Κώστας Αθανασίου κ.α. ν. G. & V. HADJIDEMOSTHENOUS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: Κ8/2021, 28/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ραγουζαίου, Πρόεδρος Δ. Κεμιτζή, Κ. Θεοδώρου, Μέλη Αρ. Αίτησης: Κ8/2021 Μεταξύ:
- Κώστας Αθανασίου, εξ Αθηνών
- Ευαγγελίας Αθανασίου, εξ Αθηνών Αιτητών ΚΑΙ
- G. & V. HADJIDEMOSTHENOUS LIMITED, εκ Πάφου
- Γεωργίου Χατζηδημοσθένους, εκ Πάφου
- Κωνσταντίας Γ. Χατζηδημοσθένους, εκ Πάφου Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία:28/06/2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Η. Κυπριανού για κκ. Στέλιος Στυλιανίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση 1 και 3: κος Μιλτιάδης Γεωργιάδης για κκ. Τηλέμαχος και Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. A Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά την απαίτηση των Αιτητών εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 3, για την έκδοση απόφασης για οφειλόμενα ενοίκια ύψους €123.918,66, τα οποία προέκυψαν από την επίδικη ενοικίαση ενός καταστήματος στην Κάτω Πάφο, που στο εξής θα καλείται ως "το μίσθιο" ή "το επίδικο ακίνητο"). Εναντίον του αποβιώσαντα Καθ' ου η αίτηση 2, η απαίτηση δεν προωθήθηκε. Το μίσθιο κατείχαν οι Καθ' ων η αίτηση 1, αρχικά ως συμβατικοί ενοικιαστές και στην συνέχεια, ως θέσμιοι ενοικιαστές. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ενάγονται υπό την ιδιότητα των εγγυητών στην σύμβαση ενοικίασης, μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' η αίτηση
- Η κατοχή του μίσθιου αποδόθηκε τελικά στους Αιτητές και η απαίτηση αφορά την χρονική περίοδο από την 01.07.2014 μέχρι την 31.12.
- Απάντηση Καθ' ων η αίτηση Στον αντίποδα, οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 3, υποστηρίζουν ότι:
- η συμβατική ενοικίαση ουδέποτε ανανεώθηκε και ότι υπήρξαν θέσμιοι ενοικιαστές του μίσθιου, από την εκπνοή της αρχικής περιόδου της σύμβασης (στις 30.04.2003).
- οι αυξήσεις στο ενοίκιο του μίσθιου που επιβλήθηκαν μετά την εκπνοή της σύμβασης είναι άκυρες, διότι αντίκεινται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο.
- Η εγγύηση που υπέγραψαν οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν επεκτείνεται στην περίοδο της θέσμιας ενοικίασης, αλλά εξέπνευσε μαζί με την σύμβαση ενοικίασης. Ανταπαιτούν δε, οι Καθ' ων η αίτηση 1, την επιστροφή όσων ποσών καταβλήθηκαν στους Αιτητές υπό μορφή αυξήσεων ενοικίου. Γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν: Αποτελεί κοινό έδαφος στην παρούσα υπόθεση ότι: Οι Αιτητές είναι οι ιδιοκτήτες του μίσθιου. Το μίσθιο αποτέλεσε το αντικείμενο της ενοικίασης, (ως η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 03.04.2000, Τεκμήριο αρ.2), η οποία συνάφθηκε μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η αίτηση
- Αυτή αφορούσε την περίοδο τριών ετών (από την 01.05.2000 μέχρι και τις 30.04.2003) και προνοούσε δικαίωμα ανανέωσης για περίοδο τεσσάρων ετών. Συνέχισαν να κατέχουν οι Καθ' ων η αίτηση 1 το μίσθιο μετά την 30.04.2003, καταβάλλοντας αύξηση στο μηνιαίο προς 6% ετησίως. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 προσέφεραν την κατοχή του μίσθιου στους Αιτητές, την 31.12.
- Αυτή παραλήφθηκε από τους Αιτητές την 18.06.
- Επίδικα θέματα και βάρος απόδειξης Τα επίδικα ζητήματα αφορούν τα εξής:
- Κατά πόσον η συμβατική ενοικίαση "ανανεώθηκε" και ποιος ήταν ο χρόνος έναρξης της θέσμιας ενοικίασης.
- Κατά πόσον οι επιβληθείσες αυξήσεις στο μηνιαίο ενοίκιο υπήρξαν νόμιμες.
- Εάν η εγγύηση κάλυπτε και την περίοδο της θέσμιας ενοικίασης.
- Κατά πόσο η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση 1, για επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν, είναι βάσιμη. Προωθήθηκαν δύο αντικρουόμενες θέσεις (όπως έχουν προβληθεί στα δικόγραφα και καταγράφονται πιο πάνω). Οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι (α) κατά τον χρόνο της ανάληψης της κατοχής του μίσθιου, οι Καθ' ων η αίτηση 1, όφειλαν ενοίκια ύψους €123.918,66 και (β) οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ευθύνονται, ως εγγυητές, για το οφειλόμενο από τους Καθ' ων η αίτηση 1 ποσό. Οι Καθ' ων η αίτηση, αντικρούοντας τις θέσεις των Αιτητών: (α) αρνούνται την ύπαρξη οφειλής από μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1, υποστηρίζοντας πως οι διαδοχικές αυξήσεις στο ενοίκιο του μίσθιου ήταν παράνομες και επομένως άκυρες, ενώ όλα τα νομίμως επιβληθέντα ενοίκια έχουν εξοφληθεί και (β) αρνούνται ότι η εγγύηση που υπέγραψαν οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, καλύπτει την περίοδο της επίδικης θέσμιας ενοικίασης. Δεν εκφεύγει η παρούσα υπόθεση του βασικού κανόνα που ισχύει σε μια πολιτική δίκη (βλ. Σοφοκλέους ν. Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/2008 ημερομηνίας 18/5/2012). Ο κάθε διάδικος φέρει το βάρος να αποδείξει την δική του απαίτηση. Επομένως, οι Αιτητές φέρουν το βάρος να αποδείξουν την υπόθεση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το ίδιο ισχύει για την Ανταπαίτηση των Καθ' ων η αίτηση
- Θα εξεταστούν ξεχωριστά οι εξής τέσσερεις ενότητες: Α. Η νομιμότητα των αυξήσεων Β. Η τυχούσα απαλλαγή των ενοικιαστών από την υποχρέωση καταβολής ενοικίων. Γ. Η εγγύηση Δ. Η Ανταπαίτηση Α. Η νομιμότητα ή μη των αυξήσεων στο καταβλητέο ενοίκιο του μίσθιου Εξετάζοντας το ζήτημα του κατά πόσο οι επιβληθείσες αυξήσεις στο ποσό του μηναίου ενοικίου, υπήρξαν νόμιμες και δεσμευτικές, θα πρέπει να ανατρέξουμε στην ίδια τη σύμβαση και στο νομικό της καθεστώς. Είναι καταρχάς παραδεκτό ότι η σύμβαση που συνάφθηκε στις 03.04.2000, είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας νόμιμης σύμβασης ενοικίασης και ότι η συμβατική αυτή σχέση είχε ως καταληκτική ημερομηνία την 30.04.2003 (δηλ. "τρία έτη από την 01.05.2000"). Συμφωνούν επίσης οι διάδικοι ότι αυτή περιείχε πρόνοια ανανέωσης για περαιτέρω τέσσερα έτη. Το κατά πόσον αυτή η πρόνοια υλοποιήθηκε, αποτελεί σημείο διαφωνίας. Ο λόγος της διαφωνίας είναι φανερός. Εάν αποδειχθεί ότι η σύμβαση είχε ανανεωθεί, τότε οι αυξήσεις που επιβλήθηκαν στο ενοίκιο, στην διάρκεια ισχύος της ανανεωμένης σύμβασης, διέπονταν από τους όρους της ανανεωθείσας σύμβασης. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η σύμβαση δεν έχει ανανεωθεί, τότε η ενοικιαστική σχέση των διαδίκων (από την 01.05.2003 και ακόλουθα) θα έχει μεταβληθεί σε θέσμια και επομένως το ζήτημα των αυξήσεων στο ποσό του ενοικίου, θα διέπεται πλέον από τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Α.
- Ανανέωση της σύμβασης ενοικίασης. Η σχετική πρόνοια ανανέωσης της σύμβασης περιέχεται στο προοίμιο της σύμβασης, ως μέρος της αναφοράς στην "Διάρκεια Ενοικιάσεως" και έχει ως εξής: " Δια περίοδον 3 (τριών) ετών από 01/05/2000 και με δικαίωμα παράτασης της ενοικίασης πλήν του ενοικίου που αυξάνεται ως προβλέπεται κατωτέρω." Είναι φανερό, από το πιο πάνω απόσπασμα, ότι οι συμβαλλόμενοι δεν επέλεξαν την επιβολή οιωνδήποτε ιδιαίτερων τυπικών προϋποθέσεων, όσον αφορά την υλοποίηση της ανανέωσης, αλλά το ζήτημα αφέθηκε στην διακριτική ευχέρεια του ενοικιαστή, στον οποίο παραχωρήθηκε αυτό το δικαίωμα ("με δικαίωμα παράτασης . εκ μέρους του ενοικιαστού"). Η σχετική μαρτυρία Στο ζήτημα της ανανέωσης της σύμβασης αναφέρθηκαν και οι δυο μάρτυρες. Ο Μ.Α. ανέφερε πως στην διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση 2, εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1 και του μάρτυρα, μετά την λήξη της συμβατικής ενοικίασης, συμφωνήθηκε, προφορικά, η ανανέωση της σύμβασης για ακόμα 4 έτη, με αύξηση προς 6% ανά έτος. Άντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός, επανέλαβε ότι η ανανέωση της συμβατικής ενοικίασης έγινε μετά από προφορική επικοινωνία του ίδιου με τον αποβιώσαντα Καθ' ου η αίτηση 2, η οποία έλαβε χώρα μετά την λήξη της αρχικής σύμβασης. Του είχε αναφερθεί τότε από τον Γ. Χ. ότι αυτός και τα υπόλοιπα στελέχη της εταιρείας αποφάσισαν την συνέχιση της συμβατικής ενοικίασης για άλλα 4 χρόνια. Στη βάση αυτής της συμφωνίας, πλήρωναν, ακολούθως, οι ενοικιαστές τα συμφωνηθέντα ποσά. Αξιολόγηση Μ.Α. Αποδέχομαι τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανέφερε για το ζήτημα που εξετάζω, αφού είχε ίδια γνώση των γεγονότων. Υπήρξε σαφής και ευθύς μάρτυρας χωρίς οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αποδέχομαι ότι η συμβατική ενοικίαση ανανεώθηκε, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται με την ακόλουθη συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση 1, οι οποίοι κατέβαλλαν ανεπιφύλακτα, τα αυξημένα ποσά ενοικίων, συμμορφούμενοι με τις πρόνοιες της ανανεωμένης σύμβασης. Ο Μ.Κ. αρχικά υποστήριξε (στην γραπτή του δήλωση) ότι ο πατέρας του (Καθ' ου η αίτηση 2), από το έτος 2000 καμία σχέση είχε με την διοίκηση της εταιρείας ή την λήψη αποφάσεων αναφορικά με την επιχείρηση. Απεβίωσε στις 02/03/2003 από ανίατη ασθένεια και είναι ψευδής ο ισχυρισμός ότι με αίτημα του Καθ' ου η Αίτηση 2 ανανεώθηκε η σύμβαση ενοικίασης, διότι δεν είχε εξουσία να αποφασίσει κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1, αποδέχθηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 εκπροσωπούσε την εταιρεία κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Αποδέχθηκε, επίσης, ως ορθό το γεγονός ότι στις οικονομικές καταστάσεις των Καθ' ων η αίτηση 1, για τα έτη 2001 - 2004 (οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών), καταγράφεται επανειλημμένα πως ο Καθ' ου η αίτηση 2 αποχώρησε από το διοικητικό συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση 1, στις 18.03.
- Συμφώνησε, επίσης, ότι το τεκμήριο αρ. 26[1] δεν έχει εκδοθεί από το τμήμα Αρχείου πληθυσμού, αλλά συντάχθηκε στην βάση πληροφοριών που ο ίδιος ο μάρτυρας έδωσε στον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Πάφου. Συμφώνησε ότι η ενοικίαση συνεχίστηκε μετά την 01.05.2003 και ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 κατέβαλλαν έκτοτε το ενοίκιο με αυξήσεις προς 6% ετησίως, χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων. Αξιολόγηση Μ.Κ. Δεν μου έχουν αφήσει καλή εντύπωση τα όσα καταγράφονται πιο πάνω. Ήταν φανερή η προσπάθεια του Μ.Κ.1 να μας πείσει ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 δεν είχε νομική σχέση με την εταιρεία και δεν την εκπροσωπούσε κατά τον χρόνο ανανέωσης της σύμβασης. Αυτή η θέση όμως βρίσκεται σε αντίθεση με τα όσα καταγράφονται στις οικονομικές καταστάσεις (τεκμήριο αρ.30). Η ημερομηνία αποχώρησης του Καθ' ου η αίτηση 2 από το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση 1 είναι πολύ μεταγενέστερη αυτής που αναφέρεται στο πιστοποιητικό κληρονόμων (το οποίο ο μάρτυρας παρουσίασε, για να τεκμηριώσει την ημερομηνία θανάτου του του Καθ' ου η αίτηση 2). Οι αντιφάσεις αυτές με οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση των Καθ' ων η αίτηση 1 και όχι να παρουσιάσει την αλήθεια. Δεν αποδέχομαι την τοποθέτηση του, πως ο Καθ' ου η αίτηση 2 δεν ήταν σε θέση (νομικά ή φυσικά) να συμφωνήσει την ανανέωση της σύμβασης. Συμπέρασμα Στην βάση της αποδεκτής πιο πάνω μαρτυρίας, βρίσκω ότι η επικοινωνία μεταξύ των Μ.Α.1 και Καθ' ου η αίτηση 2 (μετά την εκπνοή της αρχικής συμφωνίας) με αντικείμενο την ανανέωση της σύμβασης, έλαβε πράγματι χώρα. Οι Καθ' ων η αίτηση ενοικιαστές, μέσω του αντιπροσώπου τους, εξάσκησαν αυτό το δικαίωμα τους και συμφωνήθηκε, προφορικά, η ανανέωση της σύμβασης για ακόμα τέσσερα έτη, ως η προαναφερόμενη πρόνοια. Α.
- Εκπρόθεσμη ή μη άσκηση του δικαιώματος ανανέωσης Αποτελεί βασικό επιχείρημα των Καθ' ων η αίτηση ότι, με την εκπνοή της σύμβασης, το δικαίωμα της ανανέωσης καταργήθηκε και πως η εξάσκηση του σε μεταγενέστερο χρόνο ήταν άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα. Επιχειρηματολογούν πως η ενοικίαση είχε ήδη καταστεί θέσμια, από την 01.05.2003, για να υποστηρίξουν στην συνέχεια πως οι προβλεπόμενες αυξήσεις στο καταβλητέο ενοίκιο, προς 6% ετησίως (ως η σχετική πρόνοια), είναι άκυρες. Παραπέμπουν οι Καθ' ων η αίτηση την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Άλκης Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου - Φρου) Λτδ ν. Terzian Trading House Ltd (Αρ. 2)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1292, επικαλούμενοι πως αυτή τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Διαφεύγει ωστόσο, των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, ότι τα γεγονότα των δυο περιπτώσεων διαφέρουν σημαντικά. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Άλκης Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ ν. Terzian Trading House Ltd (πιο πάνω) οι συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει πως προκειμένου να ανανεωθεί η σύμβαση ενοικίασης, η ενοικιάστρια εταιρεία "είχε υποχρέωση να δώσει σχετική γραπτή προειδοποίηση στην εφεσείουσα τρεις μήνες πριν την εκπνοή της ενοικίασης". Εφόσον το δικαίωμα αυτό ουδέποτε ασκήθηκε, κρίθηκε πως η ενοικιάστρια κατείχε το επίδικο κατάστημα ως θέσμια ενοικιάστρια, αφού καμία τέτοια ειδοποίηση είχε προηγηθεί της εκπνοής της σύμβασης ενοικίασης, ως αυτή προνοούσε. Συνεπώς, η επίκληση της πιο πάνω νομολογίας δεν βοηθά το επιχείρημα των Καθ' ων η αίτηση (περί της μη ανανέωσης της σύμβασης ενοικίασης). Στην παρούσα περίπτωση, οι επιβληθείσες αυξήσεις, στην διάρκεια ισχύος της ανανεωθείσας σύμβασης, ήταν καθόλα νόμιμες, αφού ανταποκρίνονταν στην βούληση των συμβαλλομένων μερών, όπως αυτή διατυπώθηκε στη σύμβαση. Α.
- Οι αυξήσεις που επιβλήθηκαν στο μηνιαίο ενοίκιο ΜΕΤΑ την εκπνοή της ανανεωθείσας σύμβασης ενοικίασης Στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η συμβατική ενοικίαση εξέπνευσε, τελικά, στις 30/04/
- Εφόσον οι Καθ' ων η Αίτηση 1 διατήρησαν την κατοχή του μίσθιου, μετά την ημερομηνία αυτή, είχαν καταστεί θέσμιοι ενοικιαστές από την 01/05/
- Το ζήτημα της επιβολής αυξήσεων, στο ύψος του ενοικίου, στην διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης, διέπεται (όπως ορθά επισημαίνουν οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση) από το άρθρο 8 του Μέρους ΙΙΙ του Πέρι Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/1983 (βλ πιο κάτω). Αποτελεί εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 ότι η καταβολή, σε ετήσια βάση, αύξησης στο μηνιαίο ενοίκιο του μίσθιου, έστω και χωρίς διαμαρτυρία από μέρους τους, είναι παράνομη διότι αντίκειται στην νομοθεσία. Επομένως, δεν δεσμεύονται από τα ποσά των ενοικίων, όπως αυτά καθορίστηκαν μέσα από τις ετήσιες αυξήσεις που επιβλήθηκαν στην διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. Ανταπαιτούν, δε, το ποσό που κατέβαλαν, ως υπερπληρωμές. Η Αίτητές στην γραπτή αγόρευση τους υποστηρίζουν πως η αποδοχή, από τους Καθ' ων η αίτηση 1, των αυξημένων ενοικίων και η καταβολή αυτών επί σειρά ετών, συνεπάγεται την δίχως άλλο "συγκατάνευση" των Καθ' ων η αίτηση 1 και την δημιουργία "κωλύματος (estoppel)" τα οποία (αμφότερα) εμποδίζουν τους Καθ' ων η αίτηση να ισχυρίζονται πως δεν δεσμεύονται από τις αυξήσεις που επιβλήθηκαν στην διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. Παράλειψη δικογράφησης Εδώ θα πρέπει να επισημάνω πως οι Αιτητές βαρύνονται με την υποχρέωση ειδικής δικογράφησης των ζητημάτων της συγκατάνευσης και του κωλύματος. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση ΠΟΥΡΙΚΚΟΣ ν. ΣΑΒΒΑ κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 307: "[.] για ν' αποφασιστεί κατά πόσο έλαβε ή όχι χώρα συγκατάνευση ή εγκατάλειψη δικαιωμάτων θα πρέπει να εξεταστούν θέματα πραγματικά και όχι μόνο νομικά. Η συγκατάνευση, ή εγκατάλειψη δικαιωμάτων (waiver) συνιστά ένα είδος του νομικού κωλύματος που είναι γνωστό στο Κοινοδίκαιο ως "estoppel". Δέστε επί του προκειμένου το Σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12 έκδοση, σ.
- Στη σ.1056 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι απαιτείται ειδική αναφορά του estoppel στα δικόγραφα όχι μόνο γιατί είναι ένα ουσιώδες γεγονός, αλλά επίσης γιατί εγείρει θέματα που δυνατό να θέσουν τον αντίδικο προ εκπλήξεως, και γιατί συνήθως εγείρει θέματα πραγματικά που δεν πηγάζουν από το προηγούμενο δικόγραφο. Η πρόνοια της Δ.19, θ. 13* των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ορθά ερμηνευόμενη, επιβάλλει την ίδια υποχρέωση. Έπεται ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει τα θέματα που αναφέρονται στον 9ο λόγο της έφεσης." Παρόλο ότι τα ζητήματα αυτά αναλύονται δεόντως στις τελικές αγορεύσεις των Αιτητών, ανατρέχοντας στο δικόγραφο της "Ανταπάντησης και Απάντησης στην Ανταπαίτηση" που καταχώρησαν οι Αιτητές στις 11.02.2022, βλέπω πως καμία ναφορά γίνεται στο δικόγραφο, είτε στην ύπαρξη "συγκατάνευσης" από μέρους των Καθ' ων η αίτηση, ή στην ύπαρξη "κωλύματος" σε βάρος των τελευταίων. Επομένως, στην βάση της παράλειψης των Αιτητών να δικογραφήσουν, ως όφειλαν, τα πιο πάνω νομικά ζητήματα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τις νομικές αυτές τοποθετήσεις των Αιτητών (περί συγκατάνευσης ή κωλύματος). Η σχετική μαρτυρία για το ζήτημα των αυξήσεων στη θέσμια ενοικίαση Ο Μ.Α. ανέφερε για το ζήτημα αυτό, τα εξής: Μετά την 30/04/2007 και αφού οι Καθ' ων η Αίτηση 1 διατήρησαν την κατοχή του μίσθιου, με προφορική συμφωνία, το μηνιαίο ενοίκιο αυξανόταν προς 6% ετησίως, για τα επόμενα 4 έτη. Έτσι, το μηνιαίο ενοίκιο διαμορφώθηκε σε: €1.926,76 (Λ.Κ. 1127,70) μηνιαίως, από 01/05/2007 €2.042,36 μηνιαίως, από 01/05/2008 €2.164,90 μηνιαίως, από 01/05/2009 €2.294,79 μηνιαίως, από 01/05/2010 Τα ενοίκια αυτά (με εξαίρεση τον Δεκέμβριο του 2010) καταβλήθηκαν κανονικά και ανεπιφύλακτα. Δεν συμφωνήθηκαν περαιτέρω αυξήσεις στο έτος 2011, λόγω της έναρξης της οικονομικής κρίσης. Από τον Δεκέμβριο του 2010, καθυστερούσαν την καταβολή ενοικίων οι Καθ' ων η αίτηση
- Ακολούθησε γραπτή απαίτηση των Αιτητών για ενοίκια ύψους €11.473,95 (5 ενοίκια). Από το ποσό αυτό εξοφλήθηκαν ανεπιφύλακτα τα ενοίκια από Δεκέμβριο 2010 μέχρι τον Μάρτιο
- Τον Ιούλιο του 2010 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 καθυστερούσαν την πληρωμή των 4 ενοικίων, (για τους μήνες Απρίλιο 2011 μέχρι και Ιούνιο 2011, €9.179,16). Δεν ξοφλήθηκε το ποσό αυτό και ακολούθησε η καταχώριση της αίτησης έξωσης Ε3/2012 της 13/01/
- Οι Καθ' ων η Αίτηση κατέθεσαν τότε το ποσό των €11.370,69, με το οποίο εξοφλήθηκαν τα ενοίκια μηνών Απριλίου 2011 - Αυγούστου
- Η Αίτηση έξωσης αποσύρθηκε τον Νοέμβριο του 2012, άνευ βλάβης. Συνέχισαν όμως οι καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα: Α. να σταλεί ξανά επιστολή στις 21/11/2012 αναφορικά με τα 15 ενοίκια των μηνών Δεκεμβρίου 2011 μέχρι και Νοεμβρίου
- Το ποσό αυτό εξοφλήθηκε σταδιακά με πληρωμές των €2.294,79, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο τελευταίο συμφωνηθέν ενοίκιο. Β. με την επιστολή ημερ. 11/06/2013 απαιτήθηκαν τα 10 ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου 2012 μέχρι και Ιουνίου
- Απάντησαν σ' αυτή την επιστολή, οι Καθ' ων η Αίτηση 1, στις 20/06/2013, ισχυριζόμενοι ότι εξόφλησαν τα ενοίκια μέχρι τον Ιανουάριο του 2013 και αναγνωρίζοντας ότι εξακολουθούσαν να οφείλουν το ποσό των €13.458,
- Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στους μήνες από Φεβρουάριο 2013 μέχρι και Ιούνιο
- Γ. να ακολουθήσει γραπτή απαίτηση στις 14/01/2014, για την εξόφληση 12 ενοικίων (από Φεβρουάριο 2013 μέχρι Ιανουάριο 2014), ύψους €27.573,
- Εξοφλήθηκαν αρχικά 4 ενοίκια (Φεβρουαρίου μέχρι και τον Μαΐου 2013 (€8.972, 64). Ισόποσο ποσό κατατέθηκε και τον Απρίλιο του 2014, εξοφλώντας τα ενοίκια μέχρι και τον Σεπτέμβριο του
- Ακολούθησαν και άλλες πληρωμές έναντι των καθυστερημένων ενοικίων, που αντιστοιχούσαν πάντοτε στα μηνιαία ενοίκια €2.294,
- Εξακολουθούσαν να υπάρχουν οφειλόμενα ποσά και περί τον Μάϊο του 2015 καθυστερούνταν ενοίκια 11 μηνών (€25.242,69). Δ. στις 22/03/2016 τα οφειλόμενα ενοίκια ανέρχονταν σε €48.190,59 (21 ενοίκια, από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Μάρτιο του 2016). Ακολούθησε αλληλογραφία και στις 18/06/2020 οι Αιτητές παρέλαβαν την ελεύθερη κατοχή του μίσθιου, δηλώνοντας ότι η παραλαβή γινόταν χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων τους για απαίτηση των οφειλόμενων ενοικίων. Στις 20/12/2021 οι Αιτητές απαίτησαν γραπτώς από τους Καθ' ων η Αίτηση, 54 οφειλόμενα ενοίκια (από 01/07/2014 μέχρι 31/12/2018), συνολικού ύψους €123.918,
- Αυτή είναι η αξίωση των Αιτητών. Στις 22/09/2021, οι Καθ' ων η Αίτηση 1, μέσω των δικηγόρων τους, υποστήριξαν για πρώτη φορά την ύπαρξη παράνομων αυξήσεων και την απαλλαγή τους από την υποχρέωσή πληρωμής των ενοικίων για τα έτη 2017 και
- Κανένα ποσό έχουν πληρώσει έκτοτε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Α.1 Η ίδια γνώση, η ευθύτητα και η σαφήνεια με την οποία κατέθετε ο μάρτυρας αυτός, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία αντιφάσεων, μου έχουν αφήσει καλή εντύπωση και με οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Μ.Α ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Εξάλλου τα όσα αναφέρει επιβεβαιώνονται από την αλληλογραφία που έχει κατατεθεί και δεν αμφισβητήθηκε[2]. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί πως οι Καθ' ων η αίτηση 1 δεν αμφισβητούν τα ποσά που δεν καταβλήθηκαν. Αυτό που ισχυρίζονται είναι πως η απαίτηση των Αιτητών έχει καλυφθεί από τις "υπερπληρωμές" που εχουν γίνει. Αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία του Μ.Κ
- Στην μαρτυρία του, ο Μ.Κ. υποστήριξε πως καμία συμφωνία για αύξηση του ενοικίου έγινε, μετά την λήξη της σύμβασης ενοικίασης (στις 30.04.2003). Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, ωστόσο, πλήρωναν τα αυξημένα ενοίκια, έχοντας την εντύπωση πως αν δεν το έπρατταν θα έχαναν την κατοχή του ακινήτου. Ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, οι αυξήσεις που επιβλήθηκαν στο μηνιαίο ενοίκιο, μετά την εκπνοή της συμφωνίας ενοικίασης, είναι παράνομες και άκυρες. Το καταβλητέο ενοίκιο είναι το ενοίκιο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκπνοής της σύμβασης και ανέρχεται σε €1.439,84 μηνιαίως, από την 01/05/
- Ως αποτέλεσμα, το ποσό των €75.529,58 που οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν πληρώσει μέχρι τις 30/06/2014, ξεπερνά τα νόμιμα ενοίκια. Έχουν, επομένως, καταβάλλει στους Αιτητές, χωρίς χαριστική πρόθεση, ποσό €25.135,18, πέραν από τα καταβλητέα ενοίκια. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι η ενοικίαση συνεχίστηκε μετά την 01.05.2003 και ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 κατέβαλλαν έκτοτε το ενοίκιο αυξημένο προς 6% ετησίως, χωρίς επιφύλαξη. Συμφώνησε, επίσης, ότι τα ενοίκια που απαιτούσαν οι Αιτητές με την Αίτηση Ε3/2012[3], έχουν εξοφληθεί. Δεν έλαβαν οι Καθ' ων η αίτηση 1 νομική συμβουλή πριν εξοφλήσουν τα ποσά αυτά, διότι θεωρούσαν ότι ήταν πράγματι οφειλόμενα. Η νομική συμβουλή ζητήθηκε ότι διαπίστωσαν ότι τα γειτονικά ακίνητα πλήρωναν χαμηλότερο ενοίκιο. Αξιολόγηση Μ.Κ. Η εκδοχή της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα περί ανυπαρξίας συμφωνίας, αναφορικά με τις αυξήσεις στο ενοίκιο, ανατράπηκε στην αντεξέταση του, όπου συμφώνησε πως οι Καθ' ων η αίτηση 1 αποδέχονταν ελεύθερα τις διαδοχικές αυξήσεις και αποκάλυψε ότι μόνο όταν διαπίστωσαν ότι τα γειτονικά ακίνητα είχαν χαμηλότερο ενοίκιο αναζήτησαν οι Καθ' ων η αίτηση 1 νομική συμβουλή. Ως ανέφερα και πιο πάνω (βλ. σελίδα 7 της παρούσας), οι αντιφάσεις αυτές με οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση των Καθ' ων η αίτηση 1 και όχι να παρουσιάσει την αλήθεια. Δεν αποδέχομαι την τοποθέτηση του, πως η καταβολή των αυξημένων γινόταν λόγω πεπλανημένης νομικής αντίληψης. Ως προς τις αναφορές του στο νομικό ζήτημα της "παρανομίας", αυτές αποτελούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία γνώμης και απορρίπτονται Α.
- Νομική πτυχή - αυξήσεις ενοικίου στην Θέσμια Ενοικίαση Η σχετική πρόνοια της νομοθεσίας, βρίσκεται στο άρθρο 8 του Μέρους ΙΙΙ του Πέρι Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/1983, όπου προνοούνται τα εξής: 8.-
(1)Ουδεμία αύξησις ενοικίου κατοικιών ή καταστημάτων δύναται να επιβληθή επί θεσμίου ενοικιαστού πλην ως εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβάνεται.
(2)Είναι νόμιμον διά τον θέσμιον ενοικιαστήν ή τον ιδιοκτήτην οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, εάν θεωρή εαυτόν ηδικημένον, να αποτείνηται δι' αιτήσεως εις το Δικαστήριον διά τον καθορισμόν του δικαίου ενοικίου του πληρωτέου εν σχέσει προς την τοιαύτην κατοικίαν ή κατάστημα: Νοείται ότι ουδεμία αίτησις καταχωρίζεται προ της παρελεύσεως δύο ετών από της ημερομηνίας καθ' ην ο ενοικιαστής έλαβε κατοχήν του ακινήτου ή από της ημερομηνίας της τελευταίας αύξησης ή μείωσης του ενοικίου. Νοείται περαιτέρω ότι είναι νόμιμον διά τον ιδιοκτήτην και τον ενοικιαστήν να έλθουν εις διαπραγματεύσεις και διά γραπτής συμφωνίας να συμφωνήσουν ετέραν αύξησιν του ενοικίου νοουμένου ότι η τελευταία αύτη αύξησις δεν θα υπερβαίνη το εκάστοτε καθοριζόμενον ανώτατον ποσοστόν αυξήσεως του ενοικίου συμφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου
(4)του παρόντος άρθρου και ότι ουδεμία τοιαύτη αύξησις θα λαμβάνη χώραν προ της παρελεύσεως δύο ετών από της ημερομηνίας καθ' ην ο ενοικιαστής έλαβε κατοχήν του ακινήτου ή από της ημερομηνίας της τελευταίας αυξήσεως ενοικίου. (Δικός μου τονισμός) Άκυρες αυξήσεις - Παρανομία Αποτελεί θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι οι αυξήσεις στο μηναίο ενοίκιο στην διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης, είναι άκυρες, καθότι αντίκεινται στην νομοθεσία και είναι παράνομες[4]. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι οι διαδοχικές αυξήσεις που είχαν χρονική απόσταση μικρότερη των δύο ετών είναι απαγορευμένες και επομένως παράνομες και άκυρες. Παραπέμπουν, δε, το δικαστήριο στην απόφαση στην υπόθεση Άλκης Χατζήκυριακος (Mπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Terzian Trading House Ltd. (Aρ. 2)
(1998)1 ΑΑΔ 1292. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν πραγματεύεται το ζήτημα της "παρανομίας". Στην νομολογία, υπόθεση Αγαθοκλέους ν. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202, εντοπίζεται εκτενής ανάλυση του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 (το οποίο αφορά τις άκυρες, λόγω παρανομίας, συμβάσεις) και οι προεκτάσεις αυτού. Το δικαστήριο, αφού καταλήγει στο συμπέρασμα πως η σύμβαση που εξέταζε καταστρατηγούσε το άρθρο 12Α
(1)του Ν.41/1962, εξέτασε στην συνέχεια κατά πόσον αυτή ήταν "παράνομη" κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 23 ή όχι. Αναλύθηκε το ζήτημα εκτενώς από τον Ηλιάδη, Δ., ως εξής: "Το άρθρο 23 προνοεί τα πιο κάτω: "Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός εάν - (α) είναι κατά νόμον απηγορευμένος· ή (β) είναι τοιαύτης φύσεως ώστε, εάν επετρέπετο, θα κατεστρατήγει τας διατάξεις οιουδήποτε νόμου· ή (γ) συνιστά απάτην· ή (δ) επάγηται ή ενέχη βλάβην εις το πρόσωπον ή την περιουσίαν ετέρου· ή (ε) το Δικαστήριον ήθελε κρίνει τούτον ως αντικείμενον εις τα χρηστά ήθη ή την δημοσίαν πολιτικήν. Εν εκάστη των τοιούτων περιπτώσεων η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Πάσα συμφωνία ής ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος είναι άκυρος." [.] Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις στις οποίες έχει τονιστεί ότι η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη (ίδε Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, G.M. Platritis & Co. v. Computer Patent Annuities
(1988)1 C.L.R. 135, Χαραλάμπους ν. Daccache
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 269, όπως επίσης και τις αγγλικές αποφάσεις Anderson Ltd. v. Daniel [1924] 1 K.B. 138 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Bank, Ltd. [1957] 1 Q.B. 267). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίστηκε ότι η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στη συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. [.] Οι προεκτάσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 149 εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd. όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, "Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο. (Βλ. Pollock and Mulla, 10η έκδοση, σ. 227-228)." (ii) Ρητή απαγόρευση Όταν μια σύμβαση απαγορεύεται ρητά από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, ο παράνομος χαρακτήρας της σύμβασης δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση. Η σύμβαση είναι εμποτισμένη με την παρανομία και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. [.] (iii) Εξυπακουόμενη απαγόρευση Όταν όμως ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουομένη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού νόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοσθούν διαφορετικά κριτήρια. Αν ο μόνος σκοπός του νομοθετήματος είναι η αύξηση των εσωτερικών προσόδων, όπως π.χ. όταν ο Νόμος απαιτεί τη χορήγηση μιας άδειας σε ένα επιχειρηματία για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων εργασιών, η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. [.] Το παράλογο μιας αυστηρής ερμηνείας των νομοθετικών προνοιών που έχει σαν αποτέλεσμα την αποστέρηση καταφυγής στα Δικαστήρια, επισημαίνεται στο σύγγραμμα J. Beatson, "Anson's Law of Contract", 27η Εκδοση, σ. 336, όπου αναφέρεται ότι, "For the law to prescribe that the commission of any unlawful act in the course of performing a contract should inevitably deprive the wrongdoer of all contractual remedies might well inflict on the wrongdoer a loss far in excess of the statutory penalty. This would be unreasonable. For example, a road haulier might be unable to claim freight simply on the ground that the driver of the vehicle had exceeded the speed limit or the permitted driving hours. It is therefore necessary, in all cases of statutory illegality to have regard to the statutory language and to its scope and purpose. Was the statute intended to interfere with the contract under consideration, to render it unenforceable at the suit of a party who performs it illegally, or merely to impose a penalty on the offender?" [.]" Εξετάζω την παρούσα περίπτωση υπό το πρίσμα της πιο πάνω νομολογίας και του άρθρου 8 του Ν.23/1983. Ρητή απαγόρευση Kαταλήγω στο συμπέρασμα ότι η διατύπωση στο άρθρο 8 του Ν.23/1983, της φράσης "είναι νόμιμον διά . νοουμένου ότι" δεν αποτελεί ρητή νομοθετική απαγόρευση. Στις περιπτώσεις ρητής νομοθετικής απαγόρευσης (όπως αυτές την νομολογίας που παρατίθεται στην απόφαση Αγαθοκλεους ν. Λάππα (πιο πάνω), ο νομοθέτης συνηθίζει να διευκρινίζει πως οι συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση της εκάστοτε σχετικής νομοθεσίας, είναι άκυρες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Η φράση "είναι νόμιμον δια [.]" συναντάται και στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 8
(2)και είναι φανερό ότι χρησιμοποιείται με την έννοια του "επιτρεπτού". Ούτε και απαγορεύει το άρθρο 8
(2)την πρόσβαση στο Δικαστήριο σε περίπτωση που τα μέρη συνάπτουν συμφωνία αύξησης του ενοικίου, νωρίτερα από το πέρας της διετίας. Δεν έχω πειστεί, ούτε και παρουσίασαν οι Καθ' ων η αίτηση αυθεντίες και νομολογία που να καταδεικνύει, πως αυτή η διατύπωση του άρθρου 8 αποτελεί ρητή απαγόρευση, η οποία οδηγεί σε ακύρωση της όποιας συμφωνίας βρίσκεται σε αντίθεση με το συγκεκριμένο λεκτικό. Εξυπακουόμενη απαγόρευση. Σύμφωνα, πάντα, με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην απόφαση Αγαθοκλέους ν. Λάππα, το λεκτικό του άρθρου 8
(2)πιθανόν να αποτελεί εξυπακουόμενη απαγόρευση και να χρήζει επομένως ερμηνείας, σχετικά με το σκοπό του νομοθετήματος. Ο σκοπός του περί Ενοικιοστασίου Νόμου είναι γνωστός και ανατρέχει αρχικά στην διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (βλ. Dias United Publishing Co Ltd v. Chr Hjikyriakos Estastes Ltd
(1986)1 C.L.R. 173). "Rent control legislation was introduced in this country during the Second World War in 1942 which was repealed and substituted by the Rent Control Law No. 13 of 1954 (Cap. 86 of the 1959 Edition of the Laws of Cyprus). The Rent Control Law, 1961 (Law No. 17/61) covered business premises situated in a controlled area. Until 1975 in all rent control legislation "statutory tenant" meant a tenant who at the expiration or determination of his tenancy continued to be in possession o the premises. This definition was introduced from England. In the Rent Control Law, 1975 (Law No. 36/75) an all embracing law that repealed and substituted all rent control legislation, "statutory tenant" meant a tenant of immovable completed and first let before 31st December, 1974, date that was extended to 31.12.78 by the Rent Control (Amendment) Law. 1980 (Law No. 6/80). This was radical change of the pre-existing legislation. [.] The right of occupation by the statutory tenant is not dependent on the protection of the original contract hut on the legal right conferred upon him by the Law. The tenant has a right of irremovability on such terms of the original contract as are not inconsistent with the rent control law in operation-(Katsikides v. Constantinides.
(1969)I C.L.R. 31; Meitz v. Pelengaris (supra): Yiannopoulosv. Theodoulou (supra); Kyriakidou v. Mangaldjian.
(1969)I C.L.R. Demetriou v. Ioannides.
(1982)1 C.L.R. 16: Polycast (Panels) Ltd. v. Vourkas Fabrics (supra) )" (Δικός μου τονισμός) Είναι γνωστό η προστασία του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1975, αφορά το δικαίωμα του αμετακίνητου των ενοικιαστών (the right of "irremovability", βλ. πιο πάνω). Είναι επίσης γνωστό πως στην περίοδο που ακολούθησε την Τουρκική εισβολή και την κατοχή του βόρειου μέρους της Κύπρου από τους εισβολείς, η αγορά των ενοικιαστικών ακινήτων, παρουσίασε σοβαρή ανωμαλία, αφού η ζήτηση των ακινήτων προς ενοικίαση στις ελεύθερες περιοχές του νησιού αυξήθηκε δραματικά, ενώ η προσφορά δεν ήταν σε θέση να καλύψει αυτή τη ζήτηση. Με την ομπρέλα προστασίας του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, προστατεύθηκαν (α) τόσο οι υφιστάμενοι ενοικιαστές [οι οποίοι δεν θα μπορούσαν πλέον χωρίς λόγο να εκδιωχθούν προς όφελος του ενδιαφερομένων νέων ενοικιαστών (οι οποίοι πιθανόν να προσέφεραν ψηλότερο ενοίκιο], (β) όσο και οι νέοι ενοικιαστές (που, λόγω της έλλειψης διαθεσίμων ακινήτων, ίσως να έπεφταν θύματα αισχροκέρδειας). Αυτά βέβαια ίσχυαν κατά την περίοδο που ακολούθησε την Τουρκική εισβολή. Νοείται πως σταδιακά η οικοδόμηση και η ανάκαμψη της οικονομίας κάλυψαν της αυξημένη, λόγω της κατοχής του νησιού και της μετακίνησης του πληθυσμού στις ελεύθερες περιοχές, ζήτησης σε ακίνητα. Είναι φανερό ότι το άρθρο 8
(2)του Ν.23/1983, είναι εναρμονισμένο με τη φιλοσοφία της γενικότερης προστασίας των θέσμιων ενοικιαστών και της διατήρησης της ομαλότητάς στις αυξήσεις των ενοικίων. Στην παρούσα περίπτωση, οι συμβαλλόμενοι με ελεύθερη συναίνεση συμφώνησαν στις διαδοχικές ετήσιες αυξήσεις στο ενοίκιο της θέσμιας ενοικίασης τους. Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, διακρίνω πως ενώ το μέγιστο επιτρεπτό ποσοστό αύξησης που η νομοθεσία προέβλεπε, κατά τον ουσιώδη χρόνο των συμφωνιών των διαδίκων, ήταν 14% ανά διετία (μέχρι την 21.04.2009) και 8% ανά διετία (μέχρι την 21.04.2013), οι συμφωνηθείσες αυξήσεις ανέρχονταν σε 6% ανά έτος, μόνο. Με δεδομένο ότι οι αυξήσεις αυτές, που επιβάλλονταν από το έτος 2007 μέχρι και 2010, τιμούνταν από τους Καθ' ων η αίτηση 1 (τουλάχιστον μέχρι το έτος 2014), οι οποίοι ενεργούσαν υπό καθεστώς ελεύθερης συναίνεσης, βρίσκω ότι οι συνθήκες δεν φανερώνουν καταστρατήγηση της νομοθεσίας, σε βαθμό που οι συμφωνίες των διαδίκων για αύξηση να θεωρηθούν αυτοδίκαια άκυρες, δεκαεπτά έτη αργότερα. Δεν ανέλυσαν περαιτέρω το ζήτημα οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση
- Για σκοπούς πληρότητας βρίσκω ορθό να αναφέρω πως ακόμα και στην περίπτωση που είχε αποδειχθεί πως οι συμφωνίες αύξησης του ενοικίου έγιναν χωρίς την ελεύθερη συναίνεση των Καθ' ων η αίτηση 1, αυτές δεν θα ήταν αυτοδίκαια άκυρες, αλλά ακυρώσιμες (βλ. άρθρα 14, 19 του Κεφ.149). Σε τέτοια περίπτωση, οι Καθ' ων η αίτηση 1 θα αποτελούσαν το αθώο συμβαλλόμενο μέρος και θα μπορούσαν να ενεργήσουν, ως η νομοθεσία προνοεί, προς ακύρωση των συμφωνιών για αύξηση. Καταλήγω, έτσι, στο συμπέρασμα ότι οι συμφωνηθείσες αυξήσεις στο ενοίκιο, ήταν δεσμευτικές για τους διάδικους. Η διαπίστωση μου αυτή καθίσταται μοιραία για την ανταξίωση των Καθ' ων η αίτηση, για επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν ως αυξήσεις επί των ενοικίων, στην διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. Β. Απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ενοικίων δυνάμει συμφωνίας Προβάλλουν υπερασπιζόμενοι οι Καθ' ων η αίτηση 1, πως συμφώνησαν με τους Αιτητές, την απαλλαγή των τελευταίων από την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων ενοικίων, νοουμένου ότι θα παρουσίαζαν νέο ενοικιαστή που θα αναλάμβανε την επιχείρηση τους, αγοράζοντας την εμπορική εύνοια (η οποία θα καταβαλλόταν στους Αιτητές). Είναι επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση 1, ότι παρά την εξεύρεση ενοικιαστή, με τους όρους που οι Αιτητές επέβαλαν, η συμφωνία δεν τιμήθηκε εξ' υπαιτιότητας των Αιτητών που υπαναχώρησαν αδικαιολόγητα. Η σχετική μαρτυρία έχει ως εξής: Όταν υποβλήθηκαν τα πιο πάνω στον Μ.Α., αυτός αρνήθηκε τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας για την εξεύρεση νέου ενοικιαστή από τους Καθ' ων η Αίτηση, ώστε να πωληθεί η εμπορική εύνοια του μίσθιου και να απαλλαγούν οι Καθ' ων η Αίτηση από την όποια οφειλή του. Υποστήριξε πως η πρόθεση των ιδιοκτητών ήταν, ανέκαθεν, η διάθεση του ακινήτου στην ελεύθερη αγορά και η ενοικίαση του σε αξιόπιστο ενοικιαστή. Αρνήθηκε ότι οι Αιτητές οφείλουν στους Καθ' ων η Αίτηση οποιοδήποτε ποσό. Αξιολόγηση Ο Μ.Α. υπήρξε σταθερός, απορρίπτοντας κατηγορηματικά τον ισχυρισμό περί της σύναψης της περιγραφόμενης πιο πάνω συμφωνίας, εξηγώντας τις προθέσεις των Αιτητών. Σε καμία αντίφαση είχε υποπέσει και η μαρτυρία του ήταν φυσιολογική. Στην δική του κατάθεση, ο Μ.Κ. ανέφερε πως στις αρχές του έτους 2017, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 μέσω των δικηγόρων τους, εξέφρασαν παράπονο αναφορικά με τα ποσά που οι Αιτητές αξίωναν από αυτούς. Συμφωνήθηκε τελικά πως κανένα άλλο ποσό ενοικίου θα πλήρωναν οι ενοικιαστές, υπό την προϋπόθεση της εξεύρεσης νέου ενοικιαστή για το μίσθιο, ο οποίος θα ήταν φερέγγυος και θα κατέβαλλε την εμπορική εύνοια του μίσθιου. Στα μέσα του έτους 2017 και ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είχαν βρει ένα ενοικιαστή με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, οι Αιτητές αρνήθηκαν να υλοποιήσουν τη συμφωνία. Αυτό επαναλήφθηκε και τον Οκτώβριο του 2018 με άλλο προτιθέμενο νέο ενοικιαστή με τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με την τεκμηρίωση του ισχυρισμού του μάρτυρα για την ύπαρξη "συμφωνίας για μη πληρωμή ενοικίων", ο μάρτυρας παρέπεμψε το Δικαστήριο στα τεκμήρια αρ. 17[5] και 23[6], υποστηρίζοντας αυτά καταδεικνύουν τη σύναψη της συμφωνίας. Αξιολόγηση Ο Μ.Κ. στην προσπάθεια του να μας πείσει ότι η συμφωνία ήταν υπαρκτή και πως διαρρήχθηκε από τους Αιτητές, μας παρέπεμψε σε έγγραφα τα οποία ωστόσο δεν αποκαλύπτουν κάποια συμφωνία. Αντιθέτως, η αλληλογραφία αποκαλύπτει την αγωνιώδη προσπάθεια των ενοικιαστών να βρουν αυτοί τον νέο ενοικιαστή ώστε να πωλήσουν τον "αέρα" της επιχείρησης τους. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 προβήκαν σε πρόταση[7] για εξώδικη διευθέτηση, η οποία δεν φαίνεται να είχε καταλήξει σε δεσμευτική συμφωνία. Η αντίφαση στην μαρτυρία του Μ.Κ. εξουδετερώνει την αξιοπιστία του στο ζήτημα αυτό. Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την εκδοχή των Καθ' ων η αίτηση περί της ύπαρξης συμφωνίας για απαλλαγή τους από την υποχρέωση καταβολής οφειλόμενων ενοικίων. ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΙΤΗΤΩΝ - (οφειλόμενα ενοίκια) Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, ως η αξίωση των Αιτητών, είναι οι εξής:
- Οι Αιτητές να είναι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου.
- Το ακίνητο να καλύπτεται από το Νόμο.
- Οι Καθ' ων η αίτηση 1 να είναι θέσμιοι ενοικιαστές.
- Να καθυστερούνται από τους Καθ' ων η αίτηση 1, νομίμως οφειλόμενα ενοίκια. (Το ζήτημα της εγγύησης εξετάζεται ξεχωριστά πιο κάτω, στις σελίδες 23 - 27, της παρούσας). 1,
- Ιδιοκτησία και ενοικιοστασιακό ακίνητο: Η ιδιοκτησία του μίσθιου είναι παραδεκτή. Επιπλέον, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, το μίσθιο βρίσκεται εντός ελεγχόμενης περιοχής, δυνάμει της Κ.Δ.Π. 519/07 (εφόσον εμπίπτει στον Δήμο Πάφου) και έχει συμπληρωθεί και ενοικιαστεί πριν την 31.12.
- Επομένως, πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις.
- Θέσμιος ενοικιαστής Ο ορισμός της έννοιας του "θέσμιου ενοικιαστή" συναντάται στο άρθρο 2 του Νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής: "θέσμιος ενοικιαστής" σημαίνει ενοικιαστήν ακινήτου ο οποίος κατά την λήξιν ή τον τερματισμόν της πρώτης ενοικιάσεως, εξακολουθεί να κατέχη το ακίνητον [.]. Ως πιο πάνω έχει αναλυθεί, οι Καθ' ων η αίτηση 1, διατηρώντας την κατοχή του μίσθιου μετά την 30.04.2007, κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές από την 01.05.
- Καθυστέρηση νομίμως οφειλόμενου ενοικίου: Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, τα αναφερόμενα στην ειδοποίηση ημερομηνίας 05.08.2021 ενοίκια (της περιόδου από 1.7.2014 μέχρι 31.12.2018), είχαν πράγματι καταστεί οφειλόμενα. Κανένα ποσό καταβλήθηκε έναντι της οφειλής αυτής, μέχρι και το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται. Εφόσον οι Αιτητές έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης της απαίτησης τους, η Αίτηση ως προς την αξίωση των Αιτητών, εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, για απόδοση των οφειλόμενων ενοικίων, θα πρέπει να πετύχει. Με την αποδοχή της ύπαρξης της οφειλής από μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1, ως πρωτοφειλετών και εφόσον σύμφωνα με τη αποδεκτή μαρτυρία, η Καθ' ης η αίτηση 3 έχει υπέγραψε την επίδικη σύμβαση εγγύησης, απομένει να εξεταστεί η το ζήτημα της ευθύνης της Καθ' ης η αίτηση
- Δ. Η εγγύηση της Καθ' ης η αίτηση 3 και η έκταση αυτής Η σχετική μαρτυρία, έχει ως εξής: (α) ο Μ.Α.1 επικαλέστηκε το τεκμήριο αρ. 2 (σύμβαση ενοικίασης και εγγύηση). Με γραπτή εγγύηση, είπε, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 εγγυήθηκαν στις 03/04/2000 (επί του ενοικιαστηρίου εγγράφου) τις υποχρεώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1, σχετικά με την επίδικη ενοικίαση. Στην αντεξέταση περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν έχει νομικές γνώσεις. (β) ο Μ.Κ.1, ενώ στην γραπτή του δήλωση υποστήριξε πως η Καθ' ης η Αίτηση 3 αρνείται την υπογραφή του εγγυητήριου εγγράφου, αποδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του, πως καμία γνώση έχει ο ίδιος αναφορικά με την υπογραφή ή μη της σύμβασης από την Καθ' ης η αίτηση
- Αξιολόγηση Όσον αφορά το πραγματικό γεγονός της υπογραφής της εγγύησης από την Καθ' ης η αίτηση 3, η μόνη αποδεκτή μαρτυρία είναι αυτή του Μ.Α., ο οποίος παρουσίασε το σχετικό έγγραφο. Η δε παραδοχή του Μ.Κ. περί της πλήρους άγνοιας, ως προς το ζήτημα της υπογραφής, αποβαίνει μοιραίο για αυτή την υπεράσπιση της Καθ' ης η αίτηση
- Εφόσον οι μάρτυρες κανένα νομικό υπόβαθρο έχουν, η όποια μαρτυρία τους αναφορικά με την ερμηνεία της εγγύησης είναι ανεπίτρεπτη και απορρίπτεται. Προβαίνω πιο κάτω στην ανάλυση της έκτασης της ευθύνης της Καθ' ης η αίτηση
- Για το ζήτημα της έκτασης της ευθύνης των εγγυητών στην σύμβαση ενοικίασης, σχετικές είναι οι αποφάσεις στις Πολιτικές Εφέσεις Metochis v. Schiz
(1952)1 C.L.R. 149, Michael v. Nishanian
(1966)1 C.L.R. 150, Kyriakidou v. Mangaldjian
(1969)1 C.L.R. 1, Αργύρη v. Χρυσοστόμου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1362 και ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. 74/2013, 14/2/2019. Στην απόφαση ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ (πιο πάνω) το λεκτικό της εγγύησης είχε ως εξής: «Εγγυώμαι προσωπικά και αλληλέγγυα με τον Ενοικιαστή την τήρηση των όρων του παρόντος Ενοικιαστηρίου Εγγράφου και την τακτική πληρωμή του ενοικίου μέχρι τελείας εξόφλησης όλων των δόσεων και παράδοσης του Καταστήματος από τον Ενοικιαστή στον Ιδιοκτήτη.» (Δική μου υπογράμμιση) Το Εφετείο, αφού υιοθέτησε και επανέλαβε τις αρχές αναφορικά με την ερμηνεία των συμβάσεων, κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: "Προκύπτει αβίαστα ότι η θέσμια ενοικίαση είναι διαφορετική μορφή ενοικίασης από τη συμβατική. Με αυτό ως δεδομένο, η εγγύηση καταβολής ενοικίου σε σχέση με συμβατική ενοικίαση δεν καλύπτει μετέπειτα θέσμια ενοικίαση, εκτός εάν με ξεκάθαρο τρόπο προκύπτει τέτοια υποχρέωση από το λεκτικό της συμφωνίας εγγύησης. Τότε και μόνο το Δικαστήριο θα μπορεί να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι η σύμβαση εγγύησης εφαρμόζεται και σε σχέση με την πληρωμή ενοικίου θέσμιας ενοικίασης. Ας μη διαφεύγει ότι η θέσμια ενοικίαση είναι απροσδιορίστου χρονικής διάρκειας, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό και το οποίο συνιστά επιπρόσθετο βάρος στους ώμους του όποιου εγγυητή καταβολής ενοικίου. Το ζήτημα διαφοροποιείται βεβαίως στις περιπτώσεις όπου στο ίδιο το ενοικιαστήριο έγγραφο προβλέπεται περίοδος ανανέωσης ή όπου η συμφωνία ενοικίασης έχει δυνητικά καταληκτικό χρόνο τη λήξη της περιόδου ανανέωσης. Σε τέτοια περίπτωση και με δεδομένο ότι ο εγγυητής γνώριζε για το δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης και ότι η ανανέωση επήλθε, η εγγύηση θεωρείται ότι ισχύει και για την περίοδο ανανέωσης (Michael v. Nishanian
(1966)1 C.L.R. 150, Αργύρη (ανωτέρω). Επανερχόμενοι στα γεγονότα της ενώπιόν μας περίπτωσης, είναι η κρίση μας ότι το λεκτικό της σύμβασης εγγύησης δεν εμπίπτει στα πλαίσια της ξεκάθαρης ανάληψης υποχρέωσης κάλυψης και θέσμιας ενοικίασης, ούτως ώστε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν η επέκταση της και σε αυτή τη μορφή ενοικίασης και ότι ο εγγυητής δεσμεύθηκε στην καταβολή των ενοικίων και για την εν λόγω περίοδο. Η αναφορά στην επίδικη συμφωνία εγγύησης σε εξασφάλιση του ενοικίου μέχρι την παράδοση του καταστήματος στον ιδιοκτήτη, συνδεόταν άμεσα με «την τήρηση των όρων του παρόντος Ενοικιαστηρίου Εγγράφου» και όχι με οποιαδήποτε μεταβολή της ενοικίασης από συμβατική σε θέσμια." (Δική μου υπογράμμιση και τονισμός) Στην παρούσα περίπτωση, η σύμβαση ενοικίασης προνοούσε περίοδο ενοικίασης τριών ετών, η οποία ξεκινούσε την 01.05.2000, με πρόνοια για ανανέωση, για ακόμα τέσσερα έτη (υπό όρους). Επομένως, η διάρκεια της συμβατικής ενοικίασης μπορούσε να επεκταθεί μέχρι την 30.04.
- Το λεκτικό της εγγύησης στο Τεκμήριο 2, έχει ως εξής: "Δια του παρόντος εγγυώμεθα την υπό του άνω ενοικιαστού εκπλήρωσιν όλων των υποχρεώσεων του δυνάμει του άνω συμβολαίου, η δε εκ μέρους μας εγγυήσις αυτή θα είναι δεσμευτική δι ημάς και τους κληρονόμους μας θα εξακολουθή να καλύπτη και πάσαν νοητήν ή υπονοούμενην παράτασιν του άνω συμβολαίου γινομένην είτε συναινέσει των άνω συμβαλλόμενων είτε αναγκαστικώς συνεπεία του Νόμου, επίσης και εάν ο άνω ιδιοκτήτης ήθελε παράσχει εις τον ενοικιαστήν οιανδήποτε παράτασιν πληρωμής, ταύτα δε πάντα ανεξαρτήτως ένα εδόθη ή όχι προηγούμενη ειδοποίησις εις ημάς πέρι τούτων και θα εξακολουθήσομαι να ευθυνώμεθα ως εγγυηταί του άνω ενοικιαστού εν πάση περιπτώσει δια οιανδήποτε υποχρέωσιν αυτού σχετικώς προς την υπό τούτου ενοικίασιν και κατοχήν του άνω κτήματος μέχρις εκκενώσεως και παραδόσεως ελευθέρας της κατοχής τούτου εις τον ιδιοκτήτην." Η διατύπωση της εγγύησης στην παρούσα περίπτωση διαφέρει από τις πιο πάνω περιπτώσεις, αφού καλύπτει όχι μόνο την εκπλήρωση "όλων των υποχρεώσεων του δυνάμει του άνω συμβολαίου[.]", αλλά και κάθε "νοητή ή υπονοούμενην παράταση [.] γινομένην [.] αναγκαστικώς συνεπεία του Νόμου". Η παράταση "συνεπεία του Νόμου", δεν μπορεί να έχει άλλη έννοια παρά μόνο την μετατροπή της ενοικίασης σε θέσμια. Αυτή είναι η μόνη περίπτωση όπου η νομοθεσία παρεμβαίνει στην "ελευθερία του συμβάλλεσθαι" και παρατείνει την νόμιμη κατοχή του μίσθιου από τον ενοικιαστή, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση των μερών, βλ. Dias United Publishing Co Ltd v. Chr Hjikyriakos Estastes Ltd (πιο πάνω). Βασιζόμενη, επομένως, στο σκεπτικό της απόφασης Μάντζαλος ν. Μιχαηλίδη (πιο πάνω), διακρίνω ότι το λεκτικό της συμφωνίας εγγύησης στην παρούσα περίπτωση, (εξ' αντιδιαστολής με τα όσα αναφέρονται στην Μάντζαλος), αποκαλύπτει την πρόθεση των μερών, για την επέκταση της εγγύησης των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, πέραν της αρχικής περιόδου της συμβατικής ενοικίασης, αλλά και πέραν της δυνητικής παράτασης της έγγραφης συμφωνίας (δηλαδή την τετραετή ανανέωση της συμβατικής ενοικίασης). Η πρόθεση των μερών, παρά την παράληψη της ρητής αναφοράς στην φράση "θέσμια ενοικίαση", είναι όπως η εγγύηση διατηρηθεί σε ισχύ και μετά την εκπνοή της αρχικής σύμβασης ενοικίασης, είτε αυτή παρατείνεται με συμφωνία των διαδίκων είτε "αναγκαστικά". Εφόσον στην παρούσα περίπτωση, η συμβατική ενοικίαση μετατράπηκε "αναγκαστικά" σε θέσμια, καταλήγω στο συμπέρασμα, πως η εγγύηση της Καθ' ης η αίτηση 3 επεκτάθηκε στην περίοδο της θέσμιας ενοικίασης, η οποία λύθηκε με την απόδοση της κατοχής του μίσθιου στους Αιτητές. Είναι, επομένως, βάσιμη η απαίτηση των Αιτητών εναντίον και της Καθ' ης η αίτηση
- Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Αναφορικά με την Ανταπαίτηση των Καθ' ων η αίτηση 1, οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου σχετικά με: i. την ανανέωση της συμβατικής ενοικίασης, ii. την νομιμότητα των διαδοχικών αυξήσεων, iii. την ανυπαρξία συμφωνίας περί απαλλαγής των Καθ' ων η αίτηση από την υποχρέωση καταβολής ενοικίων, καθιστούν την Ανταπαίτηση νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Ως εκ των ανωτέρω, η Ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω, με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων: Α. Εκδίδεται, υπέρ των Αιτητών 1 και 2 και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, απόφαση για το ποσό των €123.918,66 που αφορά τα καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια της χρονικής περιόδου από την 01.07.2014 μέχρι την 31.12.
- Β. H Ανταπαίτηση των Καθ' ων η αίτηση 1, απορρίπτεται. Έξοδα: Δεν μου έχει λεχθεί οτιδήποτε και δεν διαπιστώνω να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης. Παρόλα αυτά, με δεδομένο τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης των Αιτητών, αφού τα ουσιώδη νομικά επιχειρήματα τους, δεν είχαν δικογραφηθεί μεν, αλλά αποτέλεσαν αντικείμενο αντεξέτασης και αναπτύχθηκαν στις τελικές αγορεύσεις τους, βρίσκω ότι θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ των Αιτητών, μέρος μόνο των εξόδων τους. Με την σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών 1 και 2 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 3, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, το ½ των εξόδων της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα εξόδων €100.000,00 - 500.000,
- Νοείται πως (αφού η Ανταπαίτηση έχει συνεκδικαστεί με την Απαίτηση των Αιτητών), επιδικάζεται ένα μόνο σετ εξόδων υπέρ των Αιτητών, πλέον τα έξοδα της καταχώρησης της Ανταπάντησης στην Απάντηση και Απάντησης στην Ανταπαίτηση. (Υπ.) ............ Χρ. Ραγουζαίου, Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων, όπου καταγράφεται οτι ο Καθ' ου η αίτηση 2 απεβίωσε την 02.03.
- [2] Βλ. Τεκμήρια αρ. 11, 13,
- [3] Τεκμήριο αρ. 7 [4] Εφόσον έχει κριθεί ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία για την ύπαρξη συνθηκών που επηρεάζουν την ελεύθερη συναίνεση, το θέμα του κατά πόσον η συναίνεση δεν ήταν ελεύθερη δεν θα εξεταστεί. [5] Δέσμη αλληλογραφίας με τηλεομοιότυπο (από τους συνήγορους των Καθ' ων η αίτηση, προς τους συνήγορους των Αιτητών. [6] Επιστολή ημερ. 20.12.2018 προς τους συνηγόρους των Αιτητών. [7] Βλ. Τεκμήριο αρ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο