← Κύπρος

Κώστα Ιωάννου ν. PANAYIOTIS PEGLITSIS CO LTD, Αρ. Αίτησης: 137/08, 7 Ιουλίου, 2011

Κώστα Ιωάννου ν. PANAYIOTIS PEGLITSIS CO LTD, Αρ. Αίτησης: 137/08, 7 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2011:26 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή M. Πρωτοπαπά ) Κ. Χριστοδούλου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 137/08 Μεταξύ: Κώστα Ιωάννου Αιτητή και PANAYIOTIS PEGLITSIS & CO LTD SO. PHI. TRADING LTD ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ Καθ' ων η αίτηση ------ Ημερομηνία: 7 Ιουλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Γιαν. Θωμά Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Γ. Παγιάσης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2: κα Μ. Π΄΄ Ευσταθίου Για το Ταμείο Πλεονασμού: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ων η Aίτηση 1 αποτελούν εγγεγραμμένη εταιρεία και ασχολούνται με τη διαχείριση της επιχείρησης του πρατηρίου βενζίνης Petrolina το οποίο βρίσκεται στη Λινόπετρα στη Λεμεσό (στο εξής «το Πρατήριο»). Το Πρατήριο μέχρι και το τέλος του Οκτωβρίου 2006 είχε 3 τμήματα: (α) το Τμήμα Πώλησης Kαυσίμων, (β) το Τμήμα Πλυντηρίου Οχημάτων και (γ) το Τμήμα Πώλησης Κυλίνδρων Υγραερίου (Petrolina Gaz) της εταιρείας Petrolina Holdings Ltd στην πόλη και επαρχία Λεμεσού. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 την 1.10.1989 ως διανομέας υγραερίου. Ήταν ο μοναδικός εργοδοτούμενος στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Aίτηση 1 στο τμήμα πώλησης κυλίνδρων υγραερίου. Ο τελευταίος μισθός του ανερχόταν σε Λ.Κ.140 εβδομαδιαίως. Εργαζόταν επί πενθήμερης βάσης την εβδομάδα (Δευτέρα μέχρι Παρασκευή) και είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί για προσωπικούς του σκοπούς και εκτός των ωρών που εργαζόταν, το όχημα μεταφοράς/διανομής των κυλίνδρων υγραερίου, ιδιοκτησίας των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, όλα τα έξοδα του οποίου (καύσιμα, συντήρηση, ασφάλεια) τα πλήρωναν οι Καθ΄ ων η Αίτηση

  1. Στις 11.10.06 οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 υπέγραψαν γραπτή συμφωνία πώλησης επιχείρησης (Τεκμήριο 1) με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 (στο εξής «η Συμφωνία») με την οποία συμφώνησαν να πωλήσουν στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 την Επιχείρηση του Τμήματος της Πώλησης Κυλίνδρων Υγραερίου (στο εξής «η Επιχείρηση» ή «το Τμήμα») την 1.11.
  2. Πιο συγκεκριμένα συμφώνησαν όπως οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 έναντι χρηματικού ανταλλάγματος πωλήσουν και μεταβιβάσουν στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 όλους τους άδειους κυλίνδρους υγραερίου που είχαν, το όχημα διανομής των κυλίνδρων και την εμπορική εύνοια (goodwill) της Eπιχείρησης. Την 1.11.06 οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ανέλαβαν την Eπιχείρηση της διανομής των κυλίνδρων υγραερίου Petrolina Gaz της εταιρείας Petrolina Holdings Ltd στη Λεμεσό. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση του αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και διαζευκτικά πληρωμή λόγω πλεονασμού από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (το εξής «το Ταμείο») προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι κατά ή περί τις 27.10.2006 οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή Καθ΄ ων η Αίτηση 2 αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή λόγω έλλειψης εργασίας και/ή λόγω πλεονασμού τον απέλυσαν. Όπως το θέτει αυτολεξεί στους γενικούς λόγους της αίτησης του: «Συγκεκριμένα λόγω πώλησης της επιχείρησης και αλλαγών στην όλη λειτουργία της επιχείρησης, στον Αιτητή προτάθηκε δραστική αρνητική μείωση των όρων εργασίας, την οποία δεν αποδέχτηκε με αποτέλεσμα να απολυθεί λόγω πλεονασμού». Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 αρνούμενοι τις εναντίον τους αξιώσεις με τους γενικούς λόγους της Έγγραφου Εμφάνισης τους ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή στις 31.10.
  3. Aρνούνται ότι ο εν λόγω τερματισμός ήταν αδικαιολόγητος και/ή παράνομος καθ΄ ότι οφειλόταν σε πλεονασμό λόγω του ότι πώλησαν στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 το τμήμα της επιχείρησης τους στο οποίο απασχολείτο ο Αιτητής. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι πρότειναν εργασία στον Αιτητή στα άλλα τμήματα της επιχείρησης τους αλλά αυτός δεν αποδέκτηκε την πρόταση τους. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 με την Έγγραφο Εμφάνιση τους ισχυρίζονται ότι προσέλαβαν τον Αιτητή στην υπηρεσία τους την 1.11.06 και ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία τους για 3 μέρες και ακολούθως παραιτήθηκε οικειοθελώς χωρίς να τους δώσει προειδοποίηση. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της Έγγραφου Εμφάνισης του αναφέρει ότι απέρριψε την αίτηση του Αιτητή γιατί αποχώρησε οικειοθελώς και/ή δεν αποδέχτηκε να συνεχίσει την απασχόληση του και/ή αρνήθηκε και/ή απέρριψε προσφορά κατάλληλης απασχόλησης και/ή ανανέωση της απασχόλησης του από το νέο εργοδότη, τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, οι οποίοι ανέλαβαν ως έχει την επιχείρηση διανομής κυλίνδρων υγραερίων από τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  4. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ενώπιον μας ο Αιτητής. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 κατέθεσε ο κ. Γιώργος Πεγλίτσης, διευθυντής και μέτοχος τους. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, ο διευθυντής τους κ. Σωτήρης Κυριάκου και ο κ. Αντρέας Χ΄΄ Φιλίππου. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά αρκέστηκε στην αντεξέταση των πιο πάνω μαρτύρων. Μαρτυρία Ο Αιτητής στη γραπτή δήλωση του που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α ανέφερε ότι απολύθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στις 27.10.
  5. Ήταν η θέση του ότι τους τελευταίους μήνες πριν την απόλυση του από «κουβέντες που άκουε» αντιλήφθηκε ότι η δουλειά στην οποία εργαζόταν θα πωλείτο σε άλλη εταιρεία. Δεν γνώριζε όμως λεπτομέρειες καθ΄ ότι δεν τον ενημέρωσε οποιοσδήποτε υπεύθυνα. Λίγο πριν την απόλυση του έμαθε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 συνήψαν συμφωνία με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 για πώληση της επιχείρησης διανομής υγραερίου. Η εν λόγω συμφωνία τέθηκε σε ισχύ την 1.11.
  6. Τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη του 2006, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 του ανακοίνωσαν ότι η εργοδότηση του θα τερματιζόταν στις 27.10.06 λόγω πώλησης της επιχείρησης των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 προς τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  7. Του δόθηκε προειδοποίηση 4 εβδομάδων, ήτοι από 1.10.
  8. Πριν την απόλυση του οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 του πρότειναν απασχόληση σε άλλη θέση εργασίας στο Πρατήριο, είτε ως εργάτης πλυντηρίου αυτοκινήτων είτε ως πωλητής καυσίμων αλλά αρνήθηκε καθ΄ ότι: (α) Θα εργαζόταν 6 μέρες για 65 ώρες την εβδομάδα αντί 6 μέρες για 40 ώρες που εργαζόταν, (β) οι απολαβές του θα μειώνοντο κατά 20% σε σχέση με τις απολαβές του προηγουμένως, και (γ) θα του αφαιρείτο το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε για οικογενειακούς σκοπούς. Όταν απολύθηκε ο κ. Γιώργος Πεγλίτσης του ζήτησε να δείξει στους ανθρώπους των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 τους πελάτες και τα δρομολόγια των Καθ΄ ων η Αίτηση
  9. Πήγε για 3 ημέρες και τους έδειξε όλα τα δρομολόγια και τους πελάτες και τον πλήρωσαν. Ισχυρίστηκε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ουδέποτε του πρότειναν να τον εργοδοτήσουν μόνιμα. Αντεξεταζόμενος σημείωσε ότι αυτός ήθελε να εργοδοτηθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 αλλά οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 δεν του ζήτησαν κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 του πρόσφεραν εργοδότηση με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 πλέον £0.05 για κάθε κύλινδρο υγραερίου που θα πωλούσε. Παραδέχτηκε ότι πριν την απόλυση του έπαιρνε τα άδεια κύλινδρα που του επέστρεφαν οι πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στην αποθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 αντί στην αποθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση
  10. Όταν του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 4 (επιστολή των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ημερ. 4.7.07 προς το Ταμείο) στο οποίο οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 σημειώνουν ότι του πρότειναν να εργαστεί κοντά τους με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε όταν απασχολείτο στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 κ. Σωτήρης Κυριάκου, λόγω προσωπικής διαφοράς που είχε μαζί του, έγραψε τα πιο πάνω «ξεπίτηδες για να χάσει τον πλεονασμό του». Ισχυρίστηκε ότι μετά την απόλυση του από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 παρέμεινε άνεργος για «5-6 μήνες» και ακολούθως βρήκε εργασία ως διανομέας γκαζιού σε κάποιο Ευγένιο. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Γ. Πεγλίτσης τον έβγαλε «πλεονάζων». Δεν του έδωσε όμως επιστολή απόλυσης. Του έδωσε όμως το Τεκμήριο 8 (επιστολή των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ημερ. 20.10.06 με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Αιτητής απολύθηκε ως πλεονάζων) για να το πάρει στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω την αίτηση που υπέβαλε στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για πληρωμή από το Ταμείο (Τεκμήριο 2) την συμπλήρωσε μαζί με τον κ. Γ. Πεγλίτση. Ήταν η θέση του ότι ούτε ο κ. Πεγλίτσης ούτε ο κ. Κυριάκου τον ενημέρωσαν για τα δικαιώματα του ως εργοδοτούμενος σε μια επιχείρηση που θα μεταβιβάζετο σε τρίτο πρόσωπο. Ο κ. Γιώργος Πεγλίτσης στη γραπτή δήλωση του η οποία κατατέθηκε ενώπιον μας ως Τεκμήριο Β αναφέρει ότι μετά τις 13.6.2006 που ανέλαβε τη διαχείριση του Πρατηρίου από τον αποβιώσαντα πατέρα του λόγω του ότι το Τμήμα ήταν ζημιογόνο αποφάσισε την πώληση του. Ο Αιτητής γνώριζε για τις διαπραγματεύσεις που είχε με τους ενδιαφερόμενους αγοραστές οι οποίες ξεκίνησαν το Σεπτέμβρη του 2006 αρχικά με τρίτη εταιρεία και στη συνέχεια με τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  11. Πρότεινε στον Αιτητή μετά την πώληση της επιχείρησης να παραμείνει στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 είτε στο τμήμα πλυντηρίου αυτοκινήτων είτε το τμήμα πώλησης καυσίμων. Ο Αιτητής δεν αντιμετώπισε θετικά την εν λόγω πρόταση του καθότι: 1) δεν του άρεσε το είδος της προτεινόμενης εργασίας, 2) δεν θα χρησιμοποιούσε πλέον το αυτοκίνητο μεταφοράς κυλίνδρων για προσωπικούς του σκοπούς καθότι το εν λόγω όχημα θα πωλείτο μαζί με την Επιχείρηση του Τμήματος, και 3) το ωράριο εργασίας στα άλλα τμήματα του Πρατηρίου είναι διαφορετικό από το Τμήμα που εργαζόταν ο Αιτητής και ως εκ τούτου θα έπρεπε να εργάζεται μερικές ώρες επιπλέον. Ήταν η θέση του ότι οι απολαβές του Αιτητή θα παρέμεναν οι ίδιες απλώς ο Αιτητής αν συνέχιζε την εργοδότηση του στα άλλα τμήματα του Πρατηρίου με τις ίδιες απολαβές θα δούλευε κάποιες ώρες επιπλέον. Στη Συμφωνία που υπέγραψε με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 στις 11.10.2006 για πώληση της Επιχείρησης δεν υπήρξε γραπτή ρητή αναφορά για τον Αιτητή. Σημείωσε όμως ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 επιθυμούσαν να εργοδοτήσουν τον Αιτητή επειδή λόγω της μακρόχρονης υπηρεσίας του σ΄ αυτή τη θέση γνώριζε καλά και προσωπικά όλους τους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση
  12. Γι΄ αυτό το λόγο οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 πρόσφεραν στον Αιτητή εργασία με τους ίδιους όρους που είχε στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  13. Ο Αιτητής αποδέχτηκε και ήταν ικανοποιημένος καθότι θα συνέχιζε να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο μεταφοράς κυλίνδρων για τις προσωπικές του υποθέσεις. Επιπλέον ο Αιτητής θα λάμβανε πέραν του μισθού του και £0.05 για κάθε κύλινδρο που θα πωλούσε. Ο Αιτητής εργοδοτήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 μέχρι τις 31.10.2006 και από την 1.11.2006 ο Αιτητής άρχισε να ασκεί τα καθήκοντα του στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  14. Συνακόλουθα η εργοδότηση του στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 διακόπηκε λόγω κατάργησης του Τμήματος στο οποίο εργαζόταν. Λίγες μέρες μετά την 1.11.2006 πληροφορήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ότι ο Αιτητής σταμάτησε να εργοδοτείται σε αυτούς. Κατά τις 20.10.2006 ο Αιτητής του ανέφερε ότι πήγε στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του είπαν «ότι δικαιούται πλεονασμό». Τον παρακάλεσε να συμπληρώσει κάποιες φόρμες τις οποίες του έδωσαν από το εν λόγω γραφείο. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι έχοντας εμπιστοσύνη σ΄ αυτά που του ανέφερε ο Αιτητής λόγω της μακρόχρονης σχέσης τους συμπλήρωσε τις σχετικές φόρμες. Ήταν η θέση του ότι η εργοδότηση του Αιτητή δεν τερματίστηκε στις 27.10.2006 καθότι ο Αιτητής μέχρι και τις 30.10.2006 χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο μεταφοράς κυλίνδρων υγραερίου μετέφερε και παρέδιδε στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 τους άδειους κύλινδρους υγραερίου (Τεκμήριο 12). Απέρριψε ως μη ανταποκρινόμενους στην πραγματικότητα τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι όταν απολύθηκε αυτός του ζήτησε να δείξει στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 τα δρομολόγια και τους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ισχυριζόμενος ότι θα μπορούσε να του ζητήσει να το πράξει αυτό σε οποιοδήποτε χρόνο από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας μέχρι τις 31.10.2006 αντί να περιμένει να τον απολύσει και μετά να του ζητήσει να δείξει τα δρομολόγια των πελατών, ενόψει του ότι τις τελευταίες μέρες πριν το τέλος Οκτωβρίου 2006 ο όγκος εργασίας του Αιτητή μειώθηκε αφού οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 μείωσαν στο ελάχιστο τις αγορές κυλίνδρων μετά την υπογραφή της Συμφωνίας. Περί το τέλος Ιουνίου 2007 επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του ο κ. Σιακαλλής από το τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ζητώντας λεπτομέρειες σε σχέση με την απόλυση του Αιτητή από τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  15. Ανέφερε στον κ. Σιακαλλή τα γεγονότα της υπόθεσης και ακολούθως τα έστειλε γραπτώς στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με επιστολή του ημερομηνίας 21.6.2007 (Τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ανέφερε στον Αιτητή από τον Σεπτέμβριο του 2006 ότι συνομιλούσε με συγκεκριμένη εταιρεία για πώληση του Τμήματος. Μέχρι τη μέρα που υπογράφηκε η Συμφωνία, ο Αιτητής δεν του απάντησε επίσημα για την πρόταση που του έγινε για εργοδότηση του στα άλλα τμήματα του Πρατηρίου. Τη μέρα που υπογράφηκε η Συμφωνία, του είπε ότι δεν αποδέχεται την πρόταση και ότι προτίθεται να βρει άλλη δουλειά είτε ως πλασιέ είτε ως διανομέας κυλίνδρων υγραερίου σε άλλη εταιρεία ή στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  16. Στο στάδιο των διαπραγματεύσεων με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 του ανέφεραν ότι ενδιαφέρονται να εργοδοτήσουν τον Αιτητή και ότι θα του προτείνουν να εργοδοτηθεί κοντά τους. Αυτός τους πληροφόρησε τους όρους εργοδότησης του Αιτητή. Ο Αιτητής συμφώνησε ότι θα εργοδοτηθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  17. Ήταν η θέση του ότι το Τεκμήριο 8 το έφερε έτοιμο γραμμένο ο Αιτητής και του ζήτησε να το υπογράψει. Παραδέχθηκε ότι απέστειλε το Τεκμήριο 10 (επιστολή των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 χωρίς ημερομηνία) στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων λέγοντας ότι του ξανατηλεφώνησε ο κ. Σιακαλλής και του ζήτησε περισσότερες διευκρινήσεις αναφορικά με το Τεκμήριο
  18. Αρνήθηκε επίμονα ότι ο Αιτητής μετά από δική του παράκληση έδειξε μετά τις 31.10.2006 τα δρομολόγια και τους πελάτες στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  19. Ήταν παρών όταν έγινε η πρόταση εργοδότησης στον Αιτητή από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και ο Αιτητής δέχτηκε δίνοντας το χέρι του στον κ. Κυριάκου. Γνώριζε επίσης τόσο από τους διευθυντές των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 όσο και από τον Αιτητή ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε να εργοδοτηθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  20. Ήταν η θέση του ότι μία εβδομάδα μετά την 1.11.2006 ο Αιτητής πήγε στο Πρατήριο και έβαλε βενζίνη σε φορτηγό άλλης εταιρείας. Στις 31.10.2006 ο Αιτητής όταν έφυγε από την εργασία του έφυγε με το όχημα μεταφοράς κυλίνδρων υγραερίου. Αν απολύετο τότε δεν θα του δίνετο το αυτοκίνητο. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε τον ενημέρωσε ο Αιτητής για οποιαδήποτε προσωπική διαφορά που είχε με τον διευθυντή των Καθ΄ ων η Αίτηση
  21. Ο Αιτητής από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας μέχρι και τις 30.10.2006 παρέδιδε άδειες φιάλες στην αποθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και πιο συγκεκριμένα στον διευθυντή των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 χωρίς προβλήματα. Πληροφορήθηκε από την κα Φιλίτσα Χ΄΄ Φιλίππου (σύζυγο του κ. Σωτήρη Κυριάκου και διευθύντρια των Καθ΄ ων η Αίτηση 2) ότι ο Αιτητής παραιτήθηκε από την εργασία του. Όταν ο Αιτητής πήγε στο Πρατήριο με φορτηγό άλλης εταιρείας του είπε ότι σταμάτησε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  22. Ήταν η θέση του ότι με την υπογραφή της Συμφωνίας ο Αιτητής ενημερώθηκε επίσημα για την πώληση του Τμήματος στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  23. Δεν έδωσε προειδοποίηση για τερματισμό της εργοδότησης του στον Αιτητή και ο λόγος που έγραψε στο Τεκμήριο 3 ότι δόθηκε προειδοποίηση 4 εβδομάδων στον Αιτητή ήταν γιατί ο Αιτητής προφορικά γνώριζε ότι με την πώληση του Τμήματος θα απολύετο. Στον Αιτητή δόθηκε η επιλογή κατά πόσο θα συνέχιζε να εργοδοτείται στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ή θα πήγαινε στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  24. Η πρόταση για εργοδότηση του Αιτητή από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 έγινε στην παρουσία του αλλά δεν συμφωνήθηκαν λεπτομερώς οι όροι ενώπιον του. Ο κ. Σωτήρης Κυριάκου ανέφερε στη γραπτή δήλωση του (Τεκμήριο Γ) ότι κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων που είχε με τον κ. Γιώργο Πεγλίτση, ο κ. Πεγλίτσης του είπε ότι ο Αιτητής δούλευε για πολλά χρόνια στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και ότι ήταν ο μόνος υπάλληλος που είχε το Τμήμα και ότι ο Αιτητής ήταν ο μόνος που γνώριζε τους πελάτες του εν λόγω Τμήματος. Ως εκ τούτου ζήτησε από τον Αιτητή να παραμείνει στην εργασία του με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα που είχε στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  25. Πιο συγκεκριμένα του πρότεινε να εργαστεί στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 με τα ίδια ωφελήματα και τους ίδιους όρους που είχε στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και επιπλέον του δόθηκε £0.05 ανά κύλινδρο υγραερίου που θα πωλούσε ως προμήθεια. Του πρόσφερε να εργαστεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 την ίδια ή την επομένη μέρα που υπογράφηκε η Συμφωνία. Η συζήτηση και η προσφορά έγινε ενώπιον του κ. Πεγλίτση ο οποίος παρότρυνε τον Αιτητή να αποδεκτεί την προσφορά που του έγινε αφού δεν αποδέχθηκε την προσφορά των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 για να εργαστεί σε άλλο τμήμα της επιχείρησης τους. Ο Αιτητής αποδέχτηκε την προσφορά που του έκανε και συμφωνήθηκε ότι θα ξεκινούσε να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 την 1.11.
  26. Ήταν η θέση του ότι λόγω της φύσης της εργασίας της συγκεκριμένης επιχείρησης, ο Αιτητής ήταν απόλυτα αναγκαίος και χρήσιμος ως υπάλληλος καθότι μόνο εκείνος γνώριζε τους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και ότι χωρίς το πελατολόγιο των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 η επιχείρηση που αγόρασαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 θα ήταν ζημιογόνα για τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  27. Ο Αιτητής ήλθε στο πρατήριο των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 μόνο στις 2.11.2006 και στις 3.11.
  28. Ήταν η θέση του ότι αυτές τις δύο μέρες αυτός δεν πήγε μαζί με τον Αιτητή για να του «δείξει» ο Αιτητής τους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 αλλά χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ο Αιτητής διένειμε υγραέριο μόνος του στους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση
  29. Κατέθεσε δέσμη αντιγράφων αποδείξεων είσπραξης (Τεκμήριο 13) που έφερε πίσω στο πρατήριο ο Αιτητής όταν επέστρεψε από τη διανομή που έκανε αυτές τις δύο μέρες εργαζόμενος στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο Αιτητής έκανε τη διαδρομή και τα δρομολόγια των πελατών για δύο μέρες μόνος του και εισέπραττε τα λεφτά ο ίδιος. Όταν ο Αιτητής του ανακοίνωσε ότι δεν θα συνεχίσει να εργάζεται στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 τον παρακάλεσε επίμονα να συνεχίσει να εργάζεται εκεί καθότι χωρίς αυτόν η επιχείρηση του θα ήταν ζημιογόνα. Στις 3.11.2006 γύρω στις 8 το βράδυ ενώ οδηγούσε για να πάει στο σπίτι του είδε σταθμευμένο το αυτοκίνητο του Αιτητή έξω από μία μπυραρία. Πήγε εκεί και παρακάλεσε τον Αιτητή να επιστρέψει στην εργασία του αλλά ο Αιτητής του απάντησε επίμονα «όχι, όχι, όχι» χωρίς να του εξηγεί τον λόγο της άρνησης του. Ουδέποτε αυτός είχε οποιαδήποτε διαφορά με τον Αιτητή. Αυτός ως διευθυντής των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 πλήρωσε τον Αιτητή τον μισθό του για τις δύο μέρες που εργάστηκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  30. Κατά ή περί τα τέλη του 2007 επικοινώνησε μαζί του ο κ. Σιακαλλής από το τμήμα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο οποίος τον ρώτησε κατά πόσο είχαν προσφέρει εργασία στον Αιτητή όταν ανέλαβαν την επιχείρηση του Τμήματος από τους Καθ΄ ων η Αίτηση
  31. Αυτός εξήγησε τα γεγονότα στον κ. Σιακαλλή και στη συνέχεια του απέστειλε σχετική επιστολή όπου αναγράφονται και επεξηγούνται οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Αιτητής εργοδοτήθηκε από αυτούς και ακολούθως αποχώρησε από την εργασία του (Τεκμήριο 4). Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε επίμονα ότι ο Αιτητής εργοδοτήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 μόνο για τρεις ημέρες για να τους δείξει τους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 λέγοντας ότι τη δεύτερη μέρα όταν τον πληροφόρησε ο Αιτητής ότι θα παραιτείτο, αυτός τον παρακαλούσε επίμονα να του δείξει τους πελάτες αλλά αυτός αρνήθηκε. Τη μεταφορά των φορτίων των άδειων κυλίνδρων από την αποθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στην αποθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 την έκανε ο Αιτητής. Ουδέποτε αυτός τσακώθηκε με τον Αιτητή. Ο κ. Αντρέας Χ΄΄ Φιλίππου, ο οποίος είναι αδελφός της συζύγου του κ. Σωτήρη Κυριάκου, κατέθεσε ότι τον Νοέμβριο του 2006 του τηλεφώνησε η αδελφή του και του είπε ότι ο Αιτητής βρισκόταν σε μια μπυραρία απέναντι από το σπίτι της και ότι ο σύζυγος της ήθελε να πάει να τον δει να τον ρωτήσει γιατί έφυγε από την εργασία του. Πήγε στο σπίτι της αδελφής του και συνόδευσε τον κ. Κυριάκου στη μπυραρία. Ο Αιτητής ήταν εκεί στην μπυραρία στο χώρο στάθμευσης μπροστά από ένα αυτοκίνητο με κύλινδρους υγραερίου τρίτης εταιρείας και μιλούσε στο τηλέφωνο. Ο κ. Κυριάκου τον παρακάλεσε να επιστρέψει στη δουλειά αλλά ο Αιτητής αρνήθηκε. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα Αξιολογώντας το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό παρατηρούμε ότι προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τ΄ ακόλουθα: (α) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 δεν ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι η πώληση και η μεταβίβαση της Επιχείρησης του Τμήματος από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 στις 1.11.06 συνιστούσε μεταβίβαση επιχείρησης που προέκυψε από νομική μεταβίβαση εντός της έννοιας των παραγράφων

(1)και
(2)του Άρθρου 3 του περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων (Ν.104(I)/2000) ως τροποποιήθηκε με το Ν.39(I)/2003 (στο εξής ο «Ν.104(Ι)/2000») (βλέπε πιο κάτω) και τις συνέπειες της εν λόγω μεταβίβασης στην εργοδότηση του ως η υποχρέωση τους δυνάμει του Άρθρου 8 του Ν.104(I)/
  1. (β) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 πληροφόρησαν τον Αιτητή ότι μετά την πώληση της επιχείρησης του Τμήματος δεν θα μπορούσαν να τον απασχολούν εκτός αν δεχόταν να μετατεθεί είτε στο Τμήμα Πλυντηρίου είτε στο Τμήμα Πώλησης Καυσίμων. Οι όροι εργασίας του αν δεχόταν να εργοδοτηθεί σε ένα από τα πιο πάνω Τμήματα θα διαφοροποιούντο καθ΄ ότι η φύση της εργασίας θα ήταν διαφορετική, θα αυξάνοντο οι ώρες εργασίας του, θα άλλαζε το ωράριο εργασίας του και δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το όχημα των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 για προσωπικούς του σκοπούς. Ο Αιτητής δεν αποδέχτηκε την πρόταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 για μετάθεση του στα άλλα τμήματα τους. (γ) Παρ΄ όλα αυτά ο Αιτητής στην αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε πλεονασμό (Τεκμήριο 2) και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στο ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν και κατέθεσαν στο Ταμείο αναφορικά με την αίτηση του Αιτητή για πληρωμή πλεονασμού (Τεκμήριο 3) απάντησαν αρνητικά στη σχετική ερώτηση κατά πόσον προσφέρθηκε άλλη εργασία στον Αιτητή πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του[1]. Επίδικα θέματα είναι κατά πόσο οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 πρόσφεραν εργασία στον Αιτητή με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε όταν εργοδοτείτο από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, ο Αιτητής αποδέχθηκε να εργοδοτηθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και εργάστηκε σ΄ αυτούς για 3 μέρες και ακολούθως παραιτήθηκε οικειοθελώς ως ισχυρίστηκαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 ή κατά πόσον οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ουδέποτε πρόσφεραν στον Αιτητή μόνιμη εργοδότηση με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε όταν ήταν στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και ο Αιτητής απασχολήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 μόνο μερικές μέρες προσωρινά με σκοπό να τους δείξει τους πελάτες και τα δρομολόγια των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ως η εκδοχή που προέβαλε ο Αιτητής ενώπιον μας. Ο Αιτητής παρ΄ όλη την προσπάθεια του να πείσει για την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν το έχει πετύχει. Μέσα από τη μαρτυρία του προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αδυναμίες στην εκδοχή του. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ενώ ο Αιτητής με την ένορκη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι η εργοδότηση του από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 τερματίστηκε στις 27.10.06, στην αίτηση του που υπέβαλε στο Ταμείο Πλεονασμού (Τεκμήριο 2) σημείωσε ότι η τελευταία μέρα εργοδότησης του στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ήταν η 31.10.
  2. Περαιτέρω όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του αν μέχρι τις 30.10.2006 αυτός παρέδινε άδειες φιάλες υγραερίου στον κ. Κυριάκου απάντησε ότι δεν θυμάται αν έκανε αυτός την παράδοση στις 30.10.
  3. Μας δημιουργείται η εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία πως γίνετα να απολύθηκε στις 27.10.06 και στην εν λόγω ερώτηση να απαντά ότι δεν θυμάται αν αυτός έκανε την παράδοση των άδειων κυλίνδρων στην αποθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 στις 30.10.
  4. (β) Ο Αιτητής στην γραπτή κατάθεση του ισχυρίζεται ότι πήγε για 3 μέρες στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 για να τους δείξει τα δρομολόγια και τους πελάτες μετά από παράκληση του κ. Πεγλίτση και κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι πήγε 3-4 μέρες στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  5. Τα πιο πάνω είναι σε διάσταση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 (επιστολή του Αιτητή προς το Ταμείο ημερ. 24.9.07). Στο εν λόγω Τεκμήριο ο Αιτητής σημειώνει ότι «ο νέος εργοδότης που πήρε τα γκάζια μου ζήτησε να πάω για μια εβδομάδα στην εργασία του για να του δείξω τους πελάτες». Όταν ρωτήθηκε για αυτή τη διάσταση, δεν μπόρεσε να δώσει καμία πειστική εξήγηση. Πέραν τούτου δεν μας φαίνεται φυσιολογικός και λογικός ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ο κ. Πεγλίτσης του ζήτησε μετά την απόλυση του από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και τη μεταβίβαση της επιχείρησης του Τμήματος στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, να δείξει τους πελάτες και τα δρομολόγια των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  6. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε για ποιο λόγο οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 να ζητήσουν κάτι τέτοιο μετά τη μεταβίβαση και με τον τερματισμό της εργοδότησης του. Επίσης δεν μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί ο Αιτητής ανέγραψε στο Τεκμήριο 6 ότι πήγε μια εβδομάδα στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, αφού όπως μας ανέφερε, πήγε μόνο 3 μέρες να δείξει τους πελάτες στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  7. Παρατηρούμε επίσης ότι ο Αιτητής στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του ισχυρίστηκε ότι έδειξε μερικούς πελάτες στον κ. Κυριάκου περνώντας από αυτούς με το αυτοκίνητο και τους υπόλοιπους πελάτες από τους οποίους «δεν πέρασαν», τους έγραψε «σε μια κόλλα». Ήταν η θέση του ότι από αυτούς που πέρασαν, σε κάποιους κατέβασαν γκάζια και σε άλλους όχι. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε πως πρόλαβε μέσα σε 3 μέρες να δείξει όλους τους πελάτες στον κ. Κυριάκου διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι κατάφερε σε 3 μέρες να δείξει όλους τους πελάτες στον κ. Κυριάκου καθ΄ ότι απλώς έδειχνε τους πελάτες στον κ. Κυριάκου και δεν σταματούσαν να κατεβάσουν γκάζια. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής σε κάποιο στάδιο της κατάθεσης του ισχυρίστηκε ότι είναι «αγράμματος» και δεν γνωρίζει γραφή. Διερωτούματε πως γίνεται αφού είναι αγράμματος να σημείωσε στο χαρτί τους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ως ισχυρίστηκε. (γ) Ο Αιτητής καταθέτοντας ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε εργάστηκε μόνιμα στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ενώ στους γενικούς λόγους της αίτησης του ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Αίτηση
  8. Τα πιο πάνω μας δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο των ισχυρισμών του Αιτητή. Σε ό,τι αφορά τους μάρτυρες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 έχουμε ικανοποιηθεί ότι ήταν ειλικρινείς. Η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από απλότητα, σταθερότητα και ευθύτητα. Απαντούσαν κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους άμεσα και χωρίς περιστροφές. Δεν παρατηρήσαμε σοβαρές αντιφάσεις στην εκδοχή που παρουσίασαν. Περαιτέρω η εκδοχή τους ενισχύεται και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 (τιμολόγια που εξέδωσε ο Αιτητής στις 2.11.06 και 3.11.06). Τα εν λόγω τιμολόγια καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής εργάστηκε κανονικά στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 τις εν λόγω ημερομηνίες παραδίδοντας φιάλες υγραερίου σε πελάτες και εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια. Ανάμεσα στα εν λόγω τιμολόγια περιέχεται και ένα τιμολόγιο που εκδόθηκε από τον Αιτητή επ΄ ονόματι των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 το οποίο επιβεβαιώνει πλήρως την εκδοχή των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 ότι κατά τις εν λόγω ημερομηνίες ο Αιτητής δεν εργάστηκε προσωρινά στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 για να τους δείξει τα δρομολόγια και πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση
  9. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να δείξει ο Αιτητής στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 το Πρατήριο ως ένα από τους πελάτες των Καθ΄ ων η Αίτηση
  10. Διερχόμενοι τη μαρτυρία του κ. Πεγλίτση παρατηρούμε ότι εξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια κάτω από ποιες συνθήκες έδωσε τα Τεκμήρια 5, 8 και 10 και συμπλήρωσε το Τεκμήριο
  11. Η μαρτυρία του επί των εν λόγω θεμάτων είχε λογική, συνοχή και ήταν πειστική. Συνακόλουθα ο κ. Πεγλίτσης, ο κ. Κυριακού και ο κ. Χ΄΄ Φιλίππου κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεχτή. Βρίσκουμε λοιπόν ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως τέθηκαν ενώπιον μας με τη μαρτυρία του κ. Πεγλίτση και του κ. Κυριάκου την οποία παραθέσαμε πιο πάνω. Ανάλυση - Νομική Πτυχή - Κατάληξη Το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, (Ν.24/67)ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (στο εξής «o Νόμος») καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης του. Σε περίπτωση αλλαγής εργοδότη, στην επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δευτέρου Πίνακα, προνοούνται τα ακόλουθα: ″Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη″. Τα άρθρα 3 και 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 ο οποίος θεσπίσθηκε για σκοπούς εναρμόνισης της Κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 77/187/ΕΟΚ και 98/50/ΕΚ[2] (η τελευταία Οδηγία τροποποίησε την προηγούμενη οδηγία) (″η Οδηγία″), προνοούν τ΄ ακόλουθα: ″3.
(1)Ο παρόν Νόμος εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση.
(2)Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου
(1)και των ακόλουθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.
(3)Ο παρόν Νόμος εφαρμόζεται σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις .........................
(4)........................... 4.
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα″. Σημειώνουμε ότι ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε τις δύο προηγούμενες[3]. Σημειώνουμε ότι ο σκοπός των πιο πάνω προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη[4]. Σκοπός της Οδηγίας όπως επισημάνθηκε επανειλημμένως από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( ΔΕΚ) είναι ″. να διασφαλιστεί ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος προστατεύεται στις σχέσεις του με τον προς ον η μεταβίβαση της επιχείρησης κατά τον ίδιο τρόπο όπως τις σχέσεις του με τον μεταβιβάζοντα″[5] και ″. η εξασφάλισης της συνέχειας των υφισταμένων στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας εργασιακών σχέσεων, ανεξαρτήτως της αλλαγής του ιδιοκτήτη. Το αποφασιστικό κριτήριο για την ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας αυτής είναι το αν η εν λόγω μονάδα διατηρεί την ταυτότητα της, πράγμα που προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμεταλλεύσεως ή την επανάληψη της″[6]. Οι εν λόγω διατάξεις στοχεύουν στην αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και στην διατήρηση αμετάβλητων των όρων εργασίας σε περιπτώσεις που αλλάξει το πρόσωπο του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή συγχώνευσης καθώς και στην προστασία των εργοδοτούμενων από απολύσεις που αιτιολογούνται απλώς και μόνο από μόνο το γεγονός της μεταβίβασης.[7] Προχωρώντας να εξετάσουμε κατά πόσον εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν.104(Ι)/2000 στην παρούσα περίπτωση οφείλουμε να σημειώσουμε ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 υπό το φως της διατύπωσης και του επιδιωκόμενου σκοπού της Οδηγίας με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που η Οδηγία επιδιώκει[8]. Να σημειώσουμε ότι οι διατάξεις του Νόμου (Ν.24/67) στην περίπτωση που δεν έρχονται σε αντίθεση με τον Ν.104(Ι)/2000 εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται. Περαιτέρω ακόμα και μετά την εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες εκεί που οι ρυθμίσεις του Νόμου είναι ευνοϊκότερες για τους εργοδοτούμενους εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Νόμου καθότι ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που προστατεύεται με την Οδηγία. Μόνο ο εργοδοτούμενος μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες της Οδηγίας για να απολαύσει προστασία[9] και συνακόλουθα η ερμηνεία των κανόνων της Οδηγίας πρέπει να κατευθύνεται στην υλοποίησης της προστασίας του εργοδοτούμενου και όχι στην υπονόμευση ή την άρση της. Η υποστήριξη της θέσης ότι οι κανόνες αυτοί παρέχουν δικαιώματα στον εργοδότη σε βάρος του εργοδοτούμενου οδηγεί σε άρση της προστασίας του εργοδοτουμένου και δεν μπορεί να βρει έρεισμα[10]. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ερμηνεία του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας που να οδηγεί σε καθεστώς δυσμενέστερο για τους εργοδοτούμενους από αυτό που ίσχυε πριν την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/ 2000 δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Σύμφωνα με τα άρθρα 3
(1)και 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000 για να εφαρμοστούν οι προστατευτικές για τον εργοδοτούμενο ρυθμίσεις πρέπει να συνυπάρχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η μεταβίβαση να έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη με την υπεισέλευση του νέου φορέα της επιχείρησης στη θέση του προηγούμενου εργοδότη, (β) να αφορά μεταβίβαση ″επιχείρησης″, ″εγκατάστασης″ ή ″τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης″ ως οικονομική μονάδα και η ταυτότητα της ως οικονομική μονάδα διατηρείται από τον νέο εργοδότη και (γ) η μεταβίβαση της επιχείρησης κ.λ.π. να είναι το αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης[11]. Σύμφωνα με τη νομολογία το ΔΕΚ το αποφασιστικό κριτήριο για τη διαπίστωση ύπαρξης μεταβίβασης για τους σκοπούς της Oδηγίας είναι η επιχείρηση να διατηρήσει την ταυτότητα της υπό την έννοια ότι μεταβιβάζεται μία οικονομική μονάδα που εξακολουθεί να υφίσταται, πράγμα που προκύπτει από το γεγονός ότι ο νέος επιχειρηματίας πράγματι συνεχίζει ή αναλαμβάνει εκ νέου την εκμετάλλευση της, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες (Βλέπε Απόφαση 287/66 Ny Molle Kro, ημερ. 17/12/1987, Απόφαση Hidalgo 173/96 ημερ. 10/12/1998). Στην απόφαση στην υπόθεση C-19/95 Suzen, ημερ. 11/3/1997 το ΔΕΚ διευκρίνισε ότι η έννοια της οικονομικής μονάδας κατά την Οδηγία αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας η οποία επιδιώκει τον ίδιο σκοπό. Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) στις αποφάσεις του τόνισε ότι η επίλυση του ζητήματος αν η Οδηγία εφαρμόζεται εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο και για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως εντός του πλαισίου των εννοιών του άρθρου 1(β) της Οδηγίας (Βλέπε άρθρο 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000 και παραγράφους (α) και (β) πιο πάνω) το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων που περιβάλλουν το επίδικο γεγονός/την επίδικη πράξη. Στα πλαίσια της συνολικής εκτίμησης το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω επιμέρους στοιχεία, τα οποία ανάλογα με την περίπτωση (είδος της επιχειρήσεως περί της οποίας πρόκειται) έχουν και την ανάλογη βαρύτητα: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λ.π.), (β) η μεταβίβαση ή μη άϋλων αγαθών καθώς και η αξία τους, (γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο εργοδότη, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και (στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής/πιθανής αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών[12]. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα της Β. Δούκα (πιο πάνω) στη σελίδα 122: ″Η δραστηριότητα της επιχείρησης, όπως προσδιορίζεται μέσα από τον σκοπό της, ανάγεται σε ουσιώδους σημασίας παράγοντα, επειδή αποτελεί τη συνισταμένη στην οποία συγκλίνει η αξιολόγηση των μεταβιβαζομένων στοιχείων. Η διατήρηση της ταυτότητας της επιχείρησης δεν εξαρτάται από ποσά στοιχεία μεταβιβάζονται αλλά από το αν τα στοιχεία που μεταβιβάζονται πείθουν ότι στο νέο φορέα τους περιέχεται η ίδια επιχείρηση″. Όσον αφορά την προϋπόθεση η μεταβίβαση της επιχείρησης να αποτελεί νομική μεταβίβαση, η νομολογία του ΔΕΚ[13] υποστηρίζει ότι η Οδηγία έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης ο οποίος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων στην επιχείρηση ανεξάρτητα από το αν η ιδιοκτησία της επιχείρησης έχει μεταβιβαστεί ή όχι.[14] Για να έχει εφαρμογή η Οδηγία δεν χρειάζεται να υπάρχουν απευθείας συμβατικές σχέσεις μεταξύ του εκχωρούντος και του προς ον η εκχώρηση, δοθέντος ότι η εκχώρηση της επιχείρησης μπορεί να πραγματοποιηθεί σε δύο στάδια με την παρεμβολή τρίτου, όπως του κύριου ή του εκμισθωτή της επιχείρησης[15]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 την 1.11.06 ανέλαβαν από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Τμήματος διανομής υγραερίου (καθώς και τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 για την άσκηση των εν λόγω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (αυτοκίνητο, άδειους κυλίνδρους, εμπορική εύνοια, πελατολόγιο, αντιπροσωπεία πώλησης κυλίνδρων υγραερίου Petrolina Gaz στην επαρχία Λεμεσού) δυνάμει της Συμφωνίας πώλησης και μεταβίβασης της Επιχείρησης. Επίσης οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 προσέλαβαν το μοναδικό υπάλληλο που απασχολούσαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 με σκοπό να συνεχίσει να εκτελεί τις ίδιες εργασίες που εκτελούσε στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 συνέχισαν την ίδια ή παρόμοια δραστηριότητα με εκείνη των Καθ΄ ων η Αίτηση 1. Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία του ΔΕΚ, βρίσκουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει νομική μεταβίβαση και μεταβίβαση οικονομικής μονάδας η οποία διατήρησε την ταυτότητα της υπό τον νέο φορέα υπό την έννοια της Οδηγίας και του Ν.104(I)/2000 δεδομένου ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 συνέχισαν την επιχειρησιακή δραστηριότητα του Τμήματος των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητας της επιχείρησης και ότι τα επί μέρους μεταβιβασθέντα στοιχεία της εν λόγω επιχείρησης διατηρούν την ικανότητα τους να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς του Τμήματος υπό τον νέο φορέα, τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2. Συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας γεγονότα καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει εντός των πλαισίων των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω η επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου (η οποία λειτουργεί ως προστατευτική του συνεχούς της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου ανεξάρτητα από την αλλαγή εργοδότη) δεν καταργήθηκε αλλά εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη ψήφιση του Ν.104(I)/2000. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ως αποτέλεσμα της Συμφωνίας οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 έγιναν κάτοχοι μια τρέχουσας επιχείρησης τις δραστηριότητες της οποίας μπορούσαν να συνεχίσουν χωρίς διακοπή. Βρίσκουμε λοιπόν ότι η επιχείρηση του Τμήματος που διατηρούσαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 μεταβιβάστηκε «ως έχει» στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2. (Βλέπε Γιαννούλα Τομάζου κ.α. ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1 Β ΑΑΔ 1078). Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου, εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμή λόγω πλεονασμού- (α) εάν προ του τερματισμού της απασχόλησης έως ο εργοδότης προσφέρει άλλην κατάλληλον απασχόλησιν αντ΄ αυτής ο δε εργοδοτούμενος παραλόγως αρνήται την προσφοράν ταύτην. (β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της σύμβασης απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφιστάμενην σύμβασιν απασχολήσεως: .............................. (γ) .............................. (δ) ............................... Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έννοια της «αλλαγής εργοδότου» όπως συναντάται στο άρθρο 20(β) του Νόμου, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται εντός των πλαισίων της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου (Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γεωργίας Ιωαννίδου
(1996)1 Α 228). Με άλλα λόγια «αλλαγή εργοδότη» για τους σκοπούς του συγκεκριμένου άρθρου λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο «ως έχει». Με βάση τις διατάξεις του Νόμου το πρόσωπο που αναλαμβάνει μια επιχείρηση «ως έχει» δεν υποχρεούται να συνεχίσει την εργοδότηση του υπάρχοντος προσωπικού. Έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί να του ανανεώσει τη σύμβαση απασχόλησης. Από τη στιγμή όμως που είτε ρητώς είτε σιωπηρώς του ανανεώνει τη σύμβαση τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον αρχικό εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχολήσεως ως απασχόληση στον νέον εργοδότη και η απασχόληση του εργοδοτούμενου ως συνεχής με την απασχόληση του στον προηγούμενο εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή στις 31.10.06 καθότι έπαυσαν να διεξάγουν την Επιχείρηση στην οποία τον απασχολούσαν, λόγω πώλησης του Τμήματος της Επιχείρησης στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2. Στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης τους υπερασπίζονται τη νομιμότητα του τερματισμού της εργοδότησης του Αιτητή από αυτούς, επικαλούμενοι λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τα άρθρα 18(α) και 18(γ) (iii) του Νόμου[16]. Όμως με την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/2000 στην περίπτωση που ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλον εργοδότη ή κατάργηση τμήματος λόγω μεταβίβασης του τμήματος σε άλλο εργοδότη εντός των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000, η παύση διεξαγωγής της επιχείρησης ή η κατάργηση τμήματος δεν αποτελούν πλέον αυτοτελή λόγο νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στην επιχείρηση. Το άρθρο 5
(1)του Ν.104(Ι)/2000 προβλέπει ότι : «Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα : Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς , τεχνικούς ή οργανωτικούς , οι οποίες συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού» Το άρθρο 10 του Ν.104(Ι)/2000 προνοεί ότι : "
(1)Σε περίπτωση που τερματίζεται η εργασιακή σχέση λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης είτε από τον εκχωρητή είτε από τον εκδοχέα και αυτό δεν οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση είναι παράνομη ......
(2)Απόλυση λόγω μεταβίβασης που πραγματοποιείται πριν τη μεταβίβαση θεωρείται ως απόλυση λόγω μεταβίβασης.
(3)...............″. Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ανέλαβαν τη διανομή του υγραερίου Petrolina Gaz στην πόλη και επαρχία Λεμεσού εμπίπτουν εντός του πλαισίου του Ν.104(Ι)/2000ως μεταβίβαση οικονομικής μονάδας που διατήρησε την ταυτότητα της. Συνακόλουθα ο τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητή από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 λόγω παύσης της διεξαγωγής της Επιχείρησης και κατάργησης Τμήματος η οποία οφείλεται στην μεταβίβαση της εν λόγω Επιχείρησης και του Τμήματος στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Ν.104(Ι)/2000 δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο τερματισμού και σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Ν.104(Ι)/2000 η εν λόγω απόλυση είναι παράνομη. Το άρθρο 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 προνοεί ότι : «4.
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα: Νοείται ότι ο εκχωρητής και ο εκδοχέας μπορούν να συμφωνήσουν ότι μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης.» Το ΔΕΚ στην απόφαση του στην υπόθεση 101/87 P. Bork, αναφέρει ότι: «
  1. ... η οδηγία 77/187 αποβλέπει στη διασφάλιση της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επικεφαλής της επιχειρήσεως, επιτρέποντας τους να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τις αυτές προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί με τον εκχωρητή. Επομένως, η οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις αλλαγής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει αναλάβει τις συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των απασχολουμένων στην επιχείρηση. ....................................
  2. Η ύπαρξη ή όχι συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας κατ' αυτό το χρόνο της μεταβίβασης πρέπει να εκτιμάται βάσει του εθνικού δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως της τηρήσεως των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της οδηγίας περί προστασίας των εργαζομένων από απόλυση λόγω της μεταβιβάσεως.
  3. Κατά συνέπεια, οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση εργασίας είχε κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας τερματισθεί πριν από τη μεταβίβαση πρέπει να θεωρηθούν ότι εξακολουθούσαν να απασχολούνται στην επιχείρηση κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, πράγμα που έχει ως συνέπεια, ιδίως, ότι οι υποχρεώσεις του εργοδότη απέναντί τους μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτοδικαίως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα.»[17] (η υπογράμμιση είναι δική μας) Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι την 1.11.2006 (δηλαδή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης της Επιχείρησης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2) ο Αιτητής απασχολείτο στην Επιχείρηση που μεταβιβάστηκε και είχε εργασιακή σχέση με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και συνακόλουθα καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ν.104(Ι)/2000 αφού η εργοδότηση του τερματίστηκε κατά παράβαση του Ν.104(Ι)/2000 πριν τη μεταβίβαση. To ΔΕΚ στην απόφαση του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg τόνισε ότι: «το άρθρο 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως , ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο , ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ΄αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως .» Επίσης το ΔΕΚ στην απόφαση C-305/94 Rotsart de Hertaing ανέφερε ότι ο εκχωρητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εργοδότης συνεπεία και μόνον του γεγονότος της μεταβίβασης παρά την αντίθετη βούληση του εργοδοτούμενου[18]. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση British Fuels Ltd v. Baxendale and another [1998] 4 All. E.R. 609, στη σελ. 628 o Lord Slynn ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Where the transferee does not take on the employees who are dismissed on transfer, the dismissal is not a nullity though the contractual rights formerly available against the transferor remain intact against the transferee..... If the [the transferee] does take the employee he takes him on the terms of the employment with the transferor i.e. there is a deemed novation by the two willing parties. If the transferee does not take the employee because the latter has already been dismissed by the transferor, or because he himself dismisses the employee on the transfer, then he must meet all of the transferor΄s contractual and statutory obligations unless (a) the employee objects to being employed by the transferee, or (b) he or the principal reason for dismissal is an economic, technical or organizational reason entailing changes in the workforce ..». Κατά συνέπεια δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 αναφορικά με τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή μεταβιβάστηκαν στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  1. Δυνάμει λοιπόν των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 θεωρούνται ότι αυτοί τερμάτισαν τις υπηρεσίες του Αιτητή, ότι υπέχουν όλες τις υποχρεώσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ως εργοδότης του Αιτητή και την ευθύνη για τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη είχε ως εργοδότης του Αιτητή. Η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 είναι ότι δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για πληρωμή αποζημιώσεων στον Αιτητή για τον τερματισμό των υπηρεσιών του για τον λόγο ότι προσέλαβαν τον Αιτητή στην υπηρεσία τους την 1.11.06 με τους ίδιους και/ή καλύτερους όρους εργασίας από αυτούς που είχε στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, ο Αιτητής εργοδοτήθηκε από αυτούς για 3 μέρες και ακολούθως παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία του. Το ΔΕΚ στην απόφαση του στην υπόθεση 105/84 Danmolls Inventar σημείωσε τα ακόλουθα αναφερόμενο στην προστασία που παρέχεται στον εργοδοτούμενο με την Οδηγία: «
  2. Εντούτοις, η προστασία αυτή, στη διασφάλιση της οποίας αποβλέπει η οδηγία, στερείται αντικειμένου όταν ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος, ύστερα από απόφαση που λαμβάνει ελεύθερα, δεν συνεχίζει, μετά τη μεταβίβαση, την εργασιακή του σχέση με το νέο φορέα της επιχείρησης. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος για τον οποίο πρόκειται καταγγέλλει, με τη δική του θέληση, από την ημερομηνία της μεταβίβασης, τη σύμβαση ή την εργασιακή σχέση ή όταν η σύμβαση αυτή ή η εργασιακή σχέση τερματίζεται, από την ημερομηνία της μεταβίβασης, δυνάμει συμφωνίας που συνάπτεται ελεύθερα μεταξύ του εργαζομένου και του εκχωρητή ή του εκδοχέα της επιχείρησης. Επομένως, σε παρόμοια περίπτωση, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν εφαρμόζεται». Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, η Οδηγία δεν αποβλέπει στη διατήρηση της συμβάσεως ή της εργασιακής σχέσης με τον εκχωρητή στην περίπτωση κατά την οποία ο απασχολούμενος στην επιχείρηση εργαζόμενος δεν επιθυμεί να παραμείνει στην υπηρεσία του εκδοχέα[19] και οι διατάξεις του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας[20] δεν εμποδίζουν τον εργοδοτούμενο ο οποίος απασχολείται από τον εκχωρητή κατά την ημερομηνία μεταβίβασης της επιχείρησης να εναντιωθεί στη μεταβίβαση στον εκδοχέα της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας που τον συνδέει με τον εκχωρητή[21]. Το ΔΕΚ διευκρίνισε στις αποφάσεις του ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει αλλά ούτε και απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέψουν ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδοτούμενος αποφασίζει ελεύθερα να μη συνεχίσει με τον εκδοχέα τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας, η σύμβαση ή σχέση εργασίας διατηρείται με τον εκχωρητή .Εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν την επιφυλασσόμενη στη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας τύχη. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ή η σχέση εργασίας θεωρείται ως λυθείσα είτε κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδοτοτούμενου είτε κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδότη. Μπορούν επίσης να προβλέψουν ότι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας διατηρείται με τον εκχωρητή[22]. Σημειώνουμε ότι στο Ν.104(Ι)/2000δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη για την τύχη της εργασιακής σχέσης μεταξύ του εργοδοτούμενου και του εκχωρητή στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εναντιώνεται στην μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης με τον εκχωρητή στον εκδοχέα. Αντλώντας καθοδήγηση από την νομολογία του ΔΕΚ, κατά την κρίση μας για να στερηθεί κάποιος εργοδοτούμενος της προστασίας της Οδηγίας πρέπει είτε να έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του κατά το χρόνο της μεταβίβασης είτε να έχει συμφωνήσει με τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα ότι η εργοδότηση του τερματίζεται από την ημερομηνία της μεταβίβασης ή να έχει εναντιωθεί στη μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης υπό την έννοια της άρνησης του εργοδοτουμένου να συνεχίσει να εργοδοτείται στην επιχείρηση που μεταβιβάστηκε παρόλο που οι υφιστάμενοι όροι εργασίας του εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ. Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου στις περιπτώσεις που τερματίζεται η απασχόληση ενός εργοδοτούμενου για τον λόγο ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο εργοδοτούμενος ή κατάργησε το τμήμα που εργοδοτείτο ο εργοδοτούμενος λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή του τμήματος σε άλλο επιχειρηματία τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού βάσει των άρθρων 18(α) και 18(γ)(iii) εκτός αν νέος επιχειρηματίας - εργοδότης ανανεώσει την υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου[23] ή πριν την απόλυση ο εργοδότης του του προσφέρει άλλη κατάλληλη απασχόληση[24]. Δηλαδή ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο αν ο νέος εργοδότης του προσφέρει εργασία στον εργοδοτούμενο με τους ίδιους όρους της προηγούμενης εργοδότησης του Αιτητή[25] ή ο εργοδότης του του προσφέρει άλλη κατάλληλη απασχόληση. Στην υπόθεση Λ. Καστράπης v. E. Kallenos
(2003)1 Α.Α.Δ. 509, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο «ανανέωση» της σύμβασης απασχόλησης που περιέχεται στο άρθρο 20(β) του Νόμου ανέφερε ότι ο εν λόγω όρος: «δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση των απορρεουσών από τη σύμβαση (υφιστάμενη) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών με εξαίρεση βέβαια, την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη». Για να ακυρωθεί λοιπόν το δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου για πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Νόμου θα πρέπει η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του να ανανεωθεί από τον νέο εργοδότη ή ο παλιός εργοδότης να του πρόσφερε άλλη κατάλληλη απασχόληση. Αν ο εργοδοτούμενος εργοδοτηθεί από τον νέο εργοδότη μετά από σύναψη νέας σύμβασης απασχόλησης με νέους όρους πολύ διαφορετικούς από τους προηγούμενους ως αποτέλεσμα ξεχωριστών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Όπως τονίσαμε πιο πάνω, οποιαδήποτε ερμηνεία του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας που θέτει τον εργοδοτούμενο σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που ίσχυε πριν την θέσπιση του Ν.104(Ι)/2000 δεν μπορεί να υιοθετηθεί καθ΄ ότι θα στερούσε τον εργοδοτούμενου από την προστασία που σκοπεύει να του παρέχει η Οδηγία. Κατά την γνώμη μας για να στερηθεί ένας εργοδοτούμενος του δικαιώματος του για αποζημιώσεις για τον τερματισμό της απασχόλησης του λόγω παύσης της διεξαγωγής της επιχείρησης του εργοδότη του συνεπεία μεταβιβάσεως της επιχείρησης του εργοδότη του σε τρίτο πρόσωπο σύμφωνα με το Ν.104(Ι)/2000(ο οποίος τερματισμός της απασχόλησης πριν τη ψήφιση του Ν.104(Ι)/2000 θεωρείτο ως νόμιμος τερματισμός λόγω πλεονασμού δίνοντας το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο για να πληρωθεί από το Ταμείο και ο οποίος τερματισμός με τον Ν.104(Ι)/2000 θεωρείται παράνομος δίνοντας το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο για αποζημίωση σύμφωνα με τον Νόμο) πρέπει να αποδειχτεί ότι ο εκδοχέας ανανέωσε την υφιστάμενη σύμβαση του εργοδοτούμενου και ο εργοδοτούμενος αρνήθηκε να συνεχίσει την εργασία του στην υπηρεσία του εκδοχέα. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε ότι η άρνηση του Αιτητή να αποδεχθεί να εργαστεί στα άλλα τμήματα των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις καθ΄ ότι οι όροι εργασίας που του προσφέρθηκαν ήταν δυσμενέστεροι από αυτούς που είχε ως εργοδοτούμενος στο Τμήμα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 του πρόσφεραν άλλη κατάλληλη απασχόληση πριν την απόλυση του εντός των προνοιών του άρθρου 20(α) του Νόμου. Όμως στην παρούσα περίπτωση ενόψει του ότι η απόλυση του Αιτητή προέκυψε λόγω μεταβίβασης του Τμήματος στο οποίο εργαζόταν οι πρόνοιες που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του Αιτητή είναι αυτές του άρθρου 20(β) του Νόμου και του Ν.104(Ι)/
  1. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ανανέωσαν τη σύμβαση εργασίας του Αιτητή και αυτός αφού αποδέχτηκε να εργοδοτηθεί σ΄ αυτούς, εργοδοτήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 για 3 μέρες και ακολούθως παραιτήθηκε οικειοθελώς. Στην ουσία οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ανακάλεσαν τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και ρητά δήλωσαν ότι ο Αιτητής θα συνέχιζε να απασχολείται σ΄ αυτούς υπό το ίδιο εργασιακό καθεστώς όπως και προηγουμένως. Ο Αιτητής δεν αρνήθηκε να εργοδοτηθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ώστε να θεωρηθεί ότι εναντιώθηκε στην μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στους Καθ΄ ων η Αίτηση
  2. Αντίθετα εργοδοτήθηκε από αυτούς με τους ίδιους όρους εργασίας και/ή με καλύτερους όρους από αυτούς που είχε με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και ακολούθως παραιτήθηκε από μόνος του. Συνακόλουθα ο Αιτητής δεν δικαιούται ούτε αποζημιώσεις από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ούτε πληρωμή από το Ταμείο ως πλεονάζων προσωπικό καθ΄ ότι ο νέος εργοδότης (οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2) του ανανέωσε τη σύμβαση απασχόλησης του που είχε με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, αυτός αποδέχτηκε, εργάστηκε στην υπηρεσία του για 3 μέρες και ακολούθως παραιτήθηκε οικειοθελώς. Με τη συμπεριφορά του ο Αιτητής έθεσε τον εαυτό του εκτός των προστατευτικών προνοιών του Νόμου και του Ν.104(I)/
  3. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω οι απαιτήσεις του Αιτητή τόσο για αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 όσο για πληρωμή από το Ταμείο Πλεονασμού απορρίπτονται. Ενόψει του (α) ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 κατά παράβαση του άρθρου 3 του Ν.104(Ι)/2000 δεν ενημέρωσαν τον Αιτητή για τις συνέπειες της μεταβίβασης του Τμήματος στην εργοδότηση του και (β) καινοφανούς των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 και την επίδραση του Ν.104(Ι)/2000 επί των άλλων αρχών του δικαίου του τερματισμού της απασχόλησης, κρίνουμε ως ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) ........................................................... Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Μ. Πρωτοπαπά, Μέλος Κ. Χριστοδούλου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΟΟ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Μεταβίβαση Επιχείρησης) [1] Σημειώνουμε ότι το άρθρο 27 του Νόμου αναγάγει σε αδίκημα πράξεις που κατατείνουν να ξεγελάσουν το Ταμείο για να εξασφαλισθεί πληρωμή λόγω πλεονασμού με την παρουσίαση ψευδών στοιχείων και βεβαιώσεων. Πιο συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι: «
(1)Παν πρόσωπον το οποίον - (α) εν γνώσει του ή αμελώς υποβάλλει οιανδήποτε απαίτησιν δια πληρωμήν εκ του Ταμείου όταν τοιαύτη απαίτησις είναι ψευδής ως προς οιονδήποτε ουσιώδες στοιχείον αυτής· (β ) εν γνώσει του ή αμελώς κάμνει προφορικώς ή εγγράφως οιανδήποτε ψευδή βεβαίωσιν εν σχέσει προς τοιαύτην απαίτηση· (γ ) παρουσιάζει προς εξέτασιν, εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην απαίτησιν, οιονδήποτε έγγραφον το οποίον γνωρίζει ότι έχει εσκεμμένως παραποιηθή, είναι ένοχον αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσαν τα 450 λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς αυτάς.
(2)Παν πρόσωπον το οποίο εν γνώσει του ή αμελώς υποβοηθεί οιονδήποτε πρόσωπον όπως διαπράξη ή αποπειραθεί να διαπράξη οιονδήποτε των εν τω εδάφιο
(1)οριζομένων αδικημάτων, είναι ένοχον αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκεται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσα τας 450 λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους έξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.» [2] Η Οδηγία 98/50/ΕΚ θεσπίσθηκε για να διευκρινίσει ορισμένα σημαντικά ζητήματα ερμηνείας που προέκυψαν κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ υπό το φως των αποφάσεων του Δ.Ε.Κ. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 98/50/ΕΚ σημειώνει ότι: ″. για λόγους διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου, είναι ανάγκη να διευκρινιστεί η νομική έννοια των μεταβιβάσεων με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι μία τέτοια διευκρίνιση δεν συνιστά τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου″. [3] Βλέπε πρώτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. [4] Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ τονίζει ότι: ″Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους″. [5] Απόφαση ΔΕΚ 324/1986 Telerrup, ημερ. 20/2./988, Απόφαση ΔΕΚ 135/1983 Abels, ημερ. 7/2/1985 [6] Απόφαση ΔΕΚ 173/96 Hidalgo ημερ. 10/12/
  1. [7] Απόφαση ΔΕΚ 19/ 83 Wendelboe , Απόφαση ΔΕΚ C-362/89 D΄Urso, Απόφαση ΔΕΚ C-132,138 και 139/91 Katsikas [8] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim [1984] ECR 1891, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA [1992] ECR 1-
  2. [9] Απόφαση ΔΕΚ 257/1986, Ny Molle Kro, Απόφαση ΔΕΚ Daddy's Dance Hall 324/1986 [10] Β. Δούκα , «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας» 1997, σελ, 586 [11] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ C-51/00 Temco Service Industries SA v. Imzilyen [2002] ECR I 969, Β. Δούκα, ″Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας″, 1997, σελ. 28, 47, 89-
  3. [12] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ C-24/85 Spijkers, ημερ. 18/3/1986, Απόφαση ΔΕΚ C-209/91 Watson Rask, ημερ. 12/11/1992, Απόφαση ΔΕΚ C-392/92 Schmidt, ημερ. 14/4/1994, Απόφαση ΔΕΚ C-13/95 Suzen, ημερ. 11/3/
  4. [13] Το ΔΕΚ ερμήνευσε αρκετά ελαστικά την έννοια της συμβατικής μεταβίβασης ώστε να ανταποκρίνεται προς το σκοπό της Οδηγίας (Βλέπε C. Barnard ″E C Employment Law″, 3rd Edition, Oxford University Press, σελ. 628-634). [14] Στην υπόθεση 287/66 Ny Molle Kro, ημερ. 17/12/1987 το ΔΕΚ ανέφερε ότι : ″σκοπός της Οδηγίας είναι να εξασφαλίσει . τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία .. Επομένως έχει εφαρμογή η Οδηγία , εφόσον υπάρχει μεταβολή , προκύπτουσα από συμβατική εκποίηση ή συγχώνευση του -φυσικού ή νομικού - προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης.. και τούτο ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση ή όχι της κυριότητας της επιχείρησης.. Οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης της οποίας αλλάζει ο κάτοχος, χωρίς να υπάρξει μεταβίβαση της κυριότητας, βρίσκονται σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη των εργαζομένων εκποιηθείσας επιχείρησης και χρήζουν επομένως της ίδιας προστασίας″. [15] Βλέπε Απόφαση 324/86 Tellerup, ημερ. 10/2/1988, Απόφαση ΔΕΚ C-101/87, Bork International, ημερ. 15/6/1988, Απόφαση C-29/91 Redmond Stichting, ημερ. 19/5/1992, Απόφαση ΔΕΚ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-171/94 και C-172/94 Merckx, ημερ. 7/3/
  5. [16] Το ΄Αρθρο 18 του Νόμου προβλέπει ότι : «Δια τους σκοπούς του παρόντος Νόμου , εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων όταν η απασχόλησις του ετερματίσθη : (α)Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρισιν εν τη οποία ο εργoδοτούμενος απησχολείτο, ή» ......................................... (γ) ένεκα οιουδήποτε των ακόλουθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργία της επιχειρήσεως: (i)........................................ (ii) ........................................ (iii) κατάργηση τμημάτων». [17] Βλέπε επίσης Απόφαση ΔΕΚ C-319/94 Dethier όπου λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «. η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος λίγο προς της μεταβιβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση, έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως . οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα λίγο προς της μεταβιβάσεως και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως». (η υπογράμμιση είναι δική μας). [18] Βλέπε απόφαση του Employment Appeal Tribunal EAT/993/95 BSG Property Services v. Tuck
(1996)IRLR 134 [19] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg [20] Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι: «3
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται διά της μεταβιβάσεως αυτής στον εκδοχέα. Τα κράτη μέλη δύναται να προβλέπουν ότι μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από την μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης». [21] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-132, 138 και 139 /91 Κατσικάς, Απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C-399/96 Europiéces, Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-171/94 και 172/94 Merckx [22] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-132, 138 και 139 /91 Κατσικάς [23] Άρθρο 20(β) του Νόμου. [24] Άρθρο 20(α) του Νόμου. [25] Κ. Κυριακίδης v. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1990)1 Α.Α.Δ. 20. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.