← Κύπρος

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. LOUNIC CONFECTIONERY LTD, Αρ. Υπόθεσης: 478/06, 25 Ιανουαρίου, 2010

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. LOUNIC CONFECTIONERY LTD, Αρ. Υπόθεσης: 478/06, 25 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2010:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Μ. Μίτσιγγα } Χρ. Αντωνιάδη } Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 478/06 Μεταξύ: ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Αιτητή και LOUNIC CONFECTIONERY LTD Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Χ. Ιωάννου. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Η κα Λ. Σιακαλλή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση αξιώνει: α) Αποζημιώσεις λόγω παράνομου και/ή αδικαιολόγητου τερματισμού απασχόλησης. β) Οφειλόμενη προειδοποίηση. γ) Τιμωρητικές αποζημιώσεις. δ) Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω αποζημιώσεις για απώλεια ικανότητας εξεύρεσης νέας εργασίας, απώλεια καριέρας και/ή σταδιοδρομίας. ε) Δεδουλευμένους μισθούς ΛΚ3.
  2. στ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το δικαστήριο κρίνει αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και γεγονότα που θα αποδεχθεί. ζ) Νόμιμους τόκους. η) Έξοδα + Φ.Π.Α. Είναι η θέση του Αιτητή ότι στις 13/1/2006 αναγκάστηκε να τερματίσει νόμιμα την εργοδότηση του στους Καθ΄ ών η αίτηση λόγω μονομερούς απόφασης των Καθ΄ ών η αίτηση να τροποποιήσουν τον τρόπο υπολογισμού του καταβλητέου μισθού του μειώνοντας έτσι το μισθό του. Περαιτέρω ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση του οφείλουν δεδουλευμένους μισθούς ύψους £3.
  3. Οι Καθ΄ ών η αίτηση στους γενικούς λόγους του εγγράφου εμφανίσεως τους αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε ανακοίνωσαν στον Αιτητή οποιαδήποτε αλλαγή στην μισθοδοσία του και ότι ο Αιτητής παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία του καθ΄ ότι είχε ήδη συμφωνήσει με άλλη εταιρεία να εργοδοτηθεί από αυτή. Είναι η θέση τους ότι κατέβαλαν και/ή πρόσφεραν στον Αιτητή όλους τους δεδουλευμένους μισθούς του. Επίσης ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής για την περίοδο 1/10/1997 - 30/4/2000 δεν εργαζόταν στην υπηρεσία τους ως εργοδοτούμενος με σύμβαση εργασίας. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 7 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στο εξής (″ο Νόμος″)), προβλέπει ότι: ″

(1)Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιονδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως″. Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής έχει το βάρος να αντικρούσει το νόμιμο μαχητό τεκμήριο που προβλέπει το άρθρο 7
(2)του Νόμου και να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του λόγω της διαγωγής των εργοδοτών του για το λόγο που επικαλείται στους γενικούς λόγους της αίτησης του. Για να αποσείσει το βάρος αυτό, ο Αιτητής προσκόμισε τη δική του μαρτυρία. Εκ μέρους των Καθ΄ ών η αίτηση, έδωσαν μαρτυρία ο κ.Λούκας Χριστοδούλου, διευθυντής των Καθ΄ ών η αίτηση, ο κ.Λούκας Κωνσταντινίδης, επιθεωρητής πωλήσεων των Καθ΄ ών η αίτηση και ο κ.Μιχάλης Μιχαήλ, επιθεωρητής πωλητών στο τμήμα λιανικών πωλήσεων των Καθ΄ ών η αίτηση. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιον μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Παραδεκτά Γεγονότα Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τ΄ ακόλουθα: Οι Καθ΄ ών η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με τη διανομή, χονδρική και λιανική πώληση και γενικά το εμπόριο τροφίμων, γλυκών και ειδών περιπτέρου. Οι εργασίες των Καθ΄ ών η αίτηση είναι σε παγκύπρια κλίμακα με απευθείας δίκτυο πωλήσεων στους πελάτες. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση την 1/3/1991 ως πωλητής - πλασιέ προϊόντων στην πόλη και επαρχία Λεμεσού. Οι πελάτες των Καθ΄ ών η αίτηση τότε αποτελούνταν από περίπτερα, συνοικιακά καταστήματα και ψιλικατζίδικα. Ο Αιτητής είχε ως καθήκον του τη διενέργεια πωλήσεων προϊόντων των Καθ΄ ών η αίτηση με το αυτοκίνητο που του έδιναν οι Καθ΄ ών η αίτηση οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την κάλυψη της βενζίνης, των εξόδων και τη φθορά του αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα ο Αιτητής χρεωνόταν εμπόρευμα το οποίο είχε στο αυτοκίνητο του και καθημερινά εκτελούσε δρομολόγιο στους πελάτες που του υποδείκνυαν οι Καθ΄ ών η αίτηση και παρέδιδε/πωλούσε εμπόρευμα, εξέδιδε τιμολόγια και ενημέρωνε σχετικά τους Καθ΄ ών η αίτηση. Σε μεταγενέστερο στάδιο διαφοροποιήθηκε το σύστημα και η μέθοδος εργασίας των πωλητών των Καθ΄ ών η αίτηση οι οποίοι πλέον εκτελούσαν εργασίες πωλητών - παραγγελιοδόχων δηλαδή οι πωλητές έπαιρναν τις παραγγελίες από τους πελάτες και τα προϊόντα παραδίδονταν στους πελάτες από τους διανομείς. Με την αλλαγή αυτή άλλαξε και ο τρόπος εργασίας του Αιτητή, ο οποίος διενεργούσε τις πωλήσεις του με να παίρνει μόνο τις παραγγελίες από τους πελάτες και να τους τιμολογεί. Τα εμπορεύματα που πωλούσε παραδίδονταν στους πελάτες από ένα διανομέα. Στις 30/9/1997 καταβλήθηκαν στον Αιτητή όλα τα ωφελήματα που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος των Καθ΄ ών η αίτηση όταν παύσει να είναι στην υπηρεσία τους όπως αναλογία 13ου μισθού, αναλογία αδειών, ταμείο προνοίας και οφειλόμενες προμήθειες. Από την 1/10/1997 μέχρι και τις 30/4/2000 οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν κατέβαλλαν εισφορές για το πρόσωπο του Αιτητή (α) στις κοινωνικές ασφαλίσεις και (β) στο ταμείο προνοίας των υπαλλήλων των Καθ΄ ών η αίτηση και δεν του κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό ως 13ο μισθό κάθε τέλος του χρόνου. Οι Καθ΄ ών η αίτηση κατά την εν λόγω περίοδο κατέβαλλαν στον Αιτητή μόνο ένα ποσοστό επί των πωλήσεων που διενεργούσε ως προμήθεια. Από την 1/5/2000 μέχρι και την ημέρα που τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων μερών, ο Αιτητής ελάμβανε από τους Καθ΄ ών η αίτηση ένα ποσό κάθε μήνα ως βασικό μισθό πλέον ένα ποσοστό επί των πωλήσεων του ως προμήθεια. Οι Καθ΄ ών η αίτηση κατέβαλλαν στον Αιτητή 13ο μισθό και εισφορές για το πρόσωπο του στο ταμείο προνοίας και στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Οι Καθ΄ ών η αίτηση για την περίοδο 2003 - 2005 κατέβαλλαν στον Αιτητή κάθε χρόνο ως ετήσιο φιλοδώρημα (bonus) το ποσό των £1.000. Η καταβολή του ετήσιου φιλοδωρήματος εναπόκειτο στην κρίση και τη διακριτική ευχέρεια των Καθ΄ ών η αίτηση οι οποίοι καθόριζαν και το ποσό που θα δίνετο στον Αιτητή κάθε χρόνο. Νομική Πτυχή Τα επίδικα θέματα τα οποία πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα των διαδίκων μερών είναι τ΄ ακόλουθα: (α) ο λόγος τερματισμού της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και (β) η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση. Κρίνουμε σκόπιμο στο παρόν στάδιο να αναφερθούμε στη νομική πτυχή που αφορά τα εν λόγω επίδικα θέματα. Α. Η διακοπή της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης - Ο κατ΄ ισχυρισμόν εξαναγκασμός του Αιτητή σε παραίτηση Το πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη έχει αποφασισθεί σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις καθοδηγητικές νομικές αρχές που καθιέρωσε το Αγγλικό Εφετείο για τις υποθέσεις εξαναγκασμού σε παραίτηση στην υπόθεση Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1 ALL E.R. 713. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται τα εξής: ″... if the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed ..″. Σε ελεύθερη μετάφραση: ″... Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση ...″. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 98, 103 αναφέρονται τα ακόλουθα: ″Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1 CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου ..″. Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού στον εργοδοτούμενο. Μονομερής (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαίρετη (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τροποποίηση των όρων της καταβολής μισθοδοσίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη η οποία έχει ως συνέπεια τη μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου συνιστά παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας η οποία δίνει το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Στην υπόθεση Industrial Rubber Products v. Gillon
(1977)IRLR 389, λέχθηκαν τα ακόλουθα: ″The basic rate of pay is a fundamental element in any contract of employment and in our opinion it cannot be said that there is no material breach on the part of an employer who proposes to reduce the basic rate even for good reasons″. Επίσης το Αγγλικό Εφετείο στην απόφαση του Cantor Fitzgerald International v. Callaghan
(1999)IRLR 234 τόνισε ότι: ″Where an employer unilaterally reduces an employee΄s pay or diminishes the value of his salary package the entire foundation of the contract of employment is undermined. Therefore an emphatic denial by the employer of his obligation to pay the agreed salary or wage or a determined resolution not to comply with his contractual obligations in relation to pay and remuneration will normally be regarded as repudiatory″. Στην υπόθεση RF Hill Ltd v. Mooney
(1981)IRLR 258 η βάση του μισθού του εργοδοτούμενου ο οποίος εργαζόταν ως πωλητής ήταν βασικός μισθός πλέον 1% προμήθεια επί των πωλήσεων που προέβαινε. Οι εργοδότες του μετά από κάποιο χρονικό διάστημα εισήγαγαν ένα νέο τρόπο υπολογισμού του μισθού του με τον οποίο κατάργησαν την καταβολή του 1% επί των πωλήσεων ως προμήθεια και το αντικατέστησαν με την καταβολή προμήθειας πληρωτέας επί των πωλήσεων που υπερέβαιναν ένα συγκεκριμένο αριθμό πωλήσεων. Ο εργοδοτούμενος δεν αποδέχτηκε την εν λόγω τροποποίηση και υπέβαλε την παραίτηση του ισχυριζόμενος ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Το Employment Appeal Tribunal επικύρωσε την απόφαση του Industrial Tribunal ότι ο εργοδοτούμενος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση επειδή ο εργοδότης με το να τροποποιήσει μονομερώς και αυθαίρετα τον τρόπο υπολογισμού του μισθού του εργοδοτούμενου ενήργησε κατά παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης του να καταβάλει την συμφωνηθείσα αντιμισθία του εργοδοτούμενου. Το γεγονός ότι η εισαγωγή του νέου τρόπου υπολογισμού των μισθών θα μπορούσε τελικά να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο για την απώλεια μέρους του μισθού του θεωρήθηκε ως μη σχετικός παράγοντας από το Tribunal καθ΄ ότι κατά το χρόνο που ο εργοδότης επιχείρησε να επιβάλει την τροποποίηση αυτό το γεγονός ήταν υποθετικό. Στην εν λόγω απόφαση ο Mr. Justice Browne - Wilkinson ανέφερε τ΄ ακόλουθα: ″What the employers have sought to do in this case is to tear up the existing contractual operation as to the computation of remuneration, by reference to a given formula. In its place they have sought to impose a different formula, the exact operation of which at the date at which they attempted to impose it was incapable of assessment. The obligation of an employer to pay remuneration is one of the fundamental terms of a contract. In our view, if an employer seeks to alter that contractual obligation in a fundamental way, such as he sought to do in this case, such attempt is a breach going to the very root of the contract and is necessarily a repudiation. It is not open to him, subsequently, to come along and seek to show by detailed calculations, not capable of being made at the time, that in fact it would not have operated in a very seriously detrimental way. The obligation on the employer is to pay the contractual wages, and he is not entitled to alter the formula whereby those wages are calculated″. Β. Περίοδος Απασχόλησης του Αιτητή Είναι η θέση των Καθ΄ ών η αίτηση ότι η απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία τους τερματίστηκε στις 30/9/1997 και ότι από την 1/10/1997 συνεργαζόταν μαζί τους ως αυτοεργοδοτούμενος/ανεξάρτητος συνεργάτης και δεν ήταν εργοδοτούμενος τους μέχρι και την 1/5/2000 ημερομηνία που ο Αιτητής επαναπροσλήφθηκε στην υπηρεσία τους ως εργοδοτούμενος. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση εισηγήθηκε ότι ο Αιτητής κατά την περίοδο 1/10/1997 - 30/4/2000 δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στους Καθ΄ ών η αίτηση κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί σχέση ή ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου η οποία δημιουργείται από την παροχή έναντι ανταλλάγματος εξαρτημένης εργασίας και κατά συνέπεια η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στην υπηρεσία τους διακόπηκε κατά την εν λόγω περίοδο και ότι για σκοπούς του Νόμου η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή είναι από 1/5/2000 μέχρι και τις 13/2/2006. Η ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του Αιτητή και των Καθ΄ ών η αίτηση Το άρθρο 2 του Νόμου προσδιορίζει την έννοια του εργοδοτούμενου ως εξής: ″″εργοδοτούμενος″ σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι΄ έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος ″εργοδότης″ θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας″. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, η οποία δημιουργείται από την παροχή έναντι ανταλλάγματος εξαρτημένης εργασίας, είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη- εργοδοτούμενου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο μια σύμβαση είναι σύμβαση σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Το κριτήριο για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο εργοδοτούμενος κάποιου άλλου δεν είναι μόνο η πληρωμή μισθού για υπηρεσίες που αυτός πρόσφερε αλλά θα πρέπει επίσης να καθοριστεί, κατά πόσο συντρέχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι θεμελιώνονται στα γεγονότα π.χ. η άσκηση έλεγχου από τον εργοδότη επί της εργασίας του εργοδοτούμενου, τυχόν ύπαρξη συμβολαίου, το δικαίωμα επιλογής των προσφερομένων υπηρεσιών, η προσφορά εργασίας σε συγκεκριμένο χώρο, το ωράριο, κ.λ.π. Στην υπόθεση AVRAAM K. PROUSI v. REDUNDANT EMPLOYEES FUND
(1988)1 C.L.R. 363 στη σελίδα 368 ελέχθη ότι: "The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of a salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of the other″. Στην Tsapaco Catering Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας
(1998)3 ΑΑΔ 796 στη σελίδα 800 τονίστηκε ότι: ″Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτουμένου από την εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών. (Ιδε Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition, p.698.) O καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο: (α) από την υποχρέωση του εργοδοτουμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτουμένου″. Βλέπε επίσης Άγγελου Αγγελίδη ν. 1. Κυπρής Χ΄΄Μάρκου & Υιός Λτδ 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού Λτδ
(2000)1 Α ΑΑΔ 465. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Vol. 16 (1A) στη σελ. 14 αναφέρονται τα ακόλουθα: ″Test whether a person is an employee at common law. There is no single test for determining whether a person is an employee. The test that used to be considered sufficient, that is to say the 'control' test, can no longer be considered sufficient, especially in the case of the employment of highly skilled individuals, and is now only one of the particular factors which may assist a court or tribunal in deciding the point. More recently, the 'integration' test had been suggested, proposing that the important question was whether the person was integrated into the enterprise or remained apart from, and independent of, it. However, while both of these factors are still pertinent, the modern starting point for deciding whether a contract of service (now generally referred to as a 'contract of employment') exists is to ascertain if:
(1)the servant agrees that, in consideration of a wage or other remuneration, he will provide his own work and skill in the performance of some service for his master ('mutuality of obligation')¨;
(2)he agrees, expressly or impliedly, that in the performance of that service he will be subject to the other's control in a sufficient degree to make that other master ('control'); and
(3)the other provision of the contract are consistent with its being a contract of service. The final classification of an individual now depends upon a balance of all relevant factors, fine though that balance sometimes might be, with 'mutuality of obligation' and 'control' being seen as the 'irreducible minimum' legal requirements for the existence of a contract of employment. The factors taken into consideration may include: the method of payment; any obligation to work only for that employer; stipulations as to hours; overtime, holidays etc; arrangements for payment of income tax and national insurance contributions; how the contract may be terminated; whether the individual may delegate work; who provides tools and equipment; and who, ultimately, bears the risk of loss and the chance of profit. In some cases the nature of the work itself may be an important consideration". Στο σύγγραμμα Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)στη σελίδα 77 αναφέρονται τ΄ακόλουθα : "The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties " as person in business in his own account" ......rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision , such as the degree to which the person is free from detailed control by another, as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss″. Στην υπόθεση Cleanthis Christofides Ltd v. 1. The Fund for Redundant Employees, 2. Yiannakis Florides
(1978)1 C.L.R. 2008, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψιν για να διακριθεί μία σύμβαση εργασίας (contract of service) από μία σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών (contract of services) υιοθέτησε αποσπάσματα από τις Αγγλικές υποθέσεις Global Plant Ltd. v. Secretary of State for Healthy and Social Security [1971] 3 All E.R. 385 και Market Investigations Ltd. v. Minister of Social Security [1968] 3 All E.R. 732 στα οποία τονιζόταν: (α) ότι άλλοι παράγοντες πέραν του κριτηρίου του βαθμού ελέγχου που ασκείται από τον υποτιθέμενο εργοδότη πρέπει να ληφθούν υπόψιν για να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσον στη συγκεκριμένη υπό εξέταση υπόθεση η σχέση αποτελούσε εργασιακή σχέση ή σχέση παροχής υπηρεσιών και (β) ότι το πρωταρχικό τεστ που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το εξής: Το πρόσωπο που έχει δεσμευτεί να εκτελέσει τις υπό εξέταση υπηρεσίες τις εκτελεί ως πρόσωπο εργαζόμενο για δικό του λογαριασμό (as a person in business on his own account); Αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι καταφατική, τότε η σύμβαση είναι σύμβαση υπηρεσιών (contract of services). Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η σύμβαση είναι σύμβαση εργασίας (contract of service). Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος στοιχείων που είναι σχετικά για να απαντηθεί η πιο πάνω ερώτηση και ίσως δεν μπορεί να υπάρξει τέτοιος κατάλογος και ούτε μπορούν να τεθούν αυστηροί κανόνες ως προς το σχετικό βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα στοιχεία σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Το πιο πολύ που μπορεί να λεχθεί είναι ότι το στοιχείο της άσκησης ελέγχου χωρίς αμφιβολία θα πρέπει πάντα να εξετάζεται παρόλο που δεν μπορεί πια να εκλαμβάνεται ως ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Άλλοι παράγοντες που μπορούν να έχουν σημασία είναι θέματα όπως κατά πόσο το πρόσωπο που εκτελεί τις υπηρεσίες παρέχει το δικό του εξοπλισμό, κατά πόσο προσλαμβάνει τους δικούς του βοηθούς, τι βαθμό οικονομικού κινδύνου αναλαμβάνει, τι βαθμό ευθύνης για την επένδυση και τη διεύθυνση/διοίκηση (management) έχει και κατά πόσο και σε ποια έκταση έχει την ευκαιρία να κερδίσει από την ορθή διεύθυνση της εκτέλεσης του καθήκοντος του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε περαιτέρω στις Αγγλικές αποφάσεις Fergusan v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd. [1976] 3 All E.R. 817 και Ready Mixed Concrete (South East) Ltd. V. Minister of Pensions and National Insurance [1968] 1 All E.R. 433 και επισήμανε ότι αν και η ρητή πρόθεση των μερών μπορεί να είναι σχετικός παράγοντας για να αποφασιστεί η αληθινή σχέση της μεταξύ τους σύμβασης, εντούτοις δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας. Η διευθέτηση θα πρέπει να εξετάζεται ως σύνολο και ειδικότερα οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών. Μία δήλωση από τα μέρη ακόμα και αν ενσωματωθεί στη μεταξύ τους σύμβαση ότι ο εργοδοτούμενος θα είναι ή θα θεωρείται ότι είναι αυτοεργοδοτούμενος ή ανεξάρτητος εργολάβος θα πρέπει να αγνοηθεί εντελώς και όχι απλώς να μην ληφθεί υπόψιν ως καθοριστικό στοιχείο, αν το υπόλοιπο των συμβατικών όρων που διέπει τη σχέση, αποτελούν όρους σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου καθ΄ ότι η σχέση των μερών καθορίζεται από το Νόμο και όχι από την ετικέτα που θα επιλέξουν να της δώσουν. Μαρτυρία - Αξιολόγηση - Γεγονότα Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση καλείται αφού αξιολογήσει την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία να αποφανθεί: (α) κατά πόσον οι Καθ΄ ών η αίτηση προέβηκαν σε μονομερή και αυθαίρετη αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της μισθοδοσίας του Αιτητή για το έτος 2006 και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση όντως προέβηκαν σε μονομερή τροποποίηση του τρόπου υπολογισμού της μισθοδοσίας του, κατά πόσον αυτή η ενέργεια τους έδινε το δικαίωμα στον Αιτητή να παραιτηθεί επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, και (β) κατά πόσον κατά την περίοδο 1/10/1997 - 30/4/2000 δεν υπήρχε σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων μερών με αποτέλεσμα να διακοπεί το συνεχές της απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ΄ ών η αίτηση από την ημερομηνία πρόσληψης του μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης . Παρακολουθήσαμε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι με την κάθοδο των μεγάλων υπεραγορών στη Λεμεσό, οι Καθ΄ ών η αίτηση ανέθεσαν σ΄ αυτόν τη λήψη των παραγγελιών και την τοποθέτηση νέων προϊόντων σ΄ αυτές. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 1998 οι Καθ΄ ών η αίτηση του ανέθεσαν τις πωλήσεις όλων των μεγάλων υπεραγορών παγκύπρια, των καταστημάτων αδασμολόγητων ειδών των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου, της NAAFI και των κρουαζιερόπλοιων Salamis. Ταυτόχρονα λάμβανε μέρος και στις διαπραγματεύσεις για τις εμπορικές και οικονομικές συμφωνίες μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση και των εν λόγω πελατών. Το 2000 μετά από αξιολόγηση των δύο προηγούμενων ετών της δουλειάς του, οι Καθ΄ ών η αίτηση του ανέθεσαν εξ΄ ολοκλήρου την ευθύνη της διαχείρισης των υπεραγορών παγκύπρια. Πιο συγκεκριμένα, του δόθηκε ο τίτλος του Key Account Manager και τα καθήκοντα του ήταν η διεκπεραίωση των εμπορικών και οικονομικών συμφωνιών μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση και των πελατών, η τοποθέτηση νέων προϊόντων, η εξασφάλιση επαρκών χώρων στα καταστήματα, η προώθηση προϊόντων προσφοράς από τις υπεραγορές και η λήψη των παραγγελιών από τους πελάτες. Προς υποστήριξη των εν λόγω θέσεων του κατέθεσε ως τεκμήρια την επαγγελματική του κάρτα και διαφημιστικό έντυπο των Καθ΄ ών η αίτηση στο οποίο περιέχεται το οργανόγραμμα των Καθ΄ ών η αίτηση (Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα). Σημειώνουμε ότι κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι πριν να εκδοθεί το Τεκμήριο 3 είχε άλλη επαγγελματική κάρτα στην οποία ο τίτλος του ήταν Υπεύθυνος Πωλήσεων Υπεραγορών και ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 τυπώθηκε όταν άλλαξε το λογότυπο των Καθ΄ ών η αίτηση. Παρατηρούμε όμως ότι το λογότυπο των Καθ΄ ών η αίτηση στα Τεκμήρια 3, 4, 22 και 23 είναι το ίδιο. Ο δικηγόρος του Αιτητή κατά την αντεξέταση του κ.Λ. Χριστοδούλου διαφοροποιούμενος από τον Αιτητή υπέβαλλε στον κ.Λ. Χριστοδούλου ότι το Τεκμήριο 22 (επαγγελματική κάρτα του Αιτητή στην οποία τίτλος του Αιτητή ήταν Υπεύθυνος Πωλήσεων Υπεραγορών) ίσχυσε μέχρι το 2002 και ότι το Τεκμήριο 3 τυπώθηκε όταν άλλαξε το πρόθεμα των τηλεφώνων από 05 σε 25. Κατά την γνώμη μας τα πιο πάνω εξασθενούν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του Αιτητή σχετικά με το πότε εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 3 και 4 και με το πότε του δόθηκε ο τίτλος του Key Account Manager. Συνακόλουθα δεν αποδεχόμαστε την εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή. Το 2005 ανατέθηκε η λήψη των παραγγελιών των υπεραγορών της Λευκωσίας σε μία κοπέλα που εργαζόταν ως στοιβαδόρος στους πιο πάνω πελάτες ώστε να έχει αυτός περισσότερο χρόνο: (α) για συναντήσεις με τις διευθύνσεις των υπεραγορών και (β) στο γραφείο για τον έλεγχο και την υλοποίηση των στόχων πωλήσεων. Ήταν η θέση του Αιτητή ότι τον Δεκέμβριο του 2005 του δόθηκε αναδρομικά το ποσό των £320 ως η ετήσια αύξηση που δικαιούτο πάνω στο βασικό μισθό του από τον Απρίλιο του 2005 (δηλ. £40 μηνιαίως). Δηλαδή ο βασικός μισθός του ήταν πλέον £490 και 2% επί του συνόλου των εισπράξεων σχετικά με τις πωλήσεις που προέβηκε. Η τελευταία θέση του Αιτητή για το ύψος του βασικού μισθού του τον Δεκέμβριο του 2005 δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον μας. Πιο συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 6Α (απόκομμα μισθοδοσίας του Αιτητή για το Δεκέμβριο του 2005) και στο Τεκμήριο 19 (έγγραφο με τίτλο ″Employee΄s Remuneration Card Report - Year 2005″) φαίνεται ότι ο βασικός μισθός του Αιτητή το Δεκέμβριο του 2005 ήταν £410 ενώ στο Τεκμήριο 6Β (απόκομμα μισθοδοσίας του Αιτητή για τον 13ο μισθό του 2005) φαίνεται ότι ο βασικός μισθός του Αιτητή ήταν £450. Να σημειώσουμε ότι ο δικηγόρος του Αιτητή σε αντίθεση με την πιο πάνω θέση του Αιτητή κατά την αντεξέταση του κ.Λ. Χριστοδούλου υπέβαλε στον κ.Λ. Χριστοδούλου ότι ο βασικός μηνιαίος μισθός του Αιτητή το 2005 ανερχόταν σε £450. Εν όψει των πιο πάνω ο ισχυρισμός του Αιτητή για το ύψος του βασικού μηνιαίου του μισθού τον Δεκέμβριο του 2005 δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Ο Αιτητής στη συνέχεια ανέφερε ότι τον Νοέμβριο του 2005 κατά τον προγραμματισμό για το έτος 2006 πρότεινε στους Καθ΄ ών η αίτηση όπως ανατεθεί η λήψη των παραγγελιών και στις άλλες τρεις πόλεις σε συγκεκριμένες υφιστάμενες του κοπέλες. Παρουσίασε και ανάλυσε τις προτάσεις του για το έτος 2006 στον κ.Λ. Χριστοδούλου σε συνάντηση εργασίας στις 5/12/2005 στο γραφείο του κ.Λ. Χριστοδούλου. Ο κ.Λ. Χριστοδούλου είχε συμφωνήσει με τις προτάσεις του Αιτητή και περαιτέρω συμφώνησε όπως τις παρουσιάσουν μαζί στο διοικητικό συμβούλιο των Καθ΄ ών η αίτηση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο των χειρόγραφων σημειώσεων του κ.Λ. Χριστοδούλου αναφορικά με το τι συζητήθηκε και αποφασίστηκε κατά την εν λόγω συνάντηση. Στις 28/12/2005 συναντήθηκε με το διοικητικό συμβούλιο των Καθ΄ ών η αίτηση για να παρουσιάσει τα όσα είχε συζητήσει με τον κ.Λ. Χριστοδούλου. Το διοικητικό συμβούλιο αποδέχτηκε μόνο την πρόταση του για τη λήψη παραγγελιών από στοιβαδόρους στις επαρχίες Λάρνακας και Πάφου. Η ευθύνη της λήψης των παραγγελιών της Λεμεσού θα παρέμενε στον Αιτητή. Στη συνέχεια οι Καθ΄ ών η αίτηση του ανακοίνωσαν την απόφαση τους για αλλαγή του τρόπου μισθοδοσίας του δηλαδή αντί του βασικού μηνιαίου μισθού του πλέον 2% επί του συνόλου των εισπράξεων των πωλήσεων του που έπαιρνε μέχρι τότε, το 2006 θα έπαιρνε ως βασικό μηνιαίο μισθό £900 πλέον 0.75% προμήθεια. Ήταν η θέση του ότι το 2005 προέβηκε σε πωλήσεις ύψους £780.000 και οι συνολικές απολαβές του ανήλθαν σε £22.788 (Τεκμήριο 7 - Πιστοποιητικό Αποδοχών του Αιτητή για το έτος 2005). Με βάση τον προβλεπόμενο τζίρο για το 2006 ο οποίος ήταν £1.000.000 με την νέα μισθοδοσία που του ανακοινώθηκε θα έπαιρνε συνολικά £19.200 (£7.500 (1.000.000 Χ 0.75%) προμήθειες και £11.700 (900 Χ 13) βασικό μισθό). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, οι προμήθειες του Αιτητή ανήλθαν σε £14.864,01. Με βάση το 2% που έπαιρνε ο Αιτητής ως προμήθεια βρίσκουμε ότι το ποσό επί του οποίου ο Αιτητής δικαιούτο προμήθειες ανήλθε σε £743.200,50 και όχι £780.000 ως ισχυρίστηκε. Κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι όσον αφορά τη μισθοδοσία του 2005 περιλαμβάνεται και ένα ποσό ύψους £1.000 το οποίο του καταβλήθηκε από την εταιρεία ως φιλοδώρημα (bonus) για την απόδοση του και ότι η καταβολή του φιλοδωρήματος εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια των Καθ΄ ών η αίτηση. Κατά συνέπεια το ποσό των £1.000 θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ολικό ποσό που έλαβε ο Αιτητής το 2005 για σκοπούς σύγκρισης με το ολικό ποσό που θα ελάμβανε το 2006 μετά την κατ΄ ισχυρισμό αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού της μισθοδοσίας του. Επίσης κρίνουμε ότι θα πρέπει να αφαιρεθεί και το ποσό των £660,00 το οποίο όπως παραδέχθηκε ο Αιτητής το έπαιρνε ως επίδομα οδοιπορικών (£55 το μήνα)[1], καθ΄ ότι εφόσον ο Αιτητής σύγκρινε τους δύο τρόπους μισθοδοσίας με βάση το βασικό μισθό και τις προμήθειες και δεν αναφέρθηκε σε άλλη διαφοροποίηση στη μισθοδοσία του, το Δικαστήριο κατά τη γνώμη μας, θα πρέπει να λάβει υπόψη μόνο αυτά τα δύο συστατικά στοιχεία των απολαβών του Αιτητή για το 2005[2]. Πιο συγκεκριμένα, ο Αιτητής το 2005 πήρε από τους Καθ΄ ών η αίτηση δώδεκα μηνιαίους βασικούς μισθούς εκ £410, ένα μισθό εκ £450 ως 13ο μισθό και αναδρομική αύξηση εκ £320 ((12 Χ 410) + 450 + 320)[3] δηλαδή σύνολο βασικού μισθού £5.690 και προμήθειες £14.864,01 σύνολο £20.554,01. Με βάση τον νέο τρόπο υπολογισμού του μισθού βρίσκουμε ότι ο Αιτητής επί των ιδίων πωλήσεων θα ελάμβανε: £11.700 ως βασικό μισθό και £5.574,01 ως προμήθειες δηλαδή σύνολο £17.274,01. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι του αναφέρθηκε κατά την πιο πάνω συνάντηση ότι η εν λόγω απόφαση των Καθ΄ ών η αίτηση για την τροποποίηση στον τρόπο υπολογισμού του μισθού του ήταν οριστική και αμετάκλητη. Για 15 μέρες προσπάθησε επανειλημμένως να ανατρέψει την απόφαση τους και οι απαντήσεις που έπαιρνε ήταν πάντα απογοητευτικές. Ο Πρόεδρος των Καθ΄ ών η αίτηση κ.Νίκος Χριστοδούλου του απάντησε με ψηλούς τόνους ότι ″αυτά είναι τα νέα μας δεδομένα και δεν μπορούν να αλλάξουν με τίποτα, αν σου αρέσει .″. Στις 13/1/2006 συναντήθηκε με τον κ.Λ. Χριστοδούλου στην Χοιροκοιτία και ο κ.Λ. Χριστοδούλου του ανέφερε ότι τις τελευταίες μέρες οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν είναι ευχαριστημένοι από την απόδοση του. Αυτός του απάντησε ότι του αφαίρεσαν τα κίνητρα που είχε να προσφέρει το 100% των δυνατοτήτων του με τη μείωση του μισθού του. Συζήτησαν πέραν των δύο ωρών το θέμα του μισθού του και ο κ. Λ.Χριστοδούλου προσπαθούσε να τον πείσει ότι έχει λάθος και ότι ο μισθός του θα «ξανανεβεί» με την πάροδο του χρόνου. Όταν επέστρεψαν στο γραφείο, πήγε στο γραφείο του κ Λ.Χριστοδούλου και του παρέδωσε την επιστολή παραίτησης του (Τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο: ″Προς Lounic Ltd Εις προσοχή: κυρίους Νίκο Χριστοδούλου, Λούκα Χριστοδούλου, Μαρία Χριστοδούλου, Ερατώ Χριστοδούλου. 13 Ιανουαρίου 2006 Κύριοι, Με την επιστολή μου αυτή βρίσκομαι στην δυσάρεστη θέση να σας ανακοινώσω τη διακοπή της δεκαεξάχρονης συνεργασίας μας, για την οποία η συμπεριφορά σας και οι τελευταίες σας αποφάσεις με βάση βέβαια τις αλλαγές και τη μείωση της μισθοδοσίας μου, με ανάγκασαν να προχωρήσω στην απόφαση μου αυτή, η οποία είναι και τελεσίδικη. Σας ευχαριστώ για τη μέχρι τώρα συνεργασία που είχαμε αλλά σας διαβεβαιώνω ότι δεν περίμενα ποτέ τέτοια αντιμετώπιση μετά από τα δεκαέξι χρόνια ανοδικής πορείας, για τα οποία οι ίδιοι αριθμοί και τα στοιχεία πωλήσεων τα επιβεβαιώνουν από χρόνο σε χρόνο. Φιλικά, κ.Θεόδωρος Θεοδώρου (Key Accounts Manager)″ Τότε ο κ.Λ. Χριστοδούλου ενημέρωσε τον Πρόεδρο των Καθ΄ ών η αίτηση κ. Νίκο Χριστοδούλου για την απόφαση του Αιτητή ο οποίος ανέφερε στον κ.Λ. Χριστοδούλου ″θέλει να σταματήσει, να σταματήσει″. Παρέμεινε όμως στην εργασία του για ένα ακόμα μήνα ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους εργοδότες του να βρουν αντικαταστάτη. Οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν του έκαναν καμία αντιπρόταση για να παραμείνει στην εταιρεία. Κατά την αποχώρηση του όταν οι Καθ΄ ών η αίτηση του κατέβαλαν τα δεδουλευμένα του, τα υπόλοιπα των πελατών από τις πωλήσεις του ανέρχονταν σε £249.758 (Τεκμήριο 10). Με βάση των δεδομένων που δούλευε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2005 δηλαδή έπρεπε να πάρει προμήθειες £4.995, 2% επί των πωλήσεων αλλά οι Καθ΄ ών η αίτηση του κατέβαλαν το ποσό των £1.873,19 πληρώνοντας τον με βάση το 0.75%. Ισχυρίστηκε ότι αφού τα υπόλοιπα αυτά ήταν από πωλήσεις του 2005 έπρεπε να πληρωθεί με βάση τον τρόπο πληρωμής της συγκεκριμένης περιόδου που έγιναν οι πωλήσεις και όχι με βάση τον τρόπο πληρωμής του 2006. Ως εκ τούτου ζητά από τους Καθ΄ ών η αίτηση το ποσό των £3.126 ως δεδουλευμένες προμήθειες. Παρατηρούμε ωστόσο ότι στην 4η σελίδα του Τεκμηρίου 20[4] φαίνεται ότι η πληρωμή του ποσού των £1.873,19 έγινε βάσει των επί πιστώσει πωλήσεων του Αιτητή τόσον για το έτος 2005 όσον και για το έτος 2006 και όχι μόνο για το έτος 2005 ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής. Από τις 13/1/2006 που παρέδωσε στους Καθ΄ ών η αίτηση την επιστολή παραίτησης του άρχισε να ψάχνει για άλλη εργασία. Επειδή ήταν αδύνατη η εξεύρεση μόνιμης και σταθερής εργασίας με ψηλές απολαβές άμεσα συναίνεσε να εργαστεί σε δοκιμαστική βάση στη φαρμακευτική εταιρεία P. T. Hadjigeorgiou Co. Ltd. Λόγω μεγάλης διαφοράς απόψεων μεταξύ αυτού και του νέου εργοδότη του αναφορικά με τον τρόπο διεκπεραίωσης της νέας του εργασίας ο νέος εργοδότης του την 31/3/2006 τον πληροφόρησε ότι η δοκιμαστική περίοδος της απασχόλησης του τερματίζεται. Παρ΄ όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε από την 31/3/2006 να εξεύρει άλλη αντίστοιχη εργασία δεν κατέστη δυνατό να βρει άλλη εργασία. Παρέμεινε εκτός εργασίας μέχρι τις 18/9/2006 ημερομηνία κατά την οποία αγόρασε μία επιχείρηση σουβλιτζίδικου στην οποία εργάζεται μέχρι και σήμερα. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ών η αίτηση ότι το συνεχές της απασχόλησης του διακόπηκε καθ΄ ότι από την 1/10/1997 μέχρι και τις 30/4/2000 κατόπιν κοινής συνεννόησης με τους Καθ΄ ών η αίτηση συνεργάστηκε με τους Καθ΄ ών η αίτηση ως αυτοεργοδοτούμενος και/ή ανεξάρτητος εξωτερικός συνεργάτης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα η μόνη αλλαγή που έγινε στους όρους εργασίας του ήταν ότι για το εν λόγω διάστημα κατέβαλλε ο ίδιος τις ″κοινωνικές του ασφαλίσεις″ και η μισθοδοσία του είχε μετατραπεί από βασικό μισθό και ποσοστό επί των εισπράξεων, σε μισθό που προέκυπτε αποκλειστικά από ποσοστά επί των προμηθειών. Ήταν η θέση του ότι ο τρόπος παροχής των υπηρεσιών του στους Καθ΄ ών η αίτηση δεν άλλαξε καθόλου. Συνέχισε να έχει τα ίδια καθήκοντα όπως και πριν, χρησιμοποιούσε κατά την εργασία του τα υποστατικά και τον εξοπλισμό των Καθ΄ ών η αίτηση όπως και πριν το 1997. Συγκεκριμένα το προσωπικό του γραφείο βρισκόταν στα υποστατικά των Καθ΄ ών η αίτηση και μπορούσε να το χρησιμοποιήσει μόνο τις μέρες και ώρες που τα υποστατικά λειτουργούσαν. Συνέχισε να χρησιμοποιεί το ίδιο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε και πριν, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας των Καθ΄ ών η αίτηση. Όλες οι φθορές του αυτοκινήτου, τα έξοδα συντήρησης του όπως μηχανικά service, αλλαγές λαδιών και ελαστικών καθώς και τα έξοδα για τις άδειες κυκλοφορίας και ασφάλειες τα αναλάμβαναν οι Καθ΄ ών η αίτηση. Είχε προκαθορισμένο πρόγραμμα από τους Καθ΄ ών η αίτηση για το ποιους πελάτες θα επισκεφθεί την κάθε μέρα, σε ποια επαρχία θα βρίσκεται και τι περίπου παραγγελίες θα πρέπει να λάβει. Αυτές τις παραγγελίες τις παρέδινε καθημερινά στα κεντρικά γραφεία των Καθ΄ ών η αίτηση. Για να μπορέσει να απουσιάσει από την εργασία του έπρεπε να ζητήσει άδεια από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Όλα τα τιμολόγια για την πώληση των προϊόντων στα καταστήματα από τα οποία λάμβανε τις παραγγελίες εκδίδονταν κατευθείαν από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Αυτός εισέπραττε τα ποσά των τιμολογίων τα οποία αυτός πληρωνόταν από τους πελάτες των Καθ΄ ών η αίτηση ως εργοδοτούμενος των Καθ΄ ών η αίτηση και εξέδιδε απόδειξη είσπραξης από μπλοκ αποδείξεων των Καθ΄ ών η αίτηση. Όλη η αναγκαία γραφική πρώτη ύλη που χρησιμοποιούσε καθώς και ο γραφειακός εξοπλισμός που χρησιμοποιούσε για τη διεκπεραίωση της εργασίας του (π.χ. fax και τηλέφωνα) του παραχωρούνταν από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Η μαρτυρία του Αιτητή επί του συγκεκριμένου θέματος ήταν σαφής, ξεκάθαρη και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Η εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή γίνεται αποδεκτή και συνακόλουθα βρίσκουμε ότι για την περίοδο 1/10/1997 - 30/4/2000 ο Αιτητής εκτελούσε τις εργασίες του με τον πιο πάνω τρόπο. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι η θέση του Key Account Manager το φθινόπωρο του 2005 ήταν υπό συζήτηση για να δημιουργηθεί και ότι αυτός τη διεκδικούσε, λέγοντας ότι κατείχε αυτή τη θέση από το 2002. Σημειώνουμε ότι κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την κατείχε από το 2000. Στη συνέχεια επέμενε ότι από το 2000 και μετά τα καθήκοντα του ήταν τα ίδια ως υπεύθυνος πωλήσεων υπεραγορών. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, κατά τη γνώμη μας, θέτει υπό αμφισβήτηση τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι από το 2000 και μετά εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα και ότι τα καθήκοντα του δεν θα άλλαζαν το 2006, καθ΄ ότι στο εν λόγω έγγραφο περιέχεται: (
  1. i)μία λεπτομερής ανάλυση όλων των θεμάτων της εργασίας των Καθ΄ ών η αίτηση στον τομέα των υπεραγορών και των μεγάλων πελατών και (
  2. ii)μία ξεχωριστή παράγραφος όπου στην αρχική σελίδα τιτλοφορείται ως ″Νέα Καθήκοντα″ και στην 3η σελίδα στο περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου γίνεται αναλυτική καταγραφή σειράς καθηκόντων του Αιτητή. Μας δημιουργείται το εύλογο, κατά την κρίση μας, ερώτημα, για ποιο λόγο αν οι μόνες αλλαγές που θα γίνονταν το 2006 ήταν αυτές που ισχυρίστηκε ο Αιτητής δηλαδή ότι η λήψη των παραγγελιών θα ανατίθονταν σε υφιστάμενες του κοπέλες και ότι θα τίθετο στόχος: (α) αύξησης του τζίρου 29% και (β) μείωσης των επιστροφών από το 0.8% στο 0.5%, να γίνει καταγραφή και ανάλυση των υπολοίπων σημείων/θεμάτων που περιέχονται στο Τεκμήριο 5. Κρίνουμε ότι η θέση του Αιτητή ότι δεν θα γινόταν οποιαδήποτε αλλαγή στα καθήκοντα του το 2006 δεν μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το φως του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5 και συνακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτή. Ο Αιτητής ακολούθως αρνήθηκε ότι στις 28/12/2005 οι Καθ΄ ών η αίτηση απλώς του εισηγήθηκαν αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού της μισθοδοσίας του, λέγοντας ότι στη συγκεκριμένη συνάντηση του όταν ανακοινώθηκε η αλλαγή στη μισθοδοσία του τονίστηκε ότι η απόφαση είναι τελεσίδικη. Ήταν η θέση του ότι στις 28/12/2005 δεν του αναφέρθηκε οτιδήποτε για αύξηση του φιλοδωρήματος που θα έπαιρνε από τους Καθ΄ ών η αίτηση λόγω της αλλαγής της μισθοδοσίας. Ισχυρίστηκε ότι την εργασία του στην εταιρεία P. T. Hadjigeorgiou Ltd τη βρήκε μετά την υποβολή της παραίτησης του στους Καθ΄ ών η αίτηση. Αρνήθηκε ότι όταν παρέδωσε την επιστολή απόλυσης του στον κ.Λ. Χριστοδούλου του είπε ότι δεν θέλει να συνεχίσει στους Καθ΄ ών η αίτηση γιατί βρήκε άλλη εργασία με ψηλότερο μισθό. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε συναίνεσε στην μετατροπή της εργοδότησης του σε αυτοεργοδοτούμενο την περίοδο 1/10/1997 - 30/4/2000 αλλά αναγκάστηκε να δεχτεί την μετατροπή στην μισθοδοσία του όταν απειλήθηκε με απόλυση από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Σύμφωνα με τον κ.Λ. Χριστοδούλου ο Αιτητής μέχρι και την 30/9/1997 ήταν εργοδοτούμενος των Καθ΄ ών η αίτηση και πέραν του μισθού του απολάμβανε και ωφελήματα όπως 13ο μισθό, εισφορές σε ταμείο προνοίας και κοινωνικές ασφαλίσεις. Ο Αιτητής ήταν υπόλογος σ΄ αυτόν αφού αυτός ήταν το πρόσωπο το οποίο καθόριζε το καθημερινό δρομολόγιο του Αιτητή, το ωράριο του και τον τρόπο εργασίας του. Οι Καθ΄ ών η αίτηση εφοδίαζαν τον Αιτητή με αυτοκίνητο και ήταν υπεύθυνοι για την κάλυψη της βενζίνης, των εξόδων και τη φθορά του αυτοκινήτου. Περί τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο του 1997 ο Αιτητής μαζί με άλλους πωλητές των Καθ΄ ών η αίτηση ζήτησαν όπως ανεξαρτητοποιηθούν από τους Καθ΄ ών η αίτηση και γίνουν ανεξάρτητοι πωλητές - συνεργάτες των Καθ΄ ών η αίτηση αντί εργοδοτούμενοι αυτών και αντί να παίρνουν βασικό μισθό και προμήθεια 3% επί των πωλήσεων τους να παίρνουν μόνο προμήθεια 7% επί των πωλήσεων τους η οποία θα ήταν αρκετή για να καλύπτει τη βενζίνη τους και τις ″κοινωνικές τους ασφαλίσεις″. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι διαφώνησε με αυτή την πρόταση των πωλητών όμως λόγω της επιμονής των πωλητών οι Καθ΄ ών η αίτηση αποδέχτηκαν το αίτημα των πωλητών. Ο Αιτητής στις 30/9/1997 απεχώρησε από τους Καθ΄ ών η αίτηση και από την 1/10/1997 άρχισε να συνεργάζεται με τους Καθ΄ ών η αίτηση ως αυτοεργοδοτούμενος. Ως εκ τούτου οι Καθ΄ ών η αίτηση έπαψαν να καταβάλλουν στον Αιτητή ταμείο προνοίας, κοινωνικές ασφαλίσεις, 13ο μισθό και απλώς πλήρωναν τον Αιτητή με ποσοστό 7% επί των πωλήσεων που διενεργούσαν. Επιπλέον οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν είχαν ″έλεγχο″ στον τρόπο διεκπεραίωσης των εργασιών του Αιτητή. Παρόλο που οι Καθ΄ ών η αίτηση του προμήθευαν το αυτοκίνητο, ο Αιτητής πλήρωνε τη βενζίνη και εκτελούσε δικό του ωράριο. Οι Καθ΄ ών η αίτηση απλώς ενημερώνονταν για τις πωλήσεις και την εργασία που διεκπεραίωνε ο Αιτητής και του έδιναν νέες οδηγίες για τις επόμενες πωλήσεις. Στις 30/4/2000 ο Αιτητής ανέφερε ότι επιθυμεί να επανεργοδοτηθεί στους Καθ΄ ών η αίτηση ως οι προηγούμενοι όροι εργασίας τους πράγμα που έγινε. Αντεξεταζόμενος ο κ. Λ. Χριστοδούλου παραδέχτηκε ότι το δρομολόγιο του Αιτητή (δηλαδή ποιους πελάτες θα επισκεπτόταν) ήταν καθορισμένο και στη συνέχεια είπε ότι ο Αιτητής καθόριζε μόνο το πρόγραμμα των επισκέψεων του σ΄ αυτούς τους πελάτες. Σημειώνουμε ότι οι θέσεις του Αιτητή ότι για να απουσιάσει από την εργασία του χρειαζόταν να του δοθεί άδεια από τους Καθ΄ ών η αίτηση παρέμειναν αναντίλεκτες. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία η σχέση των μερών καθορίζεται από το Νόμο και όχι από τον χαρακτηρισμό που της δίνουν τα μέρη και κατά συνέπεια το γεγονός αν ο Αιτητής ζήτησε από μόνος του να εργοδοτηθεί ως ″αυτοεργοδοτούμενος″ και οι Καθ΄ ών η αίτηση συμφώνησαν ή οι Καθ΄ ών η αίτηση ανάγκασαν τον Αιτητή να εργαστεί ως ″αυτοεργοδοτούμενος″ δεν έχει καμία ουσιαστική σημασία στον καθορισμό της σχέσης από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές αναφορικά με το εν λόγω θέμα δεν θα ληφθεί υπόψη. Ο Αιτητής για την περίοδο 1998 - 2000 ασκούσε τα καθήκοντα ως πωλητής - παραγγελιοδόχος στην επαρχία Λεμεσού. Μετά το 2000 για την καλύτερη διεκπεραίωση των εργασιών τους οι Καθ΄ ών η αίτηση διόρισαν τον Αιτητή ως πωλητή που θα αναλάμβανε αποκλειστικά τις πωλήσεις στις μεγάλες υπεραγορές της Λεμεσού. Ο Αιτητής επισκεπτόταν τις υπεραγορές, λάμβανε τις παραγγελίες και τις παρέδιδε στους Καθ΄ ών η αίτηση. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε άμεση επαφή με τους πελάτες, διαπραγματευόταν μαζί τους τις εκάστοτε συμφωνίες που έκλειναν οι Καθ΄ ών η αίτηση και όχι ο Αιτητής. Αυτός έδινε σχετικές οδηγίες στον Αιτητή για την εφαρμογή των εκάστοτε συμφωνιών όπως το στόχο πωλήσεων του πελάτη, τυχόν έκπτωση που θα γίνεται στα τιμολόγια του και τους νέους χώρους έκθεσης των εμπορευμάτων των Καθ΄ ών η αίτηση στα καταστήματα. Εντός του έτους 2005 οι Καθ΄ ών η αίτηση λόγω αύξησης του πελατολογίου και των πωλήσεων τους διαπίστωσαν την αναγκαιότητα να προβούν σε εσωτερική αναδιοργάνωση με σκοπό την καλύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των καθημερινών εργασιών τους. Μία σκέψη και εκτίμηση ήταν η ανάθεση και προαγωγή του Αιτητή στη θέση του διευθυντή πωλήσεων (Key Account Manager). Τα καθήκοντα της εν λόγω θέσης μέχρι τότε τα διεκπεραίωνε ο μάρτυρας προσωπικά. Πιο συγκεκριμένα με την εν λόγω προαγωγή ο Αιτητής θα επικοινωνούσε απευθείας με υφισταμένους και μελλοντικούς πελάτες για την προώθηση των προϊόντων των Καθ΄ ών η αίτηση, θα υπόβαλλε προσφορές για συνεργασία σε νέους πελάτες και σιγά - σιγά θα ελάμβανε μέρος και στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών με υφιστάμενους και μελλοντικούς πελάτες. Από το 2003 και μετά, ο Αιτητής ήταν παρών σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και της σύναψης συμφωνιών με πελάτες των Καθ΄ ών η αίτηση που διενεργούσε ο μάρτυρας. Το 2005 όταν ο Αιτητής ενημερώθηκε ανεπίσημα για τις σκέψεις των Καθ΄ ών η αίτηση έδειχνε να συμφωνεί με τις σκέψεις των Καθ΄ ών η αίτηση να τον αξιοποιήσουν σε νέα πόστα εργασίας. Ως εκ τούτου οι Καθ΄ ών η αίτηση προχώρησαν εντός του Σεπτεμβρίου ή αρχές Οκτωβρίου 2005 σε εκτύπωση καρτών και συγκεκριμένα του Τεκμηρίου 3 καθώς και του Τεκμηρίου 4 ώστε να αρχίσει η προώθηση και διαφήμιση των αλλαγών που θα γίνονταν στην εταιρεία τους εντός του 2006. Στις 5/12/2005 έγινε ανεπίσημη συνάντηση μεταξύ του Αιτητή και του μάρτυρα κατά την οποία συζητήθηκαν οι στόχοι, σκέψεις και εισηγήσεις για τα πιθανά και εισηγηθέντα νέα καθήκοντα του Αιτητή και τους πιθανούς στόχους σχετικά με τον κύκλο εργασιών της εταιρείας για το 2006 αλλά και άλλα θέματα σχετικά με το προτιθέμενο νέο οργανόγραμμα των Καθ΄ ών η αίτηση. Στις 28/12/2005 έγινε συνάντηση στα γραφεία των Καθ΄ ών η αίτηση μεταξύ του Αιτητή, του μάρτυρα και της κας Ερατώς Χριστοδούλου. Σκοπός της συνάντησης ήταν να θέσουν στον Αιτητή τις επιπρόσθετες εισηγήσεις τους οι οποίες μέχρι τότε δεν είχαν συζητηθεί. Μία από αυτές ήταν και η σκέψη η οποία τέθηκε ως εισήγηση στον Αιτητή ότι με την προαγωγή του σε διευθυντικό στέλεχος των Καθ΄ ών η αίτηση θα ήταν αποδοτικότερο όπως λάμβανε πλέον ψηλό σταθερό μισθό και όχι αμοιβή που να στηρίζεται ως επί το πλείστον σε πωλήσεις. Του εισηγήθηκαν ένα ψηλότερο σταθερό βασικό μισθό ύψους £900 πλέον προμήθεια επί των συνολικών πωλήσεων 0.75% του τμήματος που θα διοικούσε (το τμήμα των μεγάλων πελατών). Αφού τόνισαν τους λόγους πίσω από την εισήγηση τους, κάλεσαν τον Αιτητή να εκφέρει και τη δική του άποψη σε σχέση με το θέμα αυτό η οποία και όπως και του τόνισαν τους ενδιέφερε και θα ήθελαν να τη συζητήσουν. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η πιο πάνω εισήγηση τέθηκε στον Αιτητή ως θέμα υπό συζήτηση και υπό διαπραγμάτευση και δεν ανακοινώθηκε τίποτα τελεσίδικο στον Αιτητή. Η εν λόγω εισήγηση τέθηκε προς συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων καθ΄ ότι πίστευαν ότι θα έδιναν την ευκαιρία στον Αιτητή να ξεφύγει από την νοοτροπία ενός πωλητή, να επικεντρωθεί στη νέα του ιδιότητα ως διευθυντής και να πληρώνεται όπως αρμόζει σε ένα διευθυντικό στέλεχος των Καθ΄ ών η αίτηση. Ο Αιτητής μόνο με την εισήγηση της διαφοροποίησης του μισθού του αντέδρασε πολύ έντονα και αρνήθηκε να συζητήσει οτιδήποτε στερώντας την ευκαιρία στους Καθ΄ ών η αίτηση να προβούν σε πλήρη ανάλυση του θέματος. Οι Καθ΄ ών η αίτηση ζήτησαν από τον Αιτητή να ηρεμήσει να σκεφτεί το θέμα εντός των γιορτών και να επανέλθει αργότερα η κάθε πλευρά με τις δικές της εισηγήσεις. Επειδή οι Καθ΄ ών η αίτηση συνήθως στα διευθυντικά στελέχη τους δίνουν ένα αυξημένο bonus (φιλοδώρημα) σε σχέση με τους άλλους υπαλλήλους τους ήλπιζαν ότι θα είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν μαζί με τον Αιτητή σε νέα συνάντηση που θα είχαν μετά τις γιορτές και αύξηση του φιλοδωρήματος που έπαιρνε μέχρι τότε που ήταν £1.000 περίπου. Οι Καθ΄ ών η αίτηση προσανατολίζονταν όπως δώσουν στον Αιτητή ένα φιλοδώρημα ύψους £5.000. Όμως στις 13/1/2006 χωρίς να προηγηθεί νέα συνάντηση μεταξύ του Αιτητή και των Καθ΄ ών η αίτηση, ο Αιτητής ανακοίνωσε την αποχώρηση του από την εταιρεία δίνοντας του το Τεκμήριο 8. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι προτού παραδώσει την επιστολή αποχώρησης του ο Αιτητής του ανακοίνωσε ότι έχει προσφορά εργοδότησης από την εταιρεία P. T. Hadjigeorgiou Ltd., η οποία του προσέφερε διευθυντική θέση με μισθό ύψους £29.000. Ο Αιτητής του ανέφερε ότι ένιωθε πως αυτή η πρόταση ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία στην καριέρα του και ότι γνώριζε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν μπορούσαν να δώσουν τέτοιο μισθό στον Αιτητή. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι επιβεβαίωσε στον Αιτητή ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν το μισθό που του προσφέρθηκε. Τότε ο Αιτητής του παρέδωσε το Τεκμήριο 8. Σημειώνουμε ότι κατά την αντεξέταση του Αιτητή η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση υπέβαλλε στον Αιτητή ότι αυτός ανέφερε στον κ Λ. Χριστοδούλου ότι είχε πρόταση για εργοδότηση από τη P. T. Hadjigeorgiou Ltd και ότι επιχείρησε να διαπραγματευτεί το ύψος του μισθού του κατά την συνάντηση τους στην Χοιροκοιτία στις 13/1/2006. Ο κ.Λ. Χριστοδούλου σε αντίθεση με την πιο πάνω υποβολή κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο Αιτητής του ανέφερε για τη θέση εργασίας στην P. T. Hadjigeorgiou Ltd παράλληλα με την παράδοση του Τεκμηρίου 8. Λόγω των πιο πάνω αντιφάσεων κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να βασιστούμε στην μαρτυρία του κ.Χριστοδούλου αναφορικά με το πιο πάνω θέμα. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι διαφώνησε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 και ότι ανέφερε στον Αιτητή ότι θεωρούσε τη στάση του άδικη, παραπλανητική και λανθασμένη. Ιδίως διαφώνησε έντονα με την απόδοση από τον Αιτητή στον εαυτό του της ιδιότητας του Key Account Manager. Ο κ.Λ. Χριστοδούλου κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι ο Αιτητής ήταν απλώς ένας πωλητής υπεραγορών και δεν ήταν ούτε υπεύθυνος πωλητής υπεραγορών ούτε Key Account Manager (στα ελληνικά ″διευθυντής πωλήσεων μεγάλων πελατών″). Παρατηρούμε ότι η θέση του κ.Λ. Χριστοδούλου ότι ο Αιτητής δεν ήταν υπεύθυνος πωλητής υπεραγορών έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 (επαγγελματική κάρτα του Αιτητή η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Λ. Χριστοδούλου ίσχυε κατά την περίοδο 2002 - 2005). Στο εν λόγω τεκμήριο φαίνεται ότι ο Αιτητής είχε τον τίτλο Υπεύθυνος Πωλήσεων Υπεραγορών. Εν όψει των πιο πάνω η θέση του κ.Χριστοδούλου ότι ο Αιτητής ήταν απλώς ένας πωλητής υπεραγορών δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας ακολούθως ισχυρίστηκε ότι λόγω του ότι είχε παρατηρηθεί μία μείωση του ενδιαφέροντος του Αιτητή στη διεκπεραίωση των εργασιών του περί το τέλος Οκτωβρίου του 2005 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2005 σε φιλική και ανεπίσημη συζήτηση που είχε με τον Αιτητή στις 13/1/2006 στη Χοιροκοιτία έφερε στην προσοχή του τα πιο πάνω και προσφέρθηκε να μιλήσει για διάγνωση τυχόν προβλήματος που αντιμετώπιζε ο Αιτητής. Παρατηρούμε ότι δεν τέθηκαν ενώπιον μας στοιχεία που να υποστηρίζουν τη θέση των Καθ΄ ών η αίτηση για μειωμένη απόδοση του Αιτητή από τον Οκτώβριο του 2005. Κατά συνέπεια η εν λόγω θέση δεν γίνεται αποδεχτή. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι κατά την εν λόγω συνάντηση στην Χοιροκοιτία συζητήθηκε το θέμα της προτεινόμενης αλλαγής της μισθοδοσίας του δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του με αποτέλεσμα να παραμείνουν αναντίλεκτοι. Παράλληλα, δεν βρίσκουμε λογικό να μην συζητήθηκε το θέμα της μισθοδοσίας του Αιτητή στις 13/1/2006 στη συνάντηση του Αιτητή και του κ.Λ. Χριστοδούλου αφού όπως παραδέχτηκε ο κ. Λ.Χριστοδούλου μετά τις 28/12/2005 υπήρξε μία ένταση από την πλευρά του Αιτητή για το θέμα της μισθοδοσίας του. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση συζητήθηκε και το θέμα της μισθοδοσίας του Αιτητή. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε να δεχτούμε τη θέση του κ.Χριστοδούλου ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν είχαν την ευκαιρία να του αναφέρουν ότι προσανατολίζονταν να του δώσουν ένα ποσό ως bonus γύρω στις £5.000 και ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να επεξηγήσουν τις θέσεις τους για την προτεινόμενη αλλαγή. Εν πάση περιπτώσει το ποσό του bonus δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο καθ΄ ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν έχουν συμβατική υποχρέωση να το καταβάλλουν στον Αιτητή σε αντίθεση με την καταβολή του βασικού μισθού και των προμηθειών. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο μισθός του Αιτητή κατά την αποχώρηση του αποτελείτο από βασικό μισθό ύψους £410. Το ποσό των £450 που φαίνεται στο Τεκμήριο 6 αποτελεί τον 13ο μισθό που του καταβλήθηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Ο κ.Χριστοδούλου κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι ο Αιτητής τον Δεκέμβριο του 2005 πήρε αύξηση £40 η οποία ίσχυε αναδρομικά από τον Μάϊο του 2005. Βρίσκουμε λοιπόν ότι τον Δεκέμβριο του 2005 ο βασικός μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στις £450. Ο κ.Λ. Χριστοδούλου ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής κατά τα τελευταία τρία χρόνια πριν την παραίτηση του λάμβανε και ποσοστό 2% επί των πωλήσεων στις οποίες προέβαινε ο ίδιος είτε αυτές ήταν επί πιστώσει είτε αυτές ήταν τις μετρητοίς. Στην περίπτωση που αφορούσαν πωλήσεις επί πιστώσει στη βάση πάγιας πολιτικής των Καθ΄ ών η αίτηση ο Αιτητής λάμβανε την προμήθεια του εφόσον οι Καθ΄ ών η αίτηση εισέπρατταν τα ποσά των τιμολογίων που εξεδίδονταν για τις επί πιστώσει πωλήσεις. Οι Καθ΄ ών η αίτηση προχώρησαν και εφάρμοσαν μετά την ανακοίνωση της αποχώρησης του τον εισηγηθέν νέο τρόπο μισθοδοσίας του δηλαδή ο Αιτητής πληρώθηκε για τον Ιανουάριο του 2006 και τον Φεβρουάριο του 2006 στη βάση σταθερού μισθού ύψους £900 πλέον 0.75% προμήθεια επί των μέχρι τότε εισπραχθέντων πωλήσεων. Μας δημιουργείται η απορία γιατί: (α) οι Καθ΄ ών η αίτηση οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Λ.Χριστοδούλου διαφωνούσαν με την απόδοση από τον Αιτητή στον εαυτό του, του τίτλου του Key Account Manager, ο οποίος σύμφωνα με τη δική τους θέση παρέπεμπε σε διευθυντική θέση και ο κάτοχος της θέσης έπρεπε να πληρώνεται όπως πληρώνονται τα διευθυντικά στελέχη των Καθ΄ ών η αίτηση και όχι όπως πληρώνονται οι πωλητές, προχώρησαν και κατέβαλλαν στον Αιτητή, ο οποίος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς παρέμεινε στη θέση του απλού πωλητή, μισθό που θα ελάμβανε ένας διευθυντής και (β) παρ΄ όλες τις διαφωνίες και αντιδράσεις του Αιτητή ο οποίος του παρέδωσε και σχετική επιστολή (Τεκμήριο 8) προχώρησαν και κατέβαλλαν στον Αιτητή τους μισθούς του το 2006 με βάση τον νέο τρόπο υπολογισμού της μισθοδοσίας του. Η θέση του κ.Λ. Χριστοδούλου ότι πλήρωσαν τον Αιτητή το 2006 με βάση τον νέο τρόπο υπολογισμού του μισθού λόγω της συμπεριφοράς του κατά την κρίση μας στερείται πειστικότητας και δεν γίνεται αποδεκτή. Περαιτέρω το γεγονός ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση το 2006 πλήρωσαν τον Αιτητή με βάση τον νέο τρόπο υπολογισμού της μισθοδοσίας του δεν υποστηρίζει τη θέση των Καθ΄ ών η αίτηση ότι η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού του μισθού του Αιτητή ήταν απλώς μια εισήγηση που προτάθηκε στον Αιτητή για να συζητηθεί. Αντίθετα κατά την γνώμη μας καταδεικνύει ότι ήταν μία τελεσίδικη απόφαση των Καθ΄ ών η αίτηση η οποία ανακοινώθηκε στον Αιτητή. Σημειώνουμε ότι ο κ.Ν. Χριστοδούλου δεν προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι αυτός του ανέφερε ότι η απόφαση των Καθ΄ ών η αίτηση για τη μισθοδοσία του δεν μπορεί να αλλάξει με αποτέλεσμα η εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή να παραμείνει αναντίλεκτη. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η αλλαγή στον τρόπο αμοιβής του Αιτητή αποτελούσε τελεσίδικη απόφαση των Καθ΄ ών η αίτηση η οποία και του ανακοινώθηκε και όχι απλή πρόταση και/ή εισήγηση για διαφοροποίηση των όρων καταβολής της μισθοδοσίας του. Ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση οφείλουν στον Αιτητή το ποσό των £3.126 με βάση την ισχύουσα μισθοδοσία του Αιτητή κατά το χρόνο αποχώρησης του από τους Καθ΄ ών η αίτηση αλλά προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί ποσοστό επί των επί πιστώσει πωλήσεων του Αιτητή που δεν του καταβλήθηκε κατά την αποχώρηση του από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει την τελευταία θέση του κ.Λ. Χριστοδούλου. Αντίθετα από την σελίδα 4 του Τεκμηρίου 20 φαίνεται ότι το ποσό που καταβλήθηκε στον Αιτητή κατά την αποχώρηση του ως προμήθειες περιελάμβανε και τις επί πιστώσει πωλήσεις του. Κατά την αντεξέταση του ο κ.Χριστοδούλου αναίρεσε τις προηγούμενες θέσεις του και παραδέχτηκε ότι ο Αιτητής κατά την αποχώρηση του πληρώθηκε προμήθειες βάσει των 0.75% επί των επί πιστώσει πωλήσεων του και ότι το ποσό των £3.126 αντιστοιχεί στη διαφορά του 2% επί των επί πιστώσει πωλήσεων από το 0.75% επί των εν λόγω πωλήσεων (δηλαδή στο 1.25%). Όπως παρατηρήσαμε και πιο πάνω ο Αιτητής πληρώθηκε 0.75% επί των επί πιστώσει πωλήσεων για το 2005 και το 2006. Εν όψει των πιο πάνω βρίσκουμε ότι το ποσό των £3.126 αντιστοιχεί στη διαφορά του ποσού των προμηθειών που θα δίνονταν επιπρόσθετα στον Αιτητή κατά την αποχώρηση του αν πληρωνόταν με βάση το 2% επί των επί πιστώσει πωλήσεων του. Ο Αιτητής διεκδικεί το πιο πάνω ποσό ως δεδουλευμένο ποσό που κατά παράβαση των συμφωνηθέντων όρων εργασίας του που ίσχυαν το 2005 δεν του καταβλήθηκε. Εφόσον λοιπόν ο Αιτητής διεκδικεί προμήθειες με βάση τον τρόπο υπολογισμού της μισθοδοσίας του που ίσχυε το 2005 τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να αφαιρεθεί από το αξιούμενο ποσό το ποσό του βασικού μισθού που του καταβλήθηκε το 2006 το οποίο ήταν το διπλάσιο αυτού που έπαιρνε το 2005. Κατά την αποχώρηση του καταβλήθηκε βασικός μισθός £900 αντί £450 και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι από το ποσό των £3.126 θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των £450 από τον βασικό των £900 που πληρώθηκε για τον μήνα Ιανουάριο του 2006 και το ποσό £166,16 από τον βασικό των £332,31 που πληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2006 δηλαδή σύνολο £616,18. Βρίσκουμε λοιπόν ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση οφείλουν το ποσό των €4.288,32 (£2.509,84) ως δεδουλευμένες προμήθειες. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι και αν ακόμα το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση επέβαλαν την κατ΄ ισχυρισμό αλλαγή μισθοδοσίας του Αιτητή, οι υπολογισμοί του Αιτητή είναι λανθασμένοι και παραπλανητικοί καθ΄ ότι: (α) στηρίζονται στον συνολικό τζίρο των Καθ΄ ών η αίτηση και όχι σε τζίρο επί των πωλήσεων που προέβαινε ο Αιτητής, (β) γιατί στηρίζονται σε υποθετικό τζίρο των Καθ΄ ών η αίτηση, (γ) γιατί ως μέρος της μισθοδοσίας του περιλαμβάνει το bonus κάτι που δεν είναι ορθό, αφού το bonus δεν αποτελούσε μέρος της μισθοδοσίας του και δεν ήταν ένα σταθερό ποσό αλλά εξαρτάτο από τους Καθ΄ ών η αίτηση, (δ) περιλαμβάνει τα οδοιπορικά τα οποία αυξάνονταν κατά διετία και (ε) δεν υπολογίζει τις ετήσιες αυξήσεις στο βασικό μέρος του μισθού του για τις επόμενες χρονιές. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του κ.Λ. Χριστοδούλου υπό το (α), (β), (δ) και (ε) παρατηρούμε ότι οι εν λόγω θέσεις των Καθ΄ ών η αίτηση δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του Αιτητή με αποτέλεσμα να μην δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές του θέσεις και ως εκ τούτου θα αγνοηθούν από το Δικαστήριο. (Βλέπε: Fredericou Schools Ltd. v. ACUAC Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Περαιτέρω σημειώνουμε ότι όσον αφορά τον ″τζίρο″ των πωλήσεων, το Δικαστήριο για σκοπούς σύγκρισης έλαβε υπόψη τον ″τζίρο″ των πωλήσεων του Αιτητή για το 2005. Όπως τονίστηκε και στην απόφαση R F Hill v. Mooney (πιο πάνω) τυχόν αύξηση του όγκου των πωλήσεων του 2006 η οποία θα είχε ως συνέπεια και την αύξηση του ποσού της προμήθειας που θα ελάμβανε ο Αιτητής δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο γιατί τον Ιανουάριο του 2005 αυτό το θέμα ήταν υποθετικό. Σχετικά με τα οδοιπορικά και το φιλοδώρημα (bonus) σημειώνουμε ότι όπως αναφέραμε και πιο πάνω αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς σύγκρισης των δύο τρόπων υπολογισμού της μισθοδοσίας του Αιτητή. Ακόμη ο κ.Χριστοδούλου ενώ αναφέρθηκε στο θέμα των οδοιπορικών, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξάξει συμπεράσματα αναφορικά με την καταβολή οδοιπορικών. Επίσης σημειώνουμε ότι από το Τεκμήριο 20 δεν φαίνεται ότι το 2006 γινόταν καταβολή οποιουδήποτε ποσού στον Αιτητή ως οδοιπορικά. Περαιτέρω, οι ετήσιες αυξήσεις πάνω στο βασικό μισθό του δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη γιατί αυτές εξαρτούνται τόσο όσον αφορά το ύψος τους όσο και την καταβολή του από τη διακριτική ευχέρεια των Καθ΄ ών η αίτηση και δεν αποτελούν συμβατική υποχρέωση των Καθ΄ ών η αίτηση. Ο κ.Λούκας Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε ότι κατά/ή περί το 1997 οι Καθ΄ ών η αίτηση πρότειναν στους πωλητές τους όσον αφορά τη μισθοδοσία τους όπως είτε παραμείνουν υπό το καθεστώς το οποίο είχαν δηλαδή μικρή προμήθεια επί των πωλήσεων τους και βασικό μισθό ή γίνουν αυτοτελώς εργοδοτούμενοι παίρνοντας μεγαλύτερη προμήθεια επί των πωλήσεων. Η ομάδα των πωλητών είχε συνάντηση με τον κ.Λ. Χριστοδούλου ο οποίος τους ανέφερε ότι μπορούν να διαλέξουν. Αυτός επέλεξε τη δεύτερη επιλογή καθ΄ ότι βάσει των πωλήσεων του τον συνέφερε η μεγαλύτερη προμήθεια. Οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν πίεσαν κανένα για αλλαγή του συστήματος πληρωμής του. Κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε όμως τι έγινε με τον Αιτητή εκείνη την περίοδο. Παρατηρούμε ότι ο κ.Λ. Κωνσταντινίδης αναφέρθηκε μόνο σε αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της μισθοδοσίας του. Δεν ανέφερε ότι έγινε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στον τρόπο παροχής της εργασίας του στους Καθ΄ ών η αίτηση ενισχύοντας έτσι τη θέση του Αιτητή ότι η μόνη αλλαγή που συνέβηκε το 1997 ήταν στο σύστημα πληρωμής τους και στην καταβολή των ″κοινωνικών ασφαλίσεων″. Ο κ.Μιχάλης Μιχαήλ ανέφερε ότι ο Αιτητής από το 2002 ενεργούσε ως πωλητής των Key Accounts των Καθ΄ ών η αίτηση δηλαδή των υπεραγορών και των αεροδρομίων. Ο Αιτητής ήταν υπεύθυνος για την παραγγελιοληψία και συντόνιζε την διανομή. Ήταν η θέση του ότι κατά/ή περί το 2005 - 2006 οι Καθ΄ ών η αίτηση θα άλλαζαν το σύστημα με το οποίο εξυπηρετούσαν τους μεγάλους πελάτες. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής ήταν πωλητής και ότι τα συμβόλαια στα Key Accounts τα κάνει ο κ.Λούκας Χριστοδούλου. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι αυτός δεν έχει ανάμιξη στο τμήμα των μεγάλων πελατών και ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς τίτλο είχε ο Αιτητής. Εφόσον οι δύο πιο πάνω μάρτυρες δεν έχουν προσωπική γνώση (α) για το τι συνέβηκε με το πρόσωπο του Αιτητή το 1997 (αν αυτός ζήτησε την αλλαγή ή του την επέβαλλαν οι Καθ΄ ών η αίτηση) και (β) για τη θέση του Αιτητή στο τμήμα των μεγάλων υπεραγορών η μαρτυρία τους αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα δεν γίνεται αποδεχτή. Κατάληξη Εφαρμόζοντας τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω αναφορικά με το θέμα του εξαναγκασμού σε παραίτηση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά καταγράφηκαν πιο πάνω, βρίσκουμε ότι η ενέργεια των Καθ΄ ών η αίτηση να αλλάξουν τον τρόπο υπολογισμού της μισθοδοσίας του Αιτητή για το έτος 2006 αποτελούσε μονομερή και αυθαίρετη[5] τροποποίηση ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης του Αιτητή από την πλευρά τους και κατ΄ επέκταση συνιστούσε από μέρους των Καθ΄ ών η αίτηση διαγωγή τέτοιας φύσης η οποία κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου και εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Κρίνουμε λοιπόν ότι ο Αιτητής δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του λόγω της διαγωγής των Καθ΄ ών η αίτηση και ότι η παραίτηση του ήταν λόγω εξαναγκασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου, ο τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτούμενου λόγω της διαγωγής του εργοδότη, θεωρείται ως τερματισμός από τον εργοδότη. Κατά συνέπεια ο Αιτητής δικαιούται αποζημιώσεις σύμφωνα με τον Νόμο. Όσον αφορά το θέμα κατά πόσον ο Αιτητής για την περίοδο 1/10/1997 - 30/4/2000 βρίσκουμε ότι κατά την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους Καθ΄ ών η αίτηση κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι κατά την εν λόγω περίοδο υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σχέση εργασίας αφού λάβαμε υπόψη το σύνολο της διευθέτησης μεταξύ τους και τα στοιχεία που περιβάλλουν την επίδικη σχέση. Πιο συγκεκριμένα, τα γεγονότα ότι: (α) οι Καθ΄ ών η αίτηση προμήθευαν τον Αιτητή με τον εξοπλισμό (αυτοκίνητο, γραφική ύλη, φαξ)που ήταν απαραίτητος για την εκτέλεση της εργασίας του και ήταν υπεύθυνοι για τα έξοδα συντήρησης του και τη φθορά του, (β) οι υπηρεσίες του Αιτητή παρέχοντο από αυτόν προσωπικά, (γ) για να απουσιάσει από την εργασία του ο Αιτητής έπρεπε να εξασφαλίσει την άδεια των Καθ΄ ών η αίτηση, (δ) όλα τα τιμολόγια που έβγαζε για τις πωλήσεις των προϊόντων εκδίδονταν από τους Καθ΄ ών η αίτηση, (ε) οι εισπράξεις από τους πελάτες παραδίδονταν αυτούσιες από τον Αιτητή στους Καθ΄ ών η αίτηση, (στ) οι σχετικές αποδείξεις είσπραξης εκδίδονταν από τους Καθ΄ ών η αίτηση, (ζ) ο Αιτητής δεν έχει καμία ευθύνη επένδυσης /διοίκησης/ διαχείρισης στην επιχείρηση πώλησης προϊόντων των Καθ΄ ών η αίτηση, (η) (
  1. i)το πελατολόγιο/δρομολόγιο του Αιτητή καθοριζόταν από τους Καθ΄ ών η αίτηση και οι Καθ΄ ών η αίτηση του έδιναν οδηγίες για τις πωλήσεις που θα διεκπεραίωνε δηλαδή είχε ο Αιτητής υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οδηγίες των Καθ΄ ών η αίτηση αναφορικά με το ποιους πελάτες θα επισκεπτόταν και (
  2. ii)οι Καθ΄ ών η αίτηση το 1998 άλλαξαν τον τρόπο εργασίας του Αιτητή από πωλητή από το αυτοκίνητο σε παραγγελιοδόχο δηλαδή οι Καθ΄ ών η αίτηση καθόριζαν τον τρόπο και είδος παροχής της εργασίας του Αιτητή, κατά τη γνώμη μας καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του για λογαριασμό των Καθ΄ ών η αίτηση και όχι για δικό του λογαριασμό. Το γεγονός ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν κατέβαλλαν στον Αιτητή κοινωνικές ασφαλίσεις και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα που συνήθως καταβάλλουν στους εργοδοτούμενους τους δεν αναιρεί κατά τη γνώμη μας τα πιο πάνω[6]. Συνακόλουθα είναι η κατάληξη μας ότι το συνεχές της απασχόλησης του Αιτητή από την ημερομηνία πρόσληψης του μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της εργασιακής του σχέσης δεν διακόπηκε. Για σκοπούς του Νόμου η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή είναι από 1/3/1991 - 13/2/2006 δηλαδή 15 συναπτά έτη. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Ο Αιτητής αμέσως μετά την παραίτηση του εργοδοτήθηκε σε άλλη εταιρεία με μισθό αυξημένο κατά περίπου £400,00 από τον μισθό που έπαιρνε όταν εργαζόταν στους Καθ΄ ών η αίτηση. Η εν λόγω απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε μετά από επτά εβδομάδες. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν κατάφερε ακολούθως να βρει άλλη αντίστοιχη εργασία αλλά δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δεν έδωσε λεπτομέρειες που να επιβεβαιώνουν και να υποστηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό του. Περαιτέρω δεν μας έδωσε κανένα στοιχείο για τις σημερινές απολαβές του και τις εργασίες που εκτελεί στην επιχείρηση που διατηρεί. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει απώλεια σταδιοδρομίας. Επίσης σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν μας ανέφερε την ηλικία του. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του Αιτητή (όπως τις παραθέσαμε πιο πάνω), το ύψος των απολαβών του (£395,27) (£20.554,01 ÷ 52), τη διάρκεια της υπηρεσίας του (15 έτη) κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 38 εβδομάδων ήτοι €25.663,60 [£15.020,24 (£395,27 Χ 38)]. Ο Αιτητής σύμφωνα με το άρθρο 9 (ζ) του Νόμου δικαιούται σε προειδοποίηση οκτώ εβδομάδων. Ο Αιτητής υποβάλλοντας την παραίτηση του στις 13/1/2006 έδωσε στους Καθ΄ ών η αίτηση τέσσερις εβδομάδες προειδοποίηση τις οποίες και εργάστηκε. Κατά συνέπεια οι Καθ΄ ών η αίτηση οφείλουν να καταβάλουν στον Αιτητή απολαβές που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο της περιόδου προειδοποίησης που δικαιούτο ο Αιτητής, ήτοι απολαβές τεσσάρων εβδομάδων €2.701,44 [£1.581,08 (£395,27 Χ 4)]. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ΄ ών η αίτηση για το συνολικό ποσό των €32.653,36 με νόμιμο τόκο. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............................................... (Υπ.) ............................................ Μ. Μίτσιγγα, Μέλος Χρ. Αντωνιάδη, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Εξαναγκασμός σε παραίτηση). [1] Βλέπε επίσης Τεκμήρια 6Α, 7 και 19. [2] Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι το ποσό που ελάμβανε ως οδοιπορικά αποτελούσε μέρος των απολαβών του για σκοπούς του Νόμου. [3] Βλέπε Τεκμήριο 19. [4] Το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου έγινε αποδεκτό από το δικηγόρο του Αιτητή. [5] Δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση είχαν συμβατικό δικαίωμα τροποποίησης των όρων μισθοδοσίας του Αιτητή. [6] Η καταβολή ή μη εισφορών στα ταμεία των κοινωνικών ασφαλίσεων ή του φόρου εισοδήματος (σε αντίθεση με την εγγραφή στο μητρώο του Φ.Π.Α.) δεν αποτελεί απόδειξη περί της ύπαρξης ή όχι σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου αλλά απλή ένδειξη. (Airfix Footwear Ltd. v. Cope [1978] ICR 1210). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.