ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ν. SSP CATERING CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 619/07, 2 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2009:13 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Τσιολή } Δ. Επιφανείου } Μελών Αρ. Αίτησης: 619/07 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Αιτητή και
- SSP CATERING CYPRUS LTD
- C.T.C. - ARI AIRPORT LTD
- TAMEIO ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ΄ ων η Αίτηση Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για την Καθ΄ ης η αίτηση 1: κ. Ν. Χ΄΄ Λοίζου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 2: κ. Στ. Χριστοφόρου Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης μαζί με τον κ. Γ. Τσεριώτη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση, ο Αιτητής αξιώνει από την Καθ΄ ης η αίτηση 1 (στο εξής «η SSP») ή διαζευκτικά από την Καθ΄ ης η αίτηση 2 (στο εξής «η CTC»), αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και διαζευκτικά σε περίπτωση που οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του οφείλεται σε πλεονασμό από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού, νόμιμο τόκο, έξοδα συν ΦΠΑ. Η SSP, αρνούμενη τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητή ήταν καθ΄ όλα νόμιμος και δικαιολογημένος και σύμφωνος με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος»). Ο Αιτητής κατέστη πλεονάζον προσωπικό λόγω του ότι η ίδια έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολούσε τον Αιτητή και/ή κατάργησε τη θέση που αυτός κατείχε. Περαιτέρω και/ή ειδικότερα ισχυρίζεται ότι από την 1.7.2006 έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο Αιτητής και ειδικότερα να διαχειρίζεται τα καταστήματα δώρων και περιπτέρων των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου και ως εκ τούτου ο Αιτητής κατέστη πλεονάζων. Η CTC, αρνούμενη τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυρίζεται ότι ουδεμία υποχρέωση είχε να απασχολήσει τον Αιτητή. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι μετά από συνεννόηση με τις συντεχνίες των υπαλλήλων ανέλαβε όλους τους υπαλλήλους της SSP. Περαιτέρω τροποποιήθηκε η συλλογική σύμβαση που αφορούσε τη μέχρι τότε απασχόληση των εργοδοτουμένων με αύξηση των απολαβών των εργοδοτουμένων. Ο Αιτητής προσέγγισε την CTC για να συζητήσει το ενδεχόμενο απασχόλησης του στην CTC. Τα μέρη συναντήθηκαν 3 φορές αλλά δεν κατέληξαν καθ΄ ότι ο Αιτητής όπως τους ενημέρωσε τότε, είχε άλλη προσφορά από εταιρεία του εξωτερικού αλλά ούτε και ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι ήθελε να δουλέψει καθ΄ ότι σκεφτόταν και το ενδεχόμενο να μείνει εκτός εργασίας για να ξεκουραστεί. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης του αναφέρει ότι απέρριψε την αίτηση του Αιτητή γιατί δεν ενδιαφέρθηκε και/ή αγνόησε και/ή απέρριψε και/ή αρνήθηκε να συνεχίσει και/ή να ανανεώσει την απασχόληση στην CTC η οποία ανέλαβε τις εργασίες που ασκούσε η SSP ως είχαν κατά ή περί την 1.7.2006 και η οποία πρόσφερε στον Αιτητή την ανανέωση και/ή τη συνέχιση της απασχόλησης του με τους ίδιους και/ή ευνοϊκότερους όρους εργοδότησης. Στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας τέθηκε ενώπιον μας γραπτή δήλωση του κ. Γιώργου Ιακώβου, λογιστή στην SSP και κατέθεσε ενώπιον μας ο κ. Γιώργος Αντωνίου, διευθύνων σύμβουλος της SSP. Για τη CTC κατέθεσε ο διευθυντής προσωπικού της κ. Κωνσταντίνος Κασάπης. Ενώπιον μας κατέθεσε επίσης ο Αιτητής. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά αρκέστηκε στην αντεξέταση των πιο πάνω μαρτύρων. Παραδεκτά Γεγονότα Από τις έγγραφες προτάσεις και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα: H SSP διαχειριζόταν από το 1996 τα καταστήματα δώρων των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου κατόπιν συμφωνίας που σύναψε με το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων (στο εξής «το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας»). Με επιστολή ημερομηνίας 3.5.2006 το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας ενημέρωσε την SSP ότι η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας προέβη σε συμφωνία παραχώρησης της διεύθυνσης και εκμετάλλευσης του αεροδρομίου Πάφου με την εταιρεία Hermes Airport Ltd (στο εξής «ο στρατηγικός επενδυτής») και ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της κυβέρνησης που απέρρεαν από τη μεταξύ τους συμφωνία (αρ. 19/96), θα μεταβιβάζονταν στον στρατηγικό επενδυτή (Τεκμήριο 3) από την ημερομηνία έναρξης της ανάληψης της διεύθυνσης και εκμετάλλευσης του αεροδρομίου από τον στρατηγικό επενδυτή. Με συμφωνία που υπεγράφη στις 11.5.2006 μεταξύ της κυβέρνησης της Δημοκρατίας, του στρατηγικού επενδυτή και της SSP, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο στρατηγικός επενδυτής θα υποκαθιστούσε την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τη συμφωνία αρ. 19/96, της οποίας η διάρκεια συμφωνήθηκε όπως παρατεινόταν μέχρι τις 31.5.2006 οπόταν θα τερματιζόταν αυτόματα («shall automatically terminate») (Τεκμήριο 4). Με επιστολή ημερομηνίας 31.5.2006 ο στρατηγικός επενδυτής ειδοποίησε την SSP ότι οι συμφωνίες διαχείρισης των καταστημάτων στα αεροδρόμια Πάφου και Λάρνακας θα τερματίζονταν τα μεσάνυχτα της 30.6.2006 και ότι την επόμενη θα αναλάμβανε τη διαχείριση τους η CTC (Τεκμήριο 5). Σχετική υπενθύμιση απεστάλη και στις 28.6.2006 (Τεκμήριο 7). Στις 30.6.2006 τα καταστήματα παραδόθηκαν, ελεύθερα κατοχής, στην CTC. Το γεγονός της ανάληψης από την CTC όλων των πωλήσεων και γενικά των εμπορικών δραστηριοτήτων στα δύο αεροδρόμια, για περίοδο 25 ετών, δημοσιεύθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του ομίλου όπου ανήκει η CTC (Τεκμήριο 6). Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της SSP στις 01.03.1985 και από το 1995 εργάστηκε ως διευθυντής («Manager») στο κατάστημα δώρων («Gift-Shop») του αεροδρομίου Πάφου. Τα καθήκοντα του συνίσταντο στην γενική επίβλεψη της λειτουργίας του καταστήματος δηλαδή, των αποθεμάτων των προς πώληση προϊόντων, της έκθεσης των προϊόντων, της λειτουργίας των ταμείων. Περαιτέρω ήταν υπεύθυνος μέσω του συστήματος αγορών της SSP για την παραλαβή, τον έλεγχο, την αποθήκευση και την έκθεση των προϊόντων στο κατάστημα. Με επιστολή ημερομηνίας 5.6.2006 (Τεκμήριο 8) η SSP πληροφόρησε τον Αιτητή ότι λόγω της διαχείρισης των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου από τον στρατηγικό επενδυτή, η ίδια από 1.7.2006 θα σταματούσε να διαχειρίζεται τα καταστήματα δώρων και περιπτέρων στα εν λόγω αεροδρόμια και ότι λόγω πλεονασμού θα τερμάτιζε τις υπηρεσίες του στις 30.7.
- Κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του, ο Αιτητής λάμβανε Λ.Κ.291,26 εβδομαδιαίως. Ο Αιτητής δεν είναι μέλος συντεχνίας. Εκτός από τον Αιτητή, για τους ίδιους λόγους, η SSP τερμάτισε την απασχόληση των άλλων 7 εργοδοτουμένων της στο κατάστημα δώρων του αεροδρομίου Πάφου ενημερώνοντας σχετικά το αρμόδιο Υπουργείο. Η CTC προσέλαβε στην υπηρεσία της όλους τους εργοδοτούμενους της SSP στο κατάστημα δώρων του αεροδρομίου Πάφου εκτός από τον Αιτητή. Να σημειώσουμε ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας οι δικηγόροι όλων των πλευρών ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι αποδέχονται το σκεπτικό της απόφασης καθώς και την κατάληξη του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που συνεδριάζει στη Λάρνακα στην αίτηση με αρ. 665/2007 Λώρης Σαββίδης ν.
- SSP Catering Cyprus Ltd,
- CTC - ARI Airport Ltd,
- Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, ημερ. 27.5.2009, ότι η ανάληψη των εμπορικών δραστηριοτήτων του αεροδρομίου Λάρνακας από την CTC τα μεσάνυχτα της 30.6.2006 με την παράδοση στον στρατηγικό επενδυτή από την SSP των κενών χώρων των καταστημάτων δώρων του αεροδρομίου Λάρνακας συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια του Άρθρου 3
(2)του Περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων (Ν.104(Ι)/2000) ως τροποποιήθηκε με το Ν. 39
(1)/2003 και μεταβίβαση που προέκυψε από νομική μεταβίβαση σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του εν λόγω νόμου και συνακόλουθα οι διατάξεις του εν λόγω νόμου εφαρμόζονταν στην εν λόγω περίπτωση. Δήλωσαν επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι η ανάληψη της διαχείρισης των εμπορικών δραστηριοτήτων του αεροδρομίου Πάφου από τη CTC μεσάνυχτα της 30.6.2006 με την παράδοση από την SSP στον στρατηγικό επενδυτή των κενών χώρων των καταστημάτων δώρων και με την παραχώρηση από το στρατηγικό επενδυτή στην CTC της εκμετάλλευσης των καταστημάτων δώρων συνιστά μεταβίβαση εντός των πλαισίων του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου και συνακόλουθα οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. Μαρτυρία Ο κ. Γ. Ιακώβου ανέφερε στη γραπτή δήλωση του ότι παρόλο που στην επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή γίνεται αναφορά για τερματισμό υπηρεσίας στις 30.7.2006, ο Αιτητής ουσιαστικά έπαυσε να απασχολείται στην SSP από τις 30.6.2006 αν και του καταβλήθηκε κανονικά ο μισθός του για τον μήνα Ιούλιο
- Ο Αιτητής πληροφορήθηκε από την SSP ότι δεν θα απασχολείτο μετά τις 30.6.2006 και ότι η ημερομηνία 30.7.2006 τέθηκε στην επιστολή τερματισμού κατόπιν συμβουλών των δικηγόρων της SSP ότι έπρεπε να δοθεί στους υπαλλήλους της η σχετική προειδοποίηση που προβλέπεται στη σχετική Νομοθεσία. Καταθέτοντας ο κ. Γ. Αντωνίου, ανέφερε ότι ενημέρωσε τον Αιτητή ότι μετά την ανάληψη της διαχείρισης του αεροδρομίου από τον στρατηγικό επενδυτή, η SSP θα σταματούσε να διεξάγει τη λειτουργία του καταστήματος δώρων και ότι θα έφευγε από το κατάστημα δώρων που διατηρούσε η SSP στο αεροδρόμιο Πάφου. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, πριν προχωρήσει η SSP με επιστολές τερματισμού της απασχόλησης των εργοδοτουμένων της, συναντήθηκε αυτός προσωπικά με αρμόδιους της CTC για θέματα προσωπικού και τους έδωσε κατάλογο με τα ονόματα των εργοδοτουμένων στα καταστήματα δώρων. Πριν δώσει την επιστολή τερματισμού στον Αιτητή, ήταν στην Πάφο και ρώτησε τον Αιτητή τι θέλει να κάνει μετά και αυτός του απάντησε ότι είναι κουρασμένος και ότι θέλει να ξεκουραστεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν συζήτησε με τη CTC ποιοι από τους υπαλλήλους της SSP θα εργοδοτηθούν από CTC. Ήταν η θέση του ότι ανέφερε προφορικά στους υπαλλήλους της SSP ότι υπήρχε πιθανότητα να εργοδοτηθούν από CTC. Καταθέτοντας ο κ. Κασάπης, ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του, ανέλαβε να διεκπεραιώσει την μεταβίβαση των καταστημάτων αδασμολογήτων ειδών και δώρων από τις προηγούμενες εταιρείες που τις διαχειριζόταν στην CTC αναφορικά με θέματα ανθρωπίνου δυναμικού. Όταν έλαβαν ως CTC τον κατάλογο με τα ονόματα όλων των υπαλλήλων στα καταστήματα δώρων δεν γνώριζαν αν αυτοί οι υπάλληλοι είχαν πρόθεση να εργοδοτηθούν στην CTC. Συναντήθηκε με τις συντεχνίες του προσωπικού των εν λόγω καταστημάτων μετά από δική τους πρωτοβουλία. Σκοπός της CTC κατά τις συναντήσεις με συντεχνίες ήταν να «εξερευνηθεί» αν υπήρχε ενδιαφέρον από πλευράς των υπαλλήλων της SSP να συνεχίσουν να εργοδοτούνται από τη CTC. Από το κατάστημα δώρων του αεροδρομίου Πάφου μόνο ο Αιτητής δεν εργοδοτήθηκε από τη CTC γιατί ο Αιτητής σε μια προκαταρκτική συνάντηση περί τα τέλη Μαίου που είχε αυτός μαζί του στο αεροδρόμιο Πάφου ο Αιτητής του ανέφερε ότι λόγω ιατρικού προβλήματος που αντιμετώπιζε σκεφτόταν το ενδεχόμενο να σταματήσει να εργάζεται για να ξεκουραστεί. Τόσο ο μάρτυρας όσο και ο retail manager της CTC του είπαν ότι τους ενδιέφερε να εξερευνήσουν το ενδιαφέρον του να εργοδοτηθεί στην CTC λόγω της τεχνογνωσίας του. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Αιτητής του τηλεφώνησε 1-2 μέρες πριν αναλάβει η CTC τα καταστήματα και τον πληροφόρησε ότι αποφάσισε ότι δεν θέλει να δουλέψει για να ξεκουραστεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έγινε γραπτή προσφορά εργασίας στον Αιτητή από την CTC αφού ο Αιτητής δεν ενδιαφερόταν να εργοδοτηθεί από την CTC, η οποία αφού ο Αιτητής εξέφρασε την επιθυμία να σκεφτεί αν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται ανέμενε την τελική θέση του Αιτητή. Ήταν η θέση του ότι στους άλλους υπαλλήλους δεν έγινε γραπτή πρόταση για εργοδότηση στην CTC και ότι όλοι οι άλλοι υπαλλήλοι μετά από διαπραγματεύσεις με τις συντεχνίες εργοδοτήθηκαν από την CTC με αυξημένες απολαβές. Ο Αιτητής ανέφερε ότι πληροφορήθηκε από τον κ. Γ. Αντωνίου ότι τα καταστήματα δώρων των αεροδρομίων θα λειτουργήσουν από τον στρατηγικό επενδυτή. Του δόθηκαν οι επιστολές τερματισμού του προσωπικού του καταστήματος δώρων του αεροδρομίου Πάφου και αυτός με τη σειρά του τις έδωσε στο προσωπικό. Στις 28.6.06 τον επισκέφθηκε ο κ. Κασάπης στο κατάστημα και τον ρώτησε ποιος είναι και αυτός του απάντησε ποιος είναι και του ανέφερε τους όρους εργασίας του. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε άλλη συνάντηση με τον κ. Κασάπη και σε καμία περίπτωση είτε ο κ. Κασάπης είτε άλλο αρμόδιο πρόσωπο από τη CTC τον ρώτησε αν ήθελε να εργοδοτηθεί από τη CTC. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 12 λέγοντας ότι είναι επιστολή του που συνέταξε και απέστειλε στο Ταμείο, όταν του ζητήθηκε από το Ταμείο. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε μέχρι 30.7.2006 στην υπηρεσία της SSP στο εστιατόριο που διατηρεί στον Κύκκο και ότι ο κ. Αντωνίου δεν του είπε τίποτα για πιθανή εργοδότηση του από τη CTC στη συνάντηση που είχε μαζί του όταν του δόθηκαν οι επιστολές τερματισμού των υπηρεσιών των υπαλλήλων. Ήταν η θέση του ότι είχε ανάγκη να εργαστεί και γι΄ αυτό τον λόγο μετά την απόλυση του από τη CTC έψαξε και σε 2-3 μήνες βρήκε άλλη εργασία. Δεν θυμόταν ακριβώς τι του είπε ο κ. Κασάπης στη συνάντηση που είχε μαζί του στις 28.6.06 αλλά επέμενε ότι ο Κασάπης δεν του ανακοίνωσε τίποτα. Ισχυρίστηκε ότι έκανε γραπτή αίτηση για πρόσληψη στη CTC μετά που είδε αγγελία για κενές θέσεις στα αεροδρόμια σε εφημερίδες αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου της CTC ότι ο κ. Κασάπης του ζήτησε να απασχοληθεί στην CTC γιατί της ήταν απαραίτητος. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Γεγονότα Παρακολουθήσαμε με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας κατά την ακροαματική διαδικασία. Από την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους προβαίνουμε στην πιο κάτω αξιολόγηση. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κ. Ιακώβου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του και συνακόλουθα η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου την αποδεχόμαστε. Δεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία των κ.κ. Αντωνίου και Κασάπη ως αξιόπιστη. Η όλη εμφάνιση και συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα μας άφησε θετική εντύπωση. Δεν εντοπίσαμε τίποτα μεμπτό είτε στον τρόπο που έδωσαν τη μαρτυρία τους είτε στο περιεχόμενο της. Τόσο στο στάδιο της εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης απαντούσαν με φυσικότητα, σταθερότητα και αμεσότητα. Μελετώντας την ουσία της μαρτυρίας τους δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε ουσιαστικό που μπορεί να αξιολογηθεί ως αντίφαση. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε κατ' αρχήν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι τον Ιούλιο του 2006 εργάστηκε στην υπηρεσία της SSP στο εστιατόριο που διατηρεί στον Κύκκο δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της SSP. Σημειώνουμε ιδιαίτερα ότι ο κ. Ιακώβου ο οποίος στην γραπτή δήλωση του αναφέρεται λεπτομερώς για το τι συνέβηκε με την εργοδότηση του Αιτητή τον Ιούλιο του 2006 δεν αντεξετάστηκε επί του εν λόγω θέματος. Είναι νομολογημένο ότι η παράλειψη ενός διαδίκου να αντεξετάσει και να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς τη θέση του πάνω σε ζητήματα που αναφέρουν οι μάρτυρες της άλλης πλευράς εκτός του ότι εξασθενεί τη βαρύτητα της μαρτυρίας του εν λόγω διαδίκου, οδηγεί σε απόρριψη της εν λόγω μαρτυρίας. Εν όψει των πιο πάνω, η εν λόγω θέση του Αιτητή θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο[1]. Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σταθερός στις θέσεις του (ενώ στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι το Μάϊο του 2008 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Αντωνίου του αναφέρθηκε ότι υπάρχει κενή θέση εργασίας στην Αίγυπτο, στην αντεξέταση του είπε ότι δεν θυμάται πότε του προτάθηκε από την SSP να πάει στην Αίγυπτο) και δεν ήταν σαφής και ξεκάθαρος στις θέσεις του αναφορικά με την τελευταία ημερομηνία εργοδότησης του στο αεροδρόμιο Πάφου. Η προφορική μαρτυρία του έρχεται ουσιαστικά σε αντίφαση με το περιεχόμενο της χειρόγραφης επιστολής ημερ. 20/3/07 προς το Γραφείο Πλεονασμού (Τεκμήριο 12) (στο εν λόγω Τεκμήριο ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο είναι άνεργος ενώ κατά την κατάθεση του στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι άνεργος υπήρξε μόνο για 4 μήνες μετά την απόλυση του και ότι επειδή είχε ανάγκη να εργαστεί βρήκε δουλειά σε δύο άλλες επιχειρήσεις μέχρι να εργοδοτηθεί ξανά από την SSP στο εστιατόριο του Κύκκου). Ο Αιτητής στην προσπάθεια του να πείσει ότι ήθελε να εργαστεί στην CTC ισχυρίστηκε ότι υπέβαλλε γραπτώς αίτηση στην CTC για να εργοδοτηθεί και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο άτομο που απευθύνθηκε. Ήταν η θέση του ότι η CTC δεν του απάντησε και ότι αυτός δεν τηλεφώνησε στην CTC για να πληροφορηθεί για την τύχη της εν λόγω αίτησης του γιατί όπως είχε μάθει τα αρμόδια άτομα της CTC επικοινώνησαν με τα άλλα άτομα που υπέβαλλαν αίτηση για εργοδότηση στην CTC. Παρατηρούμε όμως ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την θέση του ότι υπέβαλε αίτηση εργοδότησης με κανένα γραπτό στοιχείο και απαντώντας σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν πότε υπέβαλε την εν λόγω αίτηση του. Μας προξενεί αρνητική εντύπωση το γεγονός ότι ενώ θυμόταν σε ποιο πρόσωπο απευθύνθηκε δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε υπέβαλε την εν λόγω αίτηση. Περαιτέρω δεν μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί ενώ στις 28.6.2006 δεν ρώτησε τον κ. Κασάπη, ο οποίος συναντήθηκε μαζί του και τον ρώτησε για τους όρους εργασίας του, (α) για τις προθέσεις της CTC για το πρόσωπο του αφού όπως μας ανέφερε γνώριζε για τις προσπάθειες των συντεχνιών για εργοδότηση του υπόλοιπου προσωπικού της SSP από την CTC και (β) για την τύχη της αίτησης του για πρόσληψη από τη CTC αφού όπως ισχυρίστηκε αυτός έδωσε τα στοιχεία του προσωπικού στις συντεχνίες και τη CTC και γνώριζε ότι η CTC απάντησε σε άλλα άτομα αλλά περίμενε μέχρι τον Αύγουστο του 2006 να τηλεφωνήσει στον κ.Κασάπη και να τον ρωτήσει αν υπήρχε κάποια θέση εργασίας γι' αυτόν χωρίς να του αναφέρει την αίτηση του. Ο Αιτητής δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται. Αποδεχόμενοι λοιπόν τη μαρτυρία του κ.Ιακώβου, του κ.Αντωνίου και του κ.Κασάπη καταλήγουμε ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως αυτοί τα περιέγραψαν. Η μαρτυρία τους αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Σημειώνουμε ότι από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας διαφαίνεται ότι ο Αιτητής εκτός: (i) από την επιστολή απόλυσης, (ii) την ενημέρωση από τον κ. Αντωνίου ότι λόγω του τερματισμού των συμφωνιών διαχείρισης των καταστημάτων δώρων στα αεροδρόμια Πάφου και Λάρνακας η SSP θα έπαυε την λειτουργία της επιχείρησης των καταστημάτων δώρων στα εν λόγω αεροδρόμια και ότι το προσωπικό που εργαζόταν στα εν λόγω καταστήματα θα απολυόταν από την SSP ως πλεονάζον προσωπικό και ότι υπήρχε η πιθανότητα οι εργοδοτούμενοι της SSP να επανεργοδοτηθούν από την CTC και (iii) την πληροφόρηση από τον κ. Κασάπη στις μεταξύ τους συζητήσεις ότι η CTC θα ενδιαφερόταν να εργοδοτήσει τον Αιτητή, δεν είχε οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση για τις νομικές και οικονομικές συνέπειες της μεταβίβασης για το πρόσωπο του και για το νέο εργασιακό καθεστώς που θα ίσχυε με τους εργοδοτούμενους της SSP και με αυτόν προσωπικά[2]. Περαιτέρω, από την ενώπιον μας μαρτυρία διαφαίνεται ότι δεν έγινε πρόταση εργοδότησης στον Αιτητή από την CTC στην οποία να συγκεκριμενοποιούνται οι όροι εργοδότησης του Αιτητή. Επιπρόσθετα δεν φαίνεται ότι η CTC δηλώνοντας το ενδιαφέρον της για εργοδότηση του Αιτητή να εκδήλωσε με οποιοδήποτε τρόπο την πρόθεση της να ανανεώσει την σύμβαση εργασίας που είχε ο Αιτητής με την SSP ανακαλώντας τον τερματισμό των υπηρεσιών του από την SSP και διατηρώντας αμετάβλητους τους όρους απασχόλησης του ως η υποχρέωση της δυνάμει των προνοιών του Ν.104(Ι)/
- Αντίθετα, ο κ.Κασάπης παρόλο που ανέφερε ότι οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι της SSP (οι οποίοι σε αντίθεση με τον Αιτητή ήταν μέλη συντεχνίας και για την εργοδότηση τους εφαρμοζόταν συλλογική σύμβαση) επανεργοδοτήθηκαν από τη CTC με βελτιωμένους όρους εργασίας σημείωσε ότι μετά την ανάληψη της επιχείρησης από την CTC, η CTC προέβηκε σε αναδιοργάνωση του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης και αποτέλεσμα αυτής της αναδιοργάνωσης ήταν να μην υπάρχει πλέον η θέση του Αιτητή. Ανάλυση - Νομική Πτυχή - Κατάληξη Ο Ν.104(Ι)/2000θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της Κυπριακής Νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα με τις Οδηγίες 77/187/14.2.1977 και 98/50/ΕΚ[3] (η τελευταία οδηγία τροποποίησε την προηγούμενη οδηγία) (η ″Οδηγία″). Σημειώνουμε ότι ο σκοπός της Οδηγίας είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης σε άλλο επιχειρηματία. Οι εν λόγω διατάξεις στοχεύουν στην αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και στην διατήρηση αμετάβλητων των όρων εργασίας σε περιπτώσεις που αλλάζει το πρόσωπο του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή συγχώνευσης καθώς και στην προστασία των εργοδοτούμενων από απολύσεις που αιτιολογούνται απλώς και μόνο από μόνο το γεγονός της μεταβίβασης.[4] Το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 οφείλει λοιπόν να λάβει υπόψη του τη διατύπωση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της Οδηγίας με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που η Οδηγία επιδιώκει[5]. Να σημειώσουμε ότι οι διατάξεις του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος») στην περίπτωση που δεν έρχονται σε αντίθεση με τον Ν.104(Ι)/2000 εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται. Περαιτέρω ακόμα και μετά την εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες εκεί που οι ρυθμίσεις του Νόμου είναι ευνοϊκότερες για τους εργοδοτούμενους εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Νόμου καθότι ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που προστατεύεται με την Οδηγία. Μόνο ο εργοδοτούμενος μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες της Οδηγίας για να απολαύσει προστασία [6] και συνακόλουθα η ερμηνεία των κανόνων της Οδηγίας πρέπει να κατευθύνεται στην υλοποίησης της προστασίας του εργοδοτούμενου και όχι στην υπονόμευση ή την άρση της. Η υποστήριξη της θέσης ότι οι κανόνες αυτοί παρέχουν δικαιώματα στον εργοδότη σε βάρος του εργοδοτούμενου οδηγεί σε άρση της προστασίας του εργοδοτουμένου και δεν μπορεί να βρει έρεισμα[7]. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ερμηνεία του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας που να οδηγεί σε καθεστώς δυσμενέστερο για τους εργοδοτούμενους από αυτό που ίσχυε πριν την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/ 2000 δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η SSP τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή με επιστολή ημερομ. 5.6.2006 (Τεκμήριο 8) καθότι έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία τον απασχολούσε, λόγω τερματισμού των συμφωνιών διαχείρισης των καταστημάτων στο αεροδρόμιο Πάφου από τον στρατηγικό επενδυτή, επικαλούμενη λόγο πλεονασμού σύμφωνα με το άρθρο 18(α) του Νόμου[8]. Όμως με την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/2000 στην περίπτωση που ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλον εργοδότη εντός των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 η παύση διεξαγωγής της επιχείρησης δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στην επιχείρηση. Το άρθρο 5
(1)του Ν.104(Ι)/2000 προβλέπει ότι : «Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα : Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς , τεχνικούς ή οργανωτικούς , οι οποίες συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού» Το άρθρο 10 του Ν.104(Ι)/2000 προνοεί ότι : "
(1)Σε περίπτωση που τερματίζεται η εργασιακή σχέση λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης είτε από τον εκχωρητή είτε από τον εκδοχέα και αυτό δεν οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση είναι παράνομη ......
(2)Απόλυση λόγω μεταβίβασης που πραγματοποιείται πριν τη μεταβίβαση θεωρείται ως απόλυση λόγω μεταβίβασης.
(3)...............″. Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η SSP στην οποία είχε παραχωρηθεί η διαχείριση και η εκμετάλλευση των καταστημάτων δώρων από την Κυβέρνηση και ακολούθως από τον στρατηγικό επενδυτή, την επέστρεψε, παραδίδοντας στον στρατηγικό επενδυτή τους κενούς χώρους των καταστημάτων στο αεροδρόμιο και αυτός με τις σειρά του την παρέδωσε στην CTC εμπίπτουν εντός του πλαισίου του Ν.104(Ι)/2000ως μεταβίβαση οικονομική μονάδας που διατήρησε την ταυτότητα της. Συνακόλουθα ο τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητή από την SSP λόγω παύση της διεξαγωγής της επιχείρησης των καταστημάτων δώρων από αυτήν, η οποία οφείλεται στην μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησης στην CTC, σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Ν.104(Ι)/2000 δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο τερματισμού και σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Ν.104(Ι)/2000 η εν λόγω απόλυση είναι παράνομη. Το άρθρο 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 προνοεί ότι : «4.
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα: Νοείται ότι ο εκχωρητής και ο εκδοχέας μπορούν να συμφωνήσουν ότι μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης.» Το ΔΕΚ στην απόφαση του στην υπόθεση 101/87 P. Bork, αναφέρει ότι: «
- ... η οδηγία 77/187 αποβλέπει στη διασφάλιση της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επικεφαλής της επιχειρήσεως, επιτρέποντας τους να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τις αυτές προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί με τον εκχωρητή. Επομένως, η οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις αλλαγής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει αναλάβει τις συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των απασχολουμένων στην επιχείρηση. ......................................
- Η ύπαρξη ή όχι συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας κατ' αυτό το χρόνο της μεταβίβασης πρέπει να εκτιμάται βάσει του εθνικού δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως της τηρήσεως των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της οδηγίας περί προστασίας των εργαζομένων από απόλυση λόγω της μεταβιβάσεως.
- Κατά συνέπεια, οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση εργασίας είχε κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας τερματισθεί πριν από τη μεταβίβαση πρέπει να θεωρηθούν ότι εξακολουθούσαν να απασχολούνται στην επιχείρηση κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, πράγμα που έχει ως συνέπεια, ιδίως, ότι οι υποχρεώσεις του εργοδότη απέναντί τους μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτοδικαίως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα.»[9] (η υπογράμμιση είναι δική μας) Με το Τεκμήριο 8 δινόταν στον Αιτητή η σχετική προειδοποίηση για τον τερματισμό των υπηρεσιών του που προβλέπεται από τον Νόμο. Ως ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών του Αιτητή στον εν λόγω τεκμήριο αναγραφόταν η 30.7.
- Στην απόφαση Μιλτιάδη Ιωάννου v
- Vesta Holidays Ltd,
- Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 909, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του Εφεσείοντος ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του συντελέστηκε με την αποστολή της προειδοποίησης και τόνισε ότι ο τερματισμός της εργοδότησης επέρχεται με την εκπνοή του χρόνου που προβλέπεται στην δοθείσα προειδοποίηση[10]. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι στις 30.6.2006 δηλαδή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης από την SSP στην CTC ο Αιτητής απασχολείτο στην επιχείρηση που μεταβιβάστηκε και είχε εργασιακή σχέση με την SSP και συνακόλουθα καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ν.104(Ι)/2000 αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης είχε εργασιακή σχέση με τον εκχωρητή. To ΔΕΚ στην απόφαση του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg τόνισε ότι: «το άρθρο 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως , ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο , ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ΄αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως .» Επίσης το ΔΕΚ στην απόφαση C-305/94 Rotsart de Hertaing ανέφερε ότι ο εκχωρητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εργοδότης συνεπεία και μόνον του γεγονότος της μεταβίβασης παρά την αντίθετη βούληση του εργοδοτούμενου[11]. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση British Fuels Ltd v. Baxendale and another [1998] 4 All. E.R. 609, στη σελ. 628 o Lord Slynn ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Where the transferee does not take on the employees who are dismissed on transfer, the dismissal is not a nullity though the contractual rights formerly available against the transferor remain intact against the transferee..... If the [the transferee] does take the employee he takes him on the terms of the employment with the transferor i.e. there is a deemed novation by the two willing parties. If the transferee does not take the employee because the latter has already been dismissed by the transferor, or because he himself dismisses the employee on the transfer, then he must meet all of the transferor΄s contractual and statutory obligations unless (a) the employee objects to being employed by the transferee, or (b) he or the principal reason for dismissal is an economic, technical or organizational reason entailing changes in the workforce ..». Κατά συνέπεια δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της SSP σχετικά με την ειδοποίηση τερματισμού των υπηρεσιών του Αιτητή καθώς και αναφορικά με τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή μεταβιβάστηκαν στην CTC. Δυνάμει λοιπόν των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 η CTC θεωρείται ότι αυτή έδωσε την ειδοποίηση τερματισμού του Αιτητή, ότι υπέχει όλες τις υποχρεώσεις της SSP ως εργοδότης του Αιτητή και την ευθύνη για τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή και η SSP απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ευθύνη είχε ως εργοδότης του Αιτητή. Η θέση της CTC είναι ότι δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για πληρωμή αποζημιώσεων στον Αιτητή για τον τερματισμό των υπηρεσιών του για τον λόγο ότι ο Αιτητής δεν επιθυμούσε να εργοδοτηθεί στην υπηρεσία της . Το ΔΕΚ στην απόφαση του στην υπόθεση 105/84 Danmolls Inventar σημείωσε τα ακόλουθα αναφερόμενο στην προστασία που παρέχεται στον εργοδοτούμενο με την Οδηγία: «16. Εντούτοις, η προστασία αυτή, στη διασφάλιση της οποίας αποβλέπει η οδηγία, στερείται αντικειμένου όταν ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος, ύστερα από απόφαση που λαμβάνει ελεύθερα, δεν συνεχίζει, μετά τη μεταβίβαση, την εργασιακή του σχέση με το νέο φορέα της επιχείρησης. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος για τον οποίο πρόκειται καταγγέλλει, με τη δική του θέληση, από την ημερομηνία της μεταβίβασης, τη σύμβαση ή την εργασιακή σχέση ή όταν η σύμβαση αυτή ή η εργασιακή σχέση τερματίζεται, από την ημερομηνία της μεταβίβασης, δυνάμει συμφωνίας που συνάπτεται ελεύθερα μεταξύ του εργαζομένου και του εκχωρητή ή του εκδοχέα της επιχείρησης. Επομένως, σε παρόμοια περίπτωση, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν εφαρμόζεται». Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, η Οδηγία δεν αποβλέπει στη διατήρηση της συμβάσεως ή της εργασιακής σχέσης με τον εκχωρητή στην περίπτωση κατά την οποία ο απασχολούμενος στην επιχείρηση εργαζόμενος δεν επιθυμεί να παραμείνει στην υπηρεσία του εκδοχέα[12] και οι διατάξεις του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας[13] δεν εμποδίζουν τον εργοδοτούμενο ο οποίος απασχολείται από τον εκχωρητή κατά την ημερομηνία μεταβίβασης της επιχείρησης να εναντιωθεί στη μεταβίβαση στον εκδοχέα της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας που τον συνδέει με τον εκχωρητή[14]. Το ΔΕΚ διευκρίνισε στις αποφάσεις του ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει αλλά ούτε και απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέψουν ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδοτούμενος αποφασίζει ελεύθερα να μη συνεχίσει με τον εκδοχέα τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας, η σύμβαση ή σχέση εργασίας διατηρείται με τον εκχωρητή .Εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν την επιφυλασσόμενη στη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας τύχη. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ή η σχέση εργασίας θεωρείται ως λυθείσα είτε κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδοτοτούμενου είτε κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδότη. Μπορούν επίσης να προβλέψουν ότι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας διατηρείται με τον εκχωρητή[15]. Σημειώνουμε ότι στο Ν.104(Ι)/2000δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη για την τύχη της εργασιακής σχέσης μεταξύ του εργοδοτούμενου και του εκχωρητή στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εναντιώνεται στην μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης με τον εκχωρητή στον εκδοχέα. Το ερώτημα που τίθεται στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσον ο Αιτητής με τη συμπεριφορά που επέδειξε μπορεί να θεωρηθεί ότι εναντιώθηκε στην μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης με την SSP στην CTC έτσι ώστε να τίθεται εκτός των προστατευτικών διατάξεων του Ν.104(Ι)/2000. Αντλώντας καθοδήγηση από την νομολογία του ΔΕΚ, κατά την κρίση μας για να στερηθεί κάποιος εργοδοτούμενος της προστασίας της Οδηγίας πρέπει είτε να έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του κατά τον χρόνο της μεταβίβασης είτε να έχει συμφωνήσει με τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα ότι η εργοδότηση του τερματίζεται από την ημερομηνία της μεταβίβασης είτε να έχει εναντιωθεί στη μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης υπό την έννοια της άρνησης του εργοδοτουμένου να συνεχίσει να εργοδοτείται στην επιχείρηση που μεταβιβάστηκε παρόλο που οι υφιστάμενοι όροι εργασίας του εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ. Παράλληλα σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου στις περιπτώσεις που τερματίζεται η απασχόληση ενός εργοδοτούμενου για τον λόγο ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο εργοδοτούμενος λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλο επιχειρηματία τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού βάσει του άρθρου 18(α) εκτός αν νέος επιχειρηματίας - εργοδότης ανανεώσει την υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου[16]. Δηλαδή ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο αν ο νέος εργοδότης του προσφέρει εργασία στον εργοδοτούμενο με τους ίδιους όρους της προηγούμενης εργοδότησης του Αιτητή[17]. Στην υπόθεση Λ. Καστράπης v. E. Kallenos
(2003)1 Α.Α.Δ. 509, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο «ανανέωση» της σύμβασης απασχόλησης που περιέχεται στο άρθρο 20(β) του Νόμου ανέφερε ότι ο εν λόγω όρος: «δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση των απορρεουσών από τη σύμβαση (υφιστάμενη) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών με εξαίρεση βέβαια, την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη». Για να ακυρωθεί λοιπόν το δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου για πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Νόμου θα πρέπει η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του να ανανεωθεί. Αν ο εργοδοτούμενος εργοδοτηθεί από τον νέο εργοδότη μετά από σύναψη νέας σύμβασης απασχόλησης με νέους όρους ως αποτέλεσμα ξεχωριστών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Όπως τονίσαμε πιο πάνω, οποιαδήποτε ερμηνεία του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας που θέτει τον εργοδοτούμενο σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που ίσχυε πριν την θέσπιση του Ν.104(Ι)/2000 δεν μπορεί να υιοθετηθεί καθ΄ ότι θα στερούσε τον εργοδοτούμενου από την προστασία που σκοπεύει να του παρέχει η Οδηγία. Κατά την γνώμη μας για να στερηθεί ένας εργοδοτούμενος του δικαιώματος του για αποζημιώσεις για τον τερματισμό της απασχόλησης του λόγω παύσης της διεξαγωγής της επιχείρησης του εργοδότη του συνεπεία μεταβιβάσεως της επιχείρησης του εργοδότη του σε τρίτο πρόσωπο σύμφωνα με το Ν.104(Ι)/2000(ο οποίος τερματισμός της απασχόλησης πριν την ψήφιση του Ν.104(Ι)/2000 θεωρείτο ως νόμιμος τερματισμός λόγω πλεονασμού δίνοντας το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο για να πληρωθεί από το Ταμείο και ο οποίος τερματισμός με τον Ν.104(Ι)/2000 θεωρείται παράνομος δίνοντας το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο για αποζημίωση σύμφωνα με τον Νόμο) πρέπει να αποδειχτεί ότι ο εκδοχέας ανανέωσε την υφιστάμενη σύμβαση του εργοδοτούμενου και ο εργοδοτούμενος αρνήθηκε να συνεχίσει την εργασία του στην υπηρεσία του εκδοχέα. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής ούτε παραιτήθηκε οικειοθελώς ούτε συμφώνησε είτε με την SSP είτε με την CTC για τον τερματισμό των υπηρεσιών του. Η SSP ήταν αυτή που τερμάτισε τις υπηρεσίες του Αιτητή. Η CTC δεν ανακάλεσε τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή από την SSP. Το ενδιαφέρον που εκδήλωσε η CTC για εργοδότηση του Αιτητή δεν μπορεί, κατά την κρίση μας, να θεωρηθεί ως ρητή δήλωση από την πλευρά της CTC ότι ο Αιτητής θα συνέχιζε να απασχολείται στην CTC υπό το ίδιο εργασιακό καθεστώς όπως και προηγουμένως ώστε ο Αιτητής με την άρνηση του να συζητήσει με την CTC την πιθανότητα εργοδότησης του να θεωρηθεί ότι εναντιώθηκε στην μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης από την SSP στην CTC. Για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αποζημιώσεων από την CTC σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10
(1)του Ν.104(Ι)/2000 σε περίπτωση παράνομης απόλυσης εργοδοτουμένου λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης στην οποία εργοδοτείτο: «.. ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας και τους όρους εργασίας που ίσχυαν στην επιχείρηση του εκχωρητή εφαρμοζόμενων, κατά τα λοιπά των διατάξεων των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 ως 1994» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί σε εργοδοτούμενο ο οποίος απολύθηκε παράνομα λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή (δηλαδή ότι παρόλο που δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός δεν επιδείχτηκε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της SSP και της CTC αναφορικά με την απόλυση του Αιτητή και την μη επαναπρόσληψη του), το ύψος των απολαβών του (ΛΚ.291.26), τη διάρκεια της υπηρεσίας του (21 συναπτά έτη σύμφωνα με τον Νόμο), την ηλικία του και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν επέδειξε ενδιαφέρον να συζητήσει με τη CTC τη πιθανότητα εργοδότησης του στη CTC πριν να γνωρίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις εργασίας που θα του πρόσφερε η CTC, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 59.5 εβδομάδων ήτοι €29,610.01 [Λ.Κ. 17.329,97 (59.5 Χ Λ.Κ291.26)]. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 3
(2)του Νόμου από το πιο πάνω ποσό οι απολαβές ενός έτους οι οποίες ανέρχονται σε € 25,877.66 πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθούν από τη CTC , το δε υπόλοιπο ποσό €3,732.35 πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος CTC τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή . Η αίτηση εναντίον της SSP και του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.).............. (Υπ.) ............ Χ. Τσιολής, Μέλος Δ. Επιφανείου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση). [1] Βλέπε: Fredericou Schools Ltd v. ACUC INC
(2002)1 A.A.D. 1527. Γ. Μοσχάτου v. Λ. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785. [2] Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)(α) του Ν.104(Ι)/2000 ο εκχωρητής και ο εκδοχέας υποχρεούνται να πληροφορούν τους εργοδοτούμενους ή τους εκπροσώπους τους που επηρεάζονται από τη μεταβίβαση για την ημερομηνία ή την προτεινόμενη ημερομηνία μεταβίβασης, τους λόγους της μεταβίβασης, τις νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της μεταβίβασης για τους εργοδοτούμενους και τα προβλεπόμενα μέτρα που θα ληφθούν όσον αφορά τους εργοδοτούμενους. Ο εκχωρητής υποχρεούται να γνωστοποιήσει τις πιο πάνω πληροφορίες στους εργοδοτούμενους ή τους εκπροσώπους τους έγκαιρα πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Ο εκδοχέας υποχρεούται να γνωστοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες στους εργοδοτούμενους ή τους εκπροσώπους τους έγκαιρα πριν οι εργοδοτούμενοι του επηρεαστούν άμεσα από τη μεταβίβαση ως προς τους όρους εργασίας. [3] Ακολούθησε η οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε τις δύο πιο πάνω οδηγίες. [4] Απόφαση ΔΕΚ 19/ 83 Wendelboe , Απόφαση ΔΕΚ C-362/89 D΄Urso, Απόφαση ΔΕΚ C-132,138 και 139/91 Katsikas [5] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA . [6] Απόφαση ΔΕΚ 257/1986, Ny Molle Kro, Απόφαση ΔΕΚ Daddy's Dance Hall 324/1986 [7] Β. Δούκα , «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας» 1997, σελ, 586 [8] Το ΄Αρθρο 18 του Νόμου προβλέπει ότι : «Δια τους σκοπούς του παρόντος Νόμου , εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων όταν η απασχόλησις του ετερματίσθη : (α)Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρισιν εν τη οποία ο εργoδοτούμενος απησχολείτο, ή» [9] Βλέπε επίσης Απόφαση ΔΕΚ C-319/94 Dethier όπου λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «. η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος λίγο προς της μεταβιβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση, έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως . οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα λίγο προς της μεταβιβάσεως και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως». (η υπογράμμιση είναι δική μας). [10] Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη πως η πρόθεση του νομοθέτη, όπως εκφράζεται στο άρθρο 20 του Νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 11
(1), είναι πως η περίοδος προειδοποίησης για όλους τους σκοπούς του Νόμου είναι περίοδος απασχόλησης, της οποίας ο τερματισμός επέρχεται μόνο με την εκπνοή του χρόνου στην προειδοποίηση .......................... Έχουμε τη γνώμη όμως πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και σύμφωνα με το δικό μας Νόμο είναι ορθή ................... Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως διαφοροποιείται στον ίδιο το Νόμο, ακόμη και με την ονομασία που χρησιμοποιείται, ο τερματισμός της απασχόλησης που συντελείται με τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας της πραγματικής απασχόλησης εργοδοτούμενου, και η προειδοποίηση κατά την περίοδο της οποίας για όλους τους σκοπούς του Νόμου, συνεχίζεται η εργοδότηση μέχρι τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας στην προειδοποίηση.............» [11] Βλέπε απόφαση του Employment Appeal Tribunal EAT/993/95 BSG Property Services v. Tuck
(1996)IRLR 134 [12] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg [13] Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι: «3
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται διά της μεταβιβάσεως αυτής στον εκδοχέα. Τα κράτη μέλη δύναται να προβλέπουν ότι μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από την μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης». [14] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-132, 138 και 139 /91 Κατσικάς, Αποφάση ΔΕΚ στην υπόθεση C-399/96 Europiéces, Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-171/94 και 172/94 Merckx [15] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-132, 138 και 139 /91 Κατσικάς [16] Άρθρο 20(β) του Νόμου. [17] Κ. Κυριακίδης v. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1990)1 Α.Α.Δ. 20. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο