Χριστάκη Ηλία ν. DEL KIRZIS TOURIST ENTERPRISES LTD (PARK BEACH HOTEL), Αρ. Αίτησης 491/06, 30.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2009:9 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Στ. Χ'' Μανώλη } Χαρ. Βρακά } Μελών Αρ. Αίτησης 491/06 Μεταξύ: Χριστάκη Ηλία Αιτητή - και - D.E.L KIRZIS TOURIST ENTERPRISES LTD (PARK BEACH HOTEL) Καθ΄ ων η Αίτηση ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 30.6.2009 Εμφανίσεις Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Χ΄΄ Κωστής Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ΄ ων η Αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους του έγγραφου εμφανίσεως της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Συγκεκριμένα η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι τερμάτισε τις υπηρεσίες του Αιτητή καθότι ο Αιτητής διέπραξε ποινικό αδίκημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και επέδειξε απαράδεκτη διαγωγή η οποία τον καθιστούσε υποκείμενο σε άμεση απόλυση καθότι συστηματικά παρενοχλούσε σεξουαλικά συναδέλφους του. Βάρος απόδειξης Σύμφωνα με το Άρθρο 6
(1)του Νόμου, «.ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν των Άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτούμενου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του Άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία, θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στην έγγραφο εμφάνιση της, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή το δικαίωμα αποζημίωσης. Για να αποσείσει το βάρος απόδειξης η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ. Φυλακτή Γεωργίου, αρχιμάγειρα κατά τον ουσιώδη χρόνο στο ξενοδοχείο με το όνομα "Park Beach" που διαχειρίζεται η Εργοδότρια Εταιρεία (στο εξής το «ξενοδοχείο»), του κ. Ζήνωνα Χριστοφόρου, γενικoύ διευθυντή του ξενοδοχείου, των κ.κ. Ευαγγελίας Σωκράτους και Νεάπολης Αριστείδου οι οποίες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μαθήτριες της ξενοδοχειακής σχολής και έκαναν την πρακτική εξάσκηση τους στο ξενοδοχείο και της κας Σταύρης Σάββα η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως βοηθός μαγείρων στην κουζίνα του ξενοδοχείου. Ο Αιτητής για να υποστηρίξει το αίτημα του εκτός από τη δική του μαρτυρία, προσκόμισε τη μαρτυρία της κας Άννας Γιάγκου, εργοδοτούμενης στην κουζίνα του ξενοδοχείου κατά τον ουσιώδη χρόνο και του κ. Περικλή Περικλέους, συντεχνιακού. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιον μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Παραδεκτά Γεγονότα Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά και ή ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό και ασχολείται με τη διαχείριση και λειτουργία ξενοδοχείων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διαχειριζόταν το ξενοδοχείο. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως μάγειρας Β΄ από τις 11.12.1989 μέχρι τις 14.7.2006 ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκε η απασχόληση του άμεσα και χωρίς προειδοποίηση με επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 14.7.2006 (Τεκμήριο 1). Οι απολαβές του Αιτητή κατά το χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης του ανέρχονταν για σκοπούς του Νόμου σε Λ.Κ. 204,61 εβδομαδιαίως. Μαρτυρία Ο κ. Φ. Γεωργίου καταθέτοντας ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ως ο αρχιμάγειρας του ξενοδοχείου ήταν ο γενικός προϊστάμενος του προσωπικού της κουζίνας του ξενοδοχείου. Κατά ή περί τις 20.6.2006 τον επισκέφθηκε η κα Σταύρη Σάββα (στο εξής «η Σταύρη») θυμωμένη και του ανέφερε ότι έχει πρόβλημα με τον Αιτητή ο οποίος την παρενοχλεί με αισχρές φράσεις και πράξεις και πιο συγκεκριμένα του παραπονέθηκε ότι ο Αιτητής όταν την έβρισκε σε μια γωνιά σκυφτή της έπαιρνε τα οπίσθια και όταν την έβρισκε μόνη της προσπαθούσε να την αγγίξει με το σώμα του. Του ζήτησε κάπως έντονα να μην ξαναδουλέψει στην ίδια βάρδια με τον Αιτητή. Της είπε ότι θα κάνει παρατήρηση στον Αιτητή αλλά είναι δύσκολο λόγω έλλειψης προσωπικού να μην την «βάζει» να δουλεύει με τη βάρδια του Αιτητή. Μετά από αυτό, κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του και του ανέφερε τι του κατάγγειλε η Σταύρη και του είπε να είναι κύριος και να μην ξανασυμβεί οτιδήποτε. Ο Αιτητής αρνήθηκε ότι προέβηκε στις πράξεις για τις οποίες τον κατάγγειλε η Σταύρη. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι στις 9.7.2006 η Σταύρη κλαίγοντας του είπε ότι θα παραιτηθεί γιατί δεν αντέχει άλλο την άσεμνη συμπεριφορά του Αιτητή. Λόγω του ότι δεν είχε χρόνο να την δει εκείνη την ώρα, την κάλεσε την επόμενη μέρα 10.7.2006 στο γραφείο του και της ζήτησε να του πει ποιο είναι το πρόβλημα με τον Αιτητή. Αυτή του είπε ότι ο Αιτητής την παρενοχλούσε από το δεύτερο βράδυ που ήλθε στο ξενοδοχείο και πιο συγκεκριμένα του είπε ότι μία φορά όταν την βρήκε στο ψυγείο την «χούφτωσε», άλλη φορά την παρενόχλησε με χειρονομία στην αποθήκη και σε μια άλλη περίπτωση έτρεξε από πίσω της μέχρι τα αποδυτήρια των γυναικών. Του είπε επίσης ότι υπάρχει πρόβλημα και με τις δύο μαθήτριες (Ευαγγελία Σωκράτους («η Ευαγγελία») και Νεάπολη Αριστείδου(«η Νεάπολη») που έκαναν την πρακτική τους στο ξενοδοχείο καθότι ο Αιτητής τις παρενοχλούσε και αυτές. Την επόμενη μέρα (11.7.2006) επικοινώνησε με τις δύο άλλες κοπέλες και ακολούθως ζήτησε τόσο από την Αιτήτρια όσο και από τις δύο μαθήτριες όπως αυτά που του ανέφεραν προφορικά να του τα δώσουν γραπτώς για να τα μεταφέρει στη διεύθυνση του ξενοδοχείου. Οι 3 κοπέλες του ανέφεραν τι έπραττε ο Αιτητής. Αυτός κατέγραψε τα παράπονα τους και ακολούθως τους ζήτησε να υπογράψουν τα εν λόγω κείμενα. Πιο συγκεκριμένα, ήταν η θέση του κ. Γεωργίου ότι η Ευαγγελία του ανέφερε ότι ο Αιτητής της έπιασε το στήθος της στο ψυγείο, την ρωτούσε αν έχει φίλο και αν αυτός την «ικανοποιά» και ότι αυτός πήγε με 800 γυναίκες και ήθελε να τις κάνει
- Σε μία άλλη περίπτωση την έστειλε στο ψυγείο να φέρει αγγουράκια και όταν τα έφερε, πήρε το ένα στο χέρι του και δείχνοντας της το την ρώτησε αν το μέγεθος είναι αρκετό. Επίσης όταν έτρωγε παγωτό την σχολίασε αισχρά. Η Νεάπολη του είπε ότι ο Αιτητής την ρώτησε αν είναι παρθένα και της έλεγε ότι ξέρει ότι αυτή κάνει κάποια άλλα πράγματα μαζί με άλλες γυναίκες και ότι πληρώνεται λεφτά. Επίσης της είπε να της δώσει Λ.Κ.50,00 και να του κάνει «πίπα». Όταν τελείωσε με τις γραπτές καταθέσεις, αργότερα το βράδυ του τηλεφώνησε ο πατέρας της Νεάπολης στο ξενοδοχείο και του είπε ότι «αναγιώνουν ένα δράκο» και ότι αν δεν τον διώξουν, δεν θα ξαναστείλει την κόρη του εκεί στο ξενοδοχείο. Τηλεφώνησε στο διευθυντή του ξενοδοχείου, κ. Χριστοφόρου και του ανέφερε τι συνέβηκε και στη συνέχεια του έδωσε τις γραπτές καταγγελίες των 3 παραπονούμενων. Όταν τα είδε ο διευθυντής του είπε να στείλει τον Αιτητή σπίτι του και να έλθει την επόμενη μέρα να μιλήσουν. Κάλεσε στο γραφείο του τον Αιτητή για να του αναφέρει ότι οι 3 παραπονούμενες έκαναν γραπτό παράπονο και όταν του ανέφερε τι του είπαν ,ο Αιτητής άρχισε να βρίζει και είπε ότι η Σταύρη είναι «πουτάνα» και διαμαρτυρήθηκε έντονα για το θέμα. Τις περαιτέρω ενέργειες τις ανέλαβε ο κ. Χριστοφόρου. Στις 14.7.2006 έγινε συνάντηση στο γραφείο του κ. Χριστοφόρου στην οποία παρόντες ήταν από την πλευρά του ξενοδοχείου ο αρχιλογιστής του ξενοδοχείου, ο κ. Μικελλίδης, ο κ. Χριστοφόρου και ο ίδιος και από την πλευρά του Αιτητή εκτός από τον Αιτητή και ο συντεχνιακός του εκπρόσωπος, κ. Περικλέους. Ο Αιτητής αρνείτο επίμονα τις καταγγελίες εις βάρος του και ως εκ τούτου ο κ. Χριστοφόρου κάλεσε τις κοπέλες μία - μία και η κάθε μια παρέθεσε τα γεγονότα. Ο Αιτητής απεκάλεσε στη συνάντηση την Σταύρη «πουτάνα» και αυτή του είπε ότι αφού συμπεριφέρεται έτσι θα πάρει την υπόθεση ώσπου πάει. Ο Αιτητής θύμωσε και ο συντεχνιακός εκπρόσωπος του τότε τηλεφώνησε σε μία κοπέλα που εργαζόταν στο ξενοδοχείο Londa η οποία ήταν πρώην συνάδελφος της Σταύρης και η οποία ανέφερε ότι η Σταύρη δεν είναι καλού χαρακτήρα. Όταν ήλθαν οι άλλες κοπέλες για να επιβεβαιώσουν αυτά που ανέφεραν γραπτώς, ο Αιτητής τους έλεγε ότι αυτά που συνέβηκαν ήταν αστεία και όχι σοβαρά. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι η Σταύρη προσλήφθηκε στο ξενοδοχείο στις 3.6.2006 ως βοηθός Β΄ Μαγείρων και ο Αιτητής ήταν ο άμεσα προϊστάμενος της. Όσο καιρό εργάστηκε αυτός με τον Αιτητή δεν πρόσεξε κάτι αρνητικό για τη συμπεριφορά του Αιτητή ο οποίος όταν νευρίαζε μπορεί να έβριζε αλλά όχι επιλήψιμα. Η Σταύρη υπέβαλε την παραίτηση της στην Εργοδότρια Εταιρεία λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή. Σε ερώτηση του δικηγόρου του Αιτητή, αν ο Αιτητής τους έδωσε εξηγήσεις γιατί προέκυψαν οι καταγγελίες εναντίον του, ο κ. Γεωργίου είπε ότι ο Αιτητής του είπε ότι ό,τι γίνεται είναι από αστείο και όχι σοβαρά. Στη συνέχεια είπε ότι στις δύο συναντήσεις που είχε με τον Αιτητή, ο Αιτητής του ανέφερε ότι λόγω του ότι ασκεί πίεση πάνω στις 3 κοπέλες αναφορικά με τον τρόπο που εκτελούν τα καθήκοντα τους, αυτές συνομώτησαν για να τον θίξουν. Η μαρτυρία του κ. Χριστοφόρου συνοψίζεται ως εξής: Στις 11.7.2006 γύρω στις 6.30 - 6.45 μ.μ. τον πήρε τηλέφωνο ο κ. Γεωργίου ο οποίος ζήτησε να τον δει επείγον για ένα σοβαρό ζήτημα και ακολούθως όταν ήλθε στο γραφείο του, του ανέφερε ότι υπήρχαν παράπονα - καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση από 3 κοπέλες (την Σταύρη, την Ευαγγελία και την Νεάπολη) εναντίον του Αιτητή. Επίσης τον ενημέρωσε ότι στις 9.7.2006 η κα Σάββα κλαίγοντας του ανέφερε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται πλέον στο ξενοδοχείο λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή. Στη συνέχεια ο κ. Γεωργίου του παρέδωσε τα Τεκμήρια 2, 3 και 4 που ήταν οι γραπτές καταθέσεις των εμπλεκόμενων κοπέλων στον κ. Γεωργίου. Έδωσε οδηγίες το ίδιο βράδυ να σχολάσει ο Αιτητής και να έλθει το άλλο πρωί που θα ήταν στο ξενοδοχείο η γραμματέας του για να του δώσει επιστολή με την οποία θα τον έθετε σε τριήμερη διαθεσιμότητα ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να διερευνήσει λεπτομερώς το θέμα και να δώσει την ευκαιρία στον Αιτητή να προβάλει τη δική του εκδοχή στην παρουσία του συντεχνιακού εκπροσώπου. Όντως στις 12.7.2006 επεδόθηκε στον Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 5) με την οποία τον πληροφορούσαν ότι τον έθεταν σε διαθεσιμότητα για τις επόμενες 3 μέρες και τον κάλεσαν να προσέλθει μαζί με τον συντεχνιακό του εκπρόσωπο για να απαντήσει σχετικά με όσα του καταλογίζονται. Όταν του ζητήθηκε το βράδυ της 11.7.2006 να αποχωρήσει από το ξενοδοχείο ο Αιτητής φώναζε και έβριζε και αναφερόμενος στις 3 κοπέλες είπε ότι «κατάλαβα ότι αυτές οι πουτάνες θα ενεργούσαν με αυτό τον τρόπο γιατί θέλουν να με φάν». Ο κ. Χριστοφόρου ισχυρίστηκε στις 14.7.2006 ο Αιτητής προσήλθε μαζί με τον συντεχνιακό του και τότε φώναξε τις 3 παραπονούμενες στο γραφείο του οι οποίες ανέφεραν τα περιστατικά των άσεμνων επιθέσεων του Αιτητή. Ο Αιτητής ισχυριζόταν ότι δεν έκανε τίποτε, ήταν νευρικός, φώναζε και έβριζε τις παραπονούμενες. Ο κ. Χριστοφόρου ισχυρίστηκε ότι μίλησε και με άλλους υπαλλήλους της κουζίνας (όπως τον άλλο μάγειρα Β΄, τον κ. Νεόφυτο) οι οποίοι του ανέφεραν ότι όντως αυτά που είπαν οι 3 κοπέλες έλαβαν χώρα στην κουζίνα και πιο συγκεκριμένα 2 αλλοδαποί υπάλληλοι (ο Ιβάν και ο Σέργιος) οι οποίοι δούλευαν στην κουζίνα του είπαν ότι ο Αιτητής στην κουζίνα τους μάθαινε βρωμόλογα για να τα λένε. Ήταν η θέση του ότι πείστηκε ότι οι καταγγελίες ήταν βάσιμες: (α) με τον τρόπο που του μίλησαν οι 3 κοπέλες και (β) με την επιβεβαίωση που πήρε από τους άλλους υπαλλήλους. Γι΄ αυτό το λόγο αποφάσισε να απολύσει τον Αιτητή, παρόλο που ο Αιτητής καθόλη τη διάρκεια της συνάντησης στις 14.7.2006 αρνιόταν επίμονα ότι συνέβηκαν αυτά τα πράγματα. Ο συντεχνιακός του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνάντησης τηλεφώνησε σε μια παλιά συνάδελφο της Αιτήτριας η οποία σε ανοιχτή ακρόαση, τους είπε ότι η Σταύρη ήταν γνωστή «πουτάνα». Από τον τρόπο που διεξήχθηκε η τηλεφωνική συνομιλία του δόθηκε η εντύπωση ότι ήταν προσχεδιασμένο. Τελειώνοντας, είπε ότι δεν είχε λόγο να απολύσει τον Αιτητή καθ΄ ότι ήταν πολύ καλός υπάλληλος και πολύ χρήσιμος στο ξενοδοχείο. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι ο άλλος Μάγειρας Β΄ στην κουζίνα ο κ. Νεόφυτος του ανέφερε ότι άκουσε από άλλους ότι ο Αιτητής έβαζε χέρι στην Σταύρη και παρενοχλούσε την Ευαγγελία και την Νεάπολη και ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση των εν λόγω γεγονότων. Ο Ιβάν και ο Σέργιος, οι οποίοι του επιβεβαίωσαν τις καταγγελίες των 3 παραπονούμενων, έχουν φύγει από την Κύπρο και δεν μπορούν να έλθουν να δώσουν μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ο Σέργιος του είπε ότι ο Αιτητής όταν έπαιρνε αγγούρια ρωτούσε τις μικρές αν το μέγεθος είναι ικανοποιητικό γι΄ αυτές και ότι τους έλεγε ότι για Λ.Κ.6,00 κάνουν στοματικό έρωτα και ότι ο Αιτητής παίρνει Λ.Κ.1,00 ως προμήθεια. Σε υποβολή του δικηγόρου ότι όλες οι καταγγελίες ήταν σκευωρίες για να απολυθεί ο Αιτητής ο κ. Χριστοφόρου απάντησε ότι τόσο οι 3 κοπέλες όσο και οι άλλοι 3 υπάλληλοι της κουζίνας, ο Ιβάν, ο Νεόφυτος και ο Σέργιος του είπαν τα ίδια πράγματα και διερωτήθηκε γιατί οι 3 τελευταίοι να θέλουν να «φανε» τον Αιτητή. Η Ευαγγελία με τη μαρτυρία της επιβεβαίωσε ότι έδωσε γραπτή κατάθεση για τα παράπονα της για τη συμπεριφορά του Αιτητή στον κ. Γεωργίου και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Διευκρινίζοντας τι εννοούσε με την τελευταία φράση του Τεκμηρίου 4 «ότι με την αφέλεια μου πολλές φορές του έδωσα λάθος μηνύματα» είπε ότι στην αρχή νόμιζε ότι αυτά που γίνονταν ήταν αστεία αλλά μετά αντιλήφθηκε ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά και τότε ζήτησε από τον Αιτητή να σταματήσει αλλά αυτός δεν σταμάτησε. Κατά την αντεξέταση της, ισχυρίστηκε ότι δεν δυσανασχετούσε με τις δουλειές που την έβαζε ο Αιτητής να κάνει και ότι ουδέποτε υπέβαλλε παράπονο στην Εργοδότρια Εταιρεία ότι ο Αιτητής την πίεζε. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του Αιτητή ότι αυτή έπιασε ένα αγγουράκι και απευθύνθηκε στον Αιτητή ρωτώντας τον αν είναι τόσο το πέος του, λέγοντας ότι αυτός έπιανε τα αγγουράκια και τους τα έδειχνε και τους ρωτούσε αν το μέγεθος τους είναι ικανοποιητικό γι΄ αυτές. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι μία φορά που έτρωγε παγωτό στο διάλειμμα μπροστά στους άλλους ο Αιτητής την σχολίαζε για τον τρόπο που το έγλειφε. Επέμενε ότι ο Αιτητής την ρωτούσε συχνά αν την ικανοποιά το αγόρι της και ότι αν όχι, αυτός πήγε με 800 γυναίκες και αν ήθελε να γινόταν αυτή η 801η. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής της έπιασε το στήθος της όπως έπιασε και το στήθος της Νεάπολης μπροστά της. Σε υποβολή του δικηγόρου του Αιτητή ότι κατάγγειλαν τον Αιτητή γιατί ήθελαν να τον εκδικηθούν επειδή τις πίεζε στην εργασία τους απάντησε γιατί να μην εκδικηθεί και τον αρχιμάγειρα και τον άλλο μάγειρα Β' οι οποίοι τους έδιναν τις ίδιες οδηγίες; Η Νεάπολη ανέφερε ότι στην αρχή το περιβάλλον στην κουζίνα ήταν καλό και έλεγαν αστεία. Μετά όμως ο Αιτητής άρχισε να την ρωτά επίμονα αν έχει αγόρι, αν είναι παρθένα και αν το αγόρι της δεν την «ικανοποιά» επειδή αυτός έχει πολλές εμπειρίες να της δείξει πως γίνονται αυτά τα πράγματα. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία στη συμπεριφορά του Αιτητή και είπε να το ανεχτεί γιατί ήθελε να τελειώσει την πρακτική της για να πάρει απολυτήριο. Όταν η Σταύρη έκανε καταγγελία και αναφέρθηκε το όνομα της, πήγε και αυτή στον κ. Γεωργίου και του ανέφερε τι συνέβαινε. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, (γραπτή κατάθεση της στον κ. Γεωργίου) υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είπε στον Αιτητή να σταματήσει αλλά αυτός συνέχιζε και σε κάποιο σημείο ενημέρωσε τον πατέρα της ο οποίος τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο και τους έκανε παρατήρηση. Δύο φορές ο Αιτητής της έπιασε το στήθος της, την μία φορά τυχαία, αλλά την άλλη ήταν σκόπιμα και αυτή φώναξε στον Αιτητή να σταματήσει αλλά ο Αιτητής δεν σταματούσε. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι μπροστά στον Ιβάν και στον Σέργιο την ρωτούσε αν ήταν παρθένα και αν ο φίλος της την ικανοποιούσε και ότι όταν μια μέρα όταν ο Ιβάν ρώτησε τον Αιτητή που μπορούν να πάνε για μία «πίπα» και πόσο στοιχίζει, αυτός απάντησε «γιατί να πάτε αλλού αφού εδώ η Νεάπολη την προσφέρει με Λ.Κ.6,00 από τις οποίες την Λ.Κ.1,00 την παίρνω εγώ;» Όταν πήγαινε στα αποδυτήρια και άλλαζε ρούχα μαζί με την Ευαγγελία, ο Αιτητής έλεγε στους άλλους ότι αυτές κάτι κάνουν μεταξύ τους. Ανέφερε ότι συζήτησε έντονα με τον Αιτητή και του ζήτησε να μην τους λέει κάτι άλλο εκτός από τη δουλειά. Αρνήθηκε ότι η Σταύρη την «έβαλε πάνω» να κάνει τις καταγγελίες λέγοντας ότι δεν είχε κανένα λόγο να κάνει κάτι τέτοιο. Η Σταύρη ανέφερε ότι όταν εργαζόταν μαζί με τον Αιτητή, ο Αιτητής την παρενόχλησε με χειρονομίες. Μια φορά όταν ο κ. Γεωργίου ήταν στην πάνω κουζίνα, αυτή πήγε κάτω στην αποθήκη και ο Αιτητής μπήκε στην αποθήκη και την παρενοχλούσε με χειρονομίες. Αυτή έτρεξε πάνω και κατάγγειλε τον Αιτητή στον κ. Γεωργίου και του ζήτησε να μην ξαναδουλέψει με τον Αιτητή. Ο κ. Γεωργίου είπε ότι δεν μπορούσε να την αλλάξει βάρδιες αλλά θα έκανε παρατηρήσεις στον Αιτητή. Ο Αιτητής συνέχισε και προέβαινε σε διάφορες άσεμνες πράξεις π.χ. μια φορά που πήγε στα αποδυτήρια να αλλάξει την έτρεξε ξοπίσω και όταν κατέβηκαν άλλοι συνάδελφοι αυτός σταμάτησε, μια άλλη φορά στην πάνω κουζίνα όταν έσκυψε η Αιτήτρια να πάρει μια κατσαρόλα την ενόχλησε με χειρονομίες, έβαζε τον ξένο υπάλληλο της κουζίνας να λέει διάφορες αισχρές λέξεις στις κοπέλες. Λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή δεν μπορούσε να συνεχίζει να εργάζεται στο ξενοδοχείο και ως εκ τούτου υπέβαλε την παραίτηση της. Η εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 (γραπτή κατάθεση που έδωσε στον κ. Γεωργίου) διευκρινίζοντας ότι παρόλο που δεν τα είπε ακριβώς όπως τα έγραψε ο κ. Γεωργίου, όλα που αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο έγιναν. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν έλεγε στον Αιτητή να σταματήσει γιατί θα τον καταγγείλει στον κ. Γεωργίου αυτός της απαντούσε ότι δεν τον νοιάζει και δεν φοβάται κανένα. Στην παρουσία της στην κουζίνα έπιασε το στήθος της Νεάπολης. Αρνήθηκε ότι αυτή έλεγε άσεμνα λόγια και έκαμνε άσεμνες πράξεις στον Αιτητή και ότι αυτή με τις δύο άλλες κοπέλες προκαλούσαν τον Αιτητή. Αρνήθηκε ότι είπε στον Αιτητή ότι είναι ανίκανος και ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει μία γυναίκα και διευκρίνισε ότι με αυτό που ανέφερε στο Τεκμήριο 2 ότι χειρονόμησε πάνω της, εννοούσε ότι έπιασε τα γεννητικά της όργανα και τα οπίσθια της όταν έσκυψε να πάρει μία κατσαρόλα. Ήταν η θέση της ότι στις 9.7.2006 ο Αιτητής στεκόταν μπροστά της και έξυνε τα γεννητικά του όργανα. Η κα Άννα Γιάγκου, καταθέτοντας ανέφερε ότι εργάστηκε για 16 χρόνια μαζί με τον Αιτητή στην κουζίνα του ξενοδοχείου και ότι ουδέποτε ο Αιτητής δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αναφερόμενη στις 3 παραπονούμενες είπε ότι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους και όλη την ώρα κάπνιζαν και φωνασκούσαν με αποτέλεσμα ο Αιτητής να τους κάνει παρατηρήσεις. Δημιούργησαν επίσης προβλήματα και κάλεσαν τους καθηγητές τους στο ξενοδοχείο. Κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι αυτά που ανέφερε στην κυρίως εξέταση της τα πληροφορήθηκε από άλλους και δεν ήταν παρούσα σε σκηνές που ο Αιτητής τους θύμωνε γιατί δεν εκτελούσαν σωστά την εργασία τους. Η μαρτυρία του Αιτητή συνοψίζεται ως εξής: Αυτός ως προϊστάμενος των 3 παραπονούμενων είχε την ευθύνη να τους δίνει διαταγές για το πώς θα εκτελούν την εργασία τους. Και οι 3 τους ήταν αντιδραστικές και δεν τον «άκουγαν». Καθυστερούσαν να προσέρχονται στην εργασία τους μετά τα διαλείμματα τους, έφευγαν και οι 3 μαζί για να καπνίζουν και «έπαιζαν» συνέχεια με τα κινητά τους τηλέφωνα. Λόγω της συμπεριφοράς τους, ήρθε σε ρήξη μαζί τους και καθημερινώς υπέβαλλε παράπονα στον αρχιμάγειρα, κ. Γεωργίου. Οι 3 κοπέλες όταν βρέθονταν στην κουζίνα μαζί με τους άλλους 2 υπαλλήλους της κουζίνας, τον Ιβάν και τον Σέργιο, συμπεριφέρονταν σαν να ήταν στην αυλή του σχολείου, μάθαιναν στους 2 αυτούς βρισιές στα ελληνικά και τους έδειχναν τις ντομάτες και τα αγγουράκια και τα συσχέτιζαν με τα γεννητικά όργανα. Ο κ. Γεωργίου του παραπονέθηκε αρκετές φορές για τη συμπεριφορά των 3 κοπέλων και έλεγε ότι θα έφερνε τη σχολή για να κάνουν παρατήρηση στις 2 μαθήτριες αλλά για την Σταύρη δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γιατί την ήθελε ο διευθυντής του ξενοδοχείου να εκπαιδευτεί και να την μεταφέρει στο εστιατόριο που διατηρεί. Ήταν η θέση του ότι ένα βράδυ ενώ ετοίμαζε το μπουφέ καθώς περνούσε μπροστά από την Ευαγγελία αυτή του έβαλε τρικλοποδιά και αυτός πέφτοντας έπιασε κατά λάθος το στήθος της Νεάπολης. Ακολούθως, πήγε στον κ. Γεωργίου και του κατάγγειλε το εν λόγω συμβάν και ο κ. Γεωργίου του είπε ότι θα τηλεφωνήσει στη σχολή τους. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 5, στην επιστολή ημερομηνίας 12.7.2006 με την οποία τέθηκε σε διαθεσιμότητα είπε ότι στις 11.7.2006 το βράδυ, όταν τελείωσαν με το μπουφέ, ο κ. Γεωργίου του έδωσε ένα φάκελο και του είπε ότι οι 3 κοπέλες τον κατάγγειλαν για σεξουαλική παρενόχληση. Αυτός διαμαρτυρήθηκε και είπε στον κ. Γεωργίου «τούτα που λέγαμε τόσο καιρό, ήρθες να τα πεις για εμένα; Μπράβο σου!» και ο κ. Γεωργίου του απάντησε ότι αυτός είπε στο διευθυντή ότι «αυτά είναι πελλάρες» αλλά αυτός επέμενε. Την επόμενη μέρα το πρωί πήγε δουλειά και εργάστηκε κανονικά με την Σταύρη ως να μη συνέβαινε τίποτε και η ώρα 3:00 μ.μ. του είπε ο κ. Γεωργίου να έρθει την Παρασκευή μαζί με τον συντεχνιακό του. Την Παρασκευή μαζί με τον συντεχνιακό του συναντήθηκαν στο γραφείο του κ. Χριστοφόρου με τον κ. Χριστοφόρου, τον κ. Γεωργίου και τον αρχιλογιστή του ξενοδοχείου. Η Σταύρη στη συνάντηση ανέφερε μόνο ότι ο Αιτητής ότι τις «έπιασε» τα οπίσθια της 3 φορές. Ο συντεχνιακός την ρώτησε γιατί δεν φώναξε και δεν διαμαρτυρήθηκε όταν συνέβηκε αυτό και της είπε ότι όταν ήταν στο ξενοδοχείο Londa έκανε τα ίδια πράγματα. Για να το αποδείξει τηλεφώνησε στον αρχιμάγειρα στο εν λόγω ξενοδοχείο ο οποίος όμως απουσίαζε. Μίλησε με μια κοπέλα η οποία του είπε ότι η Σταύρη έκανε τα ίδια πράγματα με τους μαγείρους στο ξενοδοχείο Londa. Στη συνέχεια ήρθαν οι 2 άλλες κοπέλες και όταν τους ρώτησε ο κ. Χριστοφόρου τι έγινε, αυτές είπαν ότι το μόνο που έγινε ήταν μία μέρα όταν ο Ιβάν, ο Σέργιος και οι 3 κοπέλες συζητούσαν για «πίπες» ο Αιτητής τους είπε να βάλουν «και καμιά λίρα πάνω για το Φ.Π.Α.». Επίσης η Νεάπολη είπε ότι ο Αιτητής την άγγιξε στο στήθος κατά λάθος και ότι δεν έχει κανένα παράπονο από τον Αιτητή. Ο διευθυντής τότε είπε εντάξει αυτά δεν είναι τίποτα, το μόνο πρόβλημα είναι οι καταγγελίες της Σταύρης. Ο κ. Γεωργίου του σύστησε να παραδεκτεί ότι έπιασε τα οπίσθια της Σταύρης για να κλείσει η υπόθεση αλλά αυτός αρνήθηκε γιατί δεν έπραξε τέτοιο πράγμα. Ακολούθως, έφυγαν από το ξενοδοχείο. Αργότερα, του τηλεφώνησαν από το ξενοδοχείο ότι τον θέλουν και όταν πήγε εκεί ο διευθυντής και ο κ. Γεωργίου του παρέδωσαν την επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, απάντησε ότι δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο του και ότι όλα αυτά που αναφέρονται από την Σταύρη είναι συκοφαντίες γιατί δεν ήθελε να εργαστεί. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι τα μόνα πράγματα που συνέβησαν είναι αυτά που ανέφερε προηγουμένως, δηλαδή ότι έπιασε τυχαία το στήθος της Νεάπολης και ότι όταν συζητούσαν οι άλλοι για τις «πίπες» τους είπε «να βάλουν μια λίρα για το Φ.Π.Α.». Ήταν η θέση του ότι επανειλημμένα οι 3 κοπέλες έκαναν χοντρά αστεία, σχολίαζαν την Σταύρη τι έκανε τη νύχτα και όταν αυτός τους έλεγε να σταματήσουν, αυτές του έλεγαν ότι ήταν «παλαβός» και ότι παντρεύτηκε με προξένια και ότι δεν πήγε με πολλές γυναίκες. Αναφορικά με το Τεκμήριο 4, είπε ότι δεν δέχεται το περιεχόμενο του και ανέφερε ότι ήταν αυτός η αιτία που η Ευαγγελία έφυγε από την κουζίνα και πήγε στο εστιατόριο γιατί ήταν πολύ αντιδραστική. Ήταν η θέση του ότι ούτε και για αστεία δεν ανέφερε σεξουαλικά θέματα προς τις 3 παραπονούμενες καθότι ήταν «κοντραρισμένος» μαζί τους που δεν τον «άκουγαν» αναφορικά με τη «δουλειά». Ο κ. Περικλέους, ανέφερε ότι ενημερώθηκε από τον Αιτητή ότι τον έθεσαν σε διαθεσιμότητα γιατί υπήρχε καταγγελία εναντίον του ότι πήρε τα οπίσθια συγκεκριμένης κοπέλας στο ξενοδοχείο μέχρι να ερευνηθεί το πρόβλημα. Συναντήθηκε με τον διευθυντή του ξενοδοχείου στην παρουσία του Αιτητή, του αρχιμάγειρα και του αρχιλογιστή του ξενοδοχείου και ζήτησε να έρθει η συγκεκριμένη κοπέλα και οι μάρτυρες για να δουν αν ευσταθούν οι εν λόγω κατηγορίες. Όταν ήρθε η κοπέλα η οποία υπέβαλε τις καταγγελίες, τη ρώτησε γιατί δεν φώναξε και δεν δημιούργησε πρόβλημα όταν της έπιασε τα οπίσθια ο Αιτητής και μετά θυμήθηκε να τον καταγγείλει; Η εν λόγω κοπέλα δεν έδωσε καμία πειστική απάντηση. Στη συνέχεια, καλέστηκαν ακόμη 2 κοπέλες που ήταν στη κουζίνα οι οποίες είπαν ότι δεν είδαν κάτι τέτοιο και ότι αυτές δεν είχαν κανένα παράπονο από τον Αιτητή αφού το μόνο συμβάν που συνέβηκε με αυτόν ήταν ότι ο Αιτητής κατά λάθος άγγιξε το στήθος της μίας. Θεώρησε σκόπιμο να πάρει τηλέφωνο στο προηγούμενο ξενοδοχείο που εργαζόταν η παραπονούμενη για να πληροφορηθούν για το χαρακτήρα της παραπονούμενης. Μίλησε με την κα Φωτούλα Τερέντη η οποία εργαζόταν για πολλά χρόνια στο ξενοδοχείο και τους είπε ότι η παραπονούμενη δημιουργούσε τα ίδια προβλήματα στο ξενοδοχείο και την έδιωξαν για να μην δημιουργήσει περισσότερα. Ήταν η θέση του ότι αυτός δεν πείστηκε ότι ο Αιτητής έκανε αυτά τα πράγματα που του καταλογίζονται. Πριν φύγουν συμφώνησαν με τη διεύθυνση του ξενοδοχείου να δοθεί χρόνος 1-2 εβδομάδες στο διευθυντή του ξενοδοχείου για να αποφασίσει τι θα πράξει. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ενημερώθηκε ότι απολύθηκε ο Αιτητής. Αξιολόγηση μαρτυρίας -Πραγματικά Γεγονότα Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολουθήσαμε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας. Από την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους προβαίνουμε στην πιο κάτω αξιολόγηση. Η εντύπωση που έδωσαν στο Δικαστήριο και οι 5 μάρτυρες που κατέθεσαν για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν θετική. Οι εν λόγω μάρτυρες μας άφησαν με την εικόνα ότι προσπάθησαν να θέσουν στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως τα βίωσαν. Μελετώντας την ουσία της μαρτυρίας τους δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε ουσιαστικό που μπορεί να αξιολογηθεί ως αντίφαση. Περαιτέρω η μαρτυρία τους στα σημεία που έδωσαν μαρτυρία επί των ίδιων γεγονότων και ισχυρισμών ήταν στην ουσία συναφής. Η μαρτυρία τους στο σύνολο της είχε συνοχή, ήταν απόλυτα φυσιολογική και παρέμεινε σταθερή. Τα όσα ανέφεραν πιστεύουμε ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σημειώνουμε ιδιαίτερα ότι ο κ. Γεωργίου δεν εργάζεται πλέον στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι δεν διαφάνηκε ότι έχει προσωπικό συμφέρον ή τους δικούς του λόγους ώστε να μην να θέσει τα γεγονότα όπως τα βίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση του αφού δεν αμφισβητήθηκε όσον αφορά την ουσία της. Γενικά ο εν λόγω μάρτυρας μας άφησε με την εντύπωση ότι ήταν ένας αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει όσα γνώριζε για την υπόθεση. Σ' αυτό το σημείο, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η θέση του Αιτητή, ότι η κα Σωκράτους και η κα Αριστείδου δεν υπέβαλλαν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνάντησης στις 14.7.2006 δεν τέθηκε στους κ.κ. Χριστοφόρου και Γεωργίου και ότι οι ισχυρισμοί των κ.κ. Γεωργίου και Χριστοφόρου του ότι οι εν λόγω παραπονούμενες κατά τη διάρκεια της πιο πάνω συνάντησης επιβεβαίωσαν τις καταγγελίες που έκαναν στον κ. Γεωργίου στις 11.7.2006 για τη συμπεριφορά που επεδείκνυε ο Αιτητής προς αυτές δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση τους, με αποτέλεσμα οι θέσεις των εν λόγω μαρτύρων για το τι συνέβηκε στην πιο πάνω συνάντηση να παραμείνουν αναντίλεκτες. Η κα Αριστείδου κατέθεσε με απλότητα και ήταν σταθερή στις απαντήσεις της σχετικά με τα επίδικα γεγονότα. Απαντούσε άμεσα στις ερωτήσεις που τις υποβλήθηκαν και η μαρτυρία της ήταν σαφής. Όσον αφορά τη μαρτυρία της κας Σωκράτους δεν διέλαθε της προσοχή μας ότι η κα Σωκράτους κατά την αντεξέταση της όταν της τέθηκαν ερωτήσεις για την συμπεριφορά της στο ξενοδοχείο και για παρατηρήσεις που δέχτηκε από τους καθηγητές της, δεν απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις ευθέως. Κρίνουμε όμως ότι τα πιο πάνω δεν προσβάλλουν την αξιοπιστία της αναφορικά με τα γεγονότα αφού σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της δεν της τέθηκε και δεν διαφάνηκε ότι η συμπεριφορά για την οποία της έγινε παρατήρηση από τους καθηγητές και τον κ. Γεωργίου είχε να κάνει με το ότι χρησιμοποιούσε αισχρά λόγια και λέξεις με υπονοούμενα ως ήταν η εκδοχή του Αιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία και με το ότι ο Αιτητής ως προϊστάμενος της υπέβαλλε παράπονα στον κ. Γεωργίου για τη συμπεριφορά της και με το ότι για τον πιο πάνω λόγο είχε διαφορές με τον Αιτητή. Κρίνουμε ότι οι αντιδράσεις της κας Σάββα όταν έδινε μαρτυρία ήταν φυσιολογικές και οι απαντήσεις της αναφορικά με τα κίνητρα που της αποδόθηκαν για να καταγγείλει τον Αιτητή και τον λόγο που έφυγε από το ξενοδοχείο Londa ήταν ξεκάθαρες και πειστικές. Παρόλο που κάποιοι ισχυρισμοί που προέβαλε η κα Σάββα κατά την αντεξέταση της ήταν κατά την γνώμη μας υπερβολές δεν θεωρούμε ότι επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας της και την αξιοπιστία της. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι υπήρξαν πολλές αντιφάσεις σε αυτά που δήλωσε ο κ. Χριστοφόρου ότι του είπαν οι παραπονούμενες, στο τι δήλωσαν στα γραπτά σημειώματα τους και τι δήλωσαν στο Δικαστήριο. Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε αντίφαση σε αυτά που αναφέρονται στις γραπτές καταθέσεις τους και την προφορική μαρτυρία των 3 παραπονούμενων. Η μόνη διαφορά που εντοπίσαμε ήταν στην αναφορά του κ. Χριστοφόρου σχετικά με τι του είπαν οι 2 μαθήτριες-παραπονούμενες. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Χριστοφόρου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η Ευαγγελία του είπε αυτά που αναφέρει στη γραπτή κατάθεση της η Νεάπολη και ότι η Νεάπολη του είπε αυτά που αναγράφονται στην γραπτή κατάθεση της Ευαγγελίας. Δεν θεωρούμε την εν λόγω διαφορά ως ουσιαστική αντίφαση που να πλήττει την αξιοπιστία του κ. Χριστοφόρου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος του Αιτητή παρατηρούμε κατ ΄ αρχήν ότι ουσιαστικές θέσεις που προέβαλλε ο Αιτητής κατά την ένορκη μαρτυρία του προς υποστήριξη της εκδοχής του δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του κ. Γεωργίου και του κ. Χριστοφόρου. Πιο συγκεκριμένα: (α) οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Αιτητή και τον κ. Περικλέους ότι οι κα Σωκράτους και η κα Αριστείδου στη συνάντηση στις 14.7.2006 είπαν ότι δεν είχαν παράπονο από τη συμπεριφορά του Αιτητή και ότι ο κ. Γεωργίου του είπε να παραδεχτεί ότι «έπιασε τον κώλο της Σταύρης» και να κλείσει η υπόθεση και ότι ο κος Χριστοφόρου όταν έληξε η συνάντηση είπε στον κ. Περικλέους να περιμένουν λίγο καιρό να ξεχαστεί η υπόθεση και μετά να έρθει πίσω ο Αιτητής, (β) οι θέσεις ότι οι 3 παραπονούμενες δεν ήταν καλές στην εργασία τους, ότι ήταν συνέχεια μαζί, κάπνιζαν και μιλούσαν συνέχεια στα κινητά τους τηλέφωνα, ότι χρησιμοποιούσαν αισχρές φράσεις και λέξεις κατά την διάρκεια της εργασίας τους στην κουζίνα, ότι ο Αιτητής διαμαρτυρόταν καθημερινά και συνεχώς για την συμπεριφορά τους στον κ. Γεωργίου και ότι ζήτησε από τον κ. Γεωργίου να τους παρατηρήσει, να μεταθέσει την κα Σωκράτους στο εστιατόριο και να μην τον βάζει να εργάζεται στην ίδια βάρδια με την κα Σάββα όταν η κα Σάββα διαμαρτυρήθηκε στον κ. Γεωργίου ότι ο Αιτητής της «φωνάζει»[1] και ότι πληροφόρησε τον κ. Γεωργίου ότι άκουσε από υπαλλήλους του ξενοδοχείου Londa ότι η κα Σάββα «ανακατώνει κουβέντες και μπαίνουν της έμμονες ιδέες», (γ) οι ισχυρισμοί ότι ο κ. Γεωργίου φώναζε στις 2 μαθήτριες ότι θα φέρει την σχολή τους γιατί δεν υπάκουαν τον Αιτητή και ότι ο κ. Γεωργίου του είπε ότι η κα Σάββα είναι «σκατοπουτάνα» και ότι ο κ. Χριστοφόρου την έφερε και ότι δεν θα την αντέξει και θα φύγει από το ξενοδοχείο και ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για την κα Σάββα γιατί είναι επιλογή του κ. Χριστοφόρου[2], (δ) οι ισχυρισμοί ότι ο Αιτητής όταν τον ενημέρωσε ο κ. Γεωργίου για τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν εναντίον του του είπε «αυτά που λέγαμε γι΄ αυτές τώρα τα λες για μένα» και ότι ζήτησε να δει τον κ. Χριστοφόρου αλλά δεν ήταν μέσα, ότι είπε στον κ. Γεωργίου ότι θα πάει δουλειά την επόμενη μέρα και ότι την επόμενη μέρα πήγε στο ξενοδοχείο και εργάστηκε κανονικά με την κα Σάββα μέχρι η ώρα 3.00 μ.μ και εκείνη την ώρα του είπε ο κ. Γεωργίου να έρθει την Παρασκευή με την συντεχνία του, ότι η κα Σάββα εκείνη την συγκεκριμένη μέρα του είπε ότι δεν θα προχωρήσει με τις καταγγελίες της και ότι αυτός ενημέρωσε τον κ. Χριστοφόρου για το εν λόγω γεγονός ο οποίος στη συνέχεια τηλεφώνησε στο γραφείο του κ. Γεωργίου για να του το πει και τυχαίως σήκωσε το τηλέφωνο ο Αιτητής και ο κ. Χριστοφόρου είπε «Ρε Φυλακτή τούτη εμετάνιωσε» , (ε) ότι η κα Σάββα έκανε τα ίδια πράγματα στο ξενοδοχείο Londa με τους μάγειρες και ότι γι' αυτό την έδιωξαν και (στ) ότι κατά την συνάντηση στις 14.7.2006 δεν του δόθηκαν οι γραπτές καταθέσεις των 3 παραπονούμενων, δεν υποβλήθηκαν στους εν λόγω μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέταση τους με αποτέλεσμα να στερηθούν την ευκαιρία να τοποθετηθούν επί των εν λόγω ισχυρισμών και να προβάλουν τις δικές τους θέσεις. Στην υπόθεση Adidas v. The Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383 τονίστηκε: "Of course, failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross - examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to witnesses of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of, party's case. In the absence of such confrontation, the Court is left with only one side of the story and may, on that account, disregard it as one-sided and incompatible with the right of his opponent to be afforded a proper opportunity to put forward his case too on the subject under controversy." Στην Fredericou Schools Ltd. v. ACUAC INC
(2002)1 A.A.Δ. 1527, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co.
(1935)A.C. 346 στη σελ. 359: «Cross - examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story.» Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα." Επίσης στην απόφαση Γ. Μοσχάτου ν. Λ. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 λέχθηκαν τ ΄ακόλουθα : «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση του δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις , γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας....................... Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου ........» Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence 12η έκδοση παρα. 1593 αναφέρεται ότι η παράλειψη ενός διαδίκου να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς τη θέση του πάνω σε ζωτικά ζητήματα για να τους δοθεί η ευκαιρία να θέσουν την εξήγηση τους όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της μαρτυρίας του. Κρίνουμε ότι οι γενικές και αόριστες υποβολές που τέθηκαν στην κα Σάββα, την κα Σωκράτους και την κα Αριστείδου για τα πιο πάνω θέματα δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που θέτουν οι πιο πάνω νομολογημένες αρχές. Ουδεμία δικαιολογία δόθηκε για την παράλειψη της υποβολής των εν λόγω θέσεων του Αιτητή κ.κ. Γεωργίου και Χριστοφόρου. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Αιτητή ήταν ουσιαστικής σημασίας για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και έπρεπε να τεθούν στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας έτσι ώστε να έχει την ευκαιρία το Δικαστήριο να ακούσει την θέση τους σχετικά με τα εν λόγω θέματα. Με βάση τις αρχές της νομολογίας που αναφέραμε πιο πάνω οι πιο πάνω θέσεις του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο καθότι κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε την ισότητα των όπλων και θα στερούσε στην Εργοδότρια Εταιρεία τη δυνατότητα να σχολιάσει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Περαιτέρω κατά τη γνώμη μας το γεγονός ότι οι ορισμένοι από τους εν λόγω ισχυρισμούς τέθηκαν πολύ γενικά και αόριστα κατά την αντεξέταση της κας Σωκράτους, της κας Αριστείδου και της κας Σάββα και ουσιαστικά προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του Αιτητή αποτελεί κατά τη γνώμη μας ενδεικτικό στοιχείο ότι οι εν λόγω θέσεις του Αιτητή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Περαιτέρω όσον αφορά το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Αιτητή σημειώνουμε ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε τη θέση του Αιτητή ότι μετά που τον ενημέρωσε ο κ. Γεωργίου για τις καταγγελίες την επόμενη μέρα εργάστηκε κανονικά καθώς στερείται λογικού υποβάθρου. Μας δημιουργείται η εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία πώς γίνεται ο Αιτητής αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στις 11.7.2006 του δόθηκε ο φάκελος με το Τεκμήριο 5, το οποίο αναφέρει ξεκάθαρα ότι τίθεται σε διαθεσιμότητα για τις επόμενες 3 μέρες και ότι ορίζεται συνάντηση για εξέταση των καταγγελιών στις 14.7.2006, την επόμενη μέρα ο Αιτητής να πάει στο ξενοδοχείο και να εργαστεί κανονικά και το απόγευμα να του αναφέρει ο κ. Γεωργίου ότι πρέπει να έρθει την Παρασκευή με το συντεχνιακό του εκπρόσωπο; Επιπρόσθετα ο Αιτητής δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του. Πιο συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι ο κ. Γεωργίου έβλεπε τη συμπεριφορά των 3 παραπονούμενων, ακολούθως ανασκεύασε λέγοντας ότι αυτός τα έλεγε του κ. Γεωργίου γιατί όταν ήταν εκεί ο κ. Γεωργίου οι 3 παραπονούμενες συμπεριφέρονταν καλά γιατί τον φοβόντουσαν επειδή τις απειλούσε ότι δεν θα τους δώσει το «χαρτί» που ήταν απαραίτητο για να πάρουν το απολυτήριο τους. Στη συνέχεια είπε ότι ο κ. Γεωργίου τους έκανε καθημερινά παρατηρήσεις γιατί δεν άκουγαν τίποτα, γιατί αργούσαν όταν πήγαιναν διάλειμμα και κάθε λίγο έφευγαν για να καπνίσουν ή να μιλήσουν στο κινητό. Όταν ρωτήθηκε αν αυτός είχε τις ίδιες προστριβές με τις 3 παραπονούμενες όπως και ο κ. Γεωργίου απάντησε αρνητικά ανασκευάζοντας τον προηγούμενο ισχυρισμό του λέγοντας ότι ο κ. Γεωργίου τον «έβαζε πάνω» να τους φωνάζει γιατί ο κ. Γεωργίου είχε τις δουλειές του. Σημειώνουμε ότι ενώ ο Αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίασε την εκδοχή ότι είχε προστριβές με τις παραπονούμενες λόγω της συμπεριφοράς τους και του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων τους, ούτε ο Αιτητής ούτε ο κ. Περικλέους κατά την ένορκη μαρτυρία δεν μας ανέφεραν ότι τις εν λόγω θέσεις του Αιτητή τις έθεσαν στον κ. Χριστοφόρου στη συνάντηση στις 14.7.2005, πράγμα που κατά τη γνώμη μας δημιουργεί ουσιαστικές αμφιβολίες ως προς το αξιόπιστο της εκδοχής του Αιτητή αφού διερωτόμαστε γιατί ο Αιτητής δεν ανέφερε στον κ. Χριστοφόρου αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο και γιατί δεν ζήτησε από τον κ. Χριστοφόρου να εξετάσει την δική του εκδοχή αλλά μόνο ύβριζε την κα Σάββα και ισχυριζόταν απλώς ότι οι 3 παραπονούμενες ενέργησαν με αυτό τον τρόπο για να χάσει τη δουλειά του. Όλα τα πιο πάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία του Αιτητή την οποία και απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη. Η μαρτυρία της κας Γιάγκου δεν έχει οποιαδήποτε βαρύτητα αφού όπως παραδέχτηκε αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο τα πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα. Η θέση του κ. Περικλέους ότι ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα μόνο λόγω της καταγγελίας της κας Σάββα και ότι οι 2 άλλες παραπονούμενες κλήθηκαν στην συνάντηση στις 14.7.2006 μόνο ως μάρτυρες για να δουν αυτός και η Εργοδότρια Εταιρεία αν ευσταθούν οι καταγγελίες της κας Σάββα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο ενόψει: (α) του Τεκμηρίου 5 (επιστολή διαθεσιμότητας) το οποίο ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε ότι του δόθηκε και το οποίο αναφέρει ότι οι 3 παραπονούμενες έχουν υποβάλει καταγγελία εναντίον του Αιτητή, (β) το περιεχόμενο των γενικών λόγων της αίτησης του όπου αναφέρεται ότι οι καταγγελίες από 2 παραπονούμενους υπαλλήλους είναι αναληθείς και αστήρικτες και (γ) ο Αιτητής ανέφερε ότι η κα Σωκράτους και η κα Αριστείδου είπαν στη συνάντηση αυτό που συνέβηκε με τον Ιβάν και τον Σέργιο για τις «πίπες», γεγονός το οποίο και παραδέκτηκε ο Αιτητής. Περαιτέρω μας δημιουργείται η εύλογη κατά την κρίση μας απορία, αφού η κα Αριστείδου και η κα Σωκράτους κλήθηκαν από τον κ. Περικλέους ως «μάρτυρες» ως πρόσωπα που εργάζονταν στην κουζίνα γιατί ο Αιτητής και ο κ. Περικλέους δεν ζήτησαν να έρθουν και ο Ιβάν και ο Σέργιος ως «μάρτυρες» παρά μόνο οι 2 κοπέλες τις οποίες ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ήταν κολλητές φίλες με τη κα Σάββα και ότι η κα Σάββα τους προέτρεψε να υποβάλλουν τις καταγγελίες -παράπονα εναντίον του Αιτητή; Συνακόλουθα με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση απορρίπτουμε την εκδοχή του Αιτητή όπως αυτή τέθηκε ενώπιον μας με τη δική του μαρτυρία καθώς και τη μαρτυρία της κας Γιάγκου και του κ. Περικλέους. Με βάση τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον μας με τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας. Νομική πτυχή Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι αν με βάση τα πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βαρύνει και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα προέβηκε στην απόλυση του Αιτητή . Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο Άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: .......................................... (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: ............................................................................................................................................... (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των των καθηκόντων του (v) .......................................................................................................................................» Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του Εργοδότη, ως λογικού Εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλέπε Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, πιο πάνω παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)Ι RLR 91 ως καθοδήγηση επί του εφαρμοστέου κριτηρίου: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd. v. Σωτήρη Βασιλείου στην σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της Αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden
(2001)1 All ER. 550, ανάφερε τα ακόλουθα: «.. μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: «In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances." Και σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ΄ αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη». Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης το οποίο βασίστηκε στην υπόθεση British Homes Stores Ltd v. Burchell [1978] IRLR 379, είπε: «Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο - και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια. Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου». Στην παρούσα υπόθεση σημειώνουμε ότι αποδίδεται στον Αιτητή η διάπραξη σοβαρού παραπτώματος και η επίδειξη συμπεριφοράς που ισοδυναμεί με ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας σε όλες τις πολιτικές υποθέσεις όπου η αξίωση βασίζεται σε απόδειξη γεγονότων που ισοδυναμούν με σοβαρής μορφής ποινικό αδίκημα επιβάλλεται η απόδειξη των γεγονότων με αυξημένο βαθμό πιθανότητας (standard of proof) μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου βαθμού απόδειξης στις πολιτικές υποθέσεις που είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) αλλά σε καμία περίπτωση αυτός ο αυξημένος βαθμός απόδειξης δεν φτάνει στον βαθμό απόδειξης που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις , δηλαδή αυτόν του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Βλέπε Λειβαδιώτη ν. Μιχαήλ
(1999)1 ΑΑΔ 1778). Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν μεταβάλλεται σε Δικαστήριο Ποινικής Δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο ο Αιτητής είναι ένοχος των παραπτωμάτων/ αδικημάτων της άσεμνης επίθεσης και σεξουαλικής παρενόχλησης με βάση την έννοια των ποινικών αδικημάτων όπως προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία. Αυτό που αποφαίνεται το Δικαστήριο είναι αν με βάση τα γεγονότα όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ο εργοδοτούμενος είναι ένοχος του παραπτώματος που του αποδίδεται και κατά ποσόν η συμπεριφορά του κλόνισε την σχέση πίστης και εμπιστοσύνης εργοδότη- εργοδοτούμενου ανεπανόρθωτα. Στην απόφαση Κακοφέγγιτου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεχίζοντας το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1982 (Ν.45/85) το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι : «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Στην αγγλική υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd. v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσο η έρευνα στην καθ' υποψία κακή διαγωγή ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Στην υπόθεση A v. B (Unfair Dismissal)
(2003)IRLR 405 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: "Serious allegations of criminal misbehaviour, at least where disputed, must always be the subject of the most careful investigation, always bearing in mind that the investigation is being conducted by laymen and not lawyers. Of course, even in the most serious of cases, it is unrealistic and quite inappropriate to require the safeguards of a criminal trial, but a careful and conscientious investigation of the facts is necessary and the investigator charged with carrying out the inquiries should focus no less on any potential evidence that may exculpate or at least point towards the innocence of the employee as he should on the evidence directed towards proving the charges against him" Στην ILEA v. Gravett
(1988)IRLR 497 αναφέρθηκαν τα εξής: "In determining whether in all the circumstances the employer could reasonably believe that the employee was guilty of misconduct, the situations which arise can vary from the one extreme where the employee was virtually caught in the act to the other extreme where the issue is one of pure inference. As the scale moves towards the latter end, so the amount of inquiry and investigation which may be required, including questioning of the employee, is likely to increase. At some stage, the employer will need to face the employee with the information which he has. That may be during an investigation prior to a decision that there is sufficient evidence upon which to form a view or it may be at the initial disciplinary hearing. In some cases it may be that after hearing the employee's version further investigation ought fairly to be made". (H υπογράμμιση είναι δική μας) Περαιτέρω σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Linfood Cash & Carry Ltd v. Thomson
(1989)I RLR 235, το Employment Appeal Tribunal ανέφερε ότι: «
- .. the tribunal must not substitute their own view for the view of the employer, and thus they should be putting to themselves the question - could this employer acting reasonably and fairly in these circumstances properly accept the facts and opinions which it did? The evidence is that given during the disciplinary procedures and not that which is given therefore the Tribunal. If a Tribunal is to say that this employer could not reasonably have accepted a witness as truthful, it seems to us that that decision must be based upon logical and substantial grounds - good reasons. Instances might be - that the witness was a bare faced liar, who must have given that impression to the employer at the relevant time; that the witness was clearly biased - provided that such a bias should have been clear at the relevant time; that documents available at the relevant time clearly showed the witness to be inaccurate and that such documentary evidence was ignored by the employer.» Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία μετά από παράπονο - καταγγελία 3 εργοδοτούμενων της εναντίον του Αιτητή για άσεμνη συμπεριφορά και σεξουαλική παρενόχληση εις βάρος τους , έθεσε τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα και προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης με το να ακούσει τους ισχυρισμούς των παραπονούμενων και του Αιτητή σε συνάντηση στο γραφείο του κ. Χριστοφόρου στις 14.7.2006 και με το να ρωτήσει μέσω του κ. Χριστοφόρου τα πρόσωπα που είχαν άμεση σχέση με τον Αιτητή και τις παραπονούμενες . Όπως σημειώσαμε πιο πάνω, η μαρτυρία του κ. Γεωργίου για το τι έλαβε χώρα στη συνάντηση στις 14.7.2006 δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του κ. Χριστοφόρου για τη συνάντηση στις 14.7.2006 και τις έρευνες που διεξήγαγε δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο παρόλη την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Αιτητή . Ο κ. Χριστοφόρου απάντησε με πειστικότητα για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε . Δεν μας έδωσε την εντύπωση ότι ήταν προκατειλημμένος εναντίον του Αιτητή και ότι είχε οποιοδήποτε άλλο λόγο για να απολύσει τον Αιτητή. Η Εργοδότρια Εταιρεία κάλεσε τον Αιτητή να ακουστεί και να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή ώστε να είναι σε θέση να διαμορφώσει μια σωστή εικόνα των πραγματικών γεγονότων που θα την οδηγούσε στην κατάληξη της απόφασης τερματισμού ή όχι των υπηρεσιών του Αιτητή. Ο Αιτητής αφού άκουσε τους ισχυρισμούς των 3 παραπονούμενων είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τις θέσεις του στον κ. Χριστοφόρου στις 14.7.
- Επίσης του δόθηκε η ευκαιρία να αντιπαραθέσει τις θέσεις του με αυτές των 3 παραπονούμενων οι οποίες κλήθηκαν στη συνάντηση στην παρουσία του για να επιβεβαιώσουν τις καταγγελίες τους. Στην υπό αναφορά συνάντηση ο Αιτητής δεν ανέφερε στους εκπροσώπους της Εργοδότριας Εταιρείας τους ισχυρισμούς του ότι οι 3 παραπονούμενες ήταν αυτές που επιδείκνυαν απρεπή και άσεμνη συμπεριφορά και ότι επειδή αυτός τους έκανε παρατηρήσεις για τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους και την συμπεριφορά τους οι 3 τους τον «συκοφάντησαν» για να τον «φάνε» και ούτε ανέφερε ότι η κα Σάββα στην προηγούμενη εργασία της έπραττε τα ίδια πράγματα[3] με αποτέλεσμα να μην θέσει ενώπιον της Εργοδότριας Εταιρείας στοιχεία[4] τα οποία η Εργοδότρια Εταιρεία θα είχε υποχρέωση να διερευνήσει αν ευσταθούσαν[5]. Ο Αιτητής περιορίστηκε στο να αρνείται τις κατηγορίες που του αποδίδονταν από τις 3 παραπονούμενες, να βρίζει την κα Σάββα και να φωνάζει ότι οι 3 παραπονούμενες τον συκοφάντησαν για να τον «φάν». Βρίσκουμε ότι και αν ακόμα οι γραπτές καταθέσεις των 3 παραπονούμενων δεν δόθηκαν στον Αιτητή πριν την ακροαματική διαδικασία στο Δικαστήριο αυτό δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Αιτητή εφόσον ο Αιτητής γνώριζε πριν την συνάντηση ότι και οι 3 παραπονούμενες τον είχαν καταγγείλει για σεξουαλική παρενόχληση και απρεπή συμπεριφορά[6] και στη συνάντηση καλέστηκαν και οι 3 παραπονούμενες οι οποίες έθεσαν και ενώπιον του Αιτητή τους ισχυρισμούς τους έτσι ώστε ο Αιτητής ήταν σε θέση να γνωρίζει τα παραπτώματα που του καταλογίζονταν και είχε κάθε ευκαιρία στην συνάντηση να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων που ανέφεραν οι 3 παραπονούμενες στην Εργοδότρια Εταιρεία[7]. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν αναμένεται από ένα εργοδότη να προχωρήσει σε διαδικασία υπό μορφής δικαστικής φύσης κρίνουμε ότι η διερεύνηση η οποία διενεργήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία εντάσσεται μέσα στα λογικά αναμενόμενα πλαίσια διερεύνησης τέτοιων περιστατικών και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ακολούθησε μια λογική διαδικασία πριν πάρει την απόφαση να τερματίσει τις υπηρεσίες του Αιτητή. Είναι πεποίθηση μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με τη μαρτυρία που προσκόμισε έχει καταφέρει να στοιχειοθετήσει ότι υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης ευλόγα δέχθηκε την εκδοχή των 3 παραπονούμενων ως αυτή που ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεν πίστεψε τον Αιτητή καθώς και να αποδείξει ότι ο Αιτητής υπέπεσε στα παραπτώματα ένεκα των οποίων απολύθηκε.[8] Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταλήγουμε ότι σε καμία περίπτωση η διαγωγή που επέδειξε ο Αιτητής με τις ενέργειες του δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τις υποχρεώσεις του απέναντι στους εργοδότες του και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεκτή μέσα στα πλαίσια της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου αφού η συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής προς τις 3 παραπονούμενες ήταν ταπεινωτική και προσβλητική προς την αξιοπρέπεια τους και καθιστούσε τη συνεργασία του με τις 3 συναδέλφους του δύσκολη αν όχι αδύνατη. Είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και να προσφέρει τις υπηρεσίες του κατά έμπιστο και τίμιο τρόπο ώστε να διατηρείται η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του. Με βάση αυτή την υποχρέωση ο εργοδοτούμενος «πρέπει να κάνει το καλύτερο δυνατό για την επιτυχία των σκοπών και συμφερόντων του εργοδότη και να παραλείπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του»( Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562). Ο εργοδοτούμενος οφείλει λοιπόν να μη βλάπτει με τη διαγωγή του τα νόμιμα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη του . Από την πιο πάνω γενική υποχρέωση του εργοδοτούμενου απορρέουν σειρά ειδικών υποχρεώσεων με σκοπό την τήρηση συμπεριφοράς που να διασφαλίζει το κλίμα αμοιβαίας συνεργασίας κατά την εκτέλεση της εργασίας (Βλ. Ι. Κουκιάδης, πιο πάνω , σελ. 563 ). Εντός των πλαισίων αυτής της υποχρέωσης ο εργοδοτούμενος οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό προς τη διεύθυνση του εργοδότη και τους συναδέλφους του. Ο Αιτητής με τη διαγωγή του παραβίασε την πιο πάνω υποχρέωσή του. Είναι η κατάληξη μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δικαιολογημένα κατέληξε ότι η συμπεριφορά του Αιτητή ήταν τέτοια που η πίστη και εμπιστοσύνη (trust and confidence) είχαν κλονισθεί και λογικά δεν έπρεπε να αναμένεται να συνεχίσει να εργοδοτεί τον Αιτητή. Η Εργοδότρια Εταιρεία τερματίζοντας τις υπηρεσίες του Αιτητή χωρίς προειδοποίηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου και όπως κάθε λογικός εργοδότης θα ενεργούσε. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Yπ.) ............................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.).................................................... (Υπ.)............................................. Στ. Χ'Μανώλη Χ. Βρακά Μέλος Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενώ ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του κ. Γεωργίου και της κας Σάββας δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς τους ότι ο κ. Γεωργίου του έκανε παρατήρηση μετά από καταγγελία της κας Σάββας ότι την παρενοχλεί , κατά την ένορκη μαρτυρία δεν ανέφερε ότι δέχτηκε παρατήρηση από τον κ. Γεωργίου για αυτό το θέμα αλλά ανάφερε ότι ο κ. Γεωργίου τον πληροφόρησε ότι η κα Σάββα παραπονιέται ότι της φωνάζει. [2] Ο κ. Γεωργίου ανέφερε ότι αυτός προσέλαβε την κα Σάββα γιατί την είχαν ανάγκη από βοηθό Μαγείρων και ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του∙ [3] Σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδεχτήκαμε η μόνη αναφορά ήταν ότι η κοπέλα που εργαζόταν στο ξενοδοχείο Londa ανέφερε στο τηλέφωνο ότι η κα Σάββα ήταν γνωστή «πουτάνα» και ότι δεν ήταν καλού χαρακτήρα. [4] Τόσο από τη μαρτυρία των κ.κ. Γεωργίου και Χριστοφόρου όσο και από αυτή του Αιτητή και του κ. Περικλέους προκύπτει ότι η εκδοχή του Αιτητή για τη συμπεριφορά των 3 παραπονούμενων ως αυτή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προβλήθηκε στη συνάντηση στις 14.7.
- [5] Βλέπε Dick and another v. Glasgow University
(1993)IRLR 581 στην οποία τονίστηκε ότι το employment tribunal δεν δικαιολογείται να καταλήξει ότι ένας εργοδότης δεν προέβηκε σε λογική έρευνα (reasonable investigation) επειδή κατά τη διάρκεια πειθαρχικής διαδικασίας, ο εργοδότης απέτυχε να λάβει υπόψη του αποδεικτικό υλικό/μαρτυρία (material) όταν το εν λόγω υλικό δεν τέθηκε ενώπιον του και προβλήθηκε πρώτη φορά ως μαρτυρία κατά την ακρόαση στο employment tribunal. Το employment tribunal αποφασίζοντας αν ο εργοδότης προέβηκε σε λογική διερεύνηση πρέπει να λάβει υπόψη του το μαρτυρικό υλικό (material) που τέθηκε ενώπιον του εργοδότη όταν έπαιρνε απόφαση για απόλυση. [6] Βλέπε Τεκμήριο 5. Επίσης σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Γεωργίου, την οποία αποδεχθήκαμε, ο κ. Γεωργίου στις 11.7.09 ανέφερε στον Αιτητή αυτά που του είπαν οι 3 παραπονούμενες. [7] Στην υπόθεση Khanum v. MidGlamorgan Area Health Authority
(1997)ΙCR 40 λέχθηκε ότι όταν ο εργοδότης καλεί σε ακρόαση ένα εργοδοτούμενο εναντίον του οποίου υπάρχουν καταγγελίες για μη ενδεδειγμένη διαγωγή οι τρεις βασικές προϋποθέσεις της φυσικής δικαιοσύνης πρέπει να τηρηθούν:
(1)ο εργοδοτούμενος πρέπει να γνωρίζει τη φύση των καταγγελιών εναντίον του,
(2)ο εργοδοτούμενος πρέπει να έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του και
(3)ο εργοδότης πρέπει να ενεργεί με καλή πίστη. [8] Η μαρτυρία των 3 παραπονούμενων κρίθηκε ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο