← Κύπρος

Ανδρέα Χριστοδούλου ν. FUTURE HOTELS LTD, Αρ. Υπόθεσης: 639/07, 29 Ιανουαρίου, 2010

Ανδρέα Χριστοδούλου ν. FUTURE HOTELS LTD, Αρ. Υπόθεσης: 639/07, 29 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2010:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χ. Τσιολή } Ν. Άσσου } Μελών Αρ. Υπόθεσης: 639/07 Μεταξύ: Ανδρέα Χριστοδούλου Αιτητή και FUTURE HOTELS LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Ζ. Νικολάου. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ.Ν. Μουχταρούδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση (στο εξής ″η Εργοδότρια Εταιρεία″) είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Paphian Sun στην Πάφο (στο εξής ″το ξενοδοχείο″). Ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο ξενοδοχείο ως ελαιοχρωματιστής - τεχνικός. Είναι η θέση του Αιτητή ότι κατά/ή περί τις 27/4/2007 η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα τερμάτισε τις υπηρεσίες του χωρίς προειδοποίηση. Έτσι με την παρούσα αίτηση αξιώνει από την Εργοδότρια Εταιρεία αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, πληρωμή αντί προειδοποιήσεως, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.[1] Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφανίσεως της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή καθ΄ ότι ο Αιτητής διέπραξε σοβαρό παράπτωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πιο συγκεκριμένα, είναι η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής στις 4/4/2007 παραβίασε αδικαιολόγητα και εσκεμμένα το ωράριο εργασίας του και ταυτόχρονα δήλωσε ψευδή και/ή αναληθή χρόνο αποχώρησης από το χώρο εργασίας του. Βάρος Απόδειξης Σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967 (Ν.24/67)στο εξής (ο Νόμος): ″3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:″ Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, «.....ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν των Άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτούμενου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία, θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στην έγγραφο εμφάνιση της, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή το δικαίωμα αποζημίωσης. Μαρτυρία Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσε ο κ.Ανδρέας Παναγιώτου, διευθυντής του ξενοδοχείου, ο κ.Γιάννος Μαρκιτανής, τεχνικός διευθυντής των ξενοδοχείων των Καθ΄ ών η αίτηση και ο κ.Γιώργος Γρηγορίου, operational manager του ξενοδοχείου. Ο Αιτητής για να υποστηρίξει το αίτημα του, πρόσφερε μόνο τη δική του μαρτυρία. Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιον μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο. Σύμφωνα με τον κ.Παναγιώτου, ο Αιτητής εργοδοτήθηκε στο ξενοδοχείο από την 1/2/2003 μέχρι και τις 10/4/2007, ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκε η απασχόληση του άμεσα χωρίς προειδοποίηση. Ήταν η θέση του ότι στις 4/4/2007 κατά η ώρα 15:00 τον συνάντησε στο ξενοδοχείο ο κ.Μαρκιτανής, ο οποίος ήταν και ο άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή και τον ρώτησε αν έδωσε άδεια στον Αιτητή να σχολάσει πιο νωρίς, αφού ενώ το ωράριο του Αιτητή ήταν μέχρι τις 15:30 τον είδε καθώς ερχόταν προς το ξενοδοχείο πριν από μερικά λεπτά εκτός του ξενοδοχείου να απομακρύνεται από το ξενοδοχείο. Επειδή ουδέποτε έδωσε άδεια στον Αιτητή να φύγει πιο νωρίς από την εργασία του, μετέβηκε στο χώρο όπου βρίσκονται οι κάρτες που υπογράφουν οι υπαλλήλοι του ξενοδοχείου κατά την προσέλευση και την αποχώρηση τους από το χώρο εργασίας τους και παρατήρησε ότι ο Αιτητής συμπλήρωσε στις εν λόγω κάρτες ως ώρα αποχώρησης του την 15:
  1. Δηλαδή ενώ ο Αιτητής έφυγε από το χώρο εργασίας του μισή ώρα νωρίτερα από την ώρα που έπρεπε να σχολάσει έγραψε ψευδώς ότι είχε σχολάσει η ώρα 15:30 όπως όφειλε σύμφωνα με το ωράριο εργασίας του. Αυτό καταδείκνυε, κατά τη γνώμη του, ότι ο Αιτητής δεν έφυγε για λίγο από το ξενοδοχείο με σκοπό να επιστρέψει αλλά ότι σχόλασε κανονικά χωρίς πρόθεση να επιστρέψει, ξεγελώντας με αυτό τον τρόπο την Εργοδότρια Εταιρεία ότι παρέμεινε τη συγκεκριμένη μέρα στην εργασία του μέχρι την ώρα που προβλεπόταν στο ωράριο εργασίας του. Στις 10/4/2007 κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του στην παρουσία του κ.Γιώργου Γρηγορίου. Μεσολάβησαν πέντε μέρες από την ημερομηνία που διαπιστώθηκε το παράπτωμα του Αιτητή μέχρι την ημερομηνία που τον κάλεσε στο γραφείο του καθ΄ ότι είχαν μεσολαβήσει οι διακοπές του Πάσχα και ο Αιτητής βρισκόταν εκτός εργασίας από τις 5/4/2007 μέχρι και τις 9/4/
  2. Στο γραφείο του ανέφερε στον Αιτητή τις διαπιστώσεις του για τη συμπεριφορά του στις 4/4/2007 και του ζήτησε εξηγήσεις. Του επέστησε την προσοχή στη σοβαρότητα της πράξης του δηλαδή στο να προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις στην κάρτα του σχετικά με τα ωράρια του. Ο Αιτητής παραδέχθηκε τη διάπραξη του παραπτώματος αλλά άρχιζε να φωνάζει ότι το γεγονός ότι έφυγε μισή ώρα προηγουμένως δεν ήταν λόγος επίπληξης όπως δεν ήταν και λόγος να τον παρατηρούν με τον τρόπο που τον παρατηρούσαν αφού θεώρησε την παρατήρηση που του είχε γίνει ως προσβολή. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι του εξήγησε ότι το γεγονός ότι έφυγε μισή ώρα πιο νωρίς δεν ήταν τόσο σοβαρό όσο το γεγονός ότι προέβηκε σε ψευδή δήλωση στην κάρτα του. Ο Αιτητής και πάλι δεν ήθελε να καταλάβει τη σοβαρότητα των πράξεων του. Στη συνέχεια άρχισε να απειλεί αυτόν και τον κ.Γρηγορίου ότι "θα πληρώσουν με αίμα" την παρατήρηση που του έκαναν. Αφού ο Αιτητής αρνήθηκε να απολογηθεί για τις πράξεις του, παρέδωσε σε αυτόν επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του (Τεκμήριο 1) η οποία ακολούθως κοινοποιήθηκε και στη συντεχνία του Αιτητή. Ήταν η θέση του ότι ο μισθός του Αιτητή κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν £587 μηνιαίως λέγοντας ότι μέχρι και τον Νοέμβριο του 2006 ο Αιτητής έπαιρνε εκτός από το μισθό του και το ποσό των £160 μηνιαίως ως επίδομα για τα οδοιπορικά του από τη Λεμεσό στην Πάφο. Το εν λόγω επίδομα σταμάτησε να καταβάλλεται στον Αιτητή από τον Μάρτιο του 2007 καθ΄ ότι ο Αιτητής μετακόμισε από τη Λεμεσό στην Πάφο. Σημείωσε ότι στις 20/7/2007 στάληκε μία δεύτερη επιστολή στον Αιτητή στην οποία τον πληροφορούσαν ότι ο λόγος απόλυσης του οφειλόταν σε πειθαρχικό αδίκημα που διέπραξε και όχι σε ποινικό αδίκημα όπως εκ παραδρομής αναφέρθηκε στην επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 4). Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε υποβολές του δικηγόρου του Αιτητή ότι ο Αιτητής εργαζόταν στο ξενοδοχείο μέχρι τις 20/4/2007 και ότι η επιστολή απόλυσης δόθηκε στον Αιτητή στις 20/4/
  3. Επίσης αρνήθηκε υποβολές του δικηγόρου του Αιτητή ότι ο Αιτητής απεχώρησε από το ξενοδοχείο στις 15:15 και ότι στις 15:15 αυτός μίλησε με τον Αιτητή στο υπόγειο του ξενοδοχείου. Ήταν η θέση του ότι αφού επιβεβαίωσε ότι ο Αιτητής υπέγραψε ότι αποχώρησε η ώρα 15:30 αντί η ώρα 15:00 αποφάσισε να τον καλέσει να απολογηθεί μετά τις Πασχαλινές διακοπές. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής μετά το συμβάν για πέντε μέρες δεν εργαζόταν καθώς κάποιες μέρες ήταν με άδεια και κάποιες μέρες ήταν αργίες λόγω Πάσχα. Την απόφαση για την απόλυση του την πήρε μετά τη διαπίστωση της πράξης του Αιτητή να υπογράψει ότι έφυγε η ώρα 15:30 αντί η ώρα 15:00 που πραγματικά έφυγε αλλά περίμενε προτού αποφασίσει τελεσίδικα να δει τις αντιδράσεις του Αιτητή δηλαδή κατά πόσον ο Αιτητής θα απολογείτο. Ο Αιτητής όμως εκνευρίστηκε και δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι η πράξη του ισοδυναμούσε με κλοπή χρόνου εργασίας από τους εργοδότες του το οποίο ισοδυναμεί και με κλοπή χρημάτων. Απέρριψε υποβολή του δικηγόρου του Αιτητή ότι αυτός είπε στον Αιτητή ότι είναι κλέφτης και επειδή η πράξη του ισοδυναμεί με ποινικό αδίκημα θα τον απολύσει. Ο κ.Γιάννης Μαρκιτανής καταθέτοντας ανέφερε ότι ως προϊστάμενος του Αιτητή γνώριζε άμεσα και προσωπικά τη συμπεριφορά του Αιτητή ως εργοδοτούμενου στο ξενοδοχείο. Ήταν η θέση του ότι από το 2006 και το 2007 ο Αιτητής άρχιζε να παρουσιάζει απροθυμία για εργασία, να ψάχνει τρόπο και δικαιολογίες να ξεφεύγει, να κάνει διαλείμματα, να κλέβει χρόνο από την εργασία του, να βρίσκει δικαιολογίες να φεύγει από το ξενοδοχείο για διάφορους λόγους. Διαπίστωνε τα πιο πάνω στα πλαίσια των επισκέψεων που έκανε στο ξενοδοχείο για να επιθεωρήσει τους εργοδοτούμενους στον τομέα των τεχνικών υπηρεσιών. Έκανε πολλές φορές παρατήρηση στον Αιτητή λέγοντας του ότι έπρεπε να αλλάξει συμπεριφορά. Παρά τις παρατηρήσεις ο Αιτητής εξακολουθούσε να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο με αποτέλεσμα να του δοθούν προειδοποιήσεις ότι πιθανόν να ληφθούν άλλα πειθαρχικά μέτρα εναντίον του αν συνέχιζε με την ίδια συμπεριφορά. Στις 4/4/2007 κατευθυνόμενος προς το ξενοδοχείο αντιλήφθηκε τον Αιτητή εκτός του ξενοδοχείου να απομακρύνεται από το ξενοδοχείο. Του φάνηκε περίεργο το γεγονός ότι ο Αιτητής βρισκόταν εκτός του χώρου εργασίας του καθ΄ ότι εκείνη τη στιγμή η ώρα ήταν 15:00 και ο Αιτητής όφειλε να είναι στο ξενοδοχείο μέχρι τις 15:30 σύμφωνα με το ωράριο εργασίας του. Όταν έφθασε στο ξενοδοχείο βρήκε τον κ.Παναγιώτου και του ανέφερε ότι είδε τον Αιτητή εκτός ξενοδοχείου πριν λίγα λεπτά και τον ρώτησε αν έδωσε αυτός άδεια στον Αιτητή να σχολάσει νωρίτερα από ότι προβλεπόταν στο ωράριο. Ο κ.Παναγιώτου του είπε ότι ουδέποτε έδωσε τέτοια άδεια στον Αιτητή και ότι θα διερευνούσε το θέμα μήπως ο Αιτητής είχε απομακρυνθεί από το ξενοδοχείο για κάτι έκτακτο και είχε πρόθεση να επιστρέψει. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι είδε τον Αιτητή να οδηγεί το αυτοκίνητο του σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το ξενοδοχείο. Ισχυρίστηκε ότι έκανε προσωπικά στον Αιτητή πολλές φορές προφορικές παρατηρήσεις και επέμενε ότι η ημερομηνία που είδε τον Αιτητή να φεύγει από το ξενοδοχείο η ώρα 15:00 ήταν η 4/4/2007 και όχι η 9/4/
  4. Ο κ.Γιώργος Γρηγορίου καταθέτοντας ανάφερε ότι η εργοδότηση του Αιτητή τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 10/4/2007 με επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία δόθηκε στον Αιτητή ενώπιον του από τον κ.Παναγιώτου στο γραφείο του τελευταίου. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ο κ.Παναγιώτου κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του για να του ζητήσει εξηγήσεις για την πράξη του στις 4/4/2007 να αναχωρήσει από το ξενοδοχείο η ώρα 15:00 αντί η ώρα 15:30 ως όφειλε και γιατί είχε υπογράψει ότι αναχώρησε η ώρα 15:
  5. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών όταν ο κ.Παναγιώτου κάλεσε τον Αιτητή και είδε και άκουσε προσωπικά όσα έλαβαν χώρα στο γραφείο του κ.Παναγιώτου. Ο κ.Παναγιώτου εξήγησε στον Αιτητή ότι αυτό που έκανε στις 4/4/2007 δεν ήταν σωστό και ότι ήταν κάτι που προβλημάτιζε την Εργοδότρια Εταιρεία επειδή συνέβαινε συχνά από διάφορους εργοδοτούμενους στο ξενοδοχείο και ισοδυναμούσε με κλοπή εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο Αιτητής ενώ παραδέχθηκε ότι υπέπεσε στο εν λόγω παράπτωμα άρχιζε να φωνάζει ότι αυτό που έγινε δεν ήταν τίποτα σπουδαίο και ότι δεν ήταν λόγος να δέχεται παρατηρήσεις. Τόσο ο κ.Παναγιώτου όσο και ο μάρτυρας προσπάθησαν να του εξηγήσουν τη σοβαρότητα του παραπτώματος του αλλά ο Αιτητής επέμενε να φωνάζει ότι το παράπτωμα του δεν ήταν κάτι σοβαρό και δεν δικαιολογούσε την παρατήρηση που του γινόταν. Ο κ.Παναγιώτου μετά από την απροθυμία του Αιτητή να κατανοήσει τη σοβαρότητα του παραπτώματος του και να απολογηθεί του έδωσε επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του. Εκ παραδρομής στην εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 6) γράφτηκε ως ημερομηνία παραπτώματος η 9/4/
  6. Μετά που η επιστολή δόθηκε στον Αιτητή και κοινοποιήθηκε στη συντεχνία του ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αντελήφθηκε το εν λόγω λάθος και το διόρθωσε χειρόγραφα για να το δώσουν στον Αιτητή διορθωμένο αλλά ο κ.Παναγιώτου του είπε να ετοιμάσουν άλλο (Τεκμήριο 7). Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής από τον Μάρτιο του 2007 σταμάτησε να λαμβάνει οποιοδήποτε ποσό για οδοιπορικά επειδή είχε μετακομίσει στην Πάφο από τη Λεμεσό όπου διέμενε προηγουμένως. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του Αιτητή ετοιμάστηκε πριν κληθεί ο Αιτητής στο γραφείο του κ.Παναγιώτου για εξηγήσεις. Ήταν πεποίθηση του ότι την απειλή προς τον κ.Παναγιώτου ότι "θα πληρώσει με αίμα" την εκστόμισε μετά την παράδοση της επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών του. Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι ενώ το ωράριο του ήταν 07:00 μέχρι 15:30 πολλές φορές έμενε μέχρι και τις 17:00 το απόγευμα. Επειδή το γραφείο στο οποίο ήταν το βιβλίο που υπέγραφαν έκλεινε η ώρα 16:00, οι τεχνικοί υπέγραφαν ότι έφευγαν η ώρα 15:30 παρόλο που έμεναν πιο αργά. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν έφυγε πιο νωρίς από την εργασία του. Στις 4/4/2007 πήρε τηλεφώνημα από τη γυναίκα του ότι εκτάκτως έπρεπε να πάρει το εγγονάκι του από το σταθμό η ώρα 16:
  7. Έφυγε από την εργασία του η ώρα 15:15 υπογράφοντας στο βιβλίο ότι έφυγε η ώρα 15:
  8. Ο κ.Παναγιώτου ήταν στο προαύλιο του υπογείου του ξενοδοχείου όταν αυτός αναχωρούσε αλλά δεν θεώρησε σκόπιμο να του αναφέρει ότι αναχωρούσε 15 λεπτά πριν. Ήταν η θέση του ότι την επόμενη μέρα 5/4/2007 (Μεγάλη Πέμπτη), πήγε στην εργασία του και δούλεψε κανονικά από τις 7:00 μέχρι και τις 15:
  9. Δεν πήγε στην εργασία του 6 ως 8/4/2007 (Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο και Κυριακή του Πάσχα) καθ΄ ότι ήταν αργίες. Τη Δευτέρα, 9/4/2007, πήγε στην εργασία του και εργάστηκε κανονικά. Την Τρίτη, 10/4/2007, πήγε στην εργασία του η ώρα 7:
  10. Κατά το μεσημέρι ο κ.Γρηγορίου του ανέφερε ότι η ώρα 15:30 πρέπει να πάει στο γραφείο του κ.Παναγιώτου. Εκεί στο γραφείο του κ.Παναγιώτου, ο κ.Παναγιώτου στην παρουσία του κ.Γρηγορίου του έδωσε ένα χαρτί λέγοντας του ότι αυτή είναι η απόλυση του. Όταν τον ρώτησε αυτός τι έκανε, του απάντησε ότι την Τετάρτη σχόλασες η ώρα 15:
  11. Αυτός αντέδρασε και του είπε ότι θα "το πληρώσει με αίμα" όπως πληρώνει και αυτός την απόλυση του. Ακολούθως του ζήτησε συγνώμη εξηγώντας του για ποιο λόγο του ανάφερε τα πιο πάνω αλλά ο κ.Παναγιώτου του είπε ότι δεν δέχεται τίποτα και ότι απολύεται. Πήγε στις ″κοινωνικές ασφαλίσεις″ με το χαρτί που του έδωσαν ως επιστολή απόλυσης για να γραφτεί ως άνεργος και η λειτουργός εκεί δεν δέχτηκε το εν λόγω χαρτί λόγω της αναφοράς σε ποινικό αδίκημα και του ζήτησε να της φέρει άλλο από τους εργοδότες του. Πήγε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και τότε του έδωσαν το Τεκμήριο 4 στο οποίο αναφερόταν ότι ο λόγος απόλυσης του ήταν η διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος και όχι ποινικού αδικήματος. Ήταν η θέση του ότι καθ΄ όλη την περίοδο εργοδότησης του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν τυπικός, εκτελούσε πάντοτε πλήρως τα καθήκοντα της θέσης του και διέμενε στη Λεμεσό. Αντεξεταζόμενος σε υποβολή του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ουδέποτε ο Αιτητής παρέμεινε στην εργασία του μετά τις 15:30 απάντησε ότι έγραφε στο ημερολόγιο τις ώρες που έμενε και το έπαιρναν οι υπεύθυνοι και ενημερωνόντουσαν. Τη συγκεκριμένη ημερομηνία διέπραξε λάθος που υπέγραψε ότι αναχώρησε η ώρα 15:
  12. Είδε τον κ.Παναγιώτου δίπλα του στο υπόγειο αλλά επειδή μιλούσε, του διέφυγε να τον ενημερώσει ότι έφευγε πιο νωρίς. Σε υπόδειξη του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ότι κατά την κυρίως εξέταση του είπε ότι απλώς δεν το θεώρησε σκόπιμο να τον ενημερώσει απάντησε ότι την προηγούμενη μέρα έμεινε μία ώρα περισσότερο χωρίς να το σημειώσει. Επέμενε ότι την Πέμπτη 5/4/2007 καθώς και τη Δευτέρα 9/4/2007 πήγε στην εργασία του καθ΄ ότι υπήρχαν επείγον εργασίες που έπρεπε να διεκπεραιωθούν και ο κ.Παναγιώτου του τόνισε ότι έπρεπε να τελειώσουν. Αναφορικά με το θέμα των οδοιπορικών ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν πήρε οδοιπορικά τον Μάρτιο του 2007 καθ΄ ότι τα χρήματα που έπαιρνε από την Εργοδότρια Εταιρεία κατατείθονταν στον τραπεζικό λογαριασμό του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Γεγονότα Παρακολουθήσαμε με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας. Όσον αφορά τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας παρατηρούμε τ΄ ακόλουθα: (α) Οι ισχυρισμοί τους ότι ο Αιτητής επανειλημμένα παρέβαινε τους κανόνες εργασίας του, επιδείκνυε αδιαφορία κατά την άσκηση της εργασίας του και ότι δεν συμμορφωνόταν με τα ωράρια εργασίας του δεν γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο καθ΄ ότι τέθηκαν ενώπιον μας πολύ γενικά και αόριστα, χωρίς λεπτομέρειες και στοιχεία που να υποστηρίζουν την εν λόγω θέση τους. Περαιτέρω κανένας από τους τρεις μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν έθεσε ενώπιον μας σαφή, λεπτομερή, άμεση και πειστική μαρτυρία που να καταδεικνύει τα κατ΄ ισχυρισμόν παραπτώματα στα οποία περιέπεσε ο Αιτητής και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να εξετάσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί τους αναφορικά με την προηγούμενη συμπεριφορά του Αιτητή ευσταθούν και μπορούν να δικαιολογηθούν. Σημειώνουμε ειδικότερα ότι ο κ.Παναγιώτου ενώ αναφέρθηκε με γενικό τρόπο στην προηγούμενη συμπεριφορά του Αιτητή τονίζοντας ότι του είχε κάνει επανειλημμένα προφορικές παρατηρήσεις, κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ένα μήνα πριν την απόλυση του Αιτητή και ότι δεν είχε προσωπική γνώση για τα κατ΄ ισχυρισμό παραπτώματα του Αιτητή για τα οποία είχε ενημερωθεί από άλλους υπαλλήλους του ξενοδοχείου. Αναφερόμενος στην κατ΄ ισχυρισμό συμπεριφορά του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνάντησης τους στο γραφείο του πριν να δοθεί η επιστολή απόλυσης στον Αιτητή, είπε ότι η εν λόγω συμπεριφορά του Αιτητή τον έβαλε σε υποψίες ότι ο Αιτητής στο παρελθόν δεν τηρούσε το ωράριο του ενώ προηγουμένως ισχυρίστηκε θετικά ότι ο Αιτητής δεν τηρούσε το ωράριο του και γι΄ αυτό το λόγο του έκανε παρατηρήσεις. Επίσης ο κ.Γρηγορίου κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι δεν είχε προσωπική γνώση για τα κατ΄ ισχυρισμό παραπτώματα που διέπραξε ο Αιτητής. (β) Η θέση του κ.Παναγιώτου ότι η επιστολή απόλυσης δόθηκε στον Αιτητή μετά που ο Αιτητής του ανέφερε ότι αυτός και ο κ.Γρηγορίου "θα πληρώσουν με αίμα" την παρατήρηση που του έκαναν για το επίδικο συμβάν στις 4/4/2007 έρχεται σε αντίθεση: (α) με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας που περιέχονται στις παραγράφους 8, 11, 12 και 13 των γενικών λόγων της εμφάνισης τους. Στην παράγραφο 13, η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι: ". η απρεπής διαγωγή και στάση του Αιτητή συνεχίστηκε και στον χρόνο που του κοινοποιήθηκε ο τερματισμός των υπηρεσιών του, όταν απείλησε υπάλληλο και/ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των Καθ΄ ών η αίτηση για την πρόθεση του να ασκήσει βία κατά της σωματικής ακεραιότητας του τελευταίου ως πράξη εκδίκησης για την απόλυση του" και (β) με τη μαρτυρία του κ.Γρηγορίου ο οποίος ανέφερε ότι ο Αιτητής εκστόμισε την πιο πάνω απειλή όταν του δόθηκε η επιστολή απόλυσης. Ως εκ τούτου η πιο πάνω θέση του κ.Παναγιώτου απορρίπτεται. (γ) Όσον αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας για τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά σημειώνουμε ότι δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε το ουσιαστικό που μπορεί να αξιολογηθεί ως αντίφαση. Ορισμένα κενά στη μαρτυρία του κ.Παναγιώτου αναφορικά με τις ημερομηνίες που αναγράφηκαν στις επιστολές που δόθηκαν στον Αιτητή συμπληρώθηκαν πλήρως με τη μαρτυρία του κ.Γρηγορίου αφού τα εν λόγω κενά επεξηγήθηκαν με πειστικό τρόπο και σαφήνεια από τον κ.Γρηγορίου. Σ΄ αυτό το σημείο, θέλουμε να παρατηρήσουμε ότι ειδικότερα ο κ.Μαρκιτανής τόσο στο στάδιο της εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης του αναφερόμενος στα γεγονότα της 4/4/2007 απαντούσε με φυσικότητα, σταθερότητα και αμεσότητα και μας έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει τα εν λόγω γεγονότα όπως τα βίωσε. Δεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας, με εξαίρεση τα σημεία που σημειώσαμε πιο πάνω, ως αξιόπιστη. Ο Αιτητής παρ΄ όλη την προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο για τη δική του εκδοχή δεν το έχει πετύχει καθ΄ ότι μέσα από τη μαρτυρία του προβάλλουν στοιχεία που θέτουν σε αμφισβήτηση το αξιόπιστο των ισχυρισμών του. Πιο συγκεκριμένα, ο Αιτητής προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι στις 4/4/2007 αναχώρησε από την εργασία του μόνο 15 λεπτά νωρίτερα από την ώρα που προέβλεπε το ωράριο του και ότι σημείωσε ως ώρα αναχώρησης του την 15:15 στο σχετικό βιβλίο του ξενοδοχείου. Επίσης προσπάθησε να υποβαθμίσει το γεγονός ότι αναχώρησε νωρίτερα από την ώρα που έπρεπε προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι τις περισσότερες φορές ″σχόλανε″ μετά τις 15:30 γιατί έπρεπε να διεκπεραιώσει διάφορες εργασίες και ότι προέβη σ΄ αυτή την πράξη στις 4/4/2007 λόγω έκτακτου περιστατικού. Περιέπεσε όμως σε αντιφάσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις όταν πιεζόταν κατά την αντεξέταση του δεν μπορούσε να υποστηρίξει τις θέσεις του αφού είτε απαντούσε ότι δεν θυμόταν είτε διαφοροποιούσε τις προηγούμενες θέσεις του. Ακόμη ορισμένες από τις θέσεις του δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας και προβλήθηκαν πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του. Επίσης κάποιες άλλες θέσεις του έρχονται σε αντίθεση με τις υποβολές του δικηγόρου στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ενδεικτικά, σημειώνουμε τ΄ ακόλουθα: (α) Ο Αιτητής ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι στις 4/4/2007 υπέγραψε ότι αναχώρησε η ώρα 15:15, κατά την αντεξέταση του ανασκεύασε λέγοντας ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία διέπραξε λάθος που υπέγραψε ότι αναχώρησε η ώρα 15:
  13. Θεωρούμε ότι η πιο πάνω αντίφαση πλήττει καίρια την αξιοπιστία του Αιτητή καθ΄ ότι αρχικά ισχυρίστηκε ότι έγραψε στο σχετικό βιβλίο την σωστή ώρα αναχώρησης του, στη συνέχεια κάτω από την πίεση της αντεξέτασης παραδέχτηκε ότι ανέγραψε άλλη ώρα αναχώρησης προβάλλοντας όμως τη μεταμέλεια του για το εν λόγω συμβάν. Κατά τη γνώμη μας αν ο Αιτητής μεταμελείτο πραγματικά για την πράξη του δεν θα κατέφευγε στους αρχικούς ισχυρισμούς που προέβαλλε στο Δικαστήριο. (β) Ο Αιτητής αρχικά ισχυρίστηκε ότι είδε τον κ.Παναγιώτου τη συγκεκριμένη ημερομηνία την ώρα που αναχωρούσε αλλά δεν το θεώρησε σκόπιμο να του αναφέρει το γεγονός ότι έφυγε 15 λεπτά πριν την ώρα που προέβλεπε το ωράριο του. Αντεξεταζόμενος διαφοροποιήθηκε προβάλλοντας τη θέση ότι κατά την αναχώρηση του ο κ.Παναγιώτου ήταν δίπλα του και μιλούσε με κάποιο τρίτο πρόσωπο αλλά του διέφυγε να τον ενημερώσει ότι θα αναχωρούσε από την εργασία του 15 λεπτά πιο νωρίς. (γ) Ο δικηγόρος του Αιτητή κατά την αντεξέταση του κ.Παναγιώτου παρουσίασε στο Δικαστήριο μία διαφορετική εκδοχή από αυτή που μας παρουσίασε ο Αιτητής αφού υπέβαλλε στον εν λόγω μάρτυρα ότι τη συγκεκριμένη μέρα η ώρα 15:15 ο κ.Παναγιώτου μίλησε με τον Αιτητή στο υπόγειο του ξενοδοχείου. (δ) Ο Αιτητής κατά την ένορκη κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι η επιστολή απόλυσης του δόθηκε στις 9/4/2007 και ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία εργαζόταν κανονικά στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο δικηγόρος του σ΄ αντίθεση με τις πιο πάνω θέσεις του Αιτητή υπέβαλλε στον κ.Παναγιώτου κατά την αντεξέταση του ότι η επιστολή δόθηκε στον Αιτητή στις 20/4/2007 και ότι ο Αιτητής εργαζόταν κανονικά στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 20/4/
  14. (ε) Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 10/4/2007 ο κ.Παναγιώτου του έδωσε ένα χαρτί λέγοντας ότι είναι η απόλυση του χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Μόνο όταν τον ρώτησε αυτός τι έκανε, ο κ.Παναγιώτου του είπε ότι την Τετάρτη έφυγε από το ξενοδοχείο η ώρα 15:
  15. Ο δικηγόρος του Αιτητή κατά την αντεξέταση του κ.Παναγιώτου υπέβαλλε στον κ.Παναγιώτου μία εντελώς διαφορετική εκδοχή για το τι συνέβηκε εκείνη τη μέρα αφού του υπέβαλλε ότι είπε στον Αιτητή ότι είναι κλέφτης και επειδή η πράξη του ισοδυναμεί με ποινικό αδίκημα θα τον απολύσει. (στ) Οι θέσεις του Αιτητή ότι: (α) τις περισσότερες φορές αναχωρούσε από την εργασία του πολύ πιο μετά από την ώρα που προέβλεπε το ωράριο του και (β) ότι στις 10/4/2007 ο Αιτητής ανέφερε στον κ.Παναγιώτου ότι στις 4/4/2007 αναγκάστηκε να αναχωρήσει πιο νωρίς γιατί έπρεπε να παραλάβει το νεογέννητο εγγονάκι του από τον παιδικό σταθμό, προβλήθηκαν πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του και δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας με αποτέλεσμα οι εν λόγω μάρτυρες να στερηθούν της ευκαιρίας να τοποθετηθούν επί των εν λόγω ισχυρισμών και να προβάλουν τις δικές τους θέσεις. Εν όψει αυτής της παράλειψης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τις εν λόγω θέσεις του Αιτητή (βλ. Γ. Μοσχάτου v. Λ. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Fredericou Schools Ltd. v. ACUAC INC
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Κατά τη γνώμη μας το γεγονός ότι αυτοί οι ισχυρισμοί του Αιτητή προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο ότι οι εν λόγω θέσεις του Αιτητή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του για να δικαιολογήσει τις πράξεις του. (ζ) Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι όλες τις μέρες που έμενε περισσότερο σημείωνε τις ώρες που εργαζόταν και τις έδινε στους υπεύθυνους. Δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο έδινε τα σημειώματα αυτά στους υπεύθυνους εφόσον όπως ισχυρίστηκε δεν πληρωνόταν υπερωρίες. Επίσης, διερωτώμαστε για ποιο λόγο οι τεχνικοί να σημειώνουν στις κάρτες τους ότι αναχωρούσαν η ώρα 15:30 και παράλληλα να δίνουν άλλα σημειώματα για την κατ΄ ισχυρισμόν πραγματική ώρα αναχώρησης τους. Η πιο πάνω θέση του Αιτητή κατά τη γνώμη μας στερείται λογικής συνέπειας. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής όταν πιέστηκε κατά την αντεξέταση του αναφορικά με το τι συνέβηκε στις 4/4/2007 διαφοροποιήθηκε και ανέφερε ότι στις 3/4/2007 έμεινε μία ώρα περισσότερο χωρίς όμως να το σημειώσει. Δεν μας εξήγησε γιατί τη συγκεκριμένη μέρα δεν σημείωσε την εν λόγω υπερωρία αφού όπως ισχυρίστηκε όλες τις μέρες που εργαζόταν περισσότερο από τις ώρες που προέβλεπε το ωράριο του ενημέρωνε με σχετικά σημειώματα τους υπεύθυνους. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο Αιτητής δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο οι τεχνικοί να σημειώνουν ότι αναχωρούσαν η ώρα 15:30 αφού το γραφείο στο οποίο τηρείτο το βιβλίο που σημείωναν τις ώρες προσέλευσης και αναχώρησης τους οι εργοδοτούμενοι έκλεινε η ώρα 16:
  1. (η) Αρχικά ο Αιτητής ανέφερε ότι την Μεγάλη Πέμπτη, Δευτέρα και Τρίτη του Πάσχα πήγε στην εργασία του γιατί ο κ.Παναγιώτου του είπε ότι υπήρχαν επείγον εργασίες τις οποίες έπρεπε να τελειώσει. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε αν ο κ.Παναγιώτου του είπε να πάει αυτές τις μέρες στην εργασία του για να περατώσει τυχόν επείγον εργασίες, ανασκεύασε λέγοντας ότι αυτός γνώριζε από μόνος του τις ανάγκες του ξενοδοχείου και ότι χρειαζόταν να το κάνει το έκανε από μόνος του. (θ) Ο Αιτητής παρόλο που ανέφερε ότι είδε ο κ.Παναγιώτου στις 4/4/2007, ότι ο κ.Παναγιώτου του είπε να δουλέψει στις 5/4/2007, στις 8/4/2007 και 9/4/2007 και ότι του έκανε παρατήρηση στο γραφείο του στις 9/4/2007, κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι ο κ.Παναγιώτου δεν τον γνώριζε μέχρι την ημέρα που τον είδε στο Δικαστήριο. Η τελευταία θέση του Αιτητή μας άφησε την εντύπωση ότι ο Αιτητής δεν έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο. (ι) Ο Αιτητής αρχικά υποστήριξε ότι το ποσό των οδοιπορικών του δινόταν στο λογιστήριο. Στη συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι τα χρήματα των οδοιπορικών κατατείθοντο στον τραπεζικό λογαριασμό του μαζί με το μισθό του και ότι δεν θυμόταν αν του καταβλήθηκε το ποσό των £160 ως οδοιπορικά το Μάρτιο του
  2. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε την καταβολή του μισθού του για τον Μάρτιο του
  3. Κατά τη γνώμη μας εφόσον ο Αιτητής γνώριζε ότι του καταβλήθηκε ο εν λόγω μισθός του μας φαίνεται αφύσικο να μην γνώριζε αν του καταβλήθηκε ή όχι το επίδομα οδοιπορικών και κατά συνέπεια βρίσκουμε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή στερείται πειστικότητας. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο Αιτητής στους γενικούς λόγους της αίτησης του δεν προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αντισυμβατικά παρέλειψε να του καταβάλει το εν λόγω επίδομα και ούτε αξιώνει οποιοδήποτε ποσό ως επίδομα οδοιπορικών για το μήνα Μάρτιο και Απρίλιο του
  4. Ο Αιτητής με την αίτηση του αξίωνε ποσό £216 ως δεδουλευμένα ημερομίσθια για την περίοδο 1/4/2007 μέχρι 9/4/
  5. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 στον Αιτητή καταβλήθηκε το ποσό των £234,80 ως βασικός μισθός για την εν λόγω περίοδο και δεν του καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό ως οδοιπορικά. Μας δημιουργείται η απορία γιατί ο Αιτητής δεν διαμαρτυρήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία για την παράλειψη της να του καταβάλει το εν λόγω επίδομα και γιατί δεν προβάλλει τους σχετικούς με αυτό το θέμα ισχυρισμούς του στους γενικούς λόγους της αίτησης του. Συνακόλουθα με την πιο πάνω αξιολόγηση, η θέση του Αιτητή ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αντισυμβατικά παρέλειψε να του καταβάλει το επίδομα οδοιπορικών για τους μήνες Απρίλιο - Μάϊο του 2007 και ότι το εν λόγω ποσό θα πρέπει να συνυπολογιστεί κατά τον καθορισμό των εβδομαδιαίων απολαβών για σκοπούς του Νόμου δεν γίνεται αποδεχτή. (κ) Ο Αιτητής ενώ παραδέχτηκε ότι όταν μετά την απόλυση του πήγε στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να γραφτεί ως άνεργος, ο αρμόδιος εκεί λειτουργός δεν δέχτηκε την επιστολή απόλυσης που αναφερόταν σε ποινικό αδίκημα, πήγε προσωπικά στην Εργοδότρια Εταιρεία και πήρε δεύτερη επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι ο λόγος απόλυσης του ήταν πειθαρχικό αδίκημα, ισχυρίστηκε ότι δεν κατάφερε να βρει άλλη εργασία γιατί η επιστολή απόλυσης του αναφερόταν σε διάπραξη ποινικού αδικήματος. Δεν μας έδωσε πειστική εξήγηση γιατί δεν χρησιμοποίησε τη δεύτερη επιστολή που του δόθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν έδειξε σ΄ αυτούς που αποτάθηκε για εργασία την δεύτερη επιστολή απάντησε ότι δεν θυμόταν ποια επιστολή έδειχνε. Όλα τα πιο πάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία του Αιτητή την οποία και απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον μας με την αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας, την οποία έχουμε ήδη παραθέσει πιο πάνω. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο Άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: ″
  6. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: ............................ ............................ ............................ ............................ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: ............................... (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) .................................. (iν) .................................. (v) ...................................″. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλέπε Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (πιο πάνω) παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 R.L.R. 91: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". Στην προσπάθεια του το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή, στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση. Να αναφέρουμε εδώ ότι τερματισμός της εργασιακής σχέσης δικαιολογείται με το σκεπτικό ότι η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου κλόνισε την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της. Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 C.L.R. 103, τo Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνέχιση της σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου θα πρέπει να εξαρτάται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη σύμβαση. Είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του. ( Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562- 563). Το ερώτημα που τίθεται και το οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι κατά πόσο η συμπεριφορά του Αιτητή στις 4/4/2007 ήταν τέτοια που αντικειμενικά κρινόμενη θα μπορούσε να θεωρηθεί σοβαρή και αρκετή για να δικαιολογήσει την άμεση απόλυση του με βάση το Νόμο και τη νομολογία. Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής αναχώρησε η ώρα 15:00 από την εργασία του αντί η ώρα 15:30 που προέβλεπε το ωράριο εργασίας του και συμπλήρωσε στο σχετικό βιβλίο της Εργοδότριας Εταιρείας ότι αναχώρησε η ώρα 15:30. Στη συνάντηση που είχε με τον διευθυντή του ξενοδοχείου στις 10/4/2007 στην οποία του έγινε παρατήρηση για το εν λόγω γεγονός παρόλο που παραδέχτηκε το εν λόγω γεγονός αντί να απολογηθεί δεν δέχτηκε την παρατήρηση που του έγινε και προέβαλλε τη θέση ότι η συμπεριφορά που επέδειξε στις 4/4/2007 δεν ήταν τόσο σοβαρή ώστε να του γίνεται παρατήρηση. Βρίσκουμε ότι η συμπεριφορά του Αιτητή σε σχέση με την (α) μη ενημέρωση των εργοδοτών του για την αναχώρηση από την εργασία του πριν την ώρα που προέβλεπε το ωράριο εργασίας του η οποία συνεπάγετο την απουσία του από την εργασία του χωρίς την έγκριση των εργοδοτών του και (β) τη συμπλήρωση στο βιβλίο που σημειώνονταν οι ώρες προσέλευσης και οι ώρες αναχώρησης του με αναληθή/ψευδή στοιχεία δεν ήταν η πρέπουσα. Πρόκειται για συμπεριφορά που κάθε άλλο παρά καλόπιστη μπορεί να χαρακτηριστεί αφού ο Αιτητής με αυτό τον τρόπο δεν ενήργησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την επιτυχία των σκοπών και των συμφερόντων του εργοδότη του αποφεύγοντας οτιδήποτε μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα του. Ο Αιτητής με το να συμπληρώσει ψευδή ώρα αναχώρησης επέδειξε κατά τη γνώμη μας κακόπιστη συμπεριφορά αποβλέποντας στην παραπλάνηση και εξαπάτηση των εργοδοτών του αναφορικά με την παρουσία του στο χώρο εργασίας του. Ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του παραβίασε την υποχρέωση του να επιδεικνύει τέτοια διαγωγή που να διασφαλίζει το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Κατά την κρίση μας ένας λογικός εργοδότης μετά την επίδειξη αυτής της συμπεριφοράς από ένα εργοδοτούμενο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω συμπεριφορά κλόνισε τη μεταξύ τους σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Επιπλέον ο Αιτητής με τη στάση που τήρησε στις 10/4/2007 στο γραφείο του κ.Παναγιώτου δεν άφησε στην Εργοδότρια Εταιρεία το περιθώριο να λάβει υπόψη της κατά τη λήψη της απόφασης της οποιαδήποτε τυχόν απολογία και μεταμέλεια του Αιτητή η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης και την αποφυγή της λήψης του μέτρου της απόλυσης. Καταλήγουμε λοιπόν πως ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν δικαιολογημένος και νόμιμος στη βάση του άρθρου 5(ε) και (στ) και ως εκ τούτου η Εργοδότρια Εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση της για καταβολή αποζημιώσεων σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μας, θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσουμε αν σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η Εργοδότρια Εταιρεία άσκησε το δικαίωμα της να απολύσει τον Αιτητή εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος που της παρέσχε το δικαίωμα τούτο, σύμφωνα με τις πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησης του . Από τη στιγμή που το γεγονός περιέλθει στη γνώση του εργοδότη αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει τη τελική του απόφαση. Παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Στην υπόθεση L'Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117 αποφασίστηκε ότι η πάροδος ενός μηνός σχεδόν από την επίδειξη εκ μέρους του εφεσίβλητου της απρεπούς συμπεριφοράς μέχρι την απόλυση του, είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία το δικαίωμα σε απόλυση του. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ΄ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοτοδουμένου (19.5.98) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5.10.98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 19.5.1998 μέχρι 5.10.1998 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του Άρθρου 5(ε) του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση, ο διευθυντής του ξενοδοχείου επιλήφθηκε του θέματος και αποφάσισε τον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή στις 10/4/2007. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης (δηλαδή ότι μεσολάβησαν οι αργίες του Πάσχα) σε συσχετισμό με το Νόμο και τη Νομολογία κρίνουμε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πάροδος των 6 ημερών από το τελευταίο γεγονός που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης μέχρι την απόλυση του Αιτητή δεν είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου ο εργοδότης θα έπρεπε να ασκήσει το δικαίωμα του για τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν απώλεσε το δικαίωμα της να απολύσει τον Αιτητή για τους λόγους που ισχυρίζεται. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδουμε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Χ. Τσιολής, Μέλος Ν. Άσσος, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση). [1] Η αξίωση του Αιτητή για το ποσό των £216 ως οφειλόμενα δεδουλευμένα ημερομίσθια από 1/4/2007 μέχρι 9/4/2007 αποσύρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.