← Κύπρος

Ονούφριου Ιωσηφίδη ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Αρ. Αίτησης: 108/10, 17 Μαρτίου, 2011

Ονούφριου Ιωσηφίδη ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Αρ. Αίτησης: 108/10, 17 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2011:11 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Μ. Πρωτοπαπά } Κ. Χριστοδούλου } Μελών Αρ. Αίτησης: 108/10 Μεταξύ: Ονούφριου Ιωσηφίδη Αιτητή και Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd Καθ΄ ων η Αίτηση ---- Αίτηση ημερ. 3.6.2010 για τροποποίηση των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφανίσεως των Καθ΄ ων η Αίτηση Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις Για τον Αιτητή - (Καθ΄ ου η Αίτηση): κ. Δ. Μιχαήλ Για τους Καθ΄ ων η Aίτηση - (Αιτητές): κα Σκ. Ρούσου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ΄ ων η Αίτηση στη με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτησης εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα εργασιών της τη Λεμεσό και ασχολείται με τη διαχείριση και διεύθυνση πλοίων. Ο Αιτητής κατά πάντα ουσιώδη χρόνο απασχολείτο ως υπάλληλος των Καθ΄ ων η Αίτηση στο λογιστήριο του στη θέση του προϊστάμενου λογαριασμών (accounts supervisor). Με την Αίτηση του η οποία καταχωρήθηκε στις 2.3.10 ο Αιτητής αξιώνει το ποσό των €15.392,00 και/ή άλλο ποσό κριθεί δίκαιο και εύλογο από το Δικαστήριο ως μηνιαία αύξηση στον μισθό του για τα έτη 2007-

  1. Είναι η θέση του Αιτητή ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση χωρίς κανένα λόγο παραβίασαν συμβατική υποχρέωση τους και/ή πρακτική και/ή έθιμο με το να μην του καταβάλουν αύξηση στον μισθό του για τα πιο πάνω έτη. Περαιτέρω αξιώνει συνεισφορά από τους Καθ΄ ων η Αίτηση στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Ταμείο Προνοίας στο ποσό της αύξησης του μηνιαίου μισθού που θα καθορίσει και θα του επιδικάσει το Δικαστήριο. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση με την έγγραφο εμφάνιση τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε ανέλαβαν οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του Αιτητή για παροχή κατ΄ έτος αυξήσεως του μισθού του, ότι η αύξηση ή όχι στο μισθό οποιουδήποτε υπαλλήλου τους εναπόκειτο στην απόλυτη διακριτική τους ευχέρεια και ότι η μη παροχή αύξησης στον Αιτητή κατά τα τελευταία 4 χρόνια ήταν απόλυτα δικαιολογημένη λόγω της απόδοσης και της συμπεριφοράς του Αιτητή. H υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 4.5.
  2. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση στις 3.6.10 καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτούνται την τροποποίηση των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφανίσεως τους ως ακολούθως: «
  3. Την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου ως 1Α: 1Α. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης αναφορικά με τις αξιώσεις του Αιτητή για τις αιτούμενες αυξήσεις για τα έτη 2007, 2008 και 2009 γιατί έχουν καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και/ή κατ΄ αντίθεση των προνοιών του Νόμου.
  4. Την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου 1Β. 1Β. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής τους ένστασης, οι Καθ΄ ων η Αίτηση εγείρουν ετέραν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αξίωσης του Αιτητή υπό το Γ του παρακλητικού» Η αίτηση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό, Καν. 11

(1)(β), 12
(1), 13
(1)
(2), στον Περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμο 8/67 άρθρο 12 όπως τροποποιήθηκε, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25, Θ. 1, 2, 3 και 4, και Δ.48 Θ.1, 2 και 3 καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση είναι τα ακόλουθα: « 1. Μετά από προσεκτικότερη μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας δεν συμπεριλήφθηκαν στους Γενικούς Λόγους οι αιτούμενες προσθήκες των προδικαστικών ενστάσεων. Οι αιτούμενες προσθήκες είναι αναγκαίες όπως περιληφθούν στους Γενικούς Λόγους ώστε να τεθούν στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Οι αιτούμενες προσθήκες αφορούν θέματα νόμου και δημόσιας πολιτικής και μπορούν να εγερθούν καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και από το ίδιο το Δικαστήριο. Είναι εμφανές ότι η παρούσα αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται καλόπιστα και δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα του Αιτητή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και προς το σκοπό της απονομής πλήρους Δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση, όπως το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο με την παρούσα αίτηση διάταγμα.» Ο Αιτητής καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει ως λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω (όπως αυτοί διαμορφώθηκαν με την αγόρευση και δήλωση του δικηγόρου του κατά την ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης): «1) Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχράται την διαδικασία. 2) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή δεν αποκαλύπτονται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 3) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και/ή κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). 4) Τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί που αναφέρονται ήταν σε πλήρη γνώση των Καθ΄ ων η αίτηση εξ΄ αρχής και/ή όφειλαν να τα γνωρίζουν και δεν δικαιολογούνται στο παρόν στάδιο να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς και/ή να ζητούν τις αιτούμενες με την αίτηση τροποποιήσεις. 5) Εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, τότε θα ανατραπεί το υπόβαθρο της δίκαιης δίκης για τον Αιτητή και θα προκαλέσουν σ΄ αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. 6) Με την αιτούμενη τροποποίηση διαφοροποιείται πλήρως η υφιστάμενη υπεράσπιση των Καθ΄ ων η αίτηση σε σημείο που αποτελεί κατάφορη κατάχρηση και εκ των υστέρων σκέψη. 7) Στο στάδιο αυτό επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Αιτητή. 8) Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι εύλογο και/ή ορθό και/ή δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις». Τα γεγονότα που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης είναι συνοπτικά τ΄ ακόλουθα:
(1)Δεν έγινε καλόπιστο λάθος ή αβλεψία από μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση κατά τη σύνταξη του δικογράφου τους με τη μη συμπερίληψη της υπεράσπισης της παραγραφής.
(2)Με την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα περιληφθούν στους γενικούς λόγους της Έγγραφου Εμφάνισης πραγματικά γεγονότα που άπτονται της ουσίας της υπεράσπισης των Καθ΄ ων η Αίτηση αλλά διαδικαστικά θέματα.
(3)Αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί στον Αιτητή ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα αφού με την προσθήκη της προδικαστικής ένστασης ο Αιτητής ενδέχεται να «χάσει την μισή αξίωση του». Αγορεύσεις Η συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση στην αγόρευση της ισχυρίστηκε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση εξηγούν στην αίτηση τους τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις δεν δικογραφήθηκαν και ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενήργησαν καλόπιστα και χωρίς καθυστέρηση. Με αναφορά σε νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα ισχυρίστηκε ότι επειδή (α) η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της Αίτησης και (β) η οποιαδήποτε ζημιά που θα προκληθεί στον Αιτητή αν εγκριθεί η υπό εξέταση αίτηση μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί από το Δικαστήριο. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση επιδιώκουν με την υπό εξέταση αίτηση να φέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα θέματα που είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης και την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης και ότι αν δεν επιτραπεί ενδέχεται οι Καθ΄ ων η Αίτηση να κληθούν να καταβάλουν στον Αιτητή ποσά για παραγραμμένες αξιώσεις και για αξιώσεις για τις οποίες το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει. Τα θέματα της παραγραφής και της δικαιοδοσίας είναι θέματα νόμου και δημόσιας τάξης τα οποία πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο. Ο συνήγορος του Αιτητή αφού παράθεσε σειρά νομολογιακών αρχών αναφορικά με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων ισχυρίστηκε ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ΄ ότι: (α) Με την έγκριση της ο Αιτητής θα τοποθετηθεί σε μειονεκτική θέση αφού θα του προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα καθ΄ ότι ο Αιτητής με την προσθήκη των προδικαστικών ενστάσεων ενδέχεται να χάσει τη μισή αξίωση του η οποία ανέρχεται σε €7.500,00. (β) Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται να εισαχθούν νέα επιπρόσθετα θέματα τα οποία αποτελούν μια νέα βάση υπεράσπισης και τα οποία θα αλλάξουν ριζικά τη δομή της υπόθεσης των Καθ΄ ων η Αίτηση. (γ) (
  1. i)Το θέμα της παραγραφής είναι ένα τεχνικό, διαδικαστικό θέμα και όχι ένα θέμα που χρειάζεται να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου για να βοηθήσει στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Συνακόλουθα με την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα εισαχθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός επί της ουσίας της διαφοράς αλλά ένα διαδικαστικό θέμα. (
  2. ii)Επειδή η δικαιοσύνη δεν μετράται πάντα σε χρήμα το λάθος της μη συμπερίληψης στο δικόγραφο των Καθ΄ ων η Αίτηση της παραγραφής θα πρέπει να το επωμιστούν οι δικηγόροι τους και όχι o Αιτητής λόγω του ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ένας μεγάλος επιχειρηματικός οργανισμός και με τη συμπεριφορά τους οδήγησαν τον Αιτητή να πιστέψει ότι δεν θα επικαλεστούν την υπεράσπιση της παραγραφής. (δ) Η έκδοση διατάγματος τροποποίησης δεν θα διευκολύνει την υπόθεση αλλά αντιθέτως θα προκαλέσει αδικία και/ή καθυστέρηση και/ή δεν εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. (ε) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση στα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση τους δεν δικαιολογούν τους λόγους που προβάλλουν για να δικαιολογήσουν την αίτηση τους αφού τα γεγονότα που προβάλλουν είναι ασαφή. Περαιτέρω τόσο τα γεγονότα όσο και οι ισχυρισμοί που αναφέρουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση στην αίτηση τροποποίησης τους ήταν εις γνώση τους εξ΄ αρχής και/ή όφειλαν να τα γνωρίζουν και δεν δικαιολογούνται στο παρόν στάδιο να προβάλουν ισχυρισμούς περί καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Σύμφωνα με τον Κ.17 του Κανονισμού: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, an any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιον του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)[1] 1 ΑΑΔ 726). Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused».. Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934), Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) Α.Α.Δ. 44). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ. 52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην Αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33 τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο πάνω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 AAΔ 162 στη σελ. 164 σημειώνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ. 707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη μας τους λόγους ένστασης του Αιτητή οι οποίοι ουσιαστικά αφορούν το ότι με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται να εισαχθεί νέα υπεράσπιση τεχνικής φύσεως, ότι αν εγκριθεί η αίτηση θα υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν απέδειξαν ότι ενεργούν καλόπιστα στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης και/ή οι λόγοι που επικαλούνται είναι ασαφείς. Στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38, κρίθηκε ότι η αίτηση για τροποποίηση που υποβλήθηκε από τους εναγόμενους κατά τη διάρκεια της τελικής αγόρευσης του δικηγόρου των εναγόντων ύστερα από ακροαματική διαδικασία δύο εβδομάδων επί της ουσίας της διαφοράς, η οποία απέβλεπε στην εισαγωγή ισχυρισμού ότι η αξίωση είχε παραγραφεί έπρεπε να απορριφθεί καθ΄ ότι ήταν πολύ αργά για τους εναγόμενους να θέσουν τέτοιο δικονομικό κώλυμα όταν ως εκείνο το στάδιο δεν το είχαν επικαλεστεί. Παραθέτουμε πιο κάτω τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση του Lord Griffiths, (ο οποίος έδωσε την απόφαση της πλειοψηφίας) στις σελ. 61-62: «Ι have never in my experience at the Bar or on the Bench heard of an application to amend to plead a limitation defence during the course of the final speeches. Such an application would, in my view, inevitably have been rejected as far too late. A defence of limitation permits a defendant to raise a procedural bar which prevents the plaintiff from pursuing the action against him. It has nothing to do with the merits of the claim, which may all lie with the plaintiff; but as a matter of public policy Parliament has provided that a defendant should have the opportunity to avoid meeting a stale claim. The choice lies with the defendant and if he wishes to avail himself of the statutory defence it must be pleaded. A defendant does not invariably wish to rely on a defence of limitation and may prefer to contest the issue on the merits. If, therefore, no plea of limitation is raised in the defence the plaintiff is entitled to assume that the defendant does not wish to rely on a time-bar but prefers the court to adjudicate on the issues raised in the dispute between the parties. If both parties on this assumption prepare their cases to contest the factual and legal issues arising in the dispute and they are litigated to the point of judgment, the issues will by this time have been fully investigated and a plea of limitation no longer serves its purpose as a procedural bar. If a defendant decides not to plead a limitation defence and to fight the case on the merits he should not be permitted to fall back on a plea of limitation as a second line of defence at the end of the trial when it is apparent that he is likely to lose on the merits. Equally, in my view, if a defence of limitation is not pleaded because the defendants' lawyers have overlooked the defence the defendant should ordinarily expect to bear the consequences of that carelessness and look to his lawyers for compensation if he is so minded. ......................................................................... It is not the practice invariably to allow a defence which is wholly different from that pleaded to be raised by amendment at the end of the trial even on terms that an adjournment is granted and that the defendant pays all the costs thrown away. There is a clear difference between allowing amendments to clarify that issues in dispute and those that permit a distinct defence to be raised for the first time. Whether an amendment should be granted is a matter for the discretion of the trial judge and he should be guided in the exercise of the discretion by his assessment of where justice lies. Many and diverse factors will bear on the exercise of this discretion. I do not think it possible to enumerate them all or wise to attempt to do so. But justice cannot always be measured in terms of money and in my view a judge is entitled to weigh in the balance the strain the litigation imposes on litigants, particularly if they are personal litigants rather than business corporations, the anxieties occasioned by facing new issues, the raising of false hopes, and the legitimate expectation that the trial will determine the issues one way or the other. Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it an the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence. Another factor that a judge must weigh in the balance is the pressure on the courts caused by the great increase in litigation and the consequent necessity that, in the interests of the whole community, legal business should be conducted efficiently. We can no longer afford to show the same indulgence towards the negligent conduct of litigation as was perhaps possible in a more leisured age. There will be cases in which justice will be better served by allowing the consequences of the negligence of the lawyers to fall on their own heads rather than by allowing an amendment at a very late stage of the proceedings.» Παρατηρούμε ότι στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε ιδιαίτερα η αρχή ότι το όλο ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σύμφωνα με τη δικαιοσύνη της υπόθεσης. (Βλέπε επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλας Χαριλάου Χαρικλείδη
(2001)1 Γ ΑΑΔ 1608). Στην εν λόγω απόφαση του Lord Griffiths βαρύνουσας σημασίας ήταν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι επιχείρησαν να επικαλεστούν την υπεράσπιση της παραγραφής στο τέλος της δίκης όταν διαπίστωσαν ότι υπήρχε πιθανότητα να έχαναν την υπόθεση επί της ουσίας αφού διεξήχθηκε η ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας και άφησαν τους ενάγοντες να πιστεύουν ότι η μεταξύ τους διαφορά θα επιλυόταν επί της ουσίας. Στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 ALL E.R. 257 το Αγγλικό Εφετείο εξέτασε τη σύγχρονη πρακτική αναφορικά με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων ενόψει της πιο πάνω απόφασης στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd. Στην απόφαση του το Αγγλικό Εφετείο αφού παράθεσε το απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Cropper v. Smith (πιο πάνω) κατέληξε ότι ακόμα ισχύει η αρχή που περιέχεται στο εν λόγω απόσπασμα και ότι η απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman δεν περιορίζει τη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων στις κατάλληλες περιπτώσεις. Τονίστηκε με παραπομπή σε άλλες αδημοσίευτες αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου[2] ότι η υπόθεση Ketteman είχε τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ότι η εν λόγω απόφαση εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ζητείται τροποποίηση ώστε να συμπεριληφθεί η υπεράσπιση της παραγραφής στο τέλος της δίκης και ότι οι παράγοντες που παρέθεσε ο Lord Griffiths εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψη σ΄ αυτές τις περιπτώσεις. Στις περιπτώσεις όπου η τροποποίηση ζητείται πριν την έναρξη της δίκης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι παράγοντες που σημειώνονται στην απόφαση του Lord Griffiths αλλά η αιτούμενη τροποποίηση εξετάζεται υπό το πρίσμα των καλά καθιερωμένων αρχών που διέπουν το θέμα της τροποποίησης και κυρίως αυτών που επιτρέπουν τις τροποποιήσεις πριν την έναρξη της ακρόασης υπόθεσης νοουμένου ότι δεν θα υποστεί ζημιά η άλλη πλευρά. Σημειώνουμε ότι και στην Κυπριακή νομολογία έχει τονιστεί ότι τροποποιήσεις μετά το πέρας της δίκης δύσκολα επιτρέπονται. Στην απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 CLR 180 στη σελ. 183 σημειώνεται ότι: «An amendment of the pleadings after the closing of the case and for the purpose of the judgment is a matter which in exceptional circumstances may have to be done; but it should be avoided unless it is unavoidable in the circumstances of the particular case;» Επίσης στην Ευριπίδου ν. Καννάουρου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: «At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extreme late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case». (Βλέπε επίσης: Φοινιώτης Greenmar (πιο πάνω), Kallice v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω). Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 624 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs...». (Βλέπε επίσης Ευριπίδου ν. Καννάουρου (πιο πάνω) σελ. 27). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει του γεγονότος ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακρόασης θα την εξετάσουμε υπό το πρίσμα των αρχών που αναφέραμε πιο πάνω. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις o Αιτητής θα τεθεί σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς θεμελίωσης και απόδειξης των αξιώσεων του από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο των Καθ΄ ων η Αίτηση του επιδίδετο εξ αρχής. Δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ποια διαφορετική στάση θα τηρούσε ο Αιτητής αν προβάλλονταν εξ αρχής οι αιτούμενες τροποποιήσεις στο έγγραφο εμφάνισης των Καθ΄ ων η Αίτηση (βλέπε Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α & G Leventis & Company (Νigeria) Ltd (πιο πάνω) ή ότι ο Αιτητής λόγω της μη συμπερίληψης των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων στο έγγραφο εμφάνισης των Καθ΄ ων η Αίτηση απέκτησε κάποια δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Ο δικηγόρος του Αιτητή μας παρέπεμψε στο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Keith (ο οποίος διαφώνησε με την απόφαση της πλειοψηφίας) στην υπόθεση Ketteman όπου σημειώνονται τα εξής: «There is no injustice if the other side can be compensated by costs; but, if the amendment will put them into such a position that they must be injured is ought not to be made». Ο Lord Keith στη συνέχεια της απόφασης του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed» Συνακόλουθα κρίνουμε ότι το το είδος της ζημιάς που εισηγήθηκε ο δικηγόρος του Αιτητή (βλέπε σελ. 6 της παρούσας απόφασης) ότι θα υποστεί ο Αιτητής αν εγκριθεί η αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο θα πρέπει να εγκριθεί ή όχι η υπό εξέταση αίτηση. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής δεν θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση και δεν θα υποστεί ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι Καθ΄ ων η Αίτηση επιδιώκουν να εισάξουν δύο νέες προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν νομικά σημεία και οι οποίες αποτελούν δύο νέες υπερασπίσεις οι οποίες σύμφωνα με το δικηγόρο του Αιτητή αλλάζουν το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης και γι΄ αυτό το λόγο δεν πρέπει να επιτραπούν. Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 624 σημειώνεται ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μπορεί ο εναγόμενος να ζητήσει την τροποποίηση της υπεράσπισης του με την εισαγωγή μιας νέας υπεράσπισης. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στη σελ. 131 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could one conveniently be made the subject of a fresh action». (Βλέπε επίσης Annual Practice 1958 σελ. 627, Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426). Δεν θεωρούμε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη βάση της υπεράσπισης των Καθ΄ ων η Αίτηση. Το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης παραμένει το ίδιο. Απλώς οι Καθ΄ ων η Αίτηση επιθυμούν να εισάξουν στο έγγραφο εμφάνισης τους δύο νομικά σημεία τα οποία κατά τη γνώμη τους πρέπει το Δικαστήριο να τα εξετάσει. Τα εν λόγω νομικά σημεία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 628 διατυπώνεται ξεκαθαρά ότι: «In a proper case, the Court will allow a party to amend his pleadings so as to raise the points of law which he desires to have determined..». Τα όσα ανέφερε ο δικηγόρος του Αιτητή ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ τροποποιήσεων που διευκρινίζουν τα επίδικα θέματα και αυτών που επιτρέπουν να εγερθεί η υπεράσπιση της παραγραφής για πρώτη φορά βασιζόμενος στην απόφαση του Lord Griffiths στην υπόθεση Ketteman κατά τη γνώμη μας δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση ενόψει του γεγονότος ότι η υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης κατατέθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας σ΄ αντίθεση με την Ketteman που η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Υπό το φως των αρχών της νομολογίας ότι κυρίαρχος παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι σκοπός του Δικαστηρίου δεν είναι για να τιμωρεί για όποια λάθη γίνονται στον χειρισμό της υπόθεσης αλλά να αποφασίζει με βάση τα δικαιώματα των μερών και λαμβάνοντας υπόψη ότι αν εγκριθεί η τροποποίηση δεν θα υποστεί ο Αιτητής οποιαδήποτε ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και ότι οι νέες υπερασπίσεις αφορούν την παρούσα υπόθεση όπως αυτή παρουσιάζεται στην Αίτηση του Αιτητή, κρίνουμε ότι το γεγονός ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα εισαχθούν νέες υπερασπίσεις δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης. Με την εισαγωγή των αιτούμενων τροποποιήσεων στο έγγραφο εμφάνισης των Καθ΄ ων η Αίτηση το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αποφανθεί επί όλων των θεμάτων που αφορούν την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς με βάση όλα τα νομικά δικαιώματα των διάδικων μερών. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του Αιτητή τα γεγονότα που στηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση παραπέμπουν σε σειρά διαζευκτικών εξηγήσεων αναφορικά με τη μη συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων στους αρχικούς γενικούς λόγους εμφάνισης των Καθ΄ ων η Αίτηση. Κατ΄ αρχήν σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι ένα αίτημα στηρίζεται σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς δεν μπορεί από μόνο του να καταδείξει ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενεργούν κακόπιστα. (Βλέπε Astor Manufacturing & Exporting Co v. A & G Leventis & Co (πιο πάνω)). Στην παρούσα περίπτωση δεν διαφαίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος της διαφοράς των διάδικων μερών όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μας που να καταδεικνύει ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενήργησαν κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσουν την πλευρά του Αιτητή. Επίσης δεν διαπιστώνουμε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Κατά τη γνώμη μας το γεγονός ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπάρχει η πιθανότητα κάποιες από τις αξιώσεις του Αιτητή να μην μπορούν να προωθηθούν ή να κριθούν ως ανυπόστατες όχι επί της ουσίας αλλά λόγω νομικών κωλυμάτων, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν την αίτηση κακόπιστα για να μην εκδικαστεί η πραγματική διαφορά μεταξύ των διάδικων μερών. Τα εγειρόμενα θέματα με τις αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν θέματα που αφορούν την διαφορά μεταξύ των μερών αφού σχετίζονται με την νομική υπόσταση και προώθηση των αξιώσεων του Αιτητή στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι λόγω καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας και/ή παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκαν στο δικόγραφο τους οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Κατά τη γνώμη μας οι εν λόγω εξηγήσεις δεν αποτελούν διαζευκτικές εξηγήσεις αλλά εκφάνσεις μιας και μόνο εξήγησης. Παρόλο που δεν διευκρινίζεται περισσότερο η εν λόγω εξήγηση πάνω στην οποία στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση κρίνουμε ότι η απουσία περαιτέρω λεπτομερειών δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αίτηση είναι αστήριχτη. Έχοντας υπόψη τη σύγχρονη τάση για έγκριση αιτημάτων τροποποίησης έστω και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους κρίνουμε ότι η παράλειψη ή το λάθος των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά για την τύχη της παρούσας αίτησης ενόψει του ότι όπως σημειώσαμε πιο πάνω δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες καταλήγουμε ότι υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να εξασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και να εγκρίνουμε το αίτημα για τροποποίηση του εγγράφου εμφάνισης τους. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων του εγγράφου εμφάνισης των Καθ΄ ων η αίτηση ως οι παράγραφοι 2 και 3 στο μέρος Α με τίτλο Αιτούμενη Θεραπεία της αίτησης των Καθ΄ ων η Αίτηση ημερ. 3.6.2010. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Έγγραφου Εμφάνισης να καταχωρηθούν εντός 21 ημερών από σήμερα. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση (Αιτητών στην υπό εξέταση αίτηση) και προς όφελος του Αιτητή (Καθ΄ ου η Αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.)............... (Υπ.) ................ Μ. Πρωτοπαπά, Μέλος Κ. Χριστοδούλου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης) [1] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [2] Στην απόφαση Khalsa v. Hepherd Winstanly & Pugh
(1992)CA Transcript 450, 8.5.1992, λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: "I observe of it that the House was concerned with a particular situation. That situation was one where it was sought to amend at the conclusion of the trial. It is to that situation, as I read it, that the remarks of Lord Griffiths were addressed. It is not the situation before this court. The situation before this court .. is one which falls to be considered by reference to the familiar principles governing the grant of the leave to amend the pleading". O Lord Justice Mann ο οποίος εξέδωσε την εν λόγω απόφαση καταληχτικά σημείωσε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση «.undoubtedly in the absence of prejudice the would be amender is entitled to have his case before the court»; Στην υπόθεση British Gas plc v. Green Elms Ltd [1998] CA Transcript 89, 5.2.88 o Lord Justice Staughton στην απόφαση του ανέφερε: «There is a passage in the speech of Lord Griffiths which makes it very clear that there are circumstances in which it is just to refuse leave to amend even though it can be said that costs and an adjournment will care all. That particular case was concerned with an amendment made during final speeches and, what is more, an amendment to raise a plea of limitation for the first time. Those are particular features of the decision. I bear what Lord Griffiths said in mind but this application has not been made at the end of the trial. It was made 18 months before the trial was due to begin. It is true to say that it is adding a new issue rather than clarifying the old issues. But the new issue is one which anyone familiar with buildings contract cases was obviously liable to arise». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.