← Κύπρος

ELIAS MARINE CONSULTANTS LTD ν. SARAH KHOURY DAOU, Αρ. Αίτησης: 492/10, 5 Μαΐου, 2011

ELIAS MARINE CONSULTANTS LTD ν. SARAH KHOURY DAOU, Αρ. Αίτησης: 492/10, 5 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2011:17 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Ιωάννου } Αντ. Κωνσταντινίδου } Μελών Αρ. Αίτησης: 492/10 Μεταξύ: ELIAS MARINE CONSULTANTS LTD Αιτητών και SARAH KHOURY DAOU Καθ΄ ης η Αίτηση ---- Αίτηση ημερομηνίας 20.1.2011 για εκδίκαση νομικού σημείου Ημερομηνία: 5 Μαΐου, 2011 Εμφανίσεις Για την αιτήτρια-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Κάρμιου για κ. Κρις Τριανταφυλλίδη Για τους καθ΄ ων η αίτηση-Αιτητών: κ. Σ. Βασιλείου για κ. Σωτήρη Πίττα και κα Αργεντούλα Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια στην παρούσα αίτηση (Καθ΄ ης η Αίτηση στην αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό (στο εξής «η Αίτηση»)), με την υπό εξέταση αίτηση ζήτησε όπως το νομικό σημείο που εγείρεται στην παράγραφο 2 των γενικών λόγων της έγγραφης εμφάνισης της προδικαστεί. Οι καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση (Αιτητές στην Αίτηση), συμφώνησαν ότι το εγειρόμενο νομικό σημείο είναι αμιγώς νομικό και συγκατατέθηκαν όπως προδικαστεί. Η υπό εξέταση αίτηση αφορά την εκδίκαση νομικού σημείου ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης την οποία καταχώρησαν οι Αιτητές εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά. Με βάση τη νομολογία τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση δηλαδή τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης (βλέπε Θεοχάρους ν. Παστελλή

(1993)1 ΑΑΔ 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 B AAΔ.729, Sartas Importers Distributors Ltd v. Mαρούλλη
(2003)1 ΑΑΔ 1446). Στην παρούσα περίπτωση, τα γεγονότα όπως αυτά στοιχειοθετούνται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης, η Καθ΄ ης η Αίτηση προσλήφθηκε από τους Αιτητές την 1.4.2007 ως claims executive (υπεύθυνη απαιτήσεων) δυνάμει γραπτής σύμβασης εργοδότησης ημερομηνίας 1.4.
  1. Η εν λόγω σύμβαση είχε ημερομηνία λήξης την 31.3.
  2. Κατά τη λήξη της, η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε από τους διαδίκους μέχρι τις 14.3.
  3. Λόγω του υπήρξε κάποιο πρόβλημα με την άδεια παραμονής της Καθ΄ ης η Αίτηση στην Κύπρο οι Αιτητές υπέγραψαν με την Καθ΄ης η Αίτηση νέα σύμβαση εργοδότησης ημερομηνίας 20.1.
  4. Δυνάμει της εν λόγω σύμβασης εργοδότησης η Καθ΄ ης η Αίτηση είχε υποχρέωση να δώσει στους Αιτητές 3 μήνες προειδοποίηση τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης της σε περίπτωση που θα παραιτείτο οικειοθελώς από την εργασία της. Με διάφορα έξοδα των Αιτητών, η Καθ΄ ης η Αίτηση συμμετείχε σε πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης για να μπορέσει να αναλάβει επαγγελματικά καθήκοντα στους Αιτητές. Παρά το κόστος για την εκπαίδευση της Καθ΄ ης η Αίτηση και τα επιπρόσθετα έξοδα που επιβαρύνθηκαν οι Αιτητές στην προσπάθεια τους να παράσχουν στην Καθ΄ ης η Αίτηση τα εφόδια για την ανέλιξη της, η απόδοση της Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν ασταθής, παρουσιάζοντας σημεία ανευθυνότητας και αδυναμίας αποπεράτωσης των βασικότερων καθηκόντων της. Συνεπεία των πιο πάνω οι Αιτητές προέβαιναν σε παρατηρήσεις προς την Καθ΄ ης η Αίτηση. Από τους πρώτους μήνες του 2010 η απόδοση της Καθ΄ ης η Αίτηση μειώθηκε δραματικά προκαλώντας αρνητικό κλίμα στο χώρο εργασίας της αφού οι συνάδελφοι της Καθ΄ ης η Αίτηση διαμαρτύρονταν γιατί αναγκάζονταν να αναλάβουν τα επαγγελματικά καθήκοντα της Αιτήτριας. Στις 6.8.2010 η Καθ΄ ης η Αίτηση αδικαιολόγητα και χωρίς να ενημερώσει τους Αιτητές απουσίασε από την εργασία της χωρίς καμία δικαιολογία και χωρίς να πληροφορήσει τους Αιτητές για επείγοντα επαγγελματικά θέματα και υποθέσεις υψίστης σημασίας με προκαθορισμένα αυστηρά χρονοδιαγράμματα που εξέπνεαν την τότε επόμενη εβδομάδα. Παρά τις προσπάθειες των Αιτητών να επικοινωνήσουν με την Καθ΄ ης η Αίτηση, αυτό δεν κατέστη δυνατό με αποτέλεσμα άλλοι εργοδοτούμενοι των Αιτητών να επωμιστούν τα επαγγελματικά της καθήκοντα και υποχρεώσεις για να μπορέσουν να διεκπεραιώσουν τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση. Στις 16.8.2010 η Καθ΄ ης η Αίτηση υπέβαλε την παραίτηση της δίνοντας στους Αιτητές 3 μήνες προειδοποίηση. Η εν λόγω παραίτηση έγινε αποδεκτή από τους Αιτητές νοουμένου ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση θα πρόσφερε τις υπηρεσίες της σ΄ αυτούς μέχρι τις 16.11.
  5. Την 1.9.2010 η Καθ΄ ης η Αίτηση υπέβαλε αίτηση για παροχή άδειας απουσίας από την εργασία της για 1½ μέρα (το απόγευμα της 15.9.2010 και ολόκληρη τη μέρα 16.9.2010). Το εν λόγω αίτημα της δεν εγκρίθηκε από τους Αιτητές καθ΄ ότι οι διαθέσιμες μέρες άδειας της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν ήταν επαρκείς. Στις 8.9.2010 η Καθ΄ ης η Αίτηση αδικαιολόγητα δεν παρουσιάστηκε στην εργασία της προφασιζόμενη ιατρικό πρόβλημα που της επέβαλλε ξεκούραση στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου. Στις 10.9.2010 παρουσιάστηκε στην εργασία της χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ασθένειας ενώ το απόγευμα μετέβη στο Λίβανο. Στις 13.9.2010 η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν εμφανίστηκε στο χώρο εργασία της αφού οι Αιτητές στις 12.9.2010 η ώρα 10.30 μ.μ. πήραν τηλεομοιότυπο από ιατρό ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση ασθενεί και της συνίσταται ξεκούραση από τις 13.9.2010 μέχρι τις 20.9.
  6. Στις 13.9.2010 η Καθ΄ ης η Αίτηση θεάθηκε να ταξιδεύει από το Λίβανο στην Κύπρο σε ιδιαίτερα ευδιάθετη κατάσταση. Οι Αιτητές λόγω των πιο πάνω ζήτησαν από την Αιτήτρια όπως εξεταστεί από ιατρό της δικής τους επιλογής και φρόντισαν όπως επωμιστούν αυτοί τα έξοδα της ιατρικής εξέτασης όπως και τα έξοδα μεταφοράς της Καθ΄ ης η Αίτηση στο ιατρείο του ιατρού. Η Καθ΄ ης η Αίτηση παρέλειψε να παρουσιαστεί στη συνάντηση με τον ιατρό χωρίς να πληροφορήσει προηγουμένως τους Αιτητές. Στις 20.9.2010 όταν έληξε η άδεια ασθενείας της η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν επέστρεψε στην εργασία της. Οι Αιτητές εντόπισαν στο γραφείο τους επιστολή της Καθ΄ ης η Αίτηση ημερομηνίας 19.9.2010 με την οποία τερμάτιζε άμεσα τη σύμβαση εργοδότησης της και μεταξύ άλλων δυσφημούσε τους Αιτητές και υπέβαλλε σ΄ αυτούς διάφορες αδικαιολόγητες απαιτήσεις. Συνεπεία της όλης συμπεριφοράς της Καθ΄ ης η Αίτηση οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση και με αυτή αξιώνουν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή οικιοθελώς, τερμάτισε την Συμφωνία εργοδότησης που είχε με τους Αιτητές. Β. Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση και/ή παράνομο και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της σύμβασης εργασίας της Καθ΄ ης η Αίτηση. Γ. Πληρωμή αντί προειδοποίησης 3 μηνών προς τους Αιτητές. Δ. Απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση για ποσό Ευρώ 115.390,39 ως αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστησαν οι Αιτητές συνεπεία της ανωτέρω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Καθ΄ ης η Αίτηση και/ή του παράνομου και αδικαιολόγητου τερματισμού της εργοδοσίας αυτής στους Αιτητές και/ή της Συμφωνίας Εργοδότησης αυτής. Ε. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνη ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο. Στ. Νόμιμους Τόκους. Ζ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Σημειώνουμε ότι ο δικηγόρος των Αιτητών απέσυρε την αξίωση που περιέχεται στην παράγραφο Δ του αιτητικού της Αίτησης. Αγορεύσεις: Ο συνήγορος για την αιτήτρια-Καθ΄ ης η Αίτηση ανέφερε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση καθ΄ ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με βάση τον περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμο Ν.8/67(ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) και τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο Ν.24/67(ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει μόνο αιτήσεις που καταχωρούνται από εργοδοτούμενους εναντίον των εργοδοτών τους. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι η φράση «εργατική διαφορά» που περιέχεται στους δύο πιο πάνω αναφερόμενους νόμους δεδομένου των περιορισμών που θέτει το Άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67οφείλει να ερμηνευθεί ως περιοριζόμενη σε αξιώσεις του εργοδοτουμένου κατά του εργοδότη. Από την άλλη ο συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση-Αιτητών εισηγήθηκε ότι το Άρθρο 30
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67εντάσσει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαφορές που αναφύονται συνέπεια της εφαρμογής του. Η εξαίρεση που προβλέπεται στο Άρθρο 30
(2)του ιδίου νόμου για προσφυγή εργοδοτουμένου σε Επαρχιακό Δικαστήριο καλύπτει μόνο αξιώσεις εργοδοτουμένων και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση αφού αυτή αφορά αξίωση εργοδότη εναντίον εργοδοτουμένου. Εισηγήθηκε ότι η παρούσα περίπτωση αφορά περίπτωση εργατικής διαφοράς η οποία καλύπτεται από τις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου (Ν.8/67)και του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67). Πιο συγκεκριμένα υποστήριξε ότι επειδή το Άρθρο 10 του περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου (Ν.24/67)αναφέρει ρητά ότι ο εργοδοτούμενος οφείλει να δώσει στον εργοδότη προειδοποίηση πριν να τερματίσει τη συμφωνία απασχόλησης του, το Δικαστήριο, παρόλο που ο εν λόγω Νόμος δεν προβλέπει για θεραπεία στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος κατά παράβαση του εν λόγω Άρθρου δεν δώσει προειδοποίηση, θα πρέπει να αποδώσει θεραπεία στον εργοδότη για την εν λόγω παράβαση του Νόμου και ότι αποκλειστικά αρμόδιο για να δώσει αυτή τη θεραπεία εφόσον αφορά παραβίαση δικαιώματος που προβλέπεται από τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Αναφορικά με την αξίωση για δήλωση από το Δικαστήριο ότι ο τερματισμός της σύμβασης εργοδότησης από την Αιτήτρια είναι παράνομος και/ή αντισυμβατικός και/ή αδικαιολόγητος υπέβαλε στο Δικαστήριο ότι εφόσον το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με βάση τον περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμο (Ν.24/67)είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφασίσει αν ένας τερματισμός της απασχόλησης είναι νόμιμος ή παράνομος, συνακόλουθα έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για το νόμιμο ή το παράνομο του τερματισμού και στην περίπτωση τερματισμού της σχέσης εργασίας από τον εργοδοτούμενο. Σχετικά με την αξίωση για γενικές αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της σύμβασης εργασίας εισηγήθηκε ότι το θέμα των αποζημιώσεων είναι ένα παρεμπίπτον και συμπληρωματικό θέμα της αξίωσης των Αιτητών για δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση παράνομα και/ή αντισυμβατικά τερμάτισε τη σύμβαση εργοδότησης της και δυνάμει των προνοιών του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67) το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία γι΄ αυτό το θέμα. Επιπλέον εισηγήθηκε ότι οι αξιώσεις των Αιτητών αφορούν αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας που είχαν με την Αιτήτρια και κατά συνέπεια με βάση το άρθρο 12
(1)(ε) των περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμων (Ν.24/67)το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου προσδιορίζεται το εύρος της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεων ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ΄ εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Σημειώνουμε ότι ο όρος «εργατική διαφορά» καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67 ως εξής : «εργατική διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·» Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι πρόνοιες των υποπαραγράφων (α), (γ), (δ) και (στ) του Άρθρου 12
(1)του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου Ν.8/67δεν εφαρμόζονται. Επομένως θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το ζήτημα της δικαιοδοσίας με αναφορά στις υποπαραγράφους (β) και (ε) του εν λόγω Άρθρου. Παράγραφος (ε) του άρθρου 12
(1)του Περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου Σημειώνουμε ότι η παράγραφος (ε) προστέθηκε στο Άρθρο 12
(1)του Ν.8/67 με τον Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο του 1996 (Ν.79(Ι)/96)αφού προηγήθηκαν δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χρ. Κυριακού ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020 και στη Τ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, στις οποίες κρίθηκε ότι δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα με τον τερματισμό της εργοδότησης βρίσκονται εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Δ.Ε.Δ. Αξιώσεις (α) για δεδουλευμένους μισθούς, (β) για άλλα ωφελήματα δυνάμει της σύμβασης εργασίας(τα οποία δεν σχετίζονταν με τον τερματισμό της απασχόλησης) και (γ) για ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της, κρίθηκαν ότι ήταν εκτός της υλικής αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ., καθ' ότι δεν συνιστούσαν εργατική διαφορά που προέκυψε συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67. (Βλέπε επίσης Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 991.) Συνεπεία της τροποποίησης του Ν.8/67 δυνάμει του άρθρου 2 του Ν. 79(Ι)/1996 η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάχθηκαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Elbee Ltd, Αίτηση για άδεια καταχώρισης Certiorari και Prohibition,
(1999)1A A.A.Δ. 149, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση των εν λόγω αυτοτελών αξιώσεων. Η πρόνοια του Άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496, όπου σημειώθηκαν τ' ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ..» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Στην εν λόγω υπόθεση, οι εφεσείοντες αξιώναν από τον εφεσίβλητο ποσό ύψους Λ.Κ.2.000,00 που στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας θα επωμίζονταν οι πρώτοι ως δίδακτρα εκπαίδευσης από τη μαθήτευση του δεύτερου στο κομμωτήριο τους ως τεχνικού κομμωτηρίου νοουμένου ότι ο δεύτερος θα εργαζόταν και θα παρέμενε στην υπηρεσία τους για περίοδο ενός έτους. Σε αντίθετη περίπτωση ο εφεσίβλητος θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα ο ίδιος στους εφεσείοντες. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων, ο εφεσίβλητος παραιτήθηκε από την εργασία του πριν τη λήξη της περιόδου του ενός έτους από την ημερομηνία της σύμβασης και αυτό συνιστούσε παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας συνεπεία της οποίας οι εφεσείοντες υπέστησαν ζημιά ύψους Λ.Κ.2.000, ίση δηλαδή με το ύψος των διδάκτρων. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το κατ' ισχυρισμόν αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πήγαζε από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασιζόταν ούτε και εγειρόταν από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορούσε στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά ήταν καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας με αποτέλεσμα να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην υπό εξέταση υπόθεση και υπό το φως της ερμηνείας που δόθηκε στον όρο «αυτοτελής αξίωση» από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Tony & Guy (πιο πάνω), κρίνουμε ότι οι αξιώσεις των Αιτητών εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αξιώσεις οι οποίες εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας ώστε να εμπίπτουν στα πλαίσια της αυτοτελούς αξίωσης εν τη εννοία του Άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67.Οι αξιώσεις των Αιτητών δεν είναι αξιώσεις που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της Καθ΄ης η Αίτηση, ούτε αφορούν ποσά που οφείλονται και είναι πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης της. Περαιτέρω, δεν αποτελούν δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση βρίσκουμε ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών βασίζεται στη συμφωνία των διαδίκων μερών ότι στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από την Καθ' ης η Αίτηση θα δοθεί στους Αιτητές τρίμηνη προειδοποίηση. Επομένως, κατά τη γνώμη μας το επίδικο θέμα δεν αφορά στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι θέμα παράβασης συμφωνίας[1]. Σημειώνουμε ότι στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Reissue, Vol. 16(1B), στη σελ. 64, στην παρ. 608, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "Employer's right to enforce notice. If an employee leaves employment without giving the notice required of him under his contract of employment, that is a breach of contract for which the employer may sue the employee." Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι το Δ.Ε.Δ δεν κέκτηται δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 12
(1)(ε) να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Παράγραφος (β) του ΄Αρθρου 12
(1)του Περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου Η εν λόγω παράγραφος εντάσσει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών. Με το Άρθρο 30[2] του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, προβλέπεται ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67 ή των σχετικών Κανονισμών. Περαιτέρω, το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι οι πρόνοιες του Ν.24/67 δεν επηρεάζουν το δικαίωμα εργοδοτούμενου όπως σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησης του να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο στη περίπτωση που οι αποζημιώσεις που διεκδικεί υπερβαίνουν τις αξιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν δυνάμει του Νόμου. Σημειώνουμε, η έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.24/67 είναι ταυτόσημη με αυτή που περιέχεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67. Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd,
(1990)1 A.A.Δ. 517, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Ν.24/67 σημείωσε ότι: (α) Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. και ότι κανένα άλλο Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του Ν.24/67. (β) Ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής σε Επαρχιακό Δικαστήριο με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. (γ) Ο Ν.24/67δεν καταργεί τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Τονίστηκε επίσης, στην προαναφερόμενη απόφαση, ότι ο πρωταρχικός σκοπός του Ν.24/67 είναι «η προστασία του εργοδοτούμενου από το μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας». Στην Kanika Developments Ltd v. Λουκά Λουκά,
(2004)1 A.A.Δ. 603, ο Δικαστής Νικολάου, στα πλαίσια εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο η απόφαση απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι νόμιμη εντός των πλαισίων του Ν.24/67, επισημαίνει τ' ακόλουθα: «. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και ότι ο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου και αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση.» Εξέταση των προνοιών του Ν.24/67 καταδεικνύει ότι ο εν λόγω Νόμος ρυθμίζει τ' ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του από τον εργοδότη. (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής περιόδου προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτούμενου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου. (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου κατά την περίοδο της προειδοποίησης . (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Παρατηρούμε ότι οι πρόνοιες του Ν.24/67 αναφέρονται μόνο σε δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε περίπτωση τερματισμού της εργοδότησης του με πρωτοβουλία (μονομερή απόφαση) του εργοδότη (Βλέπε Μέρος ΙΙ του Ν.24/67, Πρώτος, Δεύτερος και Τέταρτος Πίνακας του Ν.24/67). Δυνάμει των εν λόγω προνοιών του Ν.24/67 το Δ.Ε.Δ έχει δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτούμενου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Ν.24/67και στην περίπτωση που η απόφαση του εργοδότη κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ως παράνομη και αδικαιολόγητη να επιδικάσει αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτούμενου και εις βάρος του εργόδοτη ή αν οι περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν να διατάξει επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου και την καταβολή αποζημίωσης στον εργοδοτούμενο από τον εργοδότη. Και στις δύο περιπτώσεις ο τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων από το Δ.Ε.Δ. καθορίζεται ρητά από τον Ν.24/67. Δεν περιέχεται στο Ν. 24/67οποιαδήποτε πρόνοια που να δίνει στο Δ.Ε.Δ την αρμοδιότητα είτε να αποφαίνεται κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησης με πρωτοβουλία του εργοδοτούμενου είναι «παράνομος και/ή αδικαιολόγητος» εντός του πλαισίου του Ν. 24/67 είτε να επιδικάζει αποζημιώσεις στον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδοτούμενου. Λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό του Ν. 24/67 και το γεγονός ότι στο Ν. 24/67[3] δεν γίνεται αναφορά για περιπτώσεις τερματισμού της εργοδότησης με πρωτοβουλία του εργοδοτούμενου, κρίνουμε ότι το Δ.Ε.Δ έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται για τη νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης και να επιδικάζει αποζημιώσεις στις περιπτώσεις που κρίνεται παράνομος ο τερματισμός, μόνο αν ο τερματισμός της εργοδότησης επήλθε με πρωτοβουλία του εργοδότη. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργοδότησης επήλθε με πρωτοβουλία του εργοδοτούμενου στερείται δικαιοδοσίας αφού μια τέτοια εργατική διαφορά μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου δεν προκύπτει συνέπεια της εφαρμογής του Ν.24/67 καθ΄ ότι ο εν λόγω Νόμος δεν καλύπτει ρητά μια τέτοια περίπτωση. Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι το Δ.Ε.Δ στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει το θέμα κατά ποσόν ο τερματισμός της σύμβασης εργασίας από την Καθ΄ης η αίτηση ήταν παράνομος και/ ή κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας της και να αποδώσει οποιεσδήποτε θεραπείες στους Αιτητές αναφορικά με το εν λόγω θέμα. Κατά συνέπεια το Δ.Ε.Δ δεν έχει δικαιοδοσία να παρέχει στους Αιτητές τις θεραπείες που περιέχονται στις παραγράφους (Α) και (Β) του αιτητικού της Αίτησης. Η θέση του κ. Βασιλείου ότι το Άρθρο 30
(2)επιφυλάσσει μόνο το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο στη περίπτωση που η αξίωση είναι για αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν δυνάμει του Ν. 24/67 και ότι συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ δυνάμει του Άρθρου 30
(1)κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας να εκδικάσει αξιώσεις του εργοδότη εναντίον του εργοδοτούμενου στην περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης έγινε με πρωτοβουλία του εργοδοτούμενου δεν μας βρίσκει σύμφωνους ενόψει του ότι η διαφορά μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου που προέκυψε λόγω του τερματισμού της απασχόλησης με πρωτοβουλία του εργοδοτούμενου δεν αποτελεί εργατική διαφορά που αναφύηκε συνέπεια της εφαρμογής του Ν.24/67. Το Μέρος ΙΙ του Ν.24/67 προβλέπει για τα θέματα που αφορούν την προειδοποίηση που πρέπει να δίνει είτε ο εργοδότης είτε ο εργοδοτούμενος στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης. Τα σχετικά άρθρα για την παρούσα περίπτωση είναι τα Άρθρα 9
(3)και 10 τα οποία προνοούν τ΄ ακόλουθα: «9
(3)Ουδέν . των εν τω άρθρω 10 επηρεάζει το δικαίωμα του εργοδότου .. εις μακροτέραν περίοδον προειδοποιήσεως εάν ούτοι δικαιούνται εις ταύτην δυνάμει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως ή δι΄ άλλον λόγον». «
  1. Η ελάχιστη περίοδος προειδοποίησης που πρέπει να δίδει ο εργοδοτούμενος στον εργοδότη του είναι ως ακολούθως: (α) Όταν ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για είκοσι έξι ή περισσότερες εβδομάδες, αλλά για λιγότερες από πενήντα δύο, περίοδος μιας εβδομάδας· (β) όταν ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για πενήντα δύο ή περισσότερες εβδομάδες αλλά για λιγότερες από διακόσιες εξήντα, περίοδος δύο εβδομάδων· και (γ) όταν ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για διακόσιες εξήντα ή περισσότερες εβδομάδες, περίοδος τριών εβδομάδων». Τα πιο πάνω Άρθρα θεμελιώνουν υποχρέωση του εργοδοτούμενου να δώσει προειδοποίηση τερματισμού στον εργοδότη και απονέμουν στον εργοδότη αντίστοιχο δικαίωμα σε προειδοποίηση. Επίσης καθορίζουν την ελάχιστη χρονική περίοδο προειδοποίησης που πρέπει να δώσει ένας εργοδοτούμενος στον εργοδότη του και προβλέπουν ότι στην περίπτωση που στη σύμβαση εργοδότησης προβλέπεται μεγαλύτερη περίοδος από την ελάχιστη τότε ισχύει αυτή της σύμβασης εργοδότησης. Στην παρούσα περίπτωση: (α) η κατ΄ ισχυρισμόν πρόνοια στη σύμβαση εργοδότησης προέβλεπε για παροχή προειδοποίησης 3 μηνών σε περίπτωση τερματισμού της από την Καθ΄ ης η Αίτηση και (β) σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης, η Καθ΄ ης η Αίτηση ενώ έδωσε την προειδοποίηση που απαιτείτο δυνάμει της σύμβασης εργοδότησης δεν εργάστηκε όλη την περίοδο προειδοποίησης αφού απασχολήθηκε από τους Αιτητές μόνο τον 1 μήνα από τους 3 της προειδοποίησης και μετά από μόνη της σταμάτησε να εργάζεται. Πιο συγκεκριμένα, η Καθ΄ ης η Αίτηση εργάστηκε στους Αιτητές για ένα μήνα μετά τις 16.8.2010 που υπέβαλε την παραίτηση της και έδωσε την τρίμηνη προειδοποίηση και στις 20.9.2010 σταμάτησε να προσέρχεται στην εργασία της. Δηλαδή δεν εργάστηκε για το υπόλοιπο της περιόδου προειδοποίησης από τις 20.9.2010 μέχρι τις 16.11.2010 που έληγε η προειδοποίησης της (περίπου 2 μήνες). Βρίσκουμε λοιπόν ότι το ουσιαστικό επίδικο γεγονός όπως αυτό προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης είναι ότι ενώ η Καθ΄ ης η Αίτηση έδωσε την προβλεπόμενη από την σύμβαση εργασίας προειδοποίηση τερματισμού της εργοδότησης και εργάστηκε για ένα μέρος της περιόδου προειδοποίησης στους Αιτητές στη συνέχεια με δική της πρωτοβουλία δεν απασχολήθηκε σ΄ αυτούς για όλη την περίοδο προειδοποίησης (δηλαδή δεν εργάστηκε μέχρι τη λήξη της περιόδου προειδοποίησης). Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον το εν λόγω θέμα αποτελεί εργατική διαφορά που αναφύηκε συνεπεία του Ν.24/
  2. Σημειώνουμε ότι το Άρθρο 15 του Ν.24/67 προνοεί τ΄ ακόλουθα: «Ουδέν των εν τω παρόντι Μέρει διαλαμβανομένων επηρεάζει το δικαίωμα του εργοδότου ή του εργοδοτούμενου να τερματίσει την αναφορικώς προς την απασχόλησιν μεταξύ των σχέσιν άνευ προειδοποιήσεως συνεπεία της διαγωγής οιουδήποτε των μερών». Εξετάζοντας τις υπόλοιπες πρόνοιες του Ν.24/67 παρατηρούμε ότι ενώ ο Ν.24/67προβλέπει για την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να δώσει προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησης του στον εργοδότη του και για το αντίστοιχο δικαίωμα στον εργοδότη, δεν προβλέπει για τις θεραπείες που μπορεί να επιδικάσει το Δ.Ε.Δ. σε περίπτωση που κριθεί ότι ο εργοδοτούμενος κατά παράβαση του Άρθρου 10 δεν έδωσε τη νενομισμένη προειδοποίηση ή σε περίπτωση που η διαγωγή του εργοδότη δεν δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης από τον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, σύμφωνα με το Άρθρο 15 του Νόμου. Ενόψει του ότι (α) η υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει προειδοποίηση τερματισμού στον εργοδότη στην περίπτωση που ο τερματισμός της εργοδότησης επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδοτούμενου προβλέπεται ρητά στο Ν.24/67και (β) η τυχόν διακοπή της εργασιακής σχέσης κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης προβλέπεται από το Άρθρο 15 του εν λόγω Νόμου, κρίνουμε ότι το Δ.Ε.Δ. κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει κατά πόσον η Αιτήτρια τερμάτισε στις 20.9.10 την απασχόληση της σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 10 και 15 του Νόμου αφού το εν λόγω θέμα συνιστά εργατική διαφορά που αναφύηκε συνεπεία του Ν.24/
  3. Το θέμα αν το Δ.Ε.Δ. μπορεί δυνάμει των προνοιών του Ν.24/67 να αποδώσει οποιαδήποτε θεραπεία αποζημίωσης στους Αιτητές στην περίπτωση που κριθεί ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση τερμάτισε την απασχόληση της κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης κατά παράβαση των προνοιών του Ν.24/67 ενόψει της έλλειψης ρητών προνοιών είναι θέμα το οποίο θα εξετάσει σε μεταγενέστερο στάδιο το Δ.Ε.Δ και δεν είναι θέμα έλλειψης καθ΄ ύλην αρμοδιότητας. (Βλέπε την απόφαση Αναφορικά με την αίτηση Elbee Ltd (πιο πάνω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Kapsou v. Airliban
(1988)1 CLR σημείωσε ότι στην εν λόγω απόφαση: «Δεν λέχθηκε όμως πως δεν υπήρχε δικαιοδοσία για δικαίωμα που θεωρούσε ότι υπήρχε. Η αξίωση εκεί αφορούσε σε αποζημιώσεις για τερματισμό απασχόλησης και κρίθηκε πως το δικαίωμα σ΄ αυτές δυνάμει του κοινοδικαίου αντικαταστάθηκε από το θεσμοθετημένο δικαίωμα που δημιούργησε ο Ν.24/
  1. Η ουσία της απόφασης ήταν πως ενόψει του Ν.24/67 δεν υπήρχε δικαίωμα για αποζημιώσεις λόγω τερματισμού απασχόλησης εφόσον δεν είχε διαρκέσει η εργοδότηση πέραν των 26 εβδομάδων». Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει και να αποφανθεί κατά πόσο η Καθ΄ ης η Αίτηση με την ενέργεια της να σταματήσει να προσέρχεται στην εργασία της στις 20.9.2010 ενώ σύμφωνα με την προειδοποίηση τερματισμού εργοδότησης που έδωσε στους Αιτητές και η οποία προβλέπετο από τη σύμβαση εργοδότησης της όφειλε να παραμείνει στην εργασία της μέχρι τις 16.11.2010 ενήργησε κατά παράβαση του Ν.24/
  2. Εν΄ όψει του (α) ότι η υπό εξέταση αίτηση έχει πετύχει μερικώς και (β) του πρωτότυπου του θέματος κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.)............... (Υπ.) ................ Χ. Ιωάννου, Μέλος Αντ. Κωνσταντινίδου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Industrial/Ιnterim (Αναφορά:Prodikastiki ekdikasi gia dikaiodosia.) [1] Θα εξετάσουμε πιο κάτω κατά πόσον το εν λόγω δικαίωμα βάσει παράβαση σύμβασης δυνάμει του κοινοδικαίου αντικαταστάθηκε από δικαίωμα δυνάμει νόμου και πιο συγκεκριμένα δυνάμει του Ν.24/
  3. [2]« 30.-
(1)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν των παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ΄ ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ΄ ην η αξίωσης αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» [3] Σημειώνουμε ότι ο τίτλος του Ν. 24/67 κάνει αναφορά μόνο σε τερματισμό με πρωτοβουλία του εργοδότη(« Νόμος ρυθμίζων τον Τερματισμόν Απασχολήσεως τη Πρωτοβουλία του Εργοδότου..») cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.