← Κύπρος

ΗΑRRY ROUSSOT ν. THOMAIDES GROUP OF COMPANIES, Αρ. Υπόθεσης: 85/05, 23 Ιουλίου, 2010

ΗΑRRY ROUSSOT ν. THOMAIDES GROUP OF COMPANIES, Αρ. Υπόθεσης: 85/05, 23 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2010:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Μ. Μιχαήλ } Δ. Επιφανείου } Μελών Αρ. Υπόθεσης: 85/05 Μεταξύ: ΗΑRRY ROUSSOT Αιτητή και THOMAIDES GROUP OF COMPANIES Καθ΄ ών η Αίτηση Αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αίτησης και της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 8.4.2010 Ημερομηνία: 23 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Η κα Πιερή για κ.Μιχ. Κυπριανού & Σία. Για τους Καθ΄ ών η Αίτηση: Η κα Λάμπρου για κ.κ. Μουαϊμη & Σία. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η H με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση (στο εξής: «η Αίτηση») η οποία καταχωρήθηκε την 1.3.05, αφορά αίτηση εργατικής διαφοράς που έχει ως αντικείμενο τις απαιτήσεις του Αιτητή εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση ως εργοδότες του για την περίοδο 2003-Σεπτεμβρίου 2004 για αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και οφειλόμενες προμήθειες επί των εισπράξεων του ως πωλητής. Την 1.11.2005 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση στην απουσία των Καθ΄ ών η αίτηση οι οποίοι δεν καταχώρησαν έγγραφο εμφάνισης. Στις 23.12.06 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση εργατικής διαφοράς με αρ. 603/06 εναντίον των THOMAIDES BROS TRADING LTD, GREENVALE ESTATES LTD και του Μιχάλη Θωμαΐδη, ως εργοδότες του για την περίοδο 2003-Σεπτεμβρίου 2004 αξιώνοντας μεταξύ άλλων αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και οφειλόμενες προμήθειες επί των εισπράξεων του ως πωλητής (στο εξής η «Β΄ Αίτηση»). Στις 4.5.2007 το Δικαστήριο με απόφαση του ανέστειλε την Β΄ Αίτηση για το λόγο ότι αυτή καταχωρήθηκε εκτός της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το Άρθρο 12 (10 Α) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμο (Ν. 8/67)ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση του εξετάζοντας κατά πόσον η δεύτερη προδικαστική ένσταση των Καθ΄ ών η αίτηση για ύπαρξη κωλύματος λόγω δεδικασμένου που προκύπτει λόγω της απόφασης που εκδόθηκε στην Αίτηση, σημείωσε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση στην Αίτηση (THOMAIDES GROUP OF COMPANIES) και οι Καθ΄ ών η αίτηση στην Β΄Αίτηση ταυτίζονται ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου και απέρριψε την εν λόγω ένσταση των Καθ΄ ών η αίτηση. Στις 17.3.08 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση τροποποίησης του ονόματος των Καθ΄ ών η αίτηση στον τίτλο της παρούσας αίτησης και της απόφασης ημερομ. 1.11.05 ζητώντας τη διαγραφή του ονόματος των Καθ΄ ών η αίτηση και την αντικατάσταση του με το όνομα "THOMAIDES BROS TRADING LTD" επικαλούμενος ότι το όνομα των Καθ΄ ών η αίτηση είναι λανθασμένο και ότι σωστό είναι THOMAIDES BROS TRADING LTD. Οι Καθ΄ ών η αίτηση καταχώρησαν ένσταση και κατόπιν ακρόασης η εν λόγω αίτηση τροποποίησης απορρίφθηκε στις 10.7.08 για τυπικούς λόγους. Στις 22.4.09 ο Αιτητής καταχώρησε άλλη αίτηση τροποποίησης του τίτλου της παρούσας αίτησης και της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομ. 1.11.
  2. Στις 23.11.09 οι δικηγόροι του Αιτητή απέσυραν την εν λόγω αίτηση με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Αιτητή. Στις 8.4.2010 οι δικηγόροι του Αιτητή καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν όπως τροποποιηθεί ο τίτλος της Αίτησης και της εκδοθείσας απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 1.11.2005 με τη διαγραφή του ονόματος «THOMAIDES GROUP OF COMPANIES» και την αντικατάσταση του με τα ονόματα
  3. «THOMAIDES BROS TRADING LIMITED» και
  4. «GREENVALE ESTATES LTD». Η εν λόγω αίτηση τροποποίησης υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή και βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-6 και Δ.48 Θ.1-4 καθώς και στις Γενικές Εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του Αιτητή. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση ο Αιτητής αναφέρει ότι κατά το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 1.11.2005 και πιο συγκεκριμένα μετά την καταχώριση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση διαφάνηκε ότι το όνομα των Καθ΄ ών η αίτηση ήταν λανθασμένο και ότι το σωστό όνομα των εργοδοτών του ήταν THOMAIDES BROS TRADING LIMITED και GREENVALE ESTATES LTD . Οι Καθ΄ ών η αίτηση αποτελούν όμιλο εταιρειών και οι THOMAIDES BROS TRADING LIMITED και GREENVALE ESTATES LTD είναι εγγεγραμμένες εταιρείες στον Έφορο Εταιρειών και μέλη των Καθ΄ ών η αίτηση. Καθ΄όλη την διάρκεια της εργοδότησης του παρουσιάζονταν ως εργοδότες του οι Καθ΄ ών η αίτηση και όλες οι συναλλαγές του γίνονταν με τους Καθ΄ ών η αίτηση. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιοι ήταν εργοδότες του αφού στα πιστοποιητικά μισθοδοσίας του αναγράφονταν οι Καθ΄ ών η αίτηση. Εκ των υστέρων, μετά από έρευνα στο γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανακάλυψε ότι για την περίοδο 1.5.2003 μέχρι 30.6.2004 ως εργοδότες του στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δηλώθηκαν οι THOMAIDES BROS TRADING LIMITED και για την περίοδο 1.6.2004 μέχρι 1.12.2004 δηλώθηκε η GREENVALE ESTATES LTD. Οι THOMAIDES BROS TRADING LIMITED και η GREENVALE ESTATES LTD με τις ενέργειες τους του δημιούργησαν την πεποίθηση ότι εργοδότης του ήταν οι Καθ΄ ών η αίτηση αφού παρουσίαζαν ως εργοδότη του τους Καθ΄ ών η αίτηση. Με την παρούσα αίτηση επιχειρείται να διορθωθεί το σφάλμα στο όνομα των αναγραφόμενων στην αίτηση Καθ΄ ών η αίτηση έτσι ώστε να μπορεί να εκτελέσει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 1.11.2005 η οποία δεν μπορεί να εκτελεστεί γιατί οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν ήταν οι εργοδότες του. Η αίτηση επιδόθηκε στις 14.5.2010 στους Καθ΄ ών η αίτηση, στην εταιρεία GREENVALE ESTATES LTD και στην εταιρεία THOMAIDES BROS TRADING LIMITED. Οι Καθ΄ ών η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στις 18.6.2010 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Οι λόγοι ένστασης των Καθ΄ ών η αίτηση, ως αυτοί αναφέρονται στην ένσταση των Καθ΄ ών η αίτηση, είναι οι ακόλουθοι: «(α) Δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι αναγνωρισμένες δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη διαγραφή και αντικατάσταση του ονόματος (misnomer) των Καθ΄ ών η αίτηση από "Thomaides Group of Companies" σε "Thomaides Bros Trading Ltd" και "Greenvale Estates Ltd", και συνεπακόλουθα δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Με την παρούσα αίτηση, ο Αιτητής επιδιώκει την αντικατάσταση ανύπαρκτου νομικού προσώπου με 2 υπαρκτά νομικά πρόσωπα. (γ) Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δεν αποκαλύπτεται επαρκής αιτιολογία αναφορικά με την αιτούμενη τροποποίηση που να επιτρέπει στο σεβαστό Δικαστήριο την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς όφελος του Αιτητή. (δ) Δεν προσφέρεται οποιαδήπoτε μαρτυρία από την οποία να διαφαίνεται ότι το όνομα των Καθ΄ ών η αίτηση είναι λανθασμένο και το ορθό όνομα είναι Thomaides Bros Trading Ltd και Greenvale Estates Ltd. (ε) Ο Αιτητής απεμπόλισε το δικαίωμα του για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αφού «επέλεξε» να προχωρήσει με την καταχώρηση νέας αίτησης εργατικής διαφοράς εναντίον της Thomaides Bros Trading Ltd, Greenvale Estates Ltd και του Μιχάλη Θωμαΐδη. (στ) Η αίτηση αυτή είναι κακόπιστη και όσα αναφέρονται σε αυτήν και στην ένορκη δήλωση είναι αναληθή. (ζ) Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. (η) Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση (θ) Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τους καθ΄ους η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. (ι) Η παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς είναι εξ΄υπαρχής άκυρη γιατί καταχωρήθηκε εναντίον ανύπαρκτου νομικά προσώπου». Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από Ένορκη Δήλωση του κ.Μιχάλη Θωμαΐδη ο οποίος είναι γραμματέας της εταιρείας THOMAIDES BROS TRADING LTD και μέχρι τον Νοέμβριο του 2008 ήταν διευθυντής και μέτοχος της εν λόγω εταιρείας και επίσης είναι ένας εκ των διευθυντών της GREENVALE ESTATES LTD. Ο κ.Θωμαΐδης αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Αναφέρει ότι οι THOMAIDES BROS TRADING LTD και GREENVALE ESTATES LTD αποτελούν μαζί με άλλες εταιρείες, μέλη του συγκροτήματος εταιρειών THOMAIDES GROUP OF COMPANIES. Ο Αιτητής εργοδοτήθηκε τον Απρίλιο του 2004 από την THOMAIDES BROS TRADING LTD μέχρι τον Ιούνιο του 2004 και από τον Ιούνιο του 2004 από την GREENVALE ESTATES LTD μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2004 όπου τερματίστηκε η εργοδότηση του. Επικαλείται διάφορους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δεν πρέπει να εγκρίνει την παρούσα αίτηση. Σύμφωνα με τη Δ.48 Θ. 4 η ακρόαση των αιτήσεων διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις Ένορκες Δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους Ενόρκως Δηλούντες και στις 9.7.2010 οι δύο πλευρές αγόρευσαν επί της αίτησης και επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση. Kατά το στάδιο των αγορεύσεων η πλευρά του Αιτητή εισηγήθηκε ότι η αιτούμενη τροποποίηση σκοπό έχει τη διόρθωση του καλόπιστου σφάλματος στο όνομα των Καθ΄ ών η αίτηση στην Αίτηση και στην απόφαση του Δικαστηρίου έτσι ώστε να μπορέσει ο Αιτητής να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση. Σημείωσε ότι κατά το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης ο Αιτητής ανακάλυψε ότι εργοδότης του ήταν η THOMAIDES BROS TRADING LTD και η GREENVALE ESTATES LTD. Πιο συγκεκριμένα το εν λόγω γεγονός του έγινε γνωστό όταν το ένταλμα κινητών επεστράφηκε λόγω του ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν εργοδοτούσαν τον Αιτητή. Ήταν η θέση της δικηγόρου του Αιτητή ότι στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή αναφέρονται επαρκείς λόγοι και δίνονται όλα τα στοιχεία που δικαιολογούν την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Υποστήριξε ότι: (α) με την αιτούμενη τροποποίηση δεν σκοπείται η αλλαγή της νομικής βάσης της Αίτησης και δεν μεταβάλλεται η πραγματικότητα των γεγονότων στην οποία στηρίχθηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει την απόφαση, (β) το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι δικαιολογημένο, (γ) δεν υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή και (δ) αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη στους Καθ΄ ών η αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Από την άλλη πλευρά οι Καθ΄ ών η αίτηση επέμειναν στους λόγους ένστασης τους. Πιο συγκεκριμένα στη δική της αγόρευση η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση υποστήριξε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι: (α) Δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι αναγνωρισμένες δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη διαγραφή και αντικατάσταση του ονόματος των Καθ΄ ών η αίτηση από THOMAIDES GROUP OF COMPANIES σε THOMAIDES BROS TRADING LTD και GREENVALE ESTATES LTD (β) Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. (γ) Αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση η βλάβη η οποία θα επέλθει στα δικαιώματα των Καθ΄ ών η αίτηση δεν αποτιμάται σε χρήμα. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η ανατροπή της αποκλειστικής χρονικής προθεσμίας των 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το δικαίωμα που καθορίζει το Άρθρο 12

(10)Α του Ν. 8/67 για υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. (δ) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και ότι το ζήτημα κατά πόσο οι Καθ΄ ών η αίτηση και οι προτιθέμενοι Καθ΄ ών η αίτηση αποτελούν το ίδιο νομικό πρόσωπο αποφασίστηκε στην Β΄ Αίτηση η οποία συνιστά κώλυμα λόγω δεδικασμένου. (ε) Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να συνάγεται ότι το όνομα των Καθ΄ ών η αίτηση είναι λανθασμένο και το ορθό είναι THOMAIDES BROS TRADING LTD και GREENVALE ESTATES LTD. Δεν αποκαλύπτεται επαρκής αιτιολογία αναφορικά με την αιτούμενη τροποποίηση που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του Αιτητή. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τον Κ.17 του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 («Οι Κανονισμοί»): «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η παρούσα αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις γενικές εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, καθ΄ ότι όπως υποστηρίζεται από τον Αιτητή η παρούσα περίπτωση αφορά περίπτωση λανθασμένης περιγραφής ονόματος (misnomer). Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σχετικά με αιτήματα για διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκων έχουν εξεταστεί και αναλυθεί σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραθέτουμε, πιο κάτω, αποσπάσματα από τη σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L
(1999)1 AAΔ, 1805 στη σελίδα 1810 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106). Στην υπόθεση Spyropoullos v. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Το θέμα είναι απλό. Εκεί που εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd
(1948)2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Έχει λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδόσει (Etablissement Bandelot v. R. S. Graham and Co Ltd
(1953)1 All E.R. 149).» Στην υπόθεση Ε. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 AAΔ, 443 στις σελίδες 449-456 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το εγειρόμενο ερώτημα όμως είναι ευρύτερο, κατά πόσο δηλαδή η προτεινόμενη διόρθωση μπορεί να γίνει δυνάμει της γενικότερης εξουσίας του δικαστηρίου βάσει της Δ.25 Θ. 5 ή και της συμφυούς εξουσίας του. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι το θέμα αυτό δεν εξετάσθηκε πρωτόδικα αφού, όπως αναφέραμε, η απόφαση φαίνεται να περιορίσθηκε στην παρεχόμενη από τη Δ.25 Θ.6 δυνατότητα. Είναι όμως γεγονός ότι η γραπτή αίτηση είχε βασισθεί επί της Δ.25 γενικά, ο δε ευπαίδευτος συνήγορος στην αγόρευση του είχε καλέσει το δικαστήριο να ενεργήσει με αναφορά στη νομολογία γενικότερα περιλαμβανομένης ιδιαίτερα της υπόθεσης Pearlman (Veneers) S.A. (Pty), Ltd v. Bartels
(1954)All E.R. 659. Η υπόθεση αυτή, η οποία ακούσθηκε από το Court of Appeal (Denning, L.J., και Ηodson, L.J.,. ως ήσαν τότε)ως έφεση από Judge in Chambers, αφορούσε αίτημα για διόρθωση του ονόματος του εναγομένου μετά από την απόφαση. Η ανάγκη αυτή προέκυψε από το ότι, όπως απεκαλύφθη όταν επεδιώχθη εκτέλεση της απόφασης, το πραγματικό όνομα του εναγομένου ήταν Josef Bartels και όχι Bernhard Bartels όπως αναφέρετο στην αγωγή και στην απόφαση και όπως είχε διεξάγει τις εμπορικές δραστηριότητες του με τους ενάγοντες. Ο Slade J., απορρίπτοντας την ένσταση του εναγομένου ότι δεν κέκτητο σχετικής δικαιοδοσίας, επικύρωσε την απόφαση του Master και ενέκρινε την εν λόγω διόρθωση, η δε απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Court of Appeal. Ο Denning, L.J., χαρακτηρίζοντας την αίτηση ως επιδιώκουσα «to overcome this very technical point», σχολίασε τη θέση του Εναγομένου ως «that plea sounds very ill in the mouth of the defendant.." (σ.660). Διακρίνοντας δε την παλαιότερη απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση MacCarthy v. Agard
(1993)2 K.B. 417 (στην οποία η διόρθωση δεν επετράπη) ως περίπτωση στην οποία επεδιώκετο όχι απλώς η αλλαγή του ονόματος ή της περιγραφής του εναγομένου (το οποίο τελικά επετράπη) αλλά η αλλαγή του ουσιαστικού και λειτουργικού μέρους της ίδιας της απόφασης, είπε τα ακόλουθα στη σελ. 660: «When the substantive judgment is not being altered, but only the title of the action, it is to my mind quite plain that this court has ample jurisdiction to correct any misnomer or misdescription at any time whether before or after judgment. ... All that is necessary to be done, which this court has ample power to do, is to alter the title by describing the defendant in the name he now says is his correct name." Και ο Hodson, L.J., συμφωνώντας με την, όπως τη χαρακτήρισε, προσεκτική απόφαση του Denning, L.J., και την ανάλυση του της MacCarthy v. Agard, παρατήρησε στις σελ. 660 - 661: «There is, in my view, no question of altering the judgment itself, which could not be done either under the slip rule or under the general power to amend contained in R.S.C., Ord.28, r. 12, .............................. I think the wording of that rule is wide enough to cover the amendment of the title and I do not accept the objection which counsel for the defendant has raised, that the rule must necessarily only apply to proceedings before judgment." Eίναι προφανές ότι το Court of Appeal, βασιζόμενο ευρύτερα στην Ο.28 r.12 και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου, θεώρησε ότι μια τέτοια διόρθωση μπορεί να γίνει στα πλαίσια εκείνα εφ΄όσον δεν πρόκειται για αλλαγή της αποφάσεως αυτής καθ΄αυτής. Η Ο. 28 r.12 προνοεί: «The court or a judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the court or judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings." H Ο.28 r.12 είναι βέβαια καθ΄όλα πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.25 θ.5. Θεωρούμε ότι η απόφαση στην υπόθεση Bartels τυγχάνει εφαρμογής και στην Κύπρο. Όπως παρατήρησε δε ο Hodson, L.J., η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δυνάμει της εν λόγω διαταγής δεν περιορίζεται σε τροποποιήσεις πριν από την απόφαση. Η ίδια η διαταγή, εξ΄ αλλού, προνοεί ″at any time" και καλύπτει "any proceedings". Συναφώς, σημειώνουμε και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Επί της αφορώσι την Αίτηση της Cyprus Transport (Taxi) Co Ltd
(1992)1 AAΔ 294, η οποία αφορούσε αίτημα για έκδοση προνομιακού διατάγματος prohibition απαγορεύοντας στο πρωτόδικο δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής μετά από την έκδοση της απόφασης για το λόγο ότι το δικαστήριο εστερείτο σχετικής δικαιοδοσίας. Η αίτηση για τροποποίηση αφορούσε ακριβώς το όνομα της εναγόμενης η οποία στην αγωγή και στην απόφαση αναφέρετο ως «ΚΕΜ ΤΑΧΙ» ώστε αυτό να διορθώνετο στο πραγματικό της όνομα που ήταν «CYPRUS TRANSPORT (TAXI) CO LTD». Απορρίπτοντας το αίτημα, ο Δικαστής Παπαδόπουλος είπε στις σελ. 296 - 297: «Διαφωνώ με την εισήγηση των δικηγόρων των αιτητών πως υπάρχει κατάδηλη έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Λευκωσίας και ότι η δικαιοδοσία του εξαντλείται μέχρι της έκδοσης αποφάσεως.» Μετά από αυτό μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί, η αίτηση για διόρθωση του ονόματος της εναγομένης ακούσθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο και, ακολουθώντας την υπόθεση Pearlman και παρά την ένσταση των εναγομένων, επέτρεψε την αιτούμενη διόρθωση, παρατηρώντας ότι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για το ίδιο νομικό πρόσωπο. Είναι η θεωρημένη μας άποψη, υπό το φως των πιο πάνω, ότι η απόφαση στην υπόθεση Pearlman ορθώς εκφράζει τη νομική θέση και στην Κύπρο όπου αφορά την άσκηση της σχετικής εξουσίας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 θ.5 καθώς και της συμφυούς εξουσίας του να προβεί σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer) και μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως πενταμελούς Εφετείου) στην υπόθεση Orphanides v. Michaelides
(1968)1CLR 295, η οποία υπήρξε η αφετερία του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο να αντιστρατεύεται την άποψη αυτή. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε το εντελώς διαφορετικό θέμα που εγείρετο από αίτημα επανακροάσεως της εφέσεως μετά την έκδοση απόφασης επ΄ αυτής ως κατ΄ισχυρισμό λανθασμένης. Η παρατήρηση του δικαστηρίου στη σελ. 303 ότι μετά την έκδοση απόφασης δεν είναι δυνατή η αλλαγή της εκτός δυνάμει της Δ.25 θ.6, εσκοπείτο να τονίσει το ότι, όπως εξάλλου παρατήρησε το Δικαστήριο, στην ενώπιον του υπόθεση δεν ετίθετο θέμα εφαρμογής της Δ.25 θ.6 αλλά ουσιαστικό θέμα αλλαγής της όλης απόφασης. Το Δικαστήριο σίγουρα δεν ασχολήθηκε με το θέμα που προκύπτει στην περίπτωση misnomer.» Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ, 1608 στις σελίδες 1624-1629 λέχθηκαν τα εξής: «Στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 έχει διατυπωθεί η θέση ότι ο κανόνας της υπόθεσης Marbo* (πιο πάνω) αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται την προσθήκη διάδικου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί τι όνομα» (minsnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία**. _____________________________ * Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Mabro v. Eagle Star and British Dominions Insurance Co. Ltd [1932] I K.B. 485 αποφασίστηκε ότι τα Δικαστήρια πρέπει να αρνούνται να επιτρέπουν την προσθήκη διαδίκου ή βάσης αγωγής αν η προσθήκη θα ανατρέψει την υπεράσπιση που προβλέπεται από τον Περί Παραγραφής Νόμο. ** «In my opinion the addition of a defendant is governed by the same considerations as the addition of a plaintiff. Therefore the principle of Mabro΄s case prevents the amendment in this case if the amendment involves the addition of a party and not the mere correction of a misnomer. That principle also applies to the substitution of a party, since substitution involves the addition of a party in replacement of the party that is removed . if however, the addition of the word "Ltd" is not the addition or substitution of a party but the mere correction of a misnomer, we can properly allow it, if the merits justify that course». Θέτουμε επομένως το ερώτημα που τέθηκε στην Davies (πιο πάνω): «Αποτελεί η περίπτωση αυτή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer); ("Is this the mere correction of a misnomer?). Θα παραθέσουμε πρώτα τα γεγονότα της Davies (πιο πάνω): Στην υπόθεση εκείνη είχε εκδοθεί κλητήριο ένταλμα εναντίον των Elsby Brothers (a firm). Στη συνέχεια μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής το κλητήριο ένταλμα τροποποιήθηκε με τη διαγραφή του όρου (a firm) και την προσθήκη της λέξης «Ltd». Η αγωγή αφορούσε δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί ο ενάγων ο οποίος ήταν υπάλληλος τόσο του οίκου Elsby Brothers όσο και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η οποία ενεγράφη μεταγενέστερα. Στο κλητήριο δεν αναφερόταν η ημερομηνία του δυστυχήματος και έτσι ήταν αδύνατο να διακριβωθεί από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει μια νομική οντότητα, τον οίκο, ή μια άλλη νομική οντότητα, την εταιρεία. Κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτό ήταν μοιραίο για την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο. Ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τι θα συμπεράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676: «.......................................................................» Σε μετάφραση: «Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τι σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολό του θα πει στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πει: '. από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)». Στη συνέχεια ο Lord Devlin ασχολήθηκε με τα γεγονότα της υπόθεσης. Λόγω της απουσίας της ημερομηνίας του επίδικου δυστυχήματος έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο για ένα αντικειμενικό άτομο να γνωρίζει ή να είναι βέβαιο από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει τον οίκο ή την εταιρεία. Έπρεπε να είχε κάμει έρευνες ως προς το πότε είχε λάβει χώραν το επίδικο δυστύχημα. Έκρινε, επομένως, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Στην Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 All E.R. 385 η ενάγουσα ήταν διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της. Τον Ιούνιο του 1984 ο σύζυγός της επισκέφθηκε τα υποστατικά ενός ταξιδιωτικού πράκτορα που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel" στην οδό Rubert, στο Λονδίνο. Αγόρασε αεροπορικά εισιτήρια για μια πτήση προς την Νέα Υόρκη της συζύγου του και των δύο παιδιών τους. Λόγω του θανάτου του η πτήση δεν πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του
  1. Η κόρη του επέστρεψε τα εισιτήρια στο "Sterling Travel" και πήρε διαβεβαιώσεις ότι θα τους επιστρεφόταν το αντίτιμο τους. Το "Sterling Travel" δεν ανταποκρίθηκε και έγιναν επανειλημμένες έρευνες και γράφτηκαν επιστολές από τους ενάγοντες και τον δικηγόρο τους. Στα αρχικά στάδια η ανταπόκριση στις επιστολές προς το "Sterling Travel" έγινε με μερικά τηλεφωνήματα. Επομένως οι επιστολές λήφθηκαν και δόθηκαν καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις. Ωστόσο δεν ικανοποιήθηκε η αξίωση της ενάγουσας. Στη συνέχεια το "Sterling Travel" μετακινήθηκε σε άλλη διεύθυνση. Την 4.6.1987 η ενάγουσα καταχώρισε αγωγή εναντίον του "Sterling Travel (a firm)" στην οδό Rupert. Το κλητήριο ταχυδρομήθηκε στην πιο πάνω οδό. Ο εναγόμενος δεν εμφανίσθηκε και εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του. Λήφθηκαν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης. Στις 24.8.1987 η εταιρεία Air Travel Services Ltd έστειλε τηλεμήνυμα στους δικηγόρους της ενάγουσας. τους πληροφόρησε ότι μόλις είχαν λάβει το ένταλμα εκτέλεσης. Τους πληροφόρησε, επίσης, ότι δεν υπήρχε οίκος με το όνομα "Sterling Travel". Υπήρχε μια εταιρεία με το όνομα Atombrook Ltd η οποία ήταν συνδεδεμένη εταιρεία με την εταιρεία United Air Travel Services Ltd, και η Atombrook Ltd ήταν η ιδιοκτήτρια της "Sterling Travel". Σημειώθηκαν ανεπιτυχείς διαδικασίες εκτέλεσης γιατί ο επί της εκτέλεσης λειτουργός δεν μπορούσε να βρει οποιονδήποτε που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel" στην οδό Rupert. Στις 25.11.1987 ο εναγόμενος - η εταιρεία Atombrook Ltd - ζήτησε τον παραμερισμό της απόφασης γιατί είχε ληφθεί «αντικανονικά». Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση με τον όρο να κατατεθεί στο δικαστήριο το ποσό της απόφασης. Ο εναγόμενος εφεσίβαλε την απόφαση. Υπέβαλε, ανάμεσα σε άλλα, ότι το κλητήριο είχε εκδοθεί εναντίον μη υφιστάμενου προσώπου εφόσον δεν υπήρχε οίκος με το όνομα "Sterling Travel". Το Εφετείο σημείωσε ότι αυτό ήταν παραδεκτό αλλά παραμένει ανοικτό το θέμα κατά πόσο επρόκειτο για διαδικασία που εκδόθηκε εναντίον κάποιου που ορθά μπορεί να περιγραφεί ως μη υφιστάμενος, ή απλώς εναντίον ενός εναγομένου του οποίου το όνομα έχει περιγραφεί λανθασμένα ("who has been misnamed or misdecribed"). Στη συνέχεια ο Kerr, L.J., παρέθεσε το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Devlin, L.J., στην Davies (πιο πάνω) και κατέληξε ως εξής: «.......................................................................» Σε μετάφραση: «Βέβαια στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Από την αρχή μέχρι το τέλος το γνώριζε πολύ καλά και κατά την κρίση μου λάμβανε συνέχεια μέτρα να αποφύγει την προώθηση αυτής της αξίωσης εναντίον του. Ωστόσο ο συνήγορος του εναγομένου ήταν απτόητος. Ανέφερε ότι αυτό το θέμα παρέμενε ανοικτό για ένα αντικειμενικό πρόσωπο να έχει ερμηνεύσει το κλητήριο με διαφορετικό τρόπο. Παρόλο ότι το βρίσκω αδύνατο να παρακολουθήσω την επιχειρηματολογία του πλήρως ή να την αποδεχθώ, πρότεινε ότι ένα αντικειμενικό πρόσωπο αν και γνώριζε όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος θα νόμιζε ότι αυτός ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει ένα οίκο που ονομάζεται Sterling Travel που μπορούσε να είναι μια υφιστάμενη οντότητα ή κάτι παρόμοιο με αυτό. Αυτό είναι παράδοξο και το απορρίπτω. Το θέμα αυτό έχει τεθεί πέρα από κάθε αμφιβολία από άλλη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στην Whittam v. W.J. Daniel & Co. Ltd [1961] 3 All E.R. 796 [1962] 1 Q.B.
  2. Σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εντός της περιόδου της παραγραφής αλλά χωρίς την προσθήκη της λέξης «Ltd» και επομένως φαινόταν ότι καταχωρήθηκε αγωγή στο όνομα ενός οίκου. Το δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη της λέξης «Ltd» μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής και διέκρινε την Davies v. Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672 [1961] W.L.R.
  3. Ο Donovan L.J. αναφέρθηκε στο κριτήριο του Devlin L.J., στο οποίο έχω αναφερθεί, και είπε [1961] 3 All E.R. 796, 799, [1962] 1 Q.B. 271, 277: 'Εφαρμόζοντας εκείνο το κριτήριο δεν μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό των εναγομένων όταν έλαβαν το κλητήριο ότι ήταν εκείνοι τους οποίους ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα λανθασμένα'. Ο Danckwerts L.J. είπε ότι εκείνη η υπόθεση ήταν ξεκάθαρα διακριτέα από την Davies v. Elsby Bros Ltd γιατί: '. στην οποία παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει άλλη οντότητα με την οποία η περιγραφή στο κλητήριο μπορούσε να εκληφθεί ότι αναφερόταν' (Βλ. [1961] 3 All E.R. 796, 802, [1962]) 1 Q.B. 271, 282). Και συνέχισε: 'Από την άλλη η επιχειρηματολογία του συνήγορου των εναγομένων είναι ότι πρόκειται για περιγραφή που δεν περιγράφει τίποτε και, επομένως, πρόκειται για αγωγή εναντίον ουδενός και επομένως δεν θα ήταν σωστό και θα ήταν εναντίον των θεσμών να μπουν οι εναγόμενοι στη θέση προσώπου που δεν υφίσταται. Δεν δέχομαι αυτό το επιχείρημα. Μου φαίνεται ότι αυτή είναι υπόθεση στην οποία η περιγραφή μπορούσε μόνο να αναφέρεται στους εναγομένους και δεν μπορούσε να εκληφθεί από ένα λογικό πρόσωπο να αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο από τους εναγομένους'. Εκείνη η αυθεντία εφαρμόζεται πλήρως στην παρούσα υπόθεση. .................................... Θα απέρριπτα την έφεση.» Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη (πιο πάνω) η οποία αφορούσε διαδικασία Παραπομπής για καθορισμό αποζημιώσεων για απαλλοτρίωση ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία αρχικά κινήθηκε εναντίον του Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς ως Αποζημιούσα Αρχή αντί του Δήμου Αγλαντζιάς που αποτελούσε το νομικό πρόσωπο που είχε το δικαίωμα να ενάγει και να ενάγεται και στην οποία με ενδιάμεση αίτηση ζητείτο να προστεθεί ο Δήμος Αγλαντζιάς ως πρόσθετος Καθ΄ ού η αίτηση στην Παραπομπή, αποφασίστηκαν τ΄ ακόλουθα: ″. πρόθεση των εφεσιβλήτων ήταν να εναγάγουν την οντότητα εκείνη η οποία είναι κατά το νόμο υπεύθυνη για την καταβολή των επιδίκων αποζημιώσεων. Η οντότητα εκείνη είναι ο προτεινόμενος διάδικος. Έχουμε, επίσης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο προτεινόμενος διάδικος δεν είχε ποτέ αμφιβολία ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να τον εναγάγουν. Ούτε είχε αμφιβολία ότι ήταν η οντότητα με την οποία σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Αυτά τα συμπεράσματα είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από μια ανάγνωση της Παραπομπής και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους. Οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης του κλητηρίου - εδώ της Παραπομπής - και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους θα αντιλαμβανόταν ότι η αγωγή - Παραπομπή - στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που ήταν, κατά το νόμο, υπεύθυνη για την καταβολή των αποζημιώσεων. Όπως έχουν υποδείξει αυτή η οντότητα ήταν ο προτεινόμενος διάδικος και ότι απλώς περίγραψαν λανθασμένα το όνομα του. Η Αποζημιούσα Αρχή στον τίτλο της Παραπομπής δεν μπορούσε να ήταν άλλη από τον προτεινόμενο διάδικο και δεν μπορούσε να εκληφθεί από οποιοδήποτε λογικό άτομο ότι αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο εκτός από τον προτεινόμενο διάδικο. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι πρόκειται σαφώς για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Η επίδικη προσθήκη μπορούσε να λάβει χώραν ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι δεν έχουν προβεί στην υποκατάσταση του υφιστάμενου διαδίκου με τον προτεινόμενο διάδικο είναι χωρίς σημασία. Με την επίδικη προσθήκη έχουν καταστεί δύο οντότητες ως διάδικοι. Εναπόκειται στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασίσει ποιά από τις δυο θα αποζημιώσει τους εφεσίβλητους″. Τονίστηκε ιδιαίτερα ότι η αιτούμενη τροποποίηση που αφορούσε διόρθωση λάθους στην περιγραφή ονόματος διαδίκου μπορούσε να εγκριθεί και μετά την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπεται από το Άρθρο 8
(2)του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 (Ν.15/62). Το ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον η παρούσα περίπτωση αποτελεί περίπτωση διόρθωσης σφάλματος «περί το όνομα» (misnomer) ή κακής περιγραφής διαδίκου. Εφαρμόζοντας στην παρούσα περίπτωση το κριτήριο του πως ένας λογικός άνθρωπος στη θέση των καθ΄ ών η αίτηση που θα ελάμβανε την Αίτηση θα αντιλαμβανόταν το νόημα της, βρίσκουμε ότι η πρόθεση του Αιτητή ήταν να εναγάγει την οντότητα εκείνη η οποία είναι υπεύθυνη για την καταβολή των επιδίκων αξιώσεων του Αιτητή. Δηλαδή τον εργοδότη του Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ποια όμως είναι αυτή η οντότητα; Από τα γεγονότα της υποθέσεως που αφορούν την επίδικη αίτηση και δεν αμφισβητούνται προκύπτει ότι ο Αιτητής εργοδοτήθηκε για μια συγκεκριμένη περίοδο του 2003 και του 2004 στην THOMAIDES BROS TRADING LTD και στη συνέχεια για μια άλλη περίοδο του 2004 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2004 στην GREENVALE ESTATES LTD. Κατά την κρίση μας είναι αδύνατο από την Αίτηση και τους γενικούς λόγους που την στηρίζουν να διακριβωθεί κατά πόσο ο Αιτητής είχε πρόθεση να ενάξει και τους δύο προτεινόμενους διαδίκους για όλες τις αξιώσεις του ή κατά πόσον για κάποιες απ΄ αυτές την μία εκ των δύο εταιρειών και για κάποιες άλλες την άλλη καθότι δεν αναφέρονται οι σχετικές ημερομηνίες κατά τις οποίες οι δύο προτεινόμενοι διάδικοι ήταν οι οντότητες οι οποίες εργοδοτούσαν τον Αιτητή και ήταν υπεύθυνες για καταβολή των αξιώσεων του Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης. Γεννούνται ερωτήματα όπως ποιος από τους δύο προτεινόμενους διαδίκους είναι υπεύθυνος για την καταβολή των αποζημιώσεων λόγω ισχυριζόμενης παράνομης απόλυσης και για την πληρωμή του μισθού του Σεπτεμβρίου 2004, για ποιες από τις αξιούμενες προμήθειες είναι υπεύθυνος ο ένας προτεινόμενος διάδικος και για ποιες ο άλλος προτεινόμενος διάδικος. Επίσης γεννούνται επίδικα θέματα που αφορούν το συνεχές της απασχόλησης του Αιτητή. Πιο συγκεκριμένα κατά πόσον η εργοδότηση του Αιτητή στην GREENVALE ESTATES LTD μπορεί να θεωρηθεί ως συνεχής με αυτή που είχε στην THOMAIDES BROS TRADING LTD για σκοπούς καθορισμού αποζημιώσεων από το Δικαστήριο σε περίπτωση επιτυχίας του Αιτητή αναφορικά με το θέμα της ισχυριζόμενης παράνομης απόλυσης του. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι εντελώς τεχνικό θέμα αλλά επηρεάζει και την ουσία της απόφασης ημερ. 1.11.2005 και το υπόβαθρο των γεγονότων πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασης. Περαιτέρω γεννάται το ερώτημα αν τροποποιηθεί ο τίτλος της Αίτησης και της απόφασης πως θα διαμοιραστεί η ευθύνη για την καταβολή των επιδικασθεισών ποσών στους δύο προτεινόμενους διαδίκους. Κατά τη γνώμη μας η μη αναφορά των ημερομηνιών εργοδότησης του Αιτητή στους γενικούς λόγους της Αίτησης αναφορικά με τους δύο προτεινόμενους διαδίκους μας οδηγεί στην κατάληξη ότι οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης της Αίτησης και των γενικών λόγων της Αίτησης στο σύνολο τους δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι οι προτεινόμενοι διάδικοι είναι οι οντότητες που ήθελε να ενάξει ο Αιτητής και ότι απλώς περίγραψαν λανθασμένα το όνομα τους αφού από το περιεχόμενο των γενικών λόγων της Αίτησης δεν μπορεί να διακριβωθεί κατά πόσο ο Αιτητής είχε πρόθεση να εναγάγει και τις δύο νομικές οντότητες που προτείνονται ως νέοι διάδικοι και τι θεραπεία αξιώνει από την κάθε μια. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) αλλά συνιστά τροποποίηση και προσθήκη που αφορά μη υφιστάμενο διάδικο. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.5 για διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου και ως εκ τούτου το αίτημα του Αιτητή για αντικατάσταση των Καθ΄ ών η αίτηση με τους
  1. «Thomaides Bros Trading Ltd» και
  2. «Greenvale Estates Ltd» κρίνεται ως αδικαιολόγητο και η αίτηση του Αιτητή απορρίπτεται. Παρόλο που το συμπέρασμα του Δικαστηρίου πιο πάνω σφραγίζει την τύχη της παρούσας αίτησης, για σκοπούς πληρότητας θα σχολιάσουμε τις υπόλοιπες ενστάσεις των Καθ΄ ών η αίτηση. Εν όψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνεπάγεται προσθήκη μη υφισταμένων διαδίκων, με βάση τις αρχές της νομολογίας που παραθέσαμε πιο πάνω κρίνουμε ως βάσιμη την ένσταση των Καθ΄ ών η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση καθότι αν εγκριθεί θα ανατρέψει την αποκλειστική προθεσμία που προβλέπει το Άρθρο 12(10 Α) του Ν.8/67 για έγερση απαίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα. Συμφωνούμε επίσης με τη θέση που υποστήριξε η συνήγορος των Καθ΄ ών η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Ο Αιτητής δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του πότε έλαβε γνώση του γεγονότος ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν ήταν οι εργοδότες του. Από τα γεγονότα της υπόθεσης το Δικαστήριο μπορεί να συμπεράνει ότι στις 23.12.06 ημερομηνία που καταχωρήθηκε η Β΄ αίτηση, ο Αιτητής γνώριζε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν ήταν οι εργοδότες του Αιτητή. Θεωρούμε ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τις 4.5.2007 που το Δικαστήριο ανέστειλε την Β΄ Αίτηση του Αιτητή ως εκπρόθεσμη μέχρι τις 8.4.2010 που καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση ως υπέρμετρα μεγάλο και ότι δεν δικαιολογείται με οποιονδήποτε τρόπο αφού στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής δεν αναφέρει και δεν εξηγεί τους λόγους που καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Τα όσα αναφέρει η δικηγόρος του Αιτητή στην αγόρευση της, εκτός του ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο καθότι δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία, δεν δικαιολογούν την καθυστέρηση που επέδειξε ο Αιτητής στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής καταχώρησε την πρώτη αίτηση τροποποίησης του ονόματος του τίτλου της Αίτησης και της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.11.2005, 10 μήνες μετά την αναστολή από το Δικαστήριο της Β΄ αίτησης, τη δεύτερη αίτηση τροποποίησης 9 μήνες μετά την απόρριψη της πρώτης αίτησης τροποποίησης και την παρούσα αίτηση 5 μήνες μετά την απόσυρση της δεύτερης αίτησης τροποποίησης. Αναφορικά με το θέμα της κακοπιστίας που αποδίδουν οι Καθ΄ ών η αίτηση στον Αιτητή βρίσκουμε ότι ο Αιτητής με τις διάφορες διαδικασίες που ήγειρε στο Δικαστήριο είχε σκοπό να διεκδικήσει τα κατ΄ ισχυρισμόν νόμιμα δικαιώματα του που προκύπτουν από την εργοδότηση του και τον τερματισμό της εργοδότησης του κατά τη επίδικη περίοδο και τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Θωμαίδη δεν είναι επαρκή κατά τη γνώμη μας για να στοιχειοθετήσουν κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή. Περαιτέρω δεν θεωρούμε ότι η παρούσα περίπτωση συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ως εισηγήθηκε η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση. Η θέση της δικηγόρου των Καθ΄ ών η αίτηση ότι το ζήτημα κατά πόσον οι Καθ΄ ών η αίτηση και οι προτιθέμενοι διάδικοι αποτελούν το ίδιο νομικό πρόσωπο αποτελεί δεδικασμένο αφού αποφασίστηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στην απόφαση του ημερ. 4.5.07 στην Β΄ Αίτηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο υπήρχε ταύτιση διαδίκων στην Αίτηση και στη Β΄ Αίτηση σημείωσε ότι οι διάδικοι στις δύο διαδικασίες είναι διαφορετικά πρόσωπα καθότι δεν δόθηκε μαρτυρία που να τα ταυτίζει ή να καταδεικνύει ότι είναι διάδοχοι ώστε να εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος του δεδικασμένου. Δεν θεωρούμε ότι το εν λόγω συμπέρασμα του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση εμποδίζει το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η παρούσα περίπτωση αποτελεί περίπτωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου. Επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ών η αίτηση και εις βάρος του Αιτητή €420 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ........... (Υπ.) .................. Μ. Μιχαήλ, Μέλος Δ. Επιφανείου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση τίτλου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.