Ανδρούλα Χαραλάμπους ν. Ι.P ΚΑΜΙΝΑΡΑ ΣΙΑ, Αρ. Αίτησης: 133/07, 19 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2009:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Μ. Πρωτοπαπά } Φλ. Φλώρου } Μελών Αρ. Αίτησης: 133/07 Ανδρούλα Χαραλάμπους Αιτήτρια και
- Ι.P. ΚΑΜΙΝΑΡΑ & ΣΙΑ
- ΙΑΝΘΗΣ ΚΑΜΙΝΑΡΑ
- Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου, 2009 Εμφανίσεις Για την Αιτήτρια: κ. Κ. Χ΄΄ Κωστής Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ανδ. Ξενοφώντος Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Τσεριώτης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυως και ή κεχωρισμένως αποζημίωση λόγω παράνομου και αδικαιολόγητου τερματισμού της απασχόλησης της σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967 (Ν.24/67)όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και διαζευκτικά σε περίπτωση που οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 αποδείξουν ότι η απόλυση της οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») με βάση το Άρθρο 16
(1)του Νόμου σε συνδυασμό με τον 4ο Πίνακα του Νόμου. Η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της εμφάνισης της ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 είναι ομόρρυθμη εταιρεία που έχει συσταθεί στην Κύπρο, έχει έδρα των εργασιών τους στη Λεμεσό και σε όλο τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αίτηση διατηρούσαν δικηγορικό γραφείο στη Λεμεσό. Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 είναι η μοναδική ομόρρυθμη συνέταιρος της Καθ΄ ης η αίτηση 1 και ενάγεται υπό αυτή της την ιδιότητα . Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η αίτηση 1 κατά ή περί την 1.11.1991 δυνάμει προφορικής σύμβασης εργοδότησης και απασχολήθηκε ως δικηγορική υπάλληλος μέχρι την 28.2.
- Οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 επέδωσαν στην Αιτήτρια στις 4.1.2006 επιστολή με την οποία τερμάτισαν την απασχόληση της προβάλλοντας λόγους πλεονασμού. Η αίτηση της για πληρωμή από το Ταμείο απορρίφθηκε στις 19.12.2006 με τη δικαιολογία ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της δεν οφείλετο σε πλεονασμό σύμφωνα με το Άρθρο 18 του Νόμου. Οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 με τους γενικούς λόγους της εμφάνισης τους αμφισβητούν την αξίωση εναντίον τους και ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών της Αιτήτριας έγινε λόγω πλεονασμού και συγκεκριμένα λόγω αλλαγής και/ή αλλαγών στην οργάνωση καθώς και του τρόπου διεξαγωγής των εργασιών του δικηγορικού τους γραφείου, αλλαγής και ή αλλαγών στην απαιτούμενη ειδικότητα και κατά συνέπεια στην κατάργηση θέσης και/ή τμήματος της Αιτήτριας. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης τους ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απασχολείτο ως δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Ιάνθη Καμιναρά από την 1.11.1992 μέχρι 28.2.
- Το αίτημα της Αιτήτριας για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε γιατί από τα στοιχεία που υπάρχουν ο τερματισμός της απασχόλησης της δεν οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Ο εργοδότης δεν παρουσίασε στοιχεία για αναδιοργάνωση της επιχείρησης. Απασχολούσε δύο άτομα και προσέλαβε άλλους ενώ απέλυσε την Αιτήτρια. Τα καθήκοντα της Αιτήτριας δεν εξέλειπαν μετά την απόλυση της. Βάρος απόδειξης Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω Άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Το άρθρο 6
(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «... ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεων τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επομένως στη παρούσα περίπτωση οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω πλεονασμού βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 5(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Νόμου, όπου καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι πλεονασμού. Προς απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 κατέθεσε η κα Ιάνθη Καμιναρά. Ενώπιον μας κατέθεσε επίσης η Αιτήτρια. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά αρκέστηκε στην αντεξέταση της κας Καμιναρά. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιον μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία - Αξιολόγηση και Συμπεράσματα- Νομική Πτυχή Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας για σκοπούς του Νόμου ήταν Λ.Κ.159,23. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι στην Αιτήτρια δόθηκε το Τεκμήριο 2 (επιστολή ημερομηνίας 4.1.2006) το περιεχόμενο του οποίου παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο: « Λεμεσός 04/01/06 Κα Άνδρη Κωνσταντίνου-Χαραλάμπους Λεμεσός «Διά χειρός» Με την παρούσα επιστολή σας δίνουμε ειδοποίηση τερματισμού της εργοδότησης σας στο Γραφείο στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Ο τερματισμός γίνεται για λόγους πλεονασμού και ειδικώτερα για λόγους σχετιζόμενους με αλλαγή στην οργάνωση του τρόπου εργασιών του Γραφείου, αλλαγή στην απαιτούμενη ειδικότητα και κατά συνέπεια στην κατάργηση της δικής σας θέσης/τμήματος. Ευχαριστούμε για την συνεργασία και ευχόμαστε κάθε μελλοντική επιτυχία. Ι.Ρ. ΚΑΜΙΝΑΡΑ & ΣΙΑ Δικηγόροι/Νομικοί Σύμβουλοι » Σημειώνουμε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που περιέχονται στους γενικούς λόγους της εμφάνισης της ότι εργοδότης της κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 έγιναν παραδεκτοί από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης τους . Επίσης η κα Καμιναρά και η Αιτήτρια ανέφεραν ότι η Αιτήτρια εργοδοτήθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 την 1.11.1991. Ο δικηγόρος του Ταμείου παρόλο που πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Καθ΄ ης η αίτηση 2 την 1.11.92, κατά την ακρόαση της υπόθεσης δεν αντεξέτασε την κα Καμιναρά και την Αιτήτρια επί του εν λόγω θέματος με αποτέλεσμα η εν λόγω μαρτυρία τους να παραμείνει αναντίλεκτη. Περαιτέρω το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη της εν λόγω θέσης του με αποτέλεσμα να μην αποδειχθεί και να παραμείνει μετέωρη. Ως εκ τούτου αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια εργοδοτήθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 την 1.1.1991. Καταθέτοντας η κα Καμιναρά ανέφερε ότι η κύρια ενασχόληση του δικηγορικού γραφείου Ι.Ρ. Καμιναρά & Σία είναι η παροχή υπηρεσιών και νομικών συμβουλών σε αλλοδαπούς και εταιρείες διεθνών δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου ο μεγαλύτερος όγκος εργασιών του δικηγορικού γραφείου είναι σε σχέση με αλλοδαπές εταιρείες και αλλοδαπούς που αποτελούσαν το προσωπικό των εν λόγω εταιρειών και πιο συγκεκριμένα αφορά την εγγραφή εταιρειών διεθνών δραστηριοτήτων και την εξασφάλιση των νόμιμων εγγράφων για την παραμονή και την απασχόληση των αλλοδαπών εργοδοτουμένων τους στην Κύπρο. Εντός αυτών των δραστηριοτήτων το δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνει να διεκπεραιώνει τις απαιτούμενες διαδικασίες για εξασφάλιση των αναγκαίων εγγράφων και αδειών μέσω του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Με τις αλλαγές που επέφερε η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση στη σχετική νομοθεσία όλες οι αναγκαίες διευθετήσεις αναφορικά με τις άδειες παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών διεκπεραιώνονται από τα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στη Λευκωσία αντί στο επαρχιακό τμήμα στη Λεμεσό. Η εν λόγω διαδικασία γίνεται μέσω ταχυδρομείου και δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη παρουσίας και παράδοσης των σχετικών εγγράφων στο επαρχιακό τμήμα Λεμεσού καθώς και η διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών σχετικά με τα θέματα αυτά. Συνέπεια των πιο πάνω ήταν να αλλάξει το δικηγορικό γραφείο τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών του αναφορικά με τις υπηρεσίες που προσέφερε σε αλλοδαπές εταιρείες και σε αλλοδαπούς. Παρίστατο πλέον η ανάγκη περισσότερων εξειδικευμένης και αποκλειστικής ενασχόλησης με τα πιο πάνω θέματα η οποία απαιτούσε την πολύ καλή γνώση αγγλικής γλώσσας. Όσο αφορά την υπόλοιπη ενασχόληση της Αιτήτριας στο δικηγορικό γραφείο αυτή ήταν συνδεδεμένη με τη δακτυλογράφηση και την καταχώρηση εγγράφων στο Δικαστήριο σχετικά με πολιτικές αγωγές οι οποίες αφορούσαν υποθέσεις ορισμένων πελατών του δικηγορικού γραφείου και ορισμένων πελατών τους οποίους η Αιτήτρια σύστησε στο γραφείο και η οποία παρακολουθούσε την πρόοδο τους. Επειδή ήταν ασύμφορες για το γραφείο αυτές οι υποθέσεις η μάρτυρας ανέφερε ότι αποφάσισε να τις σταματήσει. Όταν έφυγε η Αιτήτρια πήρε αυτές τις υποθέσεις μαζί της. Επίσης η αποχώρηση του δικηγόρου-συνεταίρου της ο οποίος διεκπεραίωνε την δικαστηριακή εργασία αφού αυτή ασχολείτο με άλλα καθήκοντα συνέτεινε στην απόφαση της για κατάργηση της δικαστηριακής εργασίας και αναδιοργάνωση στον τρόπο λειτουργίας του γραφείου. Το θέμα της αγγλικής γλώσσας συζητήθηκε με την Αιτήτρια αλλά επειδή δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα που ήταν σημαντικό προσόν για τη διεκπεραίωση των εργασιών του δικηγορικού γραφείου και συνεπώς η Αιτήτρια ήταν ακατάλληλη για τη νέα θέση που ζητούσε το γραφείο με τη νέα τάξη πραγμάτων και μετά από την αλλαγή αναδιοργάνωση των εργασιών του γραφείου όπως αυτή προέκυψε με την κατάργηση των δικαστηριακών εργασιών. Της ζητήθηκε να παρακολουθήσει μαθήματα αγγλικής γλώσσας αλλά δεν έδειξε ενδιαφέρον. Η Αιτήτρια δεν αποδέχθηκε να εκτελεί γενικά καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου. Η μάρτυρας συμπλήρωσε ότι πριν την απόλυση της Αιτήτριας προέβηκε σε πρόσληψη δικηγόρου ο οποίος αντικατέστησε τον δικηγόρο συνέταιρο της ο οποίος αποχώρησε. Μετά την απόλυση της προσέλαβε άλλη υπάλληλο ως γραμματέα η οποία είχε πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας και χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Χ΄΄Κωστή διευκρίνισε ότι πριν την απόλυση της Αιτήτριας το δικηγορικό γραφείο είχε 3 υπαλλήλους. Ένα δικηγόρο, μία γραμματέα γενικών καθηκόντων (η οποία απαντούσε τηλέφωνα, αναλάμβανε τις εξωτερικές εργασίες, έβγαζε φωτοτυπίες) και την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια δεν είχε άμεση επαφή με τους αλλοδαπούς πελάτες καθότι αυτή και ο άλλος δικηγόρος του γραφείου ετοίμαζαν τις σχετικές αιτήσεις προς το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης καθώς και όλα τα απαραίτητα έγγραφα και τα καθήκοντα της Αιτήτριας περιορίζονταν στο να πάει στο Τμήμα Αλλοδαπών στη Λεμεσό και να υποβάλει τις συγκεκριμένες αιτήσεις. Υπεστήριξε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε γιατί το τμήμα στο οποίο απασχολείτο (δηλαδή το τμήμα των δικαστηριακών υποθέσεων και το τμήμα των υπηρεσιών προς τους αλλοδαπούς πελάτες για εξασφάλιση αδειών παραμονής) καταργήθηκε. Η νέα υπάλληλος που προσλήφθηκε δεν αντικατέστησε την Αιτήτρια αλλά διορίστηκε σε νέα θέση και εκτελούσε γενικά καθήκοντα τα οποία είναι διαφορετικά από αυτά που εκτελούσε η Αιτήτρια. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Τσεριώτη ανέφερε ότι το τμήμα του δικηγορικού γραφείου που παρέχει υπηρεσίες εξασφάλισης αδειών παραμονής σε αλλοδαπούς δεν καταργήθηκε αλλά άλλαξε η διαδικασία με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην έχει εργασία να διεκπεραιώσει αναφορικά με αυτό τον τομέα και ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας έπαυσαν να υφίστανται. Η Αιτήτρια καταθέτοντας ανέφερε ότι προσελήφθηκε ως δικηγορική υπάλληλος και της ανατέθηκαν α) οι υποθέσεις των αλλοδαπών (ετοίμαζε όλες τις φόρμες και αιτήσεις που χρειάζονταν για την κάθε περίπτωση και αφού έκλεινε ραντεβού με τον αρμόδιο υπεύθυνο στο Τμήμα Αλλοδαπών πήγαινε στο Τμήμα για να διεκπεραιώσει τη διαδικασία για εξασφάλιση των αδειών παραμονής, β) η δακτυλογράφηση και η καταχώρηση πολιτικών υποθέσεων στο Δικαστήριο και γ) τηλέφωνα και διάφορες άλλες εργασίες που η κα Καμιναρά έκρινε σωστό να τις αναλάβει η Αιτήτρια. Με την πάροδο του χρόνου και πιο συγκεκριμένα από το 2000 και μετά άρχισε να υπάρχει μία πτώση στον τομέα των αλλοδαπών και επειδή οι υποθέσεις δικαστηρίου που είχε το γραφείο ήταν λίγες η κα Καμιναρά της έδωσε το δικαίωμα να φέρνει δικούς της πελάτες στο γραφείο για πολιτικές αγωγές και μετά τη διεκπεραίωση της υπόθεσης να της δίνεται ένα ποσό ως προμήθεια πάνω στο καθαρό κέρδος των εν λόγω υποθέσεων. Παρόλο που επηρεάστηκαν τα καθήκοντα της μετά το 2003 σχετικά με τον τομέα των αλλοδαπών είχε καθήκοντα σε πλήρες ωράριο αφού η άλλη κοπέλα που εργαζόταν ως γραμματέας απεχώρησε και η άλλη που προσελήφθηκε εργαζόταν μισή μέρα. Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι η κα Καμιναρά δεν της προσέφερε άλλη εργοδότηση όταν την απέλυσε αλλά απλώς ήλθε στο γραφείο της και της εξήγησε το λόγο απόλυσης της. Της ζήτησε να κάνει μαθήματα αγγλικών το 1998 το οποίο και έπραξε για 3 μήνες αλλά αναγκάστηκε να σταματήσει λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Όταν έφυγε πήρε μαζί της μόνο τις δικές της υποθέσεις. Σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο κ. Κλεάνθους έφυγε από το γραφείο τον Οκτώβριο του 2005 αλλά οι δικαστηριακές υποθέσεις παρέμειναν στο γραφείο και αυτή πριν απόλυση της απασχολείτο με τις δικαστηριακές υποθέσεις, με τους αλλοδαπούς, με τα τηλέφωνα και με εξωτερικές εργασίες τα απογεύματα. Ήταν η θέση της ότι λιγόστεψαν οι υπεράκτιες εταιρείες οι οποίες έφερναν το κύριο εισόδημα στο γραφείο και αυτό επηρέασε και μεγάλο μέρος των δικών της υπηρεσιών. Εκεί που πήγαινε καθημερινά στο Τμήμα Αλλοδαπών μετά πήγαινε πιο σπάνια. Έχουμε εξετάσει με μεγάλη προσοχή το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας. Η θέση των Καθ΄ ων η αίτηση 1 όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της κας Καμιναράς είναι ότι (α)το τμήμα το οποίο ασχολείτο με τις δικαστηριακές υποθέσεις και τις υπηρεσίες εξασφάλισης αδειών παραμονής αλλοδαπών στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στη Λεμεσό και στο οποίο εργαζόταν η Αιτήτρια καταργήθηκε και κατά συνέπεια τα καθήκοντα που εκτελούσε η Αιτήτρια εξέλειπαν και (β) λόγω αλλαγής στην οργάνωση του τρόπου εργασιών του δικηγορικού γραφείου άλλαξε η αναγκαία ειδικότητα των υπαλλήλων και πιο συγκεκριμένα απαιτείτο να εργοδοτηθεί ένας υπάλληλος με διαφορετική ειδικότητα από αυτή της Αιτήτριας και η Αιτήτρια δεν μπορούσε να εκτελέσει τα καθήκοντα αυτής της νέας θέσης που δημιουργήθηκε. Δηλαδή οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 επικαλούνται τις πρόνοιες των υποπαραγράφων (γ) (i), (
- ii)και (iii) του άρθρου 18 του Νόμου. Το άρθρο 18 του Νόμου προβλέπει ότι: «Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων όταν η απασχόλησις του ετερματίσθη: (α) ....................................... (β) ....................................... (γ) ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (
- i)εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (
- ii)αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) καταργήσεων τμημάτων. (
- iv).................................................................................................... (
- v).................................................................................................... (
- vi)................................................................................................... (vii) ...................................................................................................». Σ' αυτό το σημείο οφείλουμε να τονίσουμε ότι το κριτήριο που στηρίζει την απόφαση πλεονασμού εργοδοτουμένου είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Δηλαδή για να κριθεί η απόλυση δικαιολογημένη το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει κάτω από αντικειμενικά κριτήρια την ύπαρξη προϋποθέσεων που δικαιολογούν το συμπέρασμα πλεονασμού . [1] Αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας παρατηρούμε κατ΄ αρχήν ότι αναφορικά με τη θέση των Καθ΄ ων η αίτηση 1 ότι καταργήθηκε το δικαστηριακό τμήμα καθώς το δικηγορικό γραφείο σταμάτησε να ασχολείται με δικαστηριακές υποθέσεις κανένα πειστικό στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μας που να καταδεικνύει την αλήθεια της εν λόγω θέσης . Εκτός από την προφορική μαρτυρία της κας Καμιναρά δεν είχαμε ενώπιον μας απτά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Περάν τούτου η κα Καμιναρά τόσον ενόρκως κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης όσον και κατά τη κατάθεση της που έδωσε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 29.11.2006 (τεκμήριο 4) δήλωσε ότι η αποχώρηση του κ. Κλέανθους του δικηγόρου που διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του δικαστηρίου αφού αυτή ασχολείται με άλλους τομείς συνέτεινε στην απόφαση της να παύσει το δικηγορικό γραφείο να ασχολείται με υποθέσεις δικαστηρίου. Όμως η κα Καμιναρά ανέφερε ότι μετά την αποχώρηση του κ. Κλεάνθους και πριν την απόλυση της Αιτήτριας προσλήφθηκε ένας δικηγόρος για να αντικαταστήσει τον κ. Κλεάνθους και στο τεκμήριο 4 ανέφερε ότι ο νέος δικηγόρος προσλήφθηκε για να αναλάβει τα καθήκοντα του κ. Κλεάνθους. Δεν δόθηκε όμως θετική μαρτυρία σχετικά (α) με τα καθήκοντα του κ. Κλεάνθους πριν την αποχώρηση του και (β) με τα καθήκοντα που ανέλαβε ο νέος δικηγόρος ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει ότι ο νέος δικηγόρος δεν ανέλαβε και τις δικαστηριακές υποθέσεις οι οποίες σύμφωνα με την Αιτήτρια παρέμειναν στο γραφείο και αυτή όταν έφυγε πήρε μόνο τις δικές της και ότι ο νέος δικηγόρος ανέλαβε μέρος μόνο των καθηκόντων του κ. Κλεάνθους. Παρατηρούμε ότι και ο ισχυρισμός ότι οι διαδικασίες για εξασφάλιση αδειών παραμονής για τους αλλοδαπούς από το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης άλλαξαν μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται μέσω ταχυδρομείου στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος αντί στο επαρχιακό τμήμα στη Λεμεσό τέθηκε ενώπιον μας γενικά και αόριστα χωρίς την υποστήριξη σχετικών στοιχείων. Περαιτέρω όταν τέθηκε το ερώτημα στη κα Καμιναρά πότε έγιναν αυτές οι αλλαγές απάντησε ότι οι αλλαγές έγιναν σταδιακά και ολοκληρώθηκαν το 2005 αλλά δεν θυμάται πότε. Ως εκ τούτου δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το ακριβές χρονικό σημείο που επήλθαν οι κατ΄ ισχυρισμό αλλαγές στην πιο πάνω διαδικασία με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσον οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 ενήργησαν εντός ευλόγου διαστήματος από τότε που κατ΄ ισχυρισμό παρουσιάστηκαν οι αλλαγές στα καθήκοντα της Αιτήτριας . Το πιο μεγάλο κενό στην μαρτυρία των Καθ΄ ων η αίτηση 1 βρίσκεται στη θέση τους ότι συνεπεία των αλλαγών στην διαδικασία εξασφάλισης αδειών παραμονής αλλοδαπών άλλαξε το γραφείο τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών του αναφορικά με τις υπηρεσίες που προσέφερε σε αλλοδαπές εταιρείες και αλλοδαπούς και παρίστατο η ανάγκη περισσότερο εξειδικευμένης και αποκλειστικής ενασχόλησης με τα πιο πάνω θέματα η οποία απαιτούσε την πολύ καλή γνώση αγγλικής γλώσσας καθώς καμία περαιτέρω λεπτομέρεια δεν δόθηκε προς επεξήγηση και υποστήριξη της πιο πάνω θέσης η οποία τέθηκε γενικά και αόριστα ενώπιον μας . Δεν μας εξηγήθηκε τι ήταν αυτό που άλλαξε όσον αφορά τις εργασίες του γραφείου και απαιτούσε την πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας αφού και πριν την κατ΄ ισχυρισμό κατάργηση του δικαστηριακού τμήματος σύμφωνα με την κα Καμιναρά η κύρια ενασχόληση του γραφείου αφορούσε υποθέσεις αλλοδαπών εταιρειών και αλλοδαπούς. Επιπρόσθετα ενώ η κα Καμιναρά υποστήριξε με την μαρτυρία της ότι η νέα υπάλληλος που προσλήφθηκε μετά την απόλυση της Αιτήτριας είχε πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας και της χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν προσκόμισε απτά στοιχεία επί τούτου. Η κα Καμιναρά κατά τη μαρτυρία της ενώ ισχυριζόταν ότι η νέα υπάλληλος προσλήφθηκε για μια νέα θέση και εκτελούσε καθήκοντα διαφορετικά από αυτά της Αιτήτριας δεν έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με τα καθήκοντα που ανέλαβε να διεκπεραιώνει η νέα υπάλληλος η οποία όπως μας ανέφερε προσλήφθηκε ως γραμματέας. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου σχετικά με τα καθήκοντα της νέας υπαλλήλου η κα Καμιναρά απάντησε ότι η νέα υπάλληλος ασχολείται με δακτυλογράφηση και τηλέφωνα και ότι επειδή όλοι οι πελάτες του γραφείου είναι ξένοι πρέπει να μιλά άπταιστα αγγλικά . Σημειώνουμε ότι η κα Καμιναρά σε αντίθεση με τη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο, στο ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε και παράδωσε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 11.01.2006 (τεκμήριο 5 ) στην ερώτηση αν προσέλαβε νέο προσωπικό μετά την απόλυση της Αιτήτριας ανέγραψε ότι προσέλαβε ένα νομικό βοηθό αποκλειστικά σε θέματα εταιρειών που να έχει άπταιστη γνώση της αγγλικής γλώσσας. Η κα Καμιναρά προέβαλλε την θέση ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας περιοριζόντουσαν μόνο στο να παραδίνει τα απαραίτητα έγγραφα στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και στο να δακτυλογραφεί τα δικόγραφα των υποθέσεων που καταχωρούνταν στο δικαστήριο, να καταχωρεί τις υποθέσεις στο Πρωτοκολλητείο και να παρακολουθεί την πορεία των εν λόγω υποθέσεων και ότι η Αιτήτρια δεν εκτελούσε άλλα καθήκοντα τα οποία συνήθως εκτελεί ενός υπάλληλος γενικών καθηκόντων σε ένα γραφείο. Η πιο πάνω θέση της κας Καμιναρά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι κατά την αντεξέταση της η κα Καμιναρά παραδέχτηκε (α) ότι η άλλη κοπέλα που απασχολείτο στο γραφείο ως γραμματέας - υπάλληλος γενικών καθηκόντων από το 2000 εργαζόταν μέχρι το μεσημέρι και ότι μόνο η Αιτήτρια εργαζόταν το απόγευμα και (β) ότι μετά την απόλυση της Αιτήτριας δεν μπορούσε να μείνει με μια κοπέλα γενικών καθηκόντων. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ξεκάθαρα κατά την γνώμη μας τη θέση της Αιτήτριας ότι εκτελούσε και άλλα καθήκοντα εκτός από αυτά που ανέφερε η κα Καμιναρά με τη μαρτυρία της. Περαιτέρω η κα Καμιναρά στο Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι πρότεινε στην Αιτήτρια αν ήθελε να συνεχίσει να απασχολείται στο δικηγορικό γραφείο της θα έπρεπε να απασχολείται ως απλή γραμματέας με τον ίδιο μισθό και όχι ως νομικός βοηθός ο οποίος θα χειριζόταν δικαστηριακές υποθέσεις και θα έπαιρνε προμήθεια και ότι η Αιτήτρια αρνήθηκε και έτσι αναγκάστηκε να την απολύσει. Καμία αναφορά στον εν λόγω τεκμήριο για το επίπεδο της γνώσης των αγγλικών που είχε η Αιτήτρια και την ύπαρξη αναγκαιότητας για γνώση άπταιστων αγγλικών. Επίσης η κα Καμιναρά παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση της ότι ήταν το 1998 που ζήτησε από την Αιτήρια να παρακολουθήσει μαθήματα αγγλικής γλώσσας και όχι κατά τον χρόνο της απόλυση της όπως άφησε να νοηθεί κατά την κυρίως εξέταση της. Εν όψει των πιο πάνω είμαστε της γνώμης ότι η κα Καμιναρά δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου στην πραγματική τους διάσταση και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στην προφορική μαρτυρία της κας Καμιναράς ως υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 απέτυχαν να αποδείξουν ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφείλετο σε λόγους πλεονασμού αφού δεν τέθηκαν ενώπιον μας με πειστική και αξιόπιστη μαρτυρία στοιχεία που να θεμελιώνουν με αντικειμενικά κριτήρια τον επηρεασμό των καθηκόντων της εργασίας της Αιτήτριας στο δικηγορικό γραφείο των Καθ' ων η αίτηση 1 λόγω κατάργησης του τμήματος που απασχολείτο η Αιτήτρια και/ ή λόγω αναδιοργάνωσης και αλλαγής στις μεθόδους εργασίας του δικηγορικού γραφείου ( βλ. Α.Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ. 703, Χρυσάνθου κ.α ν. Petros Pitsillis (Glass Market) Ltd
(2001)1 A.A.Δ 383, Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν.
- Παρασκευής Γρηγορά,
- Ταμείο Πλεονάζοντως Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ 1985 ) λόγοι οι οποίοι θα δικαιολογούσαν εντός των πλαισίων του Νόμου και της νομολογίας τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας. Είναι επομένως κατάληξη μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 απέτυχαν να αποδείξουν ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφείλεται για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου και ως εκ τούτου υποχρεούνται όπως καταβάλουν αποζημίωση στην Αιτήτρια σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Η Αιτήτρια μας ανέφερε γενικά και αόριστα χωρίς να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία και λεπτομέρειες ότι μετά την απόλυση της προσπάθησε να βρει δουλειά σε διάφορα δικηγορικά γραφεία αλλά δεν τα κατάφερε και ότι τώρα τα πρωινά συνεργάζεται με τον κ. Κλεάνθους στο δικηγορικό του γραφείο και τα απογεύματα βοηθά το σύζυγο της. Παίρνει €1000 από το σύζυγο της το μήνα δηλαδή περίπου τον ίδιο μισθό με αυτόν που έπαιρνε όταν εργοδοτείτο στους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και ο κ. Κλεάνθους όταν κλείσει κάποια από τις προσωπικές τις υποθέσεις της προσφέρει ένα ποσό. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της η Αιτήτρια ήταν 48 χρονών. Η Αιτήτρια εργάστηκε στους Καθ' ων η αίτηση 1 για 14 συναπτά έτη και ο τελευταίος μισθός της για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν σε Λ.Κ.159,23. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τους παράγοντες που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου κρίνουμε υπό τις περιστάσεις ότι είναι εύλογο και δίκαιο να επιδικάσουμε στην Αιτήτρια υπό μορφή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης το ποσό των €9.522,12 (Λ.Κ. 5.573,05) το οποίο αντιστοιχεί με τις απολαβές 35 εβδομάδων. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €9.522,12 πλέον νόμιμο τόκο. Τέλος, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 δικηγορικά έξοδα €850 πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση εναντίον του Ταμείου και της Καθ΄ ης η αίτηση 2 απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Yπ.) ............................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.).................................................... (Υπ.)............................................. Μ. Πρωτοπαπά Φλ. Φλώρου Μέλος Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. [1]Για να εξακριβωθεί η ελάττωση των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων πρέπει να διακριβωθούν με αντικειμενικά κριτήρια οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσον αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο . Στη συνεχεία πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις της επιχείρησης συνδέονται με το είδος των καθηκόντων του εργοδοτούμενου που θα απολυθεί ως πλεονάζον προσωπικό. Τα πιο πάνω πρέπει να διακριβωθούν με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εξαρτώνται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλ. Hindle v. Percival Boats Ltd
(1969)1 ALL.E.R. 836) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο