοήθηκε παντελώς η προτέρα συμπεριφορά των Αιτητών και/ή μη συμμόρφωσης τους με τις δικονομικές πρόνοιες της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή η συνέχιση και/ή προώθηση της αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. » Ως προς τα γεγονότα, οι Ενοικιαστές και μέσω της ένορκης δήλωσης του Π/Δ, που απαριθμεί 103 σελίδες, 303 παραγράφους και 56 τεκμήρια, ανάμεσα σε πολλά άλλα, παρουσιάζουν την ταυτότητα, την ιδιότητα των διαδίκων και το ιστορικό των διαφορών τους, μέσω της δικής τους οπτικής γωνίας. Με τη σειρά τους, αναφέρονται στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες, σημειώνοντας τόσο την παράλειψη των Υπενοικιαστών να εμφανιστούν στο πλαίσιο της Ε84/2020, όσο και την ολιγωρία τους για να προωθήσουν την Κ19/2021, συμπεριφορά που οδήγησε στην απόρριψη της υπόθεσής τους. Παρά δε το γεγονός ότι μεταγενέστερα της έκδοσης της απόφασης ημερομηνίας 16/12/2022, έλαβαν υποσχέσεις για την εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς, έκτοτε ουδέποτε έλαβαν σχετική πρόταση. Επίσης, κωδικοποιούν και αντικρούουν, ένα προς ένα, τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται με εκτεταμένο τρόπο στις συνθήκες (γεγονότα, νομικό πλαίσιο και έγγραφα) που στοιχειοθετούν τη νομιμότητα του διορισμού του Π/Δ. Ως προς την αποδιδόμενη σε αυτούς καταχρηστική χρήση των δικαστικών διαδικασιών και ιδίως μεταξύ της Αίτησης αρ. Ε84/2020 και της Αγωγής, υποστηρίζεται ότι η δεύτερη δεν ταυτίζεται με τις διαδικασίες του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και επίδικων θεμάτων. Επιπλέον, ο Π/Δ αναφέρει, και τα ακόλουθα: «
- Ουδέν των ανωτέρω απέκρυψε στις διαδικασίες που ακολούθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Όπως επίσης με πληροφορούν οι δικηγόροι μου διάδικο μέρος δύναται να προωθεί εναλλακτικές βάσεις απαίτησης εναντίον εναγομένου.
- Είχα κάθε εξουσία και δικαίωμα ως Π/Δ να επιλέξω να προβώ σε τερματισμό της συμφωνίας υπομίσθωσης άνευ βλάβης των ισχυρισμών περί συνομωσίας και/ή απάτης. Ως δε με είχαν συμβουλέψει οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση εύλογο ήταν προκειμένου για την επικείμενη τότε λήψη μέτρων και στην βάση των γεγονότων να συγκροτηθούν επάλληλες ή διαζευκτικές βάσεις αγωγής.
- Ο τερματισμός της Συμφωνίας Υπομίσθωσης είχε στον ουσιώδη χρόνο και το προληπτικό στοιχείο δηλαδή ότι πάντως αν ήθελε διαφανεί ότι δεν υφίσταται συνομωσία και/ή απάτη [μία βάση αγωγής] πάντως συνεπεία τερματισμού συμφωνίας η κατοχή του επίδικου ακινήτου δεν δικαιολογείται (συνάρτηση με διαζευκτική βάση αγωγής).
- Τα πιο πάνω δεν αναιρούν το γεγονός τερματισμού της Συμφωνίας Υπομίσθωσης ως αναφέρω με την επίδοση επιστολής στις 21/3/2019, τερματισμού γενόμενου άνευ επηρεασμού της θέσης μου εις ότι αφορά το κύρος των επίμαχων συμφωνιών και προκειμένου να εκθεμελιωθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός από την Αιτήτρια ότι κατέχει νόμιμα το βιομηχανικό ακίνητο. [..]
- Η Καθ' ης η Αίτηση επαναλαμβάνει τη θέση της ότι παρόλο που τα γεγονότα και οι ενέργειες της D.C.Offset και του Διοικητικού Συμβουλίου της D. Couvas, κατά την κατάρτιση και σύναψη της συμφωνίας υπενοικίασης, υποδηλώνουν και καταδεικνύουν περιστάσεις απάτης, δόλου, κακοπιστίας ή άλλως πως, η κατοχή και χρήση του μίσθιου από τους Αιτητές, με τη συγκατάθεση του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, αποτελούν γεγονός πραγματικό, και προκειμένου για την έξωση των Αιτητών και την ανάκτηση κατοχής η Καθ' ης η Αίτηση ενεργούσα μέσω εμού υπό την ιδιότητά μου ως Π/Δ είχε κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να προωθήσει εναλλακτικές βάσεις απαίτησης και να ζητήσει δικαστική αρωγή.
- Ως οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση με πληροφορούν η προώθηση διαζευκτικών βάσεων αγωγής αφ' εαυτής δεν σημαίνει κατάχρηση. Τις περιστάσεις υπό τις οποίες ενδέχεται να ήθελε προκύψει κατάχρηση, την ανάλυση κι εξήγηση ότι αυτές δεν συντρέχουν ούτε τώρα ούτε σε οποιοδήποτε στάδιο που έχει προηγηθεί θα εκθέσουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση επ' ακροάσεως. » Όσον αφορά τις αιτιάσεις των Υπενοικιαστών που άπτονται της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας έπαψε να είναι «αμφισβητούμενο» (παράγραφος 213). Αμφισβητεί τους ισχυρισμούς των Υπενοικιαστών που άπτονται της νομιμότητας της επίδοσης της προειδοποιητικής επιστολής. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Υπενοικιαστών που άπτονται της εγγραφής της επίδικης μίσθωσης, χαρακτηρίζοντάς τους ως «ευφάνταστη κατανόηση του δικαίου κυριότητας/ιδιοκτησίας ακινήτου». Αναλύει γιατί οι Υπενοικιαστές δεν έχουν «απολύτως καμία υπεράσπιση» όσον αφορά το ζήτημα των οφειλόμενων ενοικίων. Ακολούθως, εξηγεί τους λόγους κατά τους οποίους, κατά την άποψή του, δεν πληρούται οποιαδήποτε προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ιδίως, ως προς την 3η προϋπόθεση, υποστηρίζει πως οι ισχυρισμοί περί καταστροφής των αντιδίκων τους είναι γενικοί και αόριστοι. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδει στο ζήτημα του κατεπείγοντος. Αντιτείνει ότι η επικείμενη εκτέλεση του εντάλματος δεν συνιστά τέτοιο λόγο. Οι Υπενοικιαστές μπορούν να μεταστεγαστούν και να συνεχίσουν απρόσκοπτα την επιχείρησή τους. Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι Υπενοικιαστές καταχώρησαν μόλις στις 22/02/2023 την επίδικη αίτηση για να «δημιουργήσουν τέτοιες περιστάσεις, ώστε να επικαλεστούν το στοιχείο του κατεπείγοντος» (δείτε: παρ. 298 της ένορκης δήλωσής στην Ένσταση). Υποβάλλει ότι το γεγονός ότι εκδόθηκε ξανά μονομερώς προσωρινό διάταγμα, συνιστά παραβίαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης. Επιπροσθέτως, ισχυρίζεται πως οι Υπενοικιαστές έχουν παρασιωπήσει κρίσιμα γεγονότα, παραβιάζοντας την υποχρέωσή τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη κατά το στάδιο εξασφάλισης προσωρινής θεραπείας. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται σε αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδόθηκαν στις 06/02/2023, καθώς και στο γεγονός ότι οι Ενοικιαστές, πριν τις 22/02/2023, είχαν προβεί τόσο σε περιορισμό των αξιώσεών τους στην Αγωγή, όσο και σε καταχώριση αίτησης για τροποποίηση. Ολοκληρώνει τη μακροσκελή ένορκη δήλωσή του, υποβάλλοντας ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να ενεργήσει υπέρ των Ενοικιαστών, καθότι αυτοί που θα επωμιστούν ανεπανόρθωτη βλάβη στην πραγματικότητα είναι οι Ενοικιαστές, των οποίων τα δικαιώματά τους επηρεάζονται κατά τρόπο «δυσμενή και ασφυκτικό». (δ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Μεσολάβησε, δυνάμει ενδιάμεσης απόφασης, η έγκριση αιτήματος των Υπενοικιαστών για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ αντίστοιχο δικαίωμα δόθηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και στην άλλη πλευρά. Ακολούθως, οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με εμπεριστατωμένα γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των διαφορετικών τους θέσεων, στο ειδικό περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο. Επιπλέον, ανέπτυξαν και δια ζώσης τις εισηγήσεις τους και απάντησαν σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου. [3] Η απόφαση επιφυλάχθηκε στις 20/06/
- ΙIΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η προσωρινή προστασία. Η γενική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων εκπηγάζει από το άρθρο 4
(1)του Νόμου,[4] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[5] ενοικιάσεις[6] και τους όρους αυτών,[7] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Η ειδική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960).[8] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει, σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
- Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία.
- Να είναι δύσκολο, ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[9] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει, συναφώς, να καταδειχθεί μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[10] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[11] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[12] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[13] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[14] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[15] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[16] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Νοουμένου ότι πληρούνται[17] οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει, πρόσθετα, να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[18] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, την καθυστέρηση και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο αντίδικος ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. (β) Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος σχετίζεται με τον έλεγχο των εξώσεων και των αυξήσεων των ενοικίων των προστατευόμενων ενοικιάσεων μέσω της δίκαιης εξισορρόπησης των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων και της εναπόθεσης ενός πέπλου εύλογης προστασίας για την κατοικία και την επαγγελματική στέγη. Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων προαπαιτεί δικαιοδοσία και καθ' ύλην αρμοδιότητα.[19] Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι, μεταξύ άλλων, αυτά που προβλέπονται στον Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή[20] και τα απαγορευτικά που σχετίζονται με την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και την αποτροπή αντίθετων συμπεριφορών.[21] (γ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης, γενικά. Σχετικό με το επίδικο θέμα είναι και το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται τόσο γενικότερα με το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης, όσο και με το τι ισχύει ειδικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για αναστολή μιας δικαστικής απόφασης προβλέπεται στην Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί: « An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been direct. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. » Η Δ.35 θ.18 είναι πανομοιότυπη με την Αγγλική Δ.58 θ.
- Η επί του δικαιώματος για αναστολή σχετική νομολογία είναι πλούσια και σαφής. Το αποφασιστικό κριτήριο για να δίδεται ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων, δηλαδή της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης ή διαδικασίας παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η καταχώρηση έφεσης ή, κατ' αναλογία, η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δεν επενεργεί προς αναστολή τέτοιας απόφασης, αλλά η διακριτική εξουσία, είτε του Εφετείου, είτε των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων ασκείται με βάση την αρχή της διατήρησης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά, καθώς και τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ή της διαδικασίας παραμερισμού, εφόσον μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει τέτοια πρόγνωση.[22] H εμβέλεια της Δ.35, θ. 18, εξετάστηκε στη Δημητρούδης v. Λουγκρίδη,
(2011)1Α Α.Α.Δ. 687, όπου, με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, λέχθηκε ότι η εν λόγω διαταγή δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition», εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας. Στην Χατζηπαναγή ν. Αυξεντίου, Πολιτική Έφεση Αρ.151/2017, ημερομηνίας 09/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A399 λέχθηκαν τα εξής: « Μεταξύ των στοιχείων που συνυπολογίζονται κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος αν το δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής. » (δ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για να διαταχθεί η αναστολή μιας τελικής απόφασης ενυπάρχει και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου αναφέρονται τα εξής: « Το Δικαστήριον, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α),(β) (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ) (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι o ενοικιαστής θα πληρώση παν ποσόν το οποίον νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλη την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλη την ημερομηνίαν κατοχής διά τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελαν συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει καταλλήλους. » Το εν λόγω άρθρο 11
(5)ερμηνεύθηκε στην Ανδρέας Μιχαηλίδης ν. Θωμάς Σάββα Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, ημερομηνίας 22/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:A314 και στην Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν. Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- Στην τελευταία απόφαση, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: « ..το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εμποδίζεται, όταν υπάρχει έφεση, να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει της Δ.35,θ.
- Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).[23] Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35,θ.
- [24] Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Πριν οτιδήποτε άλλο, οφείλω να σημειώσω πως αυτή είναι η τρίτη φορά που το παρόν Δικαστήριο, με την ίδια σύνθεση, καλείται να αποφασίσει για την οριστικοποίηση προσωρινού διατάγματος μεταξύ των ίδιων διαδίκων, κατ' ουσία για το ίδιο ζήτημα, ήτοι για να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης Απόφασης μέχρι την εκδίκαση αίτησης Παραμερισμού. Τούτο το δεδομένο, παρέχει σε αυτή τη δικαστική σύνθεση το πλεονέκτημα της καλύτερης και σφαιρικότερης κατανόησης του «πολυσύνθετου πλαισίου γεγονότων, εγγράφων και συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων», ως η επίδικη διαφορά των διαδίκων έχει χαρακτηριστεί στο πλαίσιο της Αίτησης της Offset Printing Ltd, Πολιτική Αίτηση αρ. 168/2021, ημερομηνίας 17/08/2021, που είχαν καταχωρήσει οι Υπενοικιαστές, ισχυριζόμενοι ότι το παρόν Δικαστήριο, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη Απόφαση, υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Από την άλλη, επειδή η ενασχόληση του ίδιου δικαστή ξανά με το πιο πάνω ζήτημα, αν και αυτοτελώς δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης της σύνθεσης του Δικαστηρίου, επειδή με βάση το ιστορικό της όλης υπόθεσης δεν θα προκαλούσε έκπληξη εάν είχε διαφορετική ανάγνωση[25] από τους διαδίκους ή τους δικηγόρους τους, το Δικαστήριο, πριν να προχωρήσει στην εξέταση της παρούσας αίτησης ζήτησε από τους συνηγόρους των διαδίκων να τοποθετηθούν σχετικά. Η εμπιστοσύνη που ένθεν και ένθεν ρητώς εξεφράστηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων προς το πρόσωπο του παρόντος Δικαστηρίου, επιβεβαίωσε τον προσανατολισμό του ίδιου του Δικαστηρίου. Προχωρώντας στην ουσία του θέματος, τονίζεται πως οτιδήποτε ακολουθεί σχετίζεται αποκλειστικά και αυστηρά με τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας αίτησης. Τίποτα από ότι παρακάτω εκτίθεται θα πρέπει να εκληφθεί ότι προκαταβάλλει το αποτέλεσμα της Κυρίως διαδικασίας. (α) Προσδιορισμός επίδικων θεμάτων. Ως προαναφέρεται, μέσω της Ένστασης προβάλλονται 19 λόγοι, οι οποίοι όμως σε μεγάλο βαθμό επικαλύπτονται. Χωρίς να υποβαθμίζεται η αυτοτέλεια έκαστου λόγου, για σκοπούς ευχερέστερης εξέτασής τους και προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, οι λόγοι Ένστασης θα ομαδοποιηθούν και θα εξεταστούν δίχως να γίνει επιμέρους ειδική αναφορά σε έκαστο εξ' αυτών. Συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου θα δομηθούν ως ακολούθως: · Αρχικώς θα εξεταστεί εάν έγινε από τους Υπενοικιαστές πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη. · Στην περίπτωση καταφατικής απάντησης, θα εξεταστούν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθώς και του θέματος. · Εφόσον στοιχειοθετηθούν οι τρεις προϋποθέσεις, θα εξεταστεί το ζήτημα του κατεπείγοντος και η επικαλούμενη, από τους Ενοικιαστές, παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Ειδικότερα, θα διερευνηθεί το κατά πόσον, με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης, επιβαλλόταν η μονομερής εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος ή εάν, ως εισηγούνται οι Ενοικιαστές, ο τρόπος δράσης των αντιδίκων τους ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. · Εάν οι Υπενοικιαστές καταδείξουν την πλήρωση των προηγούμενων, καταληκτικά θα εξεταστεί το ζήτημα που άπτεται του ισοζυγίου της ευχέρειας. (β) Κατά πόσο υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη. Ξεκινώ από το ζήτημα του κατά πόσον υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη. Θυμίζω, πως η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά βασική απόκλιση από την πιο θεμελιώδη αρχή δικαίου, ήτοι την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του, ως επιτάσσει το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος. Απαρέγκλιτη προϋπόθεση, για τη μονομερή έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι η πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών[26] γεγονότων. Τούτο διότι, η εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος δίχως να ακουστεί προηγουμένως η άλλη πλευρά, αποτελεί εκτροπή από τη φυσιολογική πορεία μιας δικαστικής διαδικασίας. Το κριτήριο του τι είναι «ουσιαστική απόκρυψη» είναι αντικειμενικό[27] και κριτής για αυτό είναι μονάχα το Δικαστήριο.[28] Συναφώς, στη DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε166/2019, ημερομηνίας 15/10/2020, έχουν τονισθεί τα ακόλουθα: « Έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια πως η έννοια τους ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης έχει τρόπω τινά παρεξηγηθεί από αρκετούς στο νομικό κόσμο. Δεν είναι νοητό ούτε ποτέ οποιαδήποτε αυθεντία έθεσε τέτοιο επαχθές βάρος τους αιτητές να ξεδιπλώνουν με κάθε λεπτομέρεια σε βαθμό σχολαστικισμού κάθε πτυχή των θέσεων των αντιδίκων τους και να την ερμηνεύουν. Δεν είναι αυτή η ορθή εφαρμογή τους πιο πάνω αρχής. Αναμένεται βεβαίως πάντα οι αιτητές, επιδιώκοντας μονομερή θεραπεία, να θέσουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη θέματα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα εναντίον τους, τους δεν είναι εντός του καθήκοντος τους να μετατρέπονται σε οιονεί δικηγόρους τους τους πλευράς για να θέσουν την εκδοχή των αντιδίκων τους, ως να ήταν η δική τους, με πλήρη ερμηνεία θέσεων και εξαντλητική ανάλυση. » Ο αιτών το διάταγμα θα πρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο καλή τη πίστη και με καθαρά χέρια διότι, σε διαφορετική περίπτωση, εφόσον δηλαδή διαπιστωθεί παράλειψη ουσιώδους γεγονότος που θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης, το όλο ζήτημα εκλαμβάνεται ως προσπάθεια εξαπάτησης και το Δικαστήριο αρνείται πλέον να ακούσει τον διάδικο που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους.[29] Οι Ενοικιαστές έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό το ζήτημα. Κατ' αυτούς, η μη αποκάλυψη[30] προς το Δικαστήριο του γεγονότος ότι οι Υπενοικιαστές εφεσίβαλαν τη δικαστική απόφαση 16/12/2022 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 23 στην Ένσταση), συνιστά ουσιώδη παράλειψη. Συναφώς, εισηγούνται ότι η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης στην Κ19/21 και η επαναφορά του Δεύτερου Προσωρινού Διατάγματος, σε συνδυασμό με την οριστικοποίηση του παρόντος διατάγματος, θα οδηγήσει στην ύπαρξη δύο ταυτόσημων διαταγμάτων για το ίδιο επίδικο ζήτημα, γεγονός πρόδηλα καταχρηστικό.[31] Κατά τον συνήγορο των Ενοικιαστών, οι Υπενοικιαστές, αντί να καταχωρήσουν νέα αίτηση παραμερισμού, καθώς και την επίδικη αίτηση για προσωρινό διάταγμα, θα έπρεπε να ζητήσουν την αναστολή της απόφασης ημερομηνίας 16/12/2022. Ο αντίλογος, εκ μέρους των Υπενοικιαστών, ήταν ότι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, καθότι η απόφαση ήταν απορριπτική. Ανταπαντώντας, ο κ. Κούρτελλος, επιμένοντας στην εισήγησή του, παράπεμψε στη δυνατότητα να εξασφαλιστεί νέο προσωρινό διάταγμα έως την εκδίκαση της έφεσης, κατ' επίκληση των αρχών που έθεσε η απόφαση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 488. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου συγκλίνει με τη θέση των Υπενοικιαστών. Η μη αποκάλυψη της έφεσης επί της απόφασης ημερομηνίας 16/12/2022, δεν αποτελεί ουσιώδης απόκρυψη, καθότι η ύπαρξή της στερείται της δυναμικής που επιχειρήθηκε να της αποδοθεί από τον συνήγορο των Ενοικιαστών. Αυτή τη στιγμή, η περίπτωση να πετύχει η έφεση επί της απόφασης ημερομηνίας 16/12/2022, κινείται στο επίπεδο της πιθανολόγησης. Εάν και εφόσον δημιουργηθεί μια τέτοια συνθήκη, προφανώς, οι Υπενοικιαστές θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις όποιες συνεπακόλουθες συνέπειες. Αλλά, η καταχρηστική συμπεριφορά εξετάζεται με βάση τα δεδομένα που υφίστανται τώρα και όχι προληπτικώς. Στην Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 κρίθηκε, συναφώς, ότι ο κρίσιμος χρόνος εξέτασης του ζητήματος της κατάχρησης, είναι ο χρόνος της ακρόασης. Επίσης, η ύπαρξη και μόνο των δύο διαδικασιών δεν καταδεικνύει, άνευ ετέρου, την επικαλούμενη καταχρηστικότητα. Πρέπει να καταδειχθεί ότι οι παράλληλες διαδικασίες, ως η σχετική νομολογία καθορίζει, αποσκοπούν στην επίτευξη του ίδιου σκοπού. Προφανώς, ο απώτερος σκοπός, τόσο της έφεσης, όσο και της παρούσας εναρκτήριας αίτησης, είναι η αμφισβήτηση της προσβαλλόμενης Απόφασης της οποίας, μέσω της επίδικης αίτησης, αξιώνεται η προσωρινή αναστολή εκτέλεσής της. Πρόκειται όμως για εμφανώς διακριτές δικονομικές διαδικασίες. Οι Υπενοικιαστές δεν θα μπορούσαν στο πλαίσιο της έφεσης να ζητήσουν την αναστολή της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία, ούσα απορριπτική στερείτο εκτελεστού[32] μέρους και συνεπακόλουθα, δεν θα μπορούσε να τύχει αναστολής.[33] Ο νομικός ελιγμός που επιχειρήθηκε από τους συνηγόρους των Ενοικιαστών, με αναφορά στις αρχές της υπόθεσης Erinford, έγινε ακριβώς για να αντιμετωπίσει τον πιο πάνω σκόπελο επί του οποίου προσκρούει η προαναφερθείσα τους επιχειρηματολογία. Αν και έχω εξετάσει με προσοχή και αυτή την εισήγηση, δεν έχω ικανοποιηθεί για τη βασιμότητά της. Συνοπτικά, η Erinford σχετίζεται με την έκδοση προσωρινού διατάγματος εκκρεμούσης έφεσης (injunction pending appeal) και αφορά μια ασυνήθιστη, τουλάχιστον στην ημεδαπή, διαδικασία. Επιγραμματικά, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος[34] γίνεται από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που όμως απέρριψε[35] προηγούμενη αίτηση, για να διασφαλιστεί ότι η σκοπούμενη έφεση δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου, λόγω επικείμενης επέλευσης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Στην Κύπρο, εν αντιθέσει με τα ισχύοντα στην Αγγλία,[36] δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο επί του οποίου θα μπορούσε να ασκηθεί μια τέτοια εξουσία, εξ ου στην Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά. (Αρ. 3)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ., σχετικό αίτημα απορρίφθηκε, καθότι ακριβώς έγινε επίκληση της ανυπαρξίας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ενεργήσει σχετικά. Στην ίδια υπόθεση έγινε αναλυτική αναφορά και στα γεγονότα[37] της Erinford, όπου είχε ζητηθεί η επανέκδοση διατάγματος με τους ίδιους όρους, για μερικές μόνο μέρες, μέχρις ότου να καταχωρηθεί έφεση στο αγγλικό εφετείο και να επιληφθεί εκείνο του όλου ζητήματος. Αν και με βάση τα λεχθέντα στην Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd ν. Σιακατίδου
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1816, τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν[38] μια τέτοια δυνατότητα, η έκδοση ενός διατάγματος αυτής της φύσης θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη φειδώ και μόνο όταν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις, συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι μια τέτοια ενέργεια θα απολήξει στο να επαναφερθεί η ισχύς ενός ακυρωθέντος διατάγματος, ως στην ίδια την Aspis υποδεικνύεται, για «αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό», στοιχείο, προσθέτω, ιδιαίτερα σημαντικό ιδίως σε μια συνοπτικής φύσης δικαιοδοσία. Ως εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι η επίκληση των αρχών της υπόθεσης Erinford παρουσιάζεται να συναρτάται με την περίπτωση που δεν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος για να αποτραπεί ανεπανόρθωτη ζημιά, μέχρι να εκδικαστεί η σχετική έφεση. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να υπάρξει εάν, για παράδειγμα, απορριπτόταν, επί της ουσίας, η εναρκτήρια αίτηση στην Κ19/2021, είτε, έστω, ακυρωνόταν ή δεν οριστικοποιείτο το Δεύτερο Προσωρινό Διάταγμα δεδομένο που, εν προκειμένω, απουσιάζει. Εδώ, η υπόθεση των Υπενοικιαστών απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης δυνάμει της νέας Διαταγής 30, απόρριψη η οποία συμπαρέσυρε το προσωρινό διάταγμα, δίχως όμως να δημιουργείται είτε δεδικασμένο, είτε άλλο κώλυμα για τους Υπενοικιαστές για να καταχωρήσουν νέα Αίτηση Παραμερισμού και στο πλαίσιο αυτής, νέα αίτηση για προσωρινή θεραπεία, ως και έπραξαν. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να αποδεχθώ ούτε ότι η μη αποκάλυψη της έφεσης υπήρξε «ουσιαστική» παράλειψη, ούτε ότι η παρούσα διαδικασία, μπορεί, συνεπεία της ύπαρξης της έφεσης, να ταξινομηθεί ως καταχρηστική. Επιπρόσθετα, ούτε οι υπόλοιπες αιτιάσεις των Ενοικιαστών που σχετίζονται με κατ' ισχυρισμό ουσιαστικά μη αποκαλυφθέντα γεγονότα, ταξινομούνται από το Δικαστήριο ως τέτοιας φύσης. Ιδίως, ως προς τα δικονομικά μέτρα που έχουν λάβει οι Ενοικιαστές προς τον περιορισμό του πλαισίου της Αγωγής, η ουσία του πράγματος είναι ότι η διαδικασία της Αγωγής βρίσκεται σε εκκρεμοδικία και μέχρι την ολοκλήρωσή της, δεν μπορεί να προεξοφληθεί το παραμικρό. Δοθέντος αυτού, υιοθέτηση, στο πλαίσιο της παρούσας αιτησης, της εισήγησης των Ενοικιαστών, θα ήταν ιδιαιτέρως επισφαλής, αφού ευλόγως θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, έστω ακούσια αλλά ανεπίτρεπτα,[39] χειραγωγείται, μέσω δικηγορικού χειρισμού, η έκταση ή έστω εκφάνσεις της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. (γ) Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων, δοθέντος ότι αναζητείται προσωρινή προστασία μέχρι τη διεκπεραίωση της εναρκτήριας αίτησης Παραμερισμού, συναρτάται με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: « Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. »
(1)Κατά πόσο πληρούται η 1η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σκεπτικό του Δικαστηρίου που εκφράστηκε στο πλαίσιο της απόφασης ημερομηνίας 22/02/2022 αναφορικά με την οριστικοποίηση του Δεύτερου Προσωρινού Διατάγματος, ως θέμα λογικής και νομικής συνέπειας, θα ήταν μάλλον παράδοξο να διαφοροποιηθεί. Όχι ασφαλώς επειδή το Δικαστήριο έχει εγκλωβιστεί εντός του πλαισίου του προγενέστερου δικού του λόγου, αλλά επειδή η παρούσα Εναρκτήρια Αίτηση είναι πανομοιότυπη[40] με την Αίτηση στην Κ19/
- Ως λοιπόν, κατά ανάλογο τρόπο, είχε λεχθεί στο πλαίσιο της απόφασης ημερομηνίας 22/02/2022, αναφορικά με την οριστικοποίηση του Δεύτερου Προσωρινού Διατάγματος, διαπιστώνεται ότι η προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση πληρούται, υπό την έννοια ότι η παρούσα Αίτηση, σε συνάρτηση με τα όσα δικογραφούνται στην Κυρίως Αίτηση, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση, δίχως να θεωρείται εκ πρώτης όψεως επιπόλαιη ή ενοχλητική,[41] δηλαδή, αποκαλύπτεται «αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα» (δείτε: Κωνσταντίνου ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση αρ. 10/2020, ημερομηνίας 15/10/2020). Συγκεκριμένα, ανακύπτουν κάποια ζητήματα τα οποία ούτε συναρτώνται, ούτε εξαντλούνται σε γενικότητες, ούτε εδράζονται σε υπόβαθρο (νομικό ή πραγματικό) που θα μπορούσε εκ προοιμίου να θεωρηθεί ότι στερείται σοβαρότητας. Ως παράδειγμα τέτοιων ζητημάτων ταξινομούνται οι νομικές προεκτάσεις των ισχυρισμών που εκτίθενται στις παραγράφους 32 και 38 της Αίτησης Παραμερισμού, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτολεξεί: «
- Οι Αιτητές στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση λέγουν ότι ενώ ο κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου ενόψει των ως άνω Επιστολών ημερομηνίας 18/3/2019, 24/4/2019 και 24/5/2019 προς το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού καθώς και της ως άνω Επιστολής του ημερομηνίας 21/3/2019 προς τους Αιτητές στην παρούσα, αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 15/1/2015 ως παράνομη και άκυρη καθώς και ότι πρόκειται για προϊόν συνωμοσίας και/ή δεν συνάδει με καμία εμπορική πρακτική και με αποκλειστικό σκοπό την καταδολίευση μεταξύ άλλων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και ότι αποτελεί έκνομη ενέργεια και επιστράτευση του δικαίου για αλλότριους σκοπούς και καταχρηστικούς του δικαίου και ενόψει των ως άνω την τερματίζει δήθεν, πράγμα που οι Αιτητές δεν αποδέχονται, εν τούτοις στην Αίτηση Ε84/2020, ο κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου επικαλείται τη νομιμότητα και εγκυρότητα της για να πετύχει, εξαπατώντας το Δικαστήριο σε έξωση των Αιτητών στην παρούσα. [..]
- Οι Αιτητές στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, λέγουν ότι όλα τα πιο πάνω που αποτελούν ενέργειες του ιδίου του κ. Κωνσταντίνου Ιωάννου, έχουν εσκεμμένα αποκρυφτεί από το Σεβαστό Δικαστήριο στην Αίτηση Ε84/2020, και αποτελούν μέρος της εξαπάτησης αφενός του Δικαστηρίου και αφετέρου της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών καθότι ο κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου ενώ από την μια, ισχυρίζεται την παρανομία και ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας υπενοικίασης ημερομηνίας 15/1/2015, από την άλλη την επικαλείται ως νόμιμη και έγκυρη για να διατάξει το Δικαστήριο την έξωση των Αιτητών. Αυτός είναι και ο λόγος που την μαρτυρία στην Αίτηση Ε84/2020 την προσήγαγε εσκεμμένα δικηγόρος, από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον κ. Κωνσταντίνο Ιωάννου, αφού ο τελευταίος ήδη είχε ορκιστεί και θέσει ισχυρισμούς περί παρανομίας και ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας υπενοικίασης ημερομηνίας 15/1/
- Ότι ενδιαφέρει τον κ. Κωνσταντίνο Ιωάννου, είναι να ακυρωθεί η επίδικη συμφωνία υπενοικίασης ημερομηνίας 15/1/2015 και να εκδιωχθούν οι Αιτητές στην παρούσα από το ακίνητο και να λάβει ο κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου ελεύθερη και κενή κατοχή για να προχωρήσει σε πώληση του ακινήτου ως φερόμενος Παραλήπτης/Διαχειριστής. » Επιπλέον, οι ισχυρισμοί που αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού, με αναφορά στον ορισμό του «ακινήτου» με βάση το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, έχουν επαρκή υπόσταση που θα ήταν πρόωρο να χαρακτηρισθούν ως επιπόλαιοι ή ενοχλητικοί. Εντός του ίδιου πλαισίου ταξινομούνται και οι αιτιάσεις των Υπενοικιαστών (παρ. 48
(19)) που σχετίζονται με τη δέουσα επίδοση της αναγκαίας προειδοποιητικής επιστολής, δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου. Η δε παράγραφος 49 της Αίτησης παραμερισμού, αναφέρεται συγκεκριμένα, και ως έπρεπε, στα γεγονότα που οι Υπενοικιαστές χαρακτηρίζουν ως λεπτομέρειες «απάτης ή και δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων [.] και/ή κατάχρησης δικαστικών διαδικασιών». Τα πιο πάνω ικανοποιούν το κριτήριο, δίχως να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο.
(2)Κατά πόσο πληρούται η 2η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Η πλήρωση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχει την έννοια ότι αντικειμενικά κρινόμενη η υπόθεση των Αιτητών, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση (arguable case), δηλαδή, έστω μικρή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Απαιτούνται μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος,[42] δίχως το Δικαστήριο να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[43] Αν και έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τις διαφορετικές θέσεις των διαδίκων, συνειδητά δεν θα προβώ σε αναλυτική αντιπαραβολή των επιμέρους θέσεων, ούτε θα τις αξιολογήσω. Θα αρκεστώ σε συγκεκριμένες, κυρίως νομικές, διαπιστώσεις προς ικανοποίηση της συνταγματικής υποχρέωσης για δέουσα αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης, δίχως να ενδιατρίψω επί των πολλών και πολυδιάστατων αντικρουόμενων, κυρίως νομικών, ισχυρισμών. Διότι, το πλαίσιο της επίδικης ενδιάμεσης αίτησης δεν προσφέρεται για μια τέτοια διεργασία. Η αξιολόγηση θα ακολουθήσει τη μαρτυρία που θα παρουσιαστεί κατά την κυρίως δίκη. Παραπέμπω, συναφώς, στη LARIENA INVESTMENTS LTD κ.α. ν. RFI CONSORTIUM LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. E164/2019, ημερομηνίας 22/01/2021, που τονίσθηκαν τα εξής: « Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει εμβαθύνει στις θέσεις των δύο πλευρών, ούτε έχει προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του με τις ένορκες δηλώσεις και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές. Όμως, δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην προσέγγιση του Δικαστηρίου. Η φύση της διαδικασίας είναι τέτοια που θεωρούμε ότι δε θα μπορούσε να γίνει περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας, με δεδομένο, όπως άλλωστε είναι αποδεκτό και από τους εφεσείοντες, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα σε διαδικασία όπως η παρούσα. » Ομοίως, στη Gabov v. Bakadri Limited κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. Ε148/2020, ημερομηνίας 20/12/2021 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Ως υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος του Εφεσείοντα, οι διαπιστώσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως διατυπώθηκαν, ισοδυναμούν - και συγκλίνουμε με τούτο - με ευρήματα επί γεγονότων, κάτι που δεν ήταν επιτρεπτό στο στάδιο που εκδικαζόταν η ενδιάμεση αίτηση, με δοσμένη και την αρχή, που πρέπει να τηρείται ευλαβικώς, ότι το Δικαστήριο που εκδικάζει αίτημα βάσει του Άρθρου 32, Ν.14/60 δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη επί της ουσίας, πέραν του αναγκαίου για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, και πως η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης κρίνεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. » Πιο πρόσφατα, στην Ιορδάνους ν. P.S. Seamless Gutters Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 4/2022 [i-justice], ημερομηνίας 8/11/2022, υποδείχθηκε περαιτέρω ότι δεν αρκεί να αποφεύγεται η χρήση των λέξεων «αξιόπιστος» ή «αναξιόπιστος», αλλά θα πρέπει στην πράξη το Δικαστήριο να μην προβαίνει σε τέτοιου είδους διεργασίες. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα εξής: « Συνεπώς, όταν τα Δικαστήρια καλούνται να εξετάσουν κατά πόσο ικανοποιείται η εν λόγω προϋπόθεση, θα πρέπει να αποφεύγουν να υπεισέρχονται σε βάθος στο μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον τους. Δεν εκδικάζεται σ΄ αυτό το στάδιο η διαφορά, και δεν καθορίζονται από αυτό το πρόωρο στάδιο δικαιώματα και υποχρεώσεις (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Μάλιστα στην υπόθεση Milton Investment Company Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) ΑΑΔ 731, 740, τονίστηκε πως τα Δικαστήρια δεν πρέπει να αφήνουν να αιωρείται ούτε καν σκιά ότι έχουν αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης [..] Το σοβαρότερο όμως σφάλμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφορά στον τρόπο που αυτό προσέγγισε την προσαχθείσα μαρτυρία, για να αποφασίσει κατά πόσο υπήρχε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας της απόφασης του, πως φαίνεται να προτιμά την μαρτυρία του Εφεσίβλητου 2 αντί της Εφεσείουσας, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη. [.] Ασφαλώς και το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε, μετά την καταχώριση ένστασης και ένορκης δήλωσης, να επανεξετάσει τους ισχυρισμούς και θέσεις της Εφεσείουσας, όχι για να αποφασίσει τα θέματα με τον τρόπο που τα αποφάσισε ωσάν να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής, αλλά για να εξετάσει εάν τα προτεινόμενα από την ενιστάμενη πλευρά, ανέτρεπαν εξ αντικειμένου τα δεδομένα που η πλευρά της Εφεσείουσας είχε παρουσιάσει. Δεν προσέγγισε όμως με αυτό τον τρόπο τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του (Hazlewood Investment & Finance Ltd, πιο πάνω). Τουναντίον, έκρινε την μαρτυρία του Εφεσίβλητου 2 ουσιαστικά αξιόπιστη και τη μαρτυρία της Εφεσείουσας ουσιαστικά αναξιόπιστη. Δεν χρησιμοποίησε βεβαίως τις λέξεις «αναξιόπιστη/αξιόπιστος», όπως έγινε στην Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1665, 1676, αλλά αυτό είναι που προκύπτει από τους πιο πάνω ποικίλους χαρακτηρισμούς και σχόλια, και από τον τρόπο που προσέγγισε την προσαχθείσα μαρτυρία. » Προχωρώ στο προκείμενο. Αυτό το οποίο προβλημάτισε και εξακολουθεί να αποτελεί τον ουσιαστικό προβληματισμό του Δικαστηρίου, συναρτάται με την πιθανότητα, η επίδικη σύμβαση ενοικίασης[44] / υπενοικίασης να μην είναι γνήσια, αλλά εικονική. Όπως δηλαδή υποστήριξαν οι ίδιοι οι Ενοικιαστές στο πλαίσιο της Αγωγής, θέση την οποία συνεχίζουν να υποστηρίζουν. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 176 της ένορκης δήλωσης στην Ένσταση, ο Π/Δ αναφέρεται σε «δόλιο σχεδιασμό» και στη συνομολόγηση «απατηλών συμφωνιών» κατόπιν σύμπραξης των φυσικών προσώπων που διαχειρίζονταν τις εταιρείες D. COUVAS & SONS LIMITED και COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED. Αυτές οι θέσεις, σε συνάρτηση με το πως παρουσιάστηκε[45] η υπόθεση κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση,[46] αντικειμενικά, καλύπτουν το κριτήριο της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case), δηλαδή, έστω μικρής, πιθανότητας επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία». Εξάλλου, το όλο ζήτημα συνυφαίνεται με τη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, διεργασία που αποτελεί αυτόβουλη και αυτοδύναμη[47] υποχρέωση του ίδιου του Δικαστηρίου. Η διασφάλιση ότι η ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού διενεργείται στη βάση πραγματικής σύμβασης υπενοικίασης, επιβάλλεται τόσο από τη φιλοσοφία,[48] όσο και από τον αμιγώς εξεταστικό[49] και διερευνητικό χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ο οποίος εναποθέτει το καθήκον στο ίδιο το Δικαστήριο να προβεί στην αναγκαία έρευνα για επίλυση της αναφυόμενης διαφοράς,[50] ανεξαρτήτως του χειρισμού της υπόθεσης που γίνεται από τα μέρη, διότι ακριβώς, η έκδοση ενός διατάγματος ανάκτησης κατοχής δύναται να προκαλέσει από δραστικές έως ανεπανόρθωτες ουσιαστικές επιπτώσεις, τόσο στον κάτοχο του υποστατικού, όσο και στα εξαρτώμενα προς αυτόν πρόσωπα, εξ ου και η εν λόγω ενέργεια έχει χαρακτηρισθεί ως η πιο ακραία παρέμβαση[51] («most extreme form of interference») στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας[52] και της επαγγελματικής στέγης.[53] Οι Ενοικιαστές επιχειρηματολογούν, επιπρόσθετα, ότι επειδή πρόσφατα έχουν προβεί σε διαβήματα για τον περιορισμό των αξιώσεων τους στην Αγωγή, πλέον αίρονται οι όποιοι προβληματισμοί είχαν απασχολήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο του προηγούμενου προσωρινού διατάγματος. Η απάντηση της πλευράς των Υπενοικιαστών είναι ότι ο κρίσιμος χρόνος εξέτασης δεν είναι το σήμερα, αλλά ο χρόνος που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Υπενθυμίζω, για ακόμη μια φορά, ότι αυτή τη στιγμή, τούτο που εξετάζεται είναι εάν στην όψη των πραγμάτων προκύπτουν «σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος». Η πιο πάνω πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ξεκάθαρη. Αρκούμαι στο να υποδείξω πως για τούτο το ζήτημα και σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς των Ενοικιαστών που αμφισβητούν τη δέουσα αποκάλυψη, προηγουμένως, έχουν ήδη λεχθεί αρκετά από το Δικαστήριο. Τώρα δεν είναι η κατάλληλη ώρα για να λεχθούν περισσότερα. Ούτε ασφαλώς μπορούν να δοθούν οριστικές απαντήσεις ως προς το ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος, διότι μια τέτοια διεργασία ενδεχομένως να προκαταβάλλει το βασικό ζήτημα που αφορά η κυρίως διαδικασία. Αλλά και γενικότερα, η επενέργεια της Αγωγής στα εδώ διαδραματιζόμενα, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρημάτων που αφορούν τον περιορισμό, τον προσδιορισμό, ή άλλως πως, των αγώγιμων δικαιωμάτων, είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν κατά την κυρίως διαδικασία. Η προϋπόθεση ικανοποιείται.
(3)Κατά πόσο πληρούται η 3η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Ως προς τούτη την προϋπόθεση, ο ενόρκως δηλών για τους Υπενοικιαστές αναφέρεται σε ανεπανόρθωτη ζημία και σε ολοκληρωτική καταστροφή της εταιρείας, ως επίσης, σε επηρεασμό των υπαλλήλων της. Ο αντίλογος εκ μέρους των Ενοικιαστών συνοψίζεται στο οι Υπενοικιαστές δεν έχουν στοιχειοθετήσει ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, υποβάλλοντας ταυτόχρονα ότι η ζημία που θα προκληθεί στους Υπενοικιαστές αποτιμάται σε χρήμα. Η κρίση του Δικαστηρίου συγκλίνει με τις θέσεις των Υπενοικιαστών. Στη δική μου κρίση δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα για τους Υπενοικιαστές, ως προσπαθούν να τα παρουσιάσουν οι αντίδικοί τους, ήτοι ότι απλώς θα μαζέψουν τα μηχανήματα και το προσωπικό τους και θα μεταφερθούν σε άλλο ακίνητο. Εάν ήταν τόσο εύκολο για αυτούς, για ποιο λόγο τότε να δεχθούν να καταθέσουν και να δεσμεύσουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ως πληρωμή προς το Δικαστήριο, για να εξασφαλίσουν την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος και επιπλέον να καταβάλλουν €5.000,00 μηνιαίως για να διατηρείται εν ισχύ; Επί της ουσίας, και όπως επεξηγείται στη σχετική νομολογία, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[54] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την αυστηρή έννοια της υλικής ζημιάς. Στη Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, λέχθηκαν τα εξής: « η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. » Η διακοπή των εργασιών επιχείρησης, θεωρείται ως περίπτωση όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων κρίνεται ως μη επαρκής, καθότι, η ζημιά θεωρείται ως ανεπανόρθωτη.[55] Πέραν των Υπενοικιαστών, το όλο ζήτημα αφορά τις εξήντα οικογένειες των εργοδοτουμένων των Υπενοικιαστών, ο βιοπορισμός των οποίων, κινδυνεύει. Ούτε η όποια οικονομική δυνατότητα των Ενοικιαστών να αποζημιώσουν τους Υπενοικιαστές σε μεταγενέστερο στάδιο, διαφοροποιεί την κρίση μου. Διότι, η εκτέλεση του εντάλματος και η ανάκτηση της κατοχής του επίδικου Υποστατικού θα δημιουργήσει μια μη αναστρέψιμη κατάσταση για τους Υπενοικιαστές, οι οποίοι ακόμη και να πετύχουν τον παραμερισμό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θα μπορέσουν να ανακτήσουν την κατοχή καθότι, τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται στο άρθρο 6 του Νόμου. Το σχετικό απόσπασμα από τη Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679 έχει αυτόδηλο περιεχόμενο, δίχως να χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε περισσότερο: « Η απόφαση αυτή που ακύρωσε το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής, είναι το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Το άρθρο 6(β) του Ν. 23/83, πάνω στο οποίο βασίστηκε η αίτηση του εφεσίβλητου για ακύρωση του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής, αναφέρει τα ακόλουθα: [...] Το άρθρο αυτό καλύπτει την περίπτωση που επιζητείται αναθεώρηση ή τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής ενώ ακόμα ο ενοικιαστής κατέχει το μίσθιο, οπότε ακυρωνόμενο το διάταγμα δεν υπάρχει πρόνοια για πληρωμή αποζημιώσεων, γιατί ο ενοικιαστής βρίσκεται ακόμα στο μίσθιο. Όταν όμως υλοποιηθεί η έξωση και επιδιώκεται αποζημίωση για ζημιά που υπέστη ο ενοικιαστής λόγω της έξωσης, τότε πρέπει να γίνει επίκληση του άρθρου 15, » Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι παρουσιάζεται δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. (δ) Το ζήτημα του κατεπείγοντος. Δεδομένου ότι το διάταγμα έχει εκδοθεί μονομερώς, η προϋπόθεση του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την έκδοσή του. Σχετικό απόσπασμα από την ένορκη δήλωση στην Αίτηση που αναφέρεται στο κατεπείγον και το οποίο συνδέεται και με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, παρατίθεται αυτούσιο: « Είναι η θέση των Αιτητών και η προσωπική μου, ότι για όλους τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω στην παρούσα καθώς και ως θα εκτεθούν κατωτέρω στην συνέχεια είναι απολύτως αναγκαία η έκδοση υπό την μορφή του κατεπείγοντος των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, άλλως πως στις 24/02/2023 τόσο η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση όσο και η παρούσα Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα θα καταστούν άνευ αντικειμένου και ουσίας. Ειδικότερα, πλέον θα εκτελεστεί το διάταγμα έξωσης από το εργοστάσιο με συνέπειες ολοκληρωτικής καταστροφής στην επιχείρηση των Αιτητών και στους ιδίους τους Αιτητές, σε εμένα προσωπικά και την οικογένεια μου καθώς και σε όλους τους υπαλλήλους μας και τις οικογένειες τους όπως περαιτέρω και στους προμηθευτές μας και πελάτες μας οι οποίοι αναμένουν να τους καταβάλουμε τις παραγγελίες που ήδη έχουν καταθέσει και πληρώσει προκαταβολικά. Υπό αυτά τα τραγικά δεδομένα για την επιβίωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των Αιτητών και όλων ενδιαφερόμενων με αυτούς μερών των οποίων η επιχειρηματική δραστηριότητα καθώς και η ζωή και επιβίωση σε κάποιες περιπτώσεις, όπως είναι οι υπάλληλοι μας, θα επηρεαστεί δυσμενώς και ανεπανόρθωτα, είναι η θέση μας ότι δέον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα μονομερώς ούτως ώστε να κριθεί η οριστικοποίηση τους σε μεταγενέστερο στάδιο, όπου το Σεβαστό Δικαστήριο έχει εκ νέου την δυνατότητα ακούγοντας και την άλλη πλευρά να αξιολογήσει εκ νέου τις προϋποθέσεις έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων. Για εμάς, δεν θα υπάρξει άλλη φορά. » Στην αντίπερα όχθη, πέραν του ότι υποβάλλεται πως το κατεπείγον έχει κατασκευαστεί, στις παρ. 281 και 282 της ένορκης δήλωσης του Π/Δ, αναφέρονται τα εξής: « Δεν παρουσιάζεται κανένας ουσιαστικός λόγος γιατί την κατ' ισχυρισμό ολοσχερή καταστροφή των Αιτητών και δεν δίδεται καμία δικαιολογία γιατί δεν μπορούν οι ίδιοι να μεταστεγαστούν και συνεχίσουν απρόσκοπτα την διεξαγωγή των εργασιών τους. Οι ίδιοι οι Αιτητές παρουσιάζουν την επιχείρησή τους ως εξαιρετικά επικερδή και επιτυχημένη, με μεγάλο κύκλο εργασιών και ισχυρό πελατολόγιο. Αυτό που παραλείπουν να εξηγήσουν είναι για ποιο λόγο πρέπει η επιχείρησή τους να διεξάγεται αποκλειστικά από το μίσθιο της Καθ' ης η Αίτηση, ειδικότερα αφού οι ίδιοι σχεδόν 8 χρόνια κατέχουν αυτό χωρίς να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ενοικίου. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποκαλύψουν και να παράσχουν μαρτυρία ότι θα υποστούν οποιαδήποτε πραγματική ζημιά. » Προχωρώντας στις αντίστοιχες νομικές εισηγήσεις, σημειώνεται πως το υπό κρίση ζήτημα αποτέλεσε τον δεύτερο ισχυρό πυλώνα της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων των Ενοικιαστών. Υποστηρίζουν ότι δεν νοείται για τρίτη φορά οι αντίδικοί τους, κατ' ουσία για το ίδιο ζήτημα, να εξασφαλίζουν προσωρινό διάταγμα, μονομερώς. Προς υποστήριξη της θέσης τους, παραπέμπουν στα λεχθέντα στην Zhigachov κ.α. (Αρ. 3)
(2013)1(Β) ΑΑΔ,
- Ο επί τούτου αντίλογος συνοψίζεται αφενός, στο ότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται με βάση τα δικά της δεδομένα και αφετέρου, στο ότι το παρελθόν δεν μπορεί να προαποκλείει την ύπαρξη κατεπειγουσών περιστάσεων στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Απαγορευτικός κανόνας, ως προς τις πόσες φορές μπορεί να αξιωθεί μονομερώς διάταγμα, δεν υπάρχει. Στο σημείο αυτό, είναι χρήσιμο να παρατεθούν, συνοπτικά, τα βασικά επί τούτου του θέματος πραγματικά περιστατικά. Στις 16/12/2022 απορρίφθηκε η Κ19/2021 και ακυρώθηκε, συνεπακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα που ίσχυε στο πλαίσιο αυτής, επειδή η εναρκτήρια αίτηση θεωρήθηκε ως «εγκαταλειφθείσα» δυνάμει της νέας Διαταγής 30, με έξοδα υπέρ των Ενοικιαστών όπως υπολογιστούν και εγκριθεί ο υπολογισμός από το Δικαστήριο. Ως στην ίδια τη Δ.30 διαλαμβάνεται, για να μπορούσε να καταχωρηθεί νέα αίτηση, θα έπρεπε να εξοφληθούν τα έξοδα των Ενοικιαστών στην Κ19/
- Οι Υπενοικιαστές στις 28/02/2022 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 στην Αίτηση) κατέβαλαν στους Ενοικιαστές, μέσω των δικηγόρων τους, το ποσό των €17.000,00, ποσό το οποίο εισπράχθηκε υπό επιφύλαξη και με την υπόδειξη ότι τα έξοδά τους «υπερβαίνουν κατά πολύ» το εν λόγω πόσο. Ο κατάλογος εξόδων των Ενοικιαστών υποβλήθηκε από αυτούς στις 05/01/
- Το σχετικό διάταγμα που περιλαμβάνει τη διαταγή εξόδων συντάχθηκε στις 07/02/2023 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 26 στην Αίτηση) και εξ΄ αυτού προέκυψε υπόλοιπο της τάξης των €8.124,
- Τα έξοδα εξοφλήθηκαν στις 20/02/2023 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27 στην Αίτηση). Επίκειτο η εκτέλεση σχετικού εντάλματος ανάκτησης κατοχής που εξασφαλίστηκε μονομερώς στις 20/01/2023 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24 στην Ένσταση), εκτέλεση που θα λάμβανε χώρα στις 24/02/2023 και ώρα 10:00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24 στην Αίτηση). Η νέα αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε στις 21/02/2023 και το διάταγμα εξασφαλίστηκε μονομερώς στις 24/02/2023, δυνάμει αίτησης ημερομηνίας 22/02/2023, αφού στις 23/02/2023 είχε δοθεί άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο για να επιληφθεί της υπόθεσης, άλλος δικαστής, λόγω απουσίας για λόγους υγείας του φυσικού δικαστή της υπόθεσης. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει συναφώς πως το ζήτημα του καταπείγοντος είναι άρρηκτα συνυφασμένο[56] με την επικείμενη εκτέλεση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής. Τούτη η διάσταση δεν υπήρχε στο πλαίσιο των προηγούμενων διαταγμάτων που είχαν, καλώς ή κακώς,[57] μονομερώς εξασφαλίσει οι Υπενοικιαστές στο πλαίσιο της Κ19/
- Συνεπώς, είναι κατανοητή η ενέργεια των Υπενοικιαστών να επιχειρήσουν να εξασφαλίσουν μονομερώς το προσωρινό διάταγμα στις 22/02/2023, αφού άλλως πως, τα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια που είχαν διαμορφωθεί, σε συνδυασμό με τις ιδιάζουσες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια, δύο μόλις μέρες αργότερα, στο κλείσιμο της επιχείρησής τους, λόγω της επικείμενης εκτέλεσης του εντάλματος. Στην όψη δηλαδή των πραγμάτων, είναι εμφανέστατος ο κατεπείγοντας χαρακτήρας του ζητήματος, εξ ου και η δικαστής που επιλήφθηκε της παρούσας αίτησης κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσής της, σημείωσε τα εξής: « Παρόλα αυτά, κρίνω ότι το ζήτημα που θίγεται είναι τόσο επείγον, ώστε να δικαιολογείται η εξέταση της Αίτησης, μονομερώς. Πέραν τούτου, βρίσκω ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από την απόρριψη της Αίτησης Κ19/2021 (ως εγκαταλειφθείσα) το Δεκέμβριο του 2022, δεν αποτελεί λόγο για τυχόν άρνηση μου να εξετάσω την Αίτηση μονομερώς αφού, από τα γεγονότα που έχει παραθέσει ο ενόρκως δηλών, διαπιστώνω ότι καμία ολιγωρία παρατηρήθηκε από την πλευρά των Αιτητών, οι οποίοι αντιμετώπισαν τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν με υπευθυνότητα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η προώθηση της Κυρίως Αίτησης Κ11/2023 και της παρούσας Ενδιάμεσης Αίτησης. Κρίνω, επομένως, ότι καμία καθυστέρηση παρατηρήθηκε από μέρους των Αιτητών. Σχετική με το ζήτημα είναι η απόφαση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Limited κ.ά., Πολ. Έφεση 312/10, 17.7.
- » Θυμίζω πως, με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία, το κατεπείγον αφορά έννοια που δεν ερμηνεύεται στενά,[58] εξετάζεται συνδεδεμένο προς τα εκάστοτε επίδικα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις.[59] Συνυπολογίζεται ακόμη ότι η διάσταση του χρόνου[60] αποτελεί πάντοτε έννοια σχετική. Λαμβάνεται επίσης υπόψιν και η πολυπλοκότητα του επίδικου θέματος.[61] Επιπλέον, στη CJSC "TV COMPANY STREAM κ.α. ν. MARTELLATA LTD 2 κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2018 σχ. με Ε35/2018, ημερομηνίας 08/04/2021 λέχθηκε ότι για τη διαπίστωση της καθυστέρησης θα πρέπει να συνυπολογίζεται κατά πόσο η άλλη πλευρά έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Περαιτέρω, στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G (ανωτέρω), για τούτο το θέμα λέχθηκε ότι: « Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος [.] » Παρά τα προαναφερόμενα, έχω προχωρήσει και εξετάσει και το κατά πόσον οι Υπενοικιαστές, είτε με τις ενέργειες, είτε με τις παραλείψεις τους, μεθόδευσαν τις συνθήκες για να θεωρηθεί αναγκαία η μονομερής εξέταση του αιτήματός τους, ως δηλαδή υποστηρίζουν επιπροσθέτως οι Ενοικιαστές. Έχω υπόψιν ότι στη Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10/12/2019 αναφέρθηκε πως: « Η έλλειψη χρόνου για να επιδοθεί η αίτηση στη Τράπεζα δημιουργήθηκε από την καθυστέρηση που επέδειξε ο Εφεσείοντας και δεν μπορεί να του επιτραπεί να επικαλείται τις δικές του παραλείψεις και να αναγάγει το ζήτημα ως κατεπείγον. » Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην Αναφορικά με την Αίτηση των C.M.K. METAL CONSTRACTION LIMITED, Πολιτική Αίτηση αρ. 138/2018, ημερομηνίας 7/11/2018: « Η αντιμετώπιση του θέματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν ορθή. Ορθά θεώρησε πως το κατεπείγον της αίτησης προέκυπτε από τους χειρισμούς των ίδιων των αιτητών και συνεπώς δεν μπορούσαν να το επικαλούνται ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της αίτησης τους. Αντίθετη προσέγγιση θα επιβράβευε τέτοιες πρακτικές προς ζημία της απονομής της δικαιοσύνης και των ταλαιπωρημένων δικαστικών διαδικασιών. Η αναγκαία και πολύτιμη στις κατάλληλες περιπτώσεις εξαίρεση απόδοσης θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά δεν μπορεί να λειτουργεί προς απόκτηση τακτικού δικονομικού πλεονεκτήματος ή εν πάση περιπτώσει για πρόκληση πίεσης στο Δικαστήριο και τους αντιδίκους. » Εξετάζοντας τούτη τη διάσταση, έχω επιμερίσει τον χρόνο στην περίοδο πριν και μετά τις 07/02/2023, που υπολογίστηκαν τα έξοδα των Ενοικιαστών. Ως προς την πρώτη περίοδο, σημειώνω ότι, με βάση τη σχετική ανταλλαγείσα αλληλογραφία, αποτελούσε κοινή πεποίθηση των συνηγόρων των διαδίκων ότι η νέα εναρκτήρια αίτηση από τους Υπενοικιαστές δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί, δίχως την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων, ως δηλαδή διαλαμβάνει η νέα Διαταγή
- Συνεπώς, έως και τις 07/02/2023, οπόταν και υπολογίστηκαν τα έξοδα, δεν θα μπορούσε να τους επιρριφθεί οποιαδήποτε ευθύνη. Τουναντίον, το γεγονός ότι αυτόβουλα προχώρησαν άμεσα στην εξόφληση ενός διόλου ευκαταφρόνητου ποσού, έναντι των εξόδων, ήτοι της τάξης των €17.000,00, δεν μπορεί παρά να αποτελεί ενέργεια που πιστώνεται προς όφελός τους. Η περίοδος που απασχόλησε τη σκέψη του Δικαστηρίου είναι το διάστημα από τις 08/02/2023 έως τις 22/02/2023, ήτοι της ημερομηνίας που εν τέλει καταχωρήθηκε η αίτηση για προσωρινό. Μεσολάβησαν περίπου 11 εργάσιμες μέρες. Οι Υπενοικιαστές εξηγούν την καθυστέρηση ως ακολούθως: «
- Τελικά, στις 07/02/2023 ψηφίστηκε ο κατάλογος εξόδων και η οφειλή των δικηγορικών εξόδων των Καθ' ων η Αίτηση υπολογίστηκε και εγκρίθηκε στο ποσό των €20.586,00.- πλέον τόκο προς 25 ετησίως επ' αυτού από 03/08/2021 μέχρι 31/12/2022 και τόκο προς 2,5% ετησίως από 01/01/2023 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού προς €20.453,00.-. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 26 στην παρούσα, την απόφαση του Δικαστηρίου η οποία συντάχθηκε στις 07/02/2023 με συνημμένο τον Κατάλογο Εξόδων ο οποίος εγκρίθηκε. Σε σχέση με το ως άνω οφειλόμενο ποσό και λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη είχε πληρωθεί η επιταγή banker's draft με αρ. 90452746 η οποία παραλήφθηκε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα για το ποσό των €17.000.-, υφίστατο διαφορά για το ποσό των €8.124,
- Με πάσα ειλικρίνεια θέλω να αναφέρω ότι εξ' υπαιτιότητας της παγοποίησης των τραπεζικών λογαριασμών των Αιτητών δυνάμει του εντάλματος ημερομηνίας 17/01/2023 και αφού αυτές είναι οι μόνες Τράπεζες με τις οποίες οι Αιτητές έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς δεν ήταν δυνατό και μέχρι σήμερα να είναι δυνατή η κατάθεση οποιασδήποτε επιταγής ή εξαργύρωσης της και συνεπεία τούτου δεν μπορούσαν οι Αιτητές να εξεύρουν τα χρήματα για να είναι σε θέση να πληρώσουν σε εναπομείναντα δικηγορικά έξοδα των Καθ' ων η Αίτηση. Τελικά, μετά από πολλές προσπάθειες που κατέβαλλα προσωπικά εξηύρα την Παρασκευή 17/02/2023 το ποσό που απαιτείτο και το οποίο παρέδωσα το απόγευμα της ίδιας ημέρας στον δικηγόρο μας, κ. Μαθηκολώνη. Την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι την Δευτέρα 20/02/2023, εκδόθηκε από τον λογαριασμό των δικηγόρων των Αιτητών τραπεζική επιταγή banker's draft με αρ. 90451605 για το ποσό των €8.124,90 εις πληρωμή προς τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση. Την ίδια ημέρα, 20/02/2023, δια ιδιώτη επιδότη επιδόθηκε προς τον δικηγόρο κ. Λούκα Κωστακόπουλο η επιταγή banker's draft με αρ. 90451605 για το ποσό των €8.124,90 συνοδευόμενη με Επιστολή ημερομηνίας 20/02/2023 των δικηγόρων των Αιτητών. Ο κ. Κωστακόπουλος παρέλαβε την Επιστολή ημερομηνίας 20/02/2023 καθώς και την επιταγή ημερομηνίας 20/02/2023 ως ο ίδιος χειρόγραφα παραδέχεται και που αναφέρει ότι: «Παραλαμβάνουμε την επιστολή και την συνημμένη σε αυτή επιταγή με την επιφύλαξη ότι παρόλο που στην επιταγή φαίνεται δικαιούχος η δικηγορική εταιρεία, πραγματικός δικαιούχος είναι οι πελάτες μας. Περαιτέρω, μέχρι την τίμηση των επιταγών τα δικηγορικά έξοδα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν πληρωθεί και εξοφληθεί.» Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27 στην παρούσα, ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Χ''Κωνσταντή ημερομηνίας 21/02/2023, ιδιώτη επιδότη, δια της οποίας ορκίζεται ότι επέδωσε την επιστολή και επιταγή προς τον κ. Λούκα Κωστακόπουλο στις 20/02/2023, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ.
- Την επομένη, ήτοι στις 21/02/2023 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και σήμερα, 22/02/2023 καταχωρείται η παρούσα Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα προς αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και/ή του διατάγματος έξωσης ημερομηνίας 01/07/2021 που εκδόθηκαν στην Αίτηση Ε84/
- Ειδικότερα, θέλω να επισημάνω ότι στις 24/02/2023 δηλαδή εντός 2 ημερών όπως έχουμε ενημερωθεί θα προσέλθει η αστυνομία και ο δικαστικός επιδότης προς εκτέλεση του διατάγματος και έξωσης των Αιτητών στην παρούσα. Καταληκτικά, όπως θέλω να αναφέρω ένεκα και διότι καθυστέρησε ο υπολογισμός και ψήφιση του καταλόγου εξόδων καθώς και ενόψει της διαφοράς στα δικηγορικά έξοδα, περίπου για το ποσό των €8.000.- τα οποία ένεκα της παγοποίησης των τραπεζικών λογαριασμών των Αιτητών δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν οι επιταγές από τους πελάτες μας και δεν είχαμε τα χρήματα αυτά, παρά μόνο τα εξασφάλισα την Παρασκευή 17/02/2023, οι Αιτητές δεν ήταν σε θέση να καταχωρήσουν ούτε την παρούσα Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα ούτε και την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Παραμερισμού καθότι δεν θα μπορούσαν να συμμορφωθούν με τα προαπαιτούμενα της Διαταγής 30 Θεσμός
- » Είναι όντως γεγονός ότι οι Ενοικιαστές είχαν στο μεσοδιάστημα, δηλαδή από τις 17/01/23, εξασφαλίσει εναντίον των Υπενοικιαστών (δείτε: ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 στην Αίτηση) προσωρινό (order nisi) ένταλμα κατάσχεσης (writ of attachment) εναντίον μεσεγγυούχων τραπεζικών ιδρυμάτων για τη μη αποξένωση ποσών που απορρέουν εκ της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν και από την άλλη πλευρά υποστηρίχθηκε πως οι Υπενοικιαστές δεν λένε την αλήθεια διότι συνεργάζονται με 3η διαφορετική τράπεζα,[62] τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να αναδυθεί στην όψη των πραγμάτων, δοθέντος και του περιεχομένου των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, θα ήταν άδικο, υπό τις περιστάσεις, να καταλογιστεί στους Υπενοικιαστές ότι οι ίδιοι δημιούργησαν τις κατεπείγουσες περιστάσεις. Αντιθέτως, η παρουσιασθείσα πραγματικότητα θέτει τους Υπενοικιαστές αντιμέτωπους με διάφορες δυσκολίες, τις οποίες εν τέλει κατάφεραν να αντιπαρέλθουν, εξοφλώντας τα έξοδα της προηγούμενης διαδικασίας. Προχωρώ στην εξέταση της θέσης των Ενοικιαστών ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος, για 3η φορά μονομερώς, παραβίασε την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, διότι το ιστορικό των σχέσεων των διαδίκων υπαγόρευε την δια κλήσεως εξέταση του θέματος. Είναι κατανοητή η προσπάθεια διασύνδεσης του θέματος με την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, ο θεμελιώδης χαρακτήρας της οποίας παρουσιάζεται να υποβαθμίζεται όταν για το ίδιο ζήτημα εξασφαλίζεται, κατ' επανάληψη και μονομερώς, προσωρινό διάταγμα. Δεν είναι όμως αυτό που αποφασίστηκε στη Zhigachov, την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των Ενοικιαστών. Συγκεκριμένα, σε εκείνη την υπόθεση, ακυρώθηκε με προνομιακό διάταγμα certiorari το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα[63] ημερομηνίας 24/01/2013, που είχε εκδοθεί στο πλαίσιο της εκκρεμούσας Αγωγής αρ. 3982/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στο πλαίσιο της οποίας υπήρχαν εν ισχύ άλλα, εκ συμφώνου, διατάγματα που ρύθμιζαν τις ήδη σχέσεις των μερών. Στην παρούσα περίπτωση, τα γεγονότα είναι ουσιωδώς διαφορετικά. Ούτε η διάσταση του κατεπείγοντος είναι η ίδια, ούτε άλλη ταυτόσημη εκκρεμούσα υπόθεση υφίσταται, ούτε το Δικαστήριο γνωρίζει για την ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων εν ισχύ και εκ συμφώνου προσωρινών διαταγμάτων, που μάλιστα να έχουν ρυθμίσει από καιρό τις σχέσεις των μερών. Ούτε η δική μου έρευνα με έχει οδηγήσει στην ύπαρξη οποιασδήποτε αρχής που να επιβεβαιώνει την εισήγηση των Ενοικιαστών. Η σχετική επί του θέματος νομολογία, ταξινομεί ως παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, εν πρώτοις, τις περιπτώσεις όπου υπάρχει πλήρης αποστέρηση διαδίκου να ακουστεί, όπως έγινε στην Αναφορικά με την Αίτηση του Kazakov, Πολιτική Έφεση Αρ. 72/2022, ημερομηνίας 17/07/2023, ECLI:CY:AD:2023:A
- Στην ίδια απόφαση παρατίθεται και άλλη περιπτωσιολογία όπου διαπιστώθηκε παραβίαση αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Αναφέρεται η περίπτωση όπου το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν είχε οριστεί επιστρεπτέο,[64] καθώς και όταν ο χρόνος που ορίζεται επιστρεπτέο είναι τόσο μακρύς που ακυρώνεται αυτόματα το κατεπείγον του ζητήματος.[65] Η παρούσα περίπτωση, αναμφίβολα, δεν μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο οποιασδήποτε από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις. Η υπό εξέταση εισήγηση των Ενοικιαστών, αν και λογικοφανής, υπερσκελίζεται από την απροσπέλαστη ανάγκη ότι, η κάθε περίπτωση εξετάζεται με βάση τα εκάστοτε επίδικα, ιδιαίτερα, της γεγονότα. Η ιστορία διδάσκει, αλλά δεν προκαθορίζει το μέλλον.[66] Η ίδια απάντηση ισχύει και όσον αφορά τους ισχυρισμούς που επιχειρούν να διασυνδέσουν το κατεπείγον του θέματος, με τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση ημερομηνίας 16/12/2022 και την αποδιδόμενη στους Υπενοικιαστές παρελκυστική συμπεριφορά για τη δέουσα προώθηση της διαδικασίας, αλλά αυτά δεν αποτελούν σχετικό στοιχείο στάθμισης, αφού πρόκειται για διαφορετικό νομικό και πραγματικό πλαίσιο. Εξάλλου, όπως στις 16/12/2022 κρίθηκε ότι θα ήταν άδικο οι Ενοικιαστές να επωμιστούν, για διαφορετικό ζήτημα, τις συνέπειες της άσκησης της διακριτικής δικαστικής εξουσίας,[67] έτσι και τώρα, κατ' αντίστροφο τρόπο, δεν θα ήταν ορθό, οι Υπενοικιαστές να υποστούν, εκ νέου, τις συνέπειες που ήδη τους αποδόθηκαν δια της απόρριψης της Κ19/21 και της επιδίκασης εναντίον τους των εξόδων της διαδικασίας. Καταληκτικά, με βάση πλέον και το υλικό που έχει παρουσιαστεί εκ μέρους των Ενοικιαστών, δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτούς ότι προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα, είτε ουσιώδους απόκρυψης, είτε παραπλάνησης, είτε παρουσίασης αναληθούς εικόνας ως προς τα δεδομένα που στοιχειοθετούσαν τον κατεπείγοντα χαρακτήρα του αιτήματος, είτε άλλως, το οποίο εάν ήταν εις γνώση της δικαστικής σύνθεσης που εξέτασε μονομερώς το ζήτημα, θα το επέτρεπε από το να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, υπό το φως της επικείμενης εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής. Θα αποτελούσε δε εσφαλμένη διαπίστωση εάν τα πιο πάνω γεγονότα ταξινομούνταν ως εμπίπτοντα εντός εκείνης της κατηγορίας των περιπτώσεων, που το κατεπείγον του θέματος απορρέει ξεκάθαρα από την παράλειψη του αιτούντα να αξιώσει έγκαιρα την προσωρινή του προστασία.[68] Ως εκ των ανωτέρω, η εξασφάλιση προσωρινής θεραπείας μονομερώς, υπό τις περιστάσεις, ευλόγως αναζητήθηκε και καλώς παραχωρήθηκε. Η προϋπόθεση ικανοποιείται. (ε) Το ισοζύγιο της ευχέρειας. Προχωρώ στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, δηλαδή της αναλογικότητας των επιδιωκόμενων διαταγμάτων προς τον σκοπό που επιδιώκεται επί της κυρίως Αίτησης και την έννοια της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo ante). Η έννοια της διατήρησης του status quo και ιδιαίτερα ο χρονικός προσδιορισμός αυτού είναι ένα ζήτημα που έχει κατά κόρον απασχολήσει, και προβληματίσει, τα δικαστήρια. Στη Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκαν επί τούτου τα εξής: « Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ΄status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." » Υπό τις περιστάσεις, η έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης, αναμφίβολα ανέτρεψε την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, στην παρούσα χρονική περίοδο, το δικαίωμα ακρόασης των Υπενοικιαστών σχετικά με τους λόγους για παραμερισμό της προσβαλλόμενης Απόφασης υπερισχύει του δικαιώματος των Ενοικιαστών για την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ιδίως υπό το φως των όρων που έχουν ήδη τεθεί εις βάρος των Υπενοικιαστών για δέσμευση όλων των χρημάτων που κατατέθηκαν στις προηγούμενες διαδικασίες, καθώς και για τη μηνιαία καταβολή των €5.000,
- Η διατήρηση της αναστολής, υπό τους προαναφερόμενους κατάλληλους όρους, μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς, η οποία θα γίνει το συντομότερο δυνατό, θα διασφαλίσει την προϋπόθεση για απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, δίχως την πρόκληση μη αναστρέψιμης αδικίας σε οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Από την άλλη, η υλοποίηση της ανάκτησης της κατοχής θα ανατρέψει το status quo ante που ίσχυε για χρόνια μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, υπό το φως και των όρων που έχουν τεθεί για την έκδοση του διατάγματος, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Υπενοικιαστών. Ολοκληρώνοντας, και επειδή το όλο ζήτημα συμπλέκεται και με το δικαίωμα για αναστολή της τελικής απόφασης, σημειώνω πως, ακόμη και αν εξέταζα τα επίδικα θέματα υπό τούτο το νομικό πρίσμα, δηλαδή, εξισορροπώντας τη φυσιολογική προσδοκία των Ενοικιαστών να απολαύσουν άμεσα τους καρπούς της νίκης τους και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της Αίτησης Παραμερισμού των Υπενοικιαστών να μην χάσει τη σημασία της, στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγα, στη βάση του ό,τι προαναφέρεται. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 24/02/2023 οριστικοποιείται, με τους ίδιους όρους που είχαν τεθεί κατά τη μονομερή έκδοσή του. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, κρίνω υπό τις περιστάσεις ορθότερο, με βάση τις σχετικές επί του θέματος αρχές,[69] όπως παραμείνουν στην πορεία και να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Κυρίως Αίτησης Παραμερισμού. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Με βάση τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω Διαταγή, η πληρωμή των εξόδων της εγκαταλειφθείσας υπόθεσης, αποτελεί προαπαιτούμενο για την καταχώριση νέας, ίδιας, υπόθεσης. [2] Συγκεκριμένα, είχε εσφαλμένα υποστηριχθεί, κατά την εξασφάλιση του μονομερώς διατάγματος, ότι το επίδικο υποστατικό βρίσκεται σε μη ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή, ζήτημα το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως «ευθεία και αναντίλεκτα ουσιώδη παραπλάνηση του Δικαστηρίου». [3] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [4] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [5] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [6] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.» [7] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [8] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [9] Δείτε: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [10]Δείτε: Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [11] Δείτε: Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [12] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [13] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [14] Δείτε: Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [15] Δείτε: Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [16] Δείτε: Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ.
- [17] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/2023 (i-justice), ημερομηνίας 4/07/
- [18] Δείτε: Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [19] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
- [20] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο», σελ.
- [21]Δείτε: Ακίνητα Ν. & Κ. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 863. [22] Δείτε μεταξύ άλλων: Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Charalambous v. C. Nicolaides and A.Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, Α. Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ 797, Α. Παπά ν Ν. Α. Οικονομίδου κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ 58, Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Γιάννος Παύλου κ.ά ν Μαρούλλας Νεοφύτου Νικολάου κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 373/2016, ημερομηνίας 10.10.2017, Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018, Christakis Pilides Construction Ltd ν. Philpool Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2019, ημερομηνίας 12/06/2020 και Navarino Wine Lodge Limited v. T.C.N. Holding Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 105/2020, ημερομηνίας 30/10/2020. [23] Το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ως εξής: «Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» [24] Η Δ. 35 θ. 18 αναφέρει: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». [25] Στο πλαίσιο της Αίτησης της D. COUVAS & SONS LIMITED, Πολιτική Αίτηση αρ. 55/2022, ημερομηνίας 23/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:D200, ήταν η σειρά των Ενοικιαστών να επιχειρήσουν να ακυρώσουν την απόφαση για οριστικοποίηση του Δεύτερου προσωρινού Διατάγματος, καταλογίζοντας στο πρόσωπο αυτού του Δικαστηρίου έλλειψη αμεροληψίας, «πικρία» και εναντίον τους προκατάληψη, ενώ, προηγουμένως, είχαν αποσύρει άλλη αίτηση για προνομιακό που αμφισβητούσε τη μονομερή έκδοσή του. Οι δε Υπενοικιαστές, εφεσιβάλλοντας την απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ημερομηνίας 16/12/2022 μέσω της οποίας η αίτηση Κ19/2021 απορρίφθηκε ως εγκαταλειφθείσα (δείτε: ΤΕΚΜΗΡΙΟ 23 στην Ένσταση), διατείνονται ότι κρίση του Δικαστηρίου προς απόρριψη της Κ19/21 επηρεάστηκε από τις «σφοδρότατες» ενέργειες των αντιδίκων τους, εναντίον του προσώπου του ιδίου του Δικαστηρίου. [26] Τι είναι «ουσιαστικό» υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στη Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598 και Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82.» [27] Δείτε: Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1(A) A.A.Δ. 597. [28] Δείτε: Σύγγραμμα Commercial Injuctions, 6η Έκδοση, σελ. 265 κ.ε. [29] Για περισσότερα δείτε τη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/02/2015 όπου αναλύθηκαν οι σχετικές αρχές. [30] Ως επίσης, θεωρούν ως ουσιαστική παράλειψη η μη αποκάλυψη από τους αντιδίκους τους, ότι έχουν προβεί σε δικονομικές ενέργειες για τον περιορισμό των απαιτήσεων τους στην Αγωγή. [31] Τι συνιστά κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών, είναι καλά παγιωμένο. Στη Κονναρής ν. Λουκαΐδου Θεοφάνους, Πολιτική Εφέση αρ. 35/2014 κ.α., ημερομηνίας 27/01/2022, ECLI:CY:AD:2022:D54, επαναλήφθηκε ότι: «Η ύπαρξη και η προώθηση, συγχρόνως, ξεχωριστών δικαστικών μέτρων, προς επίτευξη του ιδίου σκοπού, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τούτο αποτελεί το ratio decidenti στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911.» [32] Για την έννοια της «εκτέλεσης» (execution), δείτε τα λεχθέντα στη In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119. [33] Στη Δημητρούδης v. Λουγκρίδη,
(2011)1Α Α.Α.Δ 687, υποδείχθηκε ότι διαδικασία για αναστολή εκτέλεση εκκρεμούσης έφεσης, δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας και σημειώθηκε συναφώς ότι: «Γενικά το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση.» [34] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση της Μolvi Estates Ltd
(2016)A.A.Δ. 2717. [35] Στη βάση μάλλον της λογικής ότι το αλάθητο δεν συνάδει με την ανθρώπινη ύπαρξη. [36] Δείτε: Commercial Injuctions, 6η Έκδοση, σελ. 868 κ.ε. [37] Με δύο λόγια, ο Megarry ως δικαστής του Chancery Division αποφάσισε ότι είχε εξουσία για να δώσει τέτοια θεραπεία, εφαρμόζοντας, mutatis mutandis, νομοθετική πρόβλεψη που παρεχόταν στο Court of Appeal. Το σκεπτικό του εν λόγω δικαστή αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα στην Ocean Corporation Ltd v. Novorossijskrybprom Company Ltd (No.2)
(1996)1(B) A.A.Δ. 1154. [38]Δείτε όμως και Ιωάννου ν. Μανώλη
(1998)ΙΓ ΑΑΔ 1423 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Έχουμε την άποψη πως η θέση που έχει προβάλει ο εφεσείων, σε σχέση με τη διάρκεια της ισχύος του επίδικου διατάγματος, βρίσκει έρεισμα σ΄ αυτή τούτη τη φύση του επίδικου διατάγματος. Πρόκειται για απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά από ενδιάμεση αίτηση και με το οποίο δεν έχουν κριθεί οριστικά τα δικαιώματα των διαδίκων (Βλ. Bozson v. Altrincham U.D.C. [1903] 1 K.B. 547, 548). Πρόκειται, επομένως, για παρεμπίπτον διάταγμα ("άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 - Ν 14/60). Εφόσον πρόκειται για περεμπίπτον διάταγμα η ισχύς του συνεχίζει μέχρι την ακρόαση της ουσίας της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής. Είναι απλώς προσωρινής φύσεως και δεν ρυθμίζει δικαιώματα. Οι συνέπειες και οι σκοποί του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι απλώς η διατήρηση του status quo ή μέχρι νεωτέρας διαταγής (Βλ. Leney & Sons Ltd v. Callingham and Thompson [1908] 1 K.B. 79, 84, Jones v. Pacaya Rubber and Produce Co. Ltd [1911] 1 K.B. 455, 457, και Kerr on Injunctions, Sixth ed., σελ. 1-2). Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο έχει εκδοθεί μετά από ενδιάμεση αίτηση εκτοπίζεται από την τελική απόφαση στην αγωγή.» Στη βάση της ίδιας λογικής, ο δικαστής Diplock στη SISKINA (OWNERS OF CARGO LATELY LADEN ON BOARD) AND OTHERS RESPONDENTS AND DISTOS COMPANIA NAVIERA S.A. [1979] A.C. 210 ανάφερε: «A right to obtain an interlocutory injunction is not a cause of action. It cannot stand on its own. It is dependent upon there being a pre-existing cause of action against the defendant arising out of an invasion, actual or threatened by him, of a legal or equitable right of the plaintiff for the enforcement of which the defendant is amenable to the jurisdiction of the court. The right to obtain an interlocutory injunction is merely ancillary and incidental to the pre-existing cause of action. It is granted to preserve the status quo pending the ascertainment by the court of the rights of the parties and the grant to the plaintiff of the relief to which his cause of action entitles him, which may or may not include a final injunction.» Η εν λόγω απόφαση δημιούργησε το λεγόμενο «Siskina Rule», για το οποίο στην Αναφορικά με την Αίτηση των Igor Zhigachov κ.α. [2013] 1 Α.Α.Δ. 133 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina [1979] AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα.» [39] Δείτε: Ορουντιώτης κ.α. ν. Loukas Georgiou Management Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. 71/2017, ημερομηνίας 14/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:A453, απόφαση στην Αίτηση ημερ. 17/03/2021. [40] Βεβαίως, τα γεγονότα που μεσολάβησαν έκτοτε και κυρίως το σκεπτικό του Δικαστηρίου αυτού όχι μόνο σχετικά με την απόφαση οριστικοποίησης του διατάγματος ημερομηνίας 22/02/2022, αλλά και με την απόφαση ημερομηνίας 16/12/2022, έτυχαν ανάλογου, ως αναμενόταν, δικογραφικού χειρισμού από τους συνήγορους των διαδίκων, δίχως όμως να εντοπίζεται ουσιαστική διαφοροποίηση των πραγμάτων. [41] Δείτε: American Cyanamid Co v. Ethicon [1975] 1 ALL ER 504 HL και Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R.
- [42] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω). [43] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler (ανωτέρω) και HADJISOLOMOU BROS CONSTRUCTIONS LTD και A & N CHINA HOUSE RESTAURANTS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 296/2013, ημερομηνίας 22/10/
- [44] Η έννοια της «ενοικίασης» στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο (Ν. 23/83) (ο «Νόμος») δεν αναλύεται ιδιαίτερα. Στη σχετική ερμηνευτική αναφορά στο άρθρο 2 του Νόμου αναγράφονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού [..]». Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [45] Στην Κυρίως Αίτηση Ε84/2020 αναφέρθηκε: «Μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση, εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, τμήμα αστικών υποθέσεων. Οι δικαστικές διαδικασίες αφορούν σε διαδικασία αστικής αγωγής, μεταξύ άλλων, για ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας από την Καθ' ης η Αίτηση, σε διαδικασία ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος και σε διαδικασία εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση. Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο εάν αυτό κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο.» [46] Θυμίζω πως, μεταξύ άλλων, στο σκεπτικό του Δικαστηρίου που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης περιλαμβανόταν η αναφορά ότι «το Δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει, με βάση τις σχετικές νομολογιακές αρχές, τον πραγματικό χαρακτήρα της κατά περίπτωση ενοικιαστικής σχέσης (Δείτε: Street v. Mountford
(1985)2 All ER 289)», όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: «The manufacture of a five-pronged implement for manual digging results in a fork even if the manufacturer, unfamiliar with the English language, insists that he intended to make and has made a spade.» [47]Δείτε: Τουμάζου ν. S. P. S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α. Α. Δ 700. Αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ υποχρέωση εκείνου που επικαλείται την ύπαρξη της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη της θέσμιας ενοικίασης που αξιώνει την ανάκτησή της. [48] Ως λέχθηκε στη Lamarco Ltd v. Kranos
(1987)1 CLR 336, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983, αποτελεί βασική συνιστώσα της κοινωνικής νομοθεσίας του τόπου και επενεργεί με καταναγκαστικό τρόπο στις συμβατικές σχέσεις που μετατρέπονται σε θέσμιες, για να εξισορροπήσει και να προστατεύσει, όταν και όπου χρειάζεται. [49] Στη Δημοκρατία ν. Πέτσα
(1996)1 ΑΑΔ 1342, κατά προσόμοιο τρόπο, ως προς τις δυνατότητες του επαρχιακού δικαστηρίου όταν χρησιμοποιεί εν μέρει εξεταστική διαδικασία για καθορισμό αποζημίωσης στις περιπτώσεις απαλλοτρίωσης, σημειώθηκαν τα εξής: «Η εναπόθεση της ευθύνης εξ ολοκλήρου στα μέρη, με διαδικασία αμιγούς αντιπαράθεσης, θα εξαρτούσε την έκβαση υπέρμετρα από τους χειρισμούς στους οποίους εκείνοι θα προέβαιναν. Και έτσι να μην παρείχετο ενδεχομένως η δυνατότητα για τον καθορισμό αποζημίωσης με τα αναγκαία γνωρίσματα της δίκαιης και εύλογης.» [50] Δείτε: Το δικαιοδοτικό άρθρο 4 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου (ανωτέρω). [51] Το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου και το απαραβίαστο της κατοικίας του, αποτελούν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που συναρτώνται με την ίδια την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξ ου και διασφαλίζονται τόσο από τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος όσο και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. [52] Δείτε: Lushkin ν. Ρωσίας, Αιτήσεις αρ. 29775/14 and 29967/14, ημερ. 15/12/2020 (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). [53] Δείτε: Σύγγραμμα Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 253. [54] Δείτε: Κυρίσαββα (ανωτέρω) [55] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Εκδ. 2016, Κεφ. 6, σελ. 137. [56] Η αναφορά δεν γίνεται υπό τύπο μομφής έναντι των Ενοικιαστών, οι δικηγόροι των οποίων, ευθύς μόλις απορρίφθηκε η Κ19/2021, καθηκόντως όφειλαν να προβούν σε όλα τα διαβήματα που έκριναν σκόπιμα για τη δέουσα εκτέλεση της προσβαλλόμενης Απόφασης. Αλλά, δεν μπορεί να μην επισημανθεί η αλληλεπίδραση της ενέργειας. [57] Η δε ορθότητα της κρίσης του Δικαστηρίου, στις προηγούμενες περιπτώσεις, αποτελεί στοιχείο ξένο προς το υπό συζήτηση θέμα. [58] Για παράδειγμα, στην Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179 κρίθηκε ότι η αναφορά σε «επικείμενα ξεπουλήματα» αρκούσε για να προσδώσει επείγοντα χαρακτήρα στη διαδικασία. [59] Για παράδειγμα, στην Κυρίσαββα (ανωτέρω) η καθυστέρηση που υπήρξε για την αναζήτηση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, ήταν για ένα ολόκληρο έτος. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 ρητά αναφέρει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου εδράζεται όταν αποδειχθεί είτε το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιαδήποτε άλλη ιδιαίτερη περίσταση.» [60] Στη ΧατζηΓαβριήλ κ.ά. v. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 606 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση 7 μηνών ήταν αιτιολογημένη. [61] Δείτε: Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [62] Δείτε παρ. 294 της ένορκης δήλωσης του Π/Σ όπου αναφέρεται:«294.Παρόλο που οι Αιτητές διατείνονται ότι λειτουργούν αποκλειστικά μέσω των λογαριασμών τους στις 2 τράπεζες στις οποίες αφορά το Διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (Garnishee Order Nisi), αυτοί 20 περίπου ημέρες πριν καν εκδοθεί το σχετικό διάταγμα, εξέδωσαν επιταγή μέσω άλλης τράπεζας, ήτοι της Ελληνικής Τράπεζας, σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας». [63]Μέσω του οποίου απαγορευόταν στους «Zhigachov και Alexander Zakharov, προσωπικώς ή άλλως ενεργούντες και ιδιαιτέρως μέσω των Davidyan και Tshegoleva, να εμφανίζονται ως Διευθυντές ή ως εκπροσωπούντες την Providencia ή να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε έγγραφο φαίνεται να προέρχεται ή να εγκρίθηκε από αξιωματούχο ή Διευθυντή της Providencia ή της Custodian, και απαγορεύεται στους Zhigachov, Alexander Zakharov και Vladimir Zakharov, προσωπικώς ή άλλως ενεργούντες και ιδιαιτέρως μέσω των Davidyan και Tshegoleva, να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν περιουσία που ανήκει στην Providencia ή σε εταιρεία ελεγχόμενη από αυτή». [64] Δείτε: In re Philippou
(1986)1 C.L.R. 568 και Sfertos Consulting & Services Ltd, Πολ. Αίτ. αρ.30/2020, ημερ. 20/03/2020 [65] Δείτε: Θεοφάνους
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 234 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.
- [66] Η αναφορά γίνεται προς απάντηση της εισήγησης ότι με βάση το ιστορικό των διαφορών των διαδίκων, η αίτηση δεν θα έπρεπε να εξεταστεί μονομερώς. [67] Συγκεκριμένα, στη σελ. 19 της εν λόγω απόφασης, είχε αναφερθεί: «Υπενθυμίζω συναφώς ότι το παρόν Δικαστήριο, οριστικοποιώντας το προσωρινό διάταγμα προς όφελος των Υπενοικιαστών στις 22/02/2022, άσκησε υπέρ εκείνων τη διακριτική του ευχέρεια, τόσο αναφορικά με την καθυστέρηση που μεσολάβησε από την απόρριψη της 1ης Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, όσο και σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, επειδή ακριβώς, τότε είχε παρουσιαστεί προς το Δικαστήριο παρόμοια επιχειρηματολογία περί επικείμενης καταστροφής και ανεπανόρθωτης ζημίας. Σήμερα όμως το πλαίσιο εξέτασης είναι παντελώς διαφορετικό. Συνεπώς, υιοθέτηση τούτης της εισήγησης θα ισοδυναμούσε με πρόδηλη αδικία για την άλλη πλευρά, η οποία θα καλείτο εκ νέου να επιβαρυνθεί τις συνέπειες της ίδιας δικαστικής διακριτικής ευχέρειας η οποία ασκήθηκε προς την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, μέσω της 2ης Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα.» [68] Δείτε: Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10/12/
- [69] Η επιδίκαση εξόδων σε τούτη τη δικαιοδοσία διέπεται από τον Κανονισμό 13(β) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 και με βάση ό,τι εκεί προβλέπεται καθώς και τη σχετική νομολογία (μεταξύ άλλων: KATSIANTONIS v FRANTZESKOU
(1981)1 CLR 566