ΒΑΣΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. MEDOCHEMIE LTD, Αρ. Αίτησης: 199/2009, 8 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2011:28 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Στ. Χ"Μανώλη } Χρ. Αντωνιάδη } Μελών Αρ. Αίτησης: 199/2009 Μεταξύ: ΒΑΣΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Αιτητή και MEDOCHEMIE LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Στυλιανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εγγεγραμμένη εταιρεία και ασχολούνται με την παραγωγή φαρμάκων. Έδρα της βιομηχανίας της είναι η Λεμεσός. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.7.2002 ως Βοηθός Ζυγιστής. Στη συνέχεια, μετά από κάποια χρόνια, προάχθηκε σε Υπεύθυνο Ζυγιστηρίου. Στις 4.6.2002 δόθηκε στον Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση επιστολή πρόσληψης (Τεκμήριο 1) την οποία υπέγραψε ο Αιτητής και στην οποία περιέχονται οι γενικοί όροι εργοδότησης του στους Καθ' ων η αίτηση. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το απόσπασμα που αναφέρεται στα καθήκοντα που θα εκτελούσε ο Αιτητής: «β) Καθήκοντα: Όλες οι εργασίες που περιλαμβάνονται για τη θέση του Βοηθού Ζυγιστή και οτιδήποτε άλλο σας ανατεθεί από τον προϊστάμενο σας.» Την 1.7.2002 με την ανάληψη των καθηκόντων του ο Αιτητής υπέγραψε έγγραφο περιγραφής καθηκόντων το οποίο του δόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση (Τεκμήριο 2), το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο: «MEDOCHEMIE LTD ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ
- ΤΙΤΛΟΣ ΖΥΓΙΣΤΗΣ
- ΕΠΑΦΗ ΜΕ Α. Διευθυντή Αποθηκών Β. Αποθηκάριο - Άλλους Αποθηκάριους και Βοηθούς Αποθηκάριους της Εταιρείας Γ. Τμήμα Παραγωγής - Επόπτες Παραγωγής
- ΒΑΣΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ Παραλαμβάνει και ζυγίζει υλικά σύμφωνα με Κανόνες Καλής Παρασκευής (GMP)
- ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΕΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΑ και ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ Α. Διασφαλίζει τη σωστή διεξαγωγή των διαδικασιών όπως αυτές περιγράφονται στα SOP's σύμφωνα με τους Κανόνες Καλής Παρασκευής (GMP). Β. Διασφαλίζει καλές συνθήκες διακίνησης για όλα τα υλικά/προϊόντα στο ζυγιστήριο. Γ. Εισηγείται σκέψεις/τρόπους για καλυτέρευση των διαδικασιών της Αποθήκης και της Εταιρείας γενικότερα. Δ. Αναλαμβάνει νέα ή αναπροσαρμοσμένα καθήκοντα σύμφωνα πάντα με τις ειδικές ανάγκες του Τμήματος Αποθηκών και της Εταιρείας γενικότερα. ΑΝΑΦΟΡΕΣ Είναι υπεύθυνος να ενημερώνει λεπτομερώς τον Αποθηκάριο: ι) για όλες τις κινήσεις/μεταφορές υλικών από το ζυγιστήριο ιι) για τη διεξαγωγή παντός τύπου εργασιών που αφορούν το ζυγιστήριο ΩΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Όπως αυτές προδιαγράφονται από την εταιρεία, για το Τμήμα Αποθηκών.
- ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ/ΥΠΟΛΟΓΟΣ Είναι υπόλογος προς τον αποθηκάριο της αποθήκης καθώς και το Διευθυντή Αποθηκών.
- ΠΡΟΣΟΝΤΑ/ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ι) απολυτήριο γυμνασίου ιι) γνώση της αγγλικής γλώσσας. Όνομα: Εκδόθηκε από: _______________________ _______________________ Υπογραφή: _______________________ Ημερομηνία: _______________________» Στο ζυγιστήριο έρχονταν εντολές από το Τμήμα Παραγωγής Φαρμάκων των Καθ' ων η αίτηση το οποίο ζητούσε συγκεκριμένες ποσότητες διαφόρων προϊόντων (πρώτων υλών) τα οποία θα χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή φαρμάκων. Ο ρόλος του προσωπικού του ζυγιστηρίου ήταν να παίρνει και να ζυγίζει με μεγάλη ακρίβεια την ποσότητα των πρώτων υλών ούτως ώστε να σταλεί επακριβώς η ζητούμενη ποσότητα στο Τμήμα Παραγωγής, συμπληρώνοντας τα απαιτούμενα έγγραφα. Αναλυτικά τα καθήκοντα των ζυγιστών ήταν ως ακολούθως: (α) Να διατηρούν τους χώρους του ζυγιστηρίου καθαρούς και έτοιμους προς ζύγιση. (β) Να πηγαίνουν στο Τμήμα Παραγωγής και να παραλαμβάνουν τις φόρμουλες για τα προϊόντα που θα ζύγιζαν (δηλαδή το πρόγραμμα ζύγισης). (γ) Να παίρνουν τις φόρμουλες στον υπεύθυνο αποθήκης για να τις συμπληρώσει με τα κατάλληλα MCB (ειδικά χαρτάκια που έμπαιναν στις συσκευασίες των προϊόντων για σκοπούς σήμανσης) και ακολούθως να τις παραδώσουν στον αποθηκάριο για να του φέρει τα προϊόντα από την αποθήκη. (δ) Να ελέγχουν τα προϊόντα πριν εισέλθουν στο ζυγιστήριο αν είναι σωστά από πλευράς υλικών, ποσοτήτων και MCB. (ε) Να ετοιμάζουν τα χαρτάκια που θα μπουν ενδιάμεσα των διπλών σακουλιών ζύγισης και να τα υπογράφουν. (στ) Να ζυγίζουν τα έκδοχα. Κάθε φορά που ζύγιζαν άλλο έκδοχο έπρεπε να αλλάζουν γάντια και να πλένουν τη «σέσουλα» ζυγίσματος. (ζ) Να μεταφέρουν σε ειδικά μπαούλα σε ειδικό δωμάτιο τα έκδοχα αφού τοποθετήσουν την κατάλληλη σήμανση στο κάθε μπαούλο. (η) Να ζυγίζουν τα «raw materials» (το φάρμακο), να τα βάλουν σε ειδικά μπαούλα στα οποία αναγράφουν το προϊόν και τη ποσότητα που περιέχουν. (θ) Να καθαρίζουν τους χώρους του ζυγιστηρίου (να μεταφέρουν έξω από το ζυγιστήριο τους άδειους σάκους/ή βαρέλια που ήταν μέσα τα προϊόντα που ζύγιζαν, να επιστρέφουν τα προϊόντα που δεν χρησιμοποιήθηκαν στην αποθήκη αφού αναγράψουν στις συσκευασίες τους το υπόλοιπο του βάρους τους, να καθαρίσουν τις ζυγαριές και να σφουγγαρίσουν το πάτωμα). (μ) Να καταγράφουν τις «μίξεις» στα πέντε βιβλία του ζυγιστηρίου (ώρα έναρξης, είδος προϊόντος και ώρα λήξης). Το ζυγιστήριο υπάγεται διοικητικά στο Τμήμα Παραγωγής των Καθ' ων η αίτηση. Άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή ήταν ο κ. Ρένος Μασώνος ο οποίος ήταν Βοηθός Διευθυντής Παραγωγής και μια ιεραρχική βαθμίδα πιο πάνω ήταν ο κ. Χρίστος Θεοδοσιάδης, ο οποίος ήταν ο Υποδιευθυντής του Τμήματος Παραγωγής. Τον Δεκέμβριο του 2008 οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν όπως διαφοροποιήσουν τη διαδικασία δειγματοληψίας η οποία γινόταν για σκοπούς ελέγχου της ποιότητας έξι εκδόχων που εισήγαγαν και χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή φαρμάκων. Μέχρι τότε η δειγματοληψία των εν λόγω εκδόχων γινόταν από το προσωπικό του Χημείου των Καθ' ων η αίτηση κατά την παραλαβή τους ή σύντομα μετά την παραλαβή τους. Συγκεκριμένα όταν παραλαμβανόταν ένα εμπορευματοκιβώτιο με τα συγκεκριμένα έκδοχα, ένα άτομο του Χημείου τρυπούσε όλες τις συσκευασίες των εκδόχων μία προς μία, έπαιρνε δείγματα από τις συσκευασίες για σκοπούς ανάλυσης της ποιότητας τους και ακολούθως επανασφράγιζε τις συσκευασίες για να μεταφερθούν και να φυλαχθούν στην αποθήκη. Όταν θα χρησιμοποιούνταν οι συσκευασίες αυτές για τη παραγωγή φαρμάκων, μεταφέρονταν στους ζυγιστές, οι οποίοι τις άνοιγαν, ζύγιζαν τις ποσότητες που τους ζητήθηκαν και τις έστελλαν στο προσωπικό της παραγωγής. Αποφασίστηκε όπως αντί να γίνεται η δειγματοληψία σε όλο το φορτίο των πρώτων υλών από το Χημείο κατά την παραλαβή του εμπορευματοκιβωτίου, να γίνεται από τους ζυγιστές όταν αυτοί θα άνοιγαν την συσκευασία για να ζυγίσουν ποσότητες που θα έστελλαν στο Τμήμα Παραγωγής. Οι ζυγιστές όταν θα άνοιγαν μια συσκευασία για χρήση αντί να πάρουν μόνο την ποσότητα που θα ζύγιζαν, θα έπαιρναν παράλληλα και μια δεύτερη μικρή ποσότητα με ένα δειγματοληπτικό εργαλείο, θα την τοποθετούσαν σε ένα δοχείο δείγματος και θα το έστελλαν στο Χημείο για έλεγχο της ποιότητας. Η πιο πάνω διαφοροποίηση ανακοινώθηκε στους υπαλλήλους του ζυγιστηρίου το Δεκέμβριο του
- Ο κ. Ρ. Μασώνος ενημέρωσε τους υπαλλήλους του ζυγιστηρίου (τον κ. Δημήτρη Χαρικλείδη, τον κ. Ονησίφορο Παράσχο και τον Αιτητή) ότι στις 28.1.2009 η ώρα 1:30 μ.μ. στο χώρο του ζυγιστηρίου θα τους γινόταν εκπαίδευση από υπάλληλο του Χημείου αναφορικά με τη νέα διαδικασία της δειγματοληψίας. Ενώ ο υπάλληλος του Χημείου πήγε την πιο πάνω ώρα και μέρα στο ζυγιστήριο για να εκπαιδεύσει τους υπαλλήλους του ζυγιστηρίου, ο Αιτητής και ο κ. Χαρικλείδης αρνήθηκαν να συμμετάσχουν λέγοντας ότι δεν έχουν χρόνο για να προβαίνουν και στη δειγματοληψία των έξι εκδόχων. Η εκπαίδευση επαναπρογραμματίστηκε για να γίνει στις 29.1.2009 η ώρα 8:15 π.μ. αφού ο κ. Μασώνος δεν αποδέχτηκε τις θέσεις του Αιτητή και του κ. Χαρικλείδη λέγοντας τους ότι η δειγματοληψία θα είναι μέρος των καθηκόντων τους. Ο Αιτητής και ο κ. Χαρικλείδης την πιο πάνω μέρα και ώρα αρνήθηκαν για ακόμα μια φορά να λάβουν μέρος στην προγραμματισμένη εκπαίδευση τους λέγοντας ότι η εν λόγω εργασία δεν είναι μέσα στα καθήκοντα τους. Στις 30.1.2009 οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν στον Αιτητή προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 4) στην οποία σημειωνόταν ότι η δειγματοληψία των εκδόχων θα είναι μέρος των καθηκόντων του και ότι η άρνηση του να συμμορφωθεί με τις οδηγίες των Καθ' ων η αίτηση συνιστά άρνηση εκτέλεσης εργασίας. Στις 2.2.2009 οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ειδοποίησαν τους ζυγιστές ότι η εκπαίδευση για τη δειγματοληψία θα γινόταν στις 3.2.2009 (Τεκμήριο 5). Την ίδια μέρα ο Αιτητής και ο κ. Χαρικλείδης παρέδωσαν επιστολή στον κ. Μασώνο (Τεκμήριο 6) στην οποία αναφέρουν ότι πολύ δύσκολα προλαμβαίνουν να εκτελέσουν την εργασία τους ως ζυγιστές και είναι αδύνατο να αναλάβουν και την εργασία της δειγματοληψίας που δεν είναι στα καθήκοντα τους. Στις 3.2.2009 ο κ. Χαρικλείδης και ο κ. Παράσχου έλαβαν μέρος στην προγραμματισθείσα εκπαίδευση ενώ ο Αιτητής αρνήθηκε. Στις 10.2.2009 οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν σε διαθεσιμότητα τον Αιτητή, λόγω της συμπεριφοράς του, αναφέροντας του ότι το έκαναν για σκοπούς διερεύνησης της περίπτωσης του και μέχρι να αποφασίσουν τελικά για το θέμα που προέκυψε με την άρνηση του να λάβει μέρος στην εκπαίδευση (βλέπε Τεκμήριο 7). Στις 12.2.2009 ο Αιτητής απέστειλε επιστολή στους Καθ' ων η αίτηση μέσω του δικηγόρου του (Τεκμήριο 8) με την οποία (α) αμφισβητούσε τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι με τη συμπεριφορά του αρνείτο να εκτελέσει τα καθήκοντα της θέση του και (β) δεν αποδεχόταν τη διαθεσιμότητα στην οποία τέθηκε αμφισβητώντας τη νομιμότητα της. Στις 13.2.2009 ο Αιτητής με επιστολή των Καθ' ων η αίτηση απολύθηκε από την εργασία του. Το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης του Αιτητή (Τεκμήριο 9) παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο: «13 Φεβρουαρίου 2009 Κο Βάσο Γεωργίου Λεμεσός Κύριε Γεωργίου, Σε συνέχεια της επιστολής προς εσάς με ημερομηνίας 10/02/2009, σας πληροφορούμε ότι η Εταιρεία έχει εξετάσει με μεγάλη προσοχή το γεγονός της άρνησης σας να εκτελέσετε καθήκοντα που σχετίζονται με τη θέση σας. Η μη συμμόρφωση με τα καθήκοντα σας είναι ολοφάνερη λαμβάνοντας υπόψη το Συμβόλαιο Εργοδότησης που έχετε υπογράψει στις 04/06/2002 καθώς και την Περιγραφή Καθηκόντων την οποία έχετε υπογράψει την 01/07/
- Ακόμη η Εταιρεία έχει λάβει υπόψη την επιστολή που σας απέστειλε με ημερομηνία 30/01/
- Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω αποφάσισε να διακόψει την εργοδότητση σας από σήμερα Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009 περιλαμβανομένης. Σας βεβαιώνουμε ότι θα πάρετε τα δικαιώματα που σας αναλογούν, σύμφωνα με ότι προβλέπει η νομοθεσία. Δια Medochemie Ltd Γιώργος Γιαννικούρης Senior Human Resources Specialist Αντίγραφο: Δρ. Γ. Πλαστήρα (Διευθ. Παραγωγής) Χρίστος Θεοδοσιάδης (Β. Διευθ. Παραγωγής) Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού Συντεχνία ΣΕΚ» Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν σε €312,
- Κατά την απόλυση του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση του πλήρωσαν όλα τα δεδουλευμένα του καθώς και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Τα πιο πάνω όπως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μας συνιστούν κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές. Είναι η θέση του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η αίτηση στις 13.2.2009 παράνομα, αδικαιολόγητα και αυθαίρετα τερμάτισαν την απασχόληση του και ως εκ τούτου εξαιτείται αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμού της απασχόλησης του, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν την εναντίον τους αξίωση ισχυριζόμενοι ότι νόμιμα απέλυσαν τον Αιτητή λόγω άρνησης εκτέλεσης των καθηκόντων του και/ή λόγω παράβασης ουσιωδών ρητών και/ή σιωπηρών όρων της σύμβασης εργοδότησης του και/ή των όρων της εργοδότησης του και/ή λόγω άρνησης εκτέλεσης νόμιμης και λογικής εντολής και/ή λόγω άρνησης του κατά την απασχόληση του ως ζυγιστής να προβαίνει σε δειγματοληψία. Μαρτυρία Για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσαν ο κ. Γιώργος Γιαννικουρής, ανώτερος λειτουργός στο Τμήμα Ανθρωπίνου Δυναμικού των Καθ' ων η αίτηση, ο κ. Ρένος Μασώνος, Βοηθός Διευθυντής στο Τμήμα Παραγωγής των Καθ' ων η αίτηση και ο κ. Χρίστος Θεοδοσιάδης, Υποδιευθυντής του Τμήματος Παραγωγής των Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής υποστήριξε το αίτημα του μόνο με τη δική του μαρτυρία. Ήταν η θέση και των τριών μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2008, οι Καθ' ων η αίτηση ξεκίνησαν μελέτες για διαφοροποίηση της διαδικασίας δειγματοληψίας έξι εκδόχων. Παρόλο που η πρακτική που ακολουθούσαν μέχρι τότε ήταν ασφαλής, αποφάσισαν να την αναθεωρήσουν και να εφαρμόσουν τη διαδικασία που ακολουθείται από πολλές φαρμακοβιομηχανίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την οποία η δειγματοληψία γίνεται από τους ζυγιστές κατά τον χρόνο ανοίγματος μιας συσκευασίας για χρήση καθ' ότι (α) η υφιστάμενη διαδικασία που ακολουθούσαν ήταν χρονοβόρα και δύσκολη. Σύμφωνα με την υφιστάμενη διαδικασία κατά την παραλαβή του εμπορευματοκιβωτίου το οποίο περιέχει 7,7 τόνους σε συσκευασίες εκδόχων, το προσωπικό του Χημείου κατέβαινε στο χώρο του ζυγιστηρίου και έπρεπε να απολυμανθεί και να αλλάξει στολή. Στη συνέχεια έπρεπε να τρυπά τις συσκευασίες μια-μια για να πάρει δείγματα και ακολούθως να επανασφραγίσει τις συσκευασίες μια-μια για να μεταφερθούν στην αποθήκη. Το Χημείο χρειαζόταν μέρες ολόκληρες για να ολοκληρώσει την εν λόγω διαδικασία, και (β) μια συσκευασία στην οποία γινόταν δειγματοληψία κατά την παραλαβή της μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μήνες μετά ενώ το δείγμα ποιότητας που είχαν ήταν προγενέστερο της χρήσης και μετά τη λήψη αυτού η συσκευασία φυλαγόταν στην αποθήκη επανασφραγισμένη από τους Καθ' ων η αίτηση και όχι τον κατασκευαστή, γεγονός που ενείχε κάποιους κινδύνους αναφορικά με τη διαπίστωση της ποιότητας των εκδοχών. Με τη νέα διαδικασία, κατά τη κρίση τους, θα εξοικονομείτο πολύτιμος χρόνος από το προσωπικό του Χημείου και θα είχαν ασφαλέστερο έλεγχο της ποιότητας του εκδόχου μιας συσκευασίας αφού η ανάλυση του δείγματος θα γινόταν κατά το χρόνο χρήσης της. Με τη νέα διαδικασία δειγματοληψίας, ο ζυγιστής όταν θα άνοιγε μια συσκευασία που περιείχε ένα από τα έξι συγκεκριμένα έκδοχα για να τη ζυγίσει, αντί να πάρει μόνο τη ποσότητα που θα ζύγιζε θα έπαιρνε και μια μικρή ποσότητα με ένα δειγματοληπτικό εργαλείο, θα την τοποθετούσε σε ένα δοχείο δείγματος και αφού εφάρμοζε στο εν λόγω δοχείο μια αυτοκόλλητη ετικέτα την οποία είχε ήδη ετοιμάσει το Χημείο (βλέπε Τεκμήριο 10) και σημείωνε σ' αυτή τον αριθμό της συσκευασίας από την οποία πήρε το δείγμα και για ποια παρτίδα θα χρησιμοποιηθεί, θα ερχόταν ο υπάλληλος του Χημείου να το παραλάβει. Η εν λόγω διαδικασία, κατά τη γνώμη τους, ήταν θέμα, «το πιο πολύ», δύο λεπτών για τους ζυγιστές. Επειδή η διαδικασία αυτή δεν θα γινόταν για όλα τα προϊόντα που ζύγιζαν οι ζυγιστές αλλά μόνο για έξι συγκεκριμένα έκδοχα όταν θα ανοιγόταν μια συσκευασία που περιείχε ένα από τα εν λόγω έκδοχα, το φαινόμενο οι ζυγιστές να προβαίνουν σε δειγματοληψία δεν θα ήταν καθημερινό. Μπορούσε να ανοιχθεί μια συσκευασία ενός εκδόχου και μετά από κάποιες ημέρες να χρειαστεί να ανοιχτεί άλλη. Δεν ήταν λογικό κατά τη γνώμη τους κάθε φορά που θα ανοιγόταν μια συσκευασία των εκδόχων αυτών, άτομο του Χημείου να πηγαίνει στο ζυγιστήριο, αφού πρώτα αλλάξει στολή και απολυμανθεί, για να πάρει μια μικρή ποσότητα για έλεγχο ποιότητας. Οι ζυγιστές με τον ίδιο τρόπο που έπαιρναν ποσότητες για να τις ζυγίσουν θα έπαιρναν και μια μικρή ποσότητα με το δειγματολήπτη και θα την έβαζαν σε ένα δοχείο. Το μόνο που χρειάζονταν οι ζυγιστές για να μπορέσουν να είναι σε θέση να κάνουν τη δειγματοληψία ήταν μια δεκαπεντάλεπτη εκπαίδευση ως προς το πώς θα λαμβάνουν τα δείγματα με το δειγματολήπτη και πως θα ετοίμαζαν το δοχείο του δείγματος για να πάει στο Χημείο. Ο κ. Θεοδοσιάδης σημείωσε ιδιαίτερα ότι επειδή τα έκδοχα για τα οποία οι ζυγιστές θα έκαναν δειγματοληψία ήταν αδρανή και όχι δραστικά, η δειγματοληψία μπορούσε να γίνεται χωρίς τη λήψη περισσότερων προστατευτικών μέτρων από τους ζυγιστές από αυτά που ήδη λάμβαναν. Η δεκαπεντάλεπτη εκπαίδευση θα γινόταν στους ζυγιστές από το Χημείο ώστε να συμμορφωθούν οι Καθ' ων η αίτηση και με τα «τυπικά» που τους επιβάλλουν να έχουν καταγεγραμμένη την εκπαίδευση του προσωπικού τους για κάθε τους καθήκον. Η εν λόγω υποχρέωση προκύπτει από τις Καλές Πρακτικές Παραγωγής (Good Manufacturing Practices) του Διεθνούς Οργανισμού Υγείας (World Health Organisation) οι οποίες εφαρμόζονται γενικά από τις φαρμακοβιομηχανίες ως εναρμονισμένοι διεθνείς κανόνες καλής πρακτικής παραγωγής φαρμάκων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο δύο σελίδων των εν λόγω Καλών Πρακτικών Παραγωγής στις οποίες αναφέρεται ότι το προσωπικό που προβαίνει σε δειγματοληψία πρέπει να είναι κατάλληλα εγκεκριμένο από το Τμήμα Ελέγχου Ποιότητας και να τυγχάνει αρχικής και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης σε σχέση με αυτή. Η εκπαίδευση που θα γινόταν στους ζυγιστές ήταν κάτι πολύ απλό αφού ήδη γνώριζαν καλά πώς να χειρίζονται τις συσκευασίες και τα έκδοχα ως μέρος της καθημερινής δουλειάς τους. Απλώς θα μάθαιναν πώς να αποστέλλουν το δείγμα με το δοχείο χωρίς να μολυνθεί και να τοποθετούν την κατάλληλη ετικέτα στο δείγμα. Ο κ. Ρ. Μασώνος ο οποίος ανέλαβε να διευθετήσει τη διεξαγωγή της εκπαίδευσης των ζυγιστών από το Χημείο καταθέτοντας ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο του 2008 ενημέρωσε και τους τρεις ζυγιστές ότι η δειγματοληψία για συγκεκριμένα έκδοχα στο μέλλον θα γίνεται από αυτούς κατά το άνοιγμα για χρήση μιας συσκευασίας εκδόχων και όχι από το Χημείο όπως γινόταν μέχρι τότε. Στις 28.1.2009 το πρωί ρώτησε τον Αιτητή πότε θα έχουν χρόνο να τους γίνει η σχετική εκπαίδευση η οποία θα διαρκούσε 10-15 λεπτά. Ο Αιτητής του απάντησε ότι μπορούσαν να κάνουν την εκπαίδευση στις 1:30 μ.μ. της ίδιας μέρας. Όταν ειδοποιήθηκε από τον υπάλληλο του Χημείου ο οποίος θα εκπαίδευε τους ζυγιστές, ότι ο Αιτητής και ο κ. Χαρικλείδης αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην εκπαίδευση, πήγε στο ζυγιστήριο και εκεί ο Αιτητής του είπε ότι επειδή στο μέλλον δεν θα έχουν χρόνο για δειγματοληψία δεν θα συμμετάσχουν στην εκπαίδευση. Αυτός τους είπε να σκεφτούν λογικά και να δουν πρώτα πόσο απλή διαδικασία είναι πριν να παίρνουν τέτοιες θέσεις. Στις 29.1.2009 ο Αιτητής και ο κ. Χαρικλείδης του είπαν ότι δεν είναι δουλειά τους η δειγματοληψία και ότι σιγά-σιγά οι Καθ' ων η αίτηση θα τους ζητήσουν να μεταφέρουν και τα υλικά από την αποθήκη. Συζήτησε το θέμα μαζί τους και τους είπε ότι η άρνηση τους είναι αδικαιολόγητη. Όταν ο Αιτητής και ο κ. Χαρικλείδης του έδωσαν το Τεκμήριο 5 στις 2.2.2009, τους είπε να δοκιμάσουν πρώτα και να δουν ότι αυτό που τους ζητείται δεν είναι τίποτα. Επίσης ότι ο χρόνος δεν είναι δικό τους θέμα, καθ' ότι αν δεν έβγαινε η δουλειά λόγω του ότι θα γινόταν και η δειγματοληψία παράλληλα με τη ζύγιση, ήταν θέμα το οποίο θα επέλυε αυτός. Λόγω της επίμονης άρνησης του Αιτητή να λάβει μέρος στην εκπαίδευση, ενημέρωσε τον κ. Θεοδοσιάδη. Ο κ. Θεοδοσιάδης κατέθεσε ότι στις 6.2.2009 μίλησε με τον Αιτητή και του εξήγησε τη διαδικασία που θα ακολουθείτο για τη δειγματοληψία. Προσπάθησε να τον πείσει ότι ήταν κάτι απλό και ότι δεν θα του έπαιρνε ουσιαστικά χρόνο. Του είπε να μην ανησυχεί για το χρόνο του, καθ' ότι αν δεν έβγαινε η δουλειά λόγω της δειγματοληψίας, τότε αυτό ήταν θέμα των Καθ' ων η αίτηση να το επιλύσουν. Ο Αιτητής ήταν αμετακίνητος στη θέση του και γι' αυτό το λόγο ενημέρωσε το Τμήμα Ανθρωπίνου Δυναμικού για το θέμα και πιο συγκεκριμένα τον κ. Γιαννικουρή. Τόσο ο κ. Γιαννικουρής όσο και ο κ. Θεοδοσιάδης ανέφεραν κατά την ένορκη κατάθεση τους ότι στις 9.2.2009 κάλεσαν τον Αιτητή σε συνάντηση και συζήτησαν εκ νέου το θέμα μαζί του. Στην εν λόγω συνάντηση, ο Αιτητής επανέλαβε τις θέσεις του και αυτοί δείχνοντας του την περιγραφή καθηκόντων του και την επιστολή πρόσληψης του ξανασυζήτησαν μαζί του με σκοπό να τον μεταπείσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Στις 10.2.2009 αποφάσισαν και οι δύο μαζί να θέσουν σε διαθεσιμότητα τον Αιτητή μέχρι να μελετήσουν πλήρως την περίπτωση του. Αφού μελέτησαν το θέμα και τις θέσεις του Αιτητή καθώς και την επιστολή του δικηγόρου του (Τεκμήριο 8) στις 13.2.2009 κατέληξαν στην απόφαση να απολύσουν τον Αιτητή. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Γιαννικουρής ανέφερε ότι δεν υπήρχε θέση δειγματολήπτη στους Καθ' ων η αίτηση και πριν να δοθούν τα καθήκοντα δειγματοληψίας των έξι εκδόχων στους ζυγιστές, τα εν λόγω καθήκοντα εκτελούνταν από εργοδοτούμενους του Χημείου οι οποίοι υπάγονταν στο Τμήμα Ελέγχου Ποιότητας. Όταν ο Αιτητής του είπε ότι είναι βαρυφορτωμένος με τα καθήκοντα του ως ζυγιστής και ότι δεν μπορεί να αναλάβει επιπρόσθετα καθήκοντα, του είπε ότι η κατανομή του χρόνου εργασίας είναι θέμα αυτού και του προϊστάμενου του και ότι έπρεπε να δοκιμάσει πρώτα να εκτελέσει τη δειγματοληψία για να διαπιστώσει αν όντως είναι χρονοβόρα. Ο κ. Μασώνος αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει πολύ καλά τη διαδικασία της δειγματοληψίας και ότι ο επιπρόσθετος χρόνος εργασίας για το ζυγιστή είναι δύο λεπτά για κάθε συσκευασία εκδόχου που ανοίγει για να ζυγίσει. Διαφώνησε με τη θέση του Αιτητή ότι δεν είχε χρόνο για δειγματοληψία καθότι αυτός ως άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή δεν του περιόριζε το χρόνο του λέγοντας του πόσες ζυγίσεις να κάνει κάθε μέρα. Το πρόγραμμα παραγωγής γινόταν μέρες πριν να παραχθεί το τελικό προϊόν και οι ζυγιστές είχαν αρκετό χρόνο να κάνουν τις απαιτούμενες ζυγίσεις. Σημείωσε ότι στο πρόγραμμα δεν καθορίζετο πόσα κιλά έπρεπε να ζυγιστούν σε ένα χρονικό διάστημα αλλά τα κιλά που έπρεπε να ζυγιστούν για κάθε προϊόν με βάση τη φόρμουλα παρασκευής του που δινόταν στους ζυγιστές. Στην περίπτωση που άλλαζε το πρόγραμμα και έπρεπε να ζυγιστεί κάτι επείγον ρωτούσε τους ζυγιστές αν ήθελαν να εργαστούν υπερωριακά χωρίς όμως να τους πιέσει, ως του υπέβαλε ο δικηγόρος του Αιτητή. Ο κ. Θεοδοσιάδης, κατά την αντεξέταση του, όταν του υποβλήθηκε ότι ο Αιτητής του είπε ότι από προηγούμενη εμπειρία του, αν οι υπάλληλοι των Καθ' ων η αίτηση δέχονταν να δοκιμάσουν να εκτελούν νέα καθήκοντα που τους ανέθεταν οι Καθ' ων η αίτηση, ως η εισήγηση τους προς τον Αιτητή να δοκιμάσει να εκτελεί τη δειγματοληψία, και μετά προέκυπταν προβλήματα και αρνούνταν να εκτελέσουν τα νέα καθήκοντα, η θέση των Καθ' ων η αίτηση ήταν ότι εφόσον ήδη δέχτηκαν να τα εκτελούν δεν μπορούσαν να αρνηθούν να τα εκτελέσουν και αν επέμεναν θα απολύοταν, απάντησε ότι δεν θυμάται να του είπε κάτι τέτοιο ο Αιτητής. Για τη λειτουργία του ζυγιστηρίου, οι Καθ' ων η αίτηση είχαν εκδώσει κανονισμούς λειτουργίας (SOP) στους οποίους κατά τη περίοδο εργοδότησης του Αιτητή δεν αναφέρονταν στη διαδικασία δειγματοληψίας. Μετά την αλλαγή το 2009 τροποποιήθηκαν οι εν λόγω κανονισμοί και σε αυτούς περιέχεται και η διαδικασία δειγματοληψίας. Τα καθήκοντα στο ζυγιστήριο εκτελούνταν όχι μόνο από τον Αιτητή αλλά και από τους τρεις ζυγιστές. Όταν υπήρχε πρόβλημα διεκπεραίωσης της εργασίας στο ζυγιστήριο, ο Αιτητής απευθυνόταν σ' αυτόν και αυτός επιλαμβανόταν του θέματος όπως του έστελλε βοηθούς, του άλλαζε προτεραιότητες ή του έλεγε να εργαστεί υπερωριακά επ' αμοιβή. Οι ζυγιστές θα είχαν την ίδια ευθύνη να μην μολύνουν το δείγμα που θα έστελλαν στο Χημείο με αυτή που είχαν να μην μολύνουν τις ποσότητες που ζύγιζαν. Δέχτηκε την υποβολή του δικηγόρου του Αιτητή ότι ο Αιτητής του παραπονέθηκε (α) ότι πολλές φορές ενώ ζύγιζε ένα προϊόν, του έλεγαν να σταματήσει και να το στείλει πίσω στην αποθήκη, σημειώνοντας ότι αυτό συνέβηκε γιατί δεν «ήρθαν τα χαρτιά του προϊόντος» και ότι την ευθύνη για την καθυστέρηση την επωμιζόταν αυτός και όχι ο Αιτητής και (β) ότι ο αποθηκάριος καθυστερούσε να του παραδώσει τα προϊόντα που θα ζύγιζε, διευκρινίζοντας ότι στη διερεύνηση που προέβηκε για το εν λόγω θέμα ο αποθηκάριος απέρριψε τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Επίσης, αποδέχτηκε την υποβολή ότι κάποιες φορές ζητήθηκε από τον Αιτητή να σταματήσει ζύγιση φαρμάκου και να ζυγίσει χρώμα (coating) διευκρινίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εναντίον των κανονισμών λειτουργίας του ζυγιστηρίου. Απέρριψε τη θέση ότι ο Αιτητής εργαζόταν υπερωριακά μετά από απειλές ότι αν δεν εργαζόταν θα απολύετο. Δεν αποδέχτηκε την εισήγηση του Αιτητή να αγοράσουν ηλεκτρικό forklift για να διευκολυνθεί η εργασία στο ζυγιστήριο για λόγους ασφαλείας και ισχυρίστηκε ότι εισηγήθηκε αυτός στη διεύθυνση των Καθ' ων η αίτηση την αγορά άλλων μηχανημάτων τα οποία όμως ήταν πολύ ακριβά και ανέμενε την έγκριση από τη διεύθυνση για την αγορά τους. Από την πλευρά του ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ζύγιζε 2000-2500 κιλά ημερησίως για τα οποία έπρεπε να ετοιμάζει τα σχετικά χαρτιά και να συμπληρώνει τα βιβλία του ζυγιστηρίου και παράλληλα να καθαρίζει και τους χώρους του ζυγιστηρίου. Ο φόρτος εργασίας του ήταν τεράστιος καθ' ότι ζύγιζε (α) για δύο βάρδιες παραγωγής, (β) για το εργοστάσιο των κεφαλοσπορίνων σε άλλο ζυγιστήριο, (γ) σε περίπτωση που απουσίαζε ο ζυγιστής από το εργοστάσιο που βρίσκεται στην Ομόνοια ή σε περίπτωση που το εργοστάσιο της Ομόνοιας είχε μεγάλες μίξεις για το εν λόγω εργοστάσιο και (δ) τα χρώματα του coating της παραγωγής. Δούλευε ακατάπαυστα και πολλές φορές πέραν από το κανονικό του ωράριο για να ανταπεξέλθει. Ήταν η θέση του ότι πολλές φορές που αντιμετώπιζε προβλήματα στη διεκπεραίωση της εργασίας του και ζήτησε είτε τη βοήθεια είτε την παρέμβαση του κ. Θεοδοσιάδη για να επιλυθούν, δεν βρήκε κατανόηση από αυτόν αλλά του γινόταν προειδοποίηση ότι αν δεν «έβγαινε η δουλειά» ή αν έκανε λάθη, θα απολυόταν. Περαιτέρω, αν αρνιόταν να δουλέψει υπερωρίες τον «απειλούσαν» ότι θα τον απέλυαν. Πιο συγκεκριμένα: (α) ενώ του έδιναν το πρωί φόρμουλες για να ζυγίσει και αυτός ήδη έκανε την προετοιμασία για τη ζύγιση, του ζητούσαν να αλλάξει προϊόν και να επιστρέψει τις πρώτες ύλες στην αποθήκη. Χανόταν με αυτό τον τρόπο πολύς χρόνος αλλά επειδή έπρεπε να ολοκληρώσει την εργασία του αυτός έπρεπε να εργαστεί εντατικά για να καλύψει το χαμένο χρόνο, (β) δεν έβρισκε αποθηκάριο να του φέρει τα υλικά ή αργούσε η παράδοση από την αποθήκη με αποτέλεσμα να δημιουργείται καθυστέρηση, (γ) ενώ ζύγιζε φάρμακο ή έκδοχα του ζητούσαν να σταματήσει για να ζυγίσει χρώμα (coating) όποτε έπρεπε να αλλάξει η διαδικασία και χανόταν χρόνος, (δ) ζήτησε ηλεκτρικό forklift για να γίνει πιο εύκολη και αποδοτική η εργασία στο ζυγιστήριο αλλά δεν έγινε δεκτό το αίτημα του προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ήταν ακριβό και εκτός των κανόνων του ζυγιστηρίου. Ήταν η θέση του ότι όταν προσλήφθηκε στους Καθ' ων η αίτηση τα καθήκοντα και οι υπευθυνότητες του ήταν καθορισμένες και περιέχονται στο Τεκμήριο
- Επίσης τα καθήκοντα του περιγράφονται στους κανονισμούς λειτουργίας του ζυγιστηρίου. Τα καθήκοντα που ήθελαν να του αναθέσουν δεν είχαν σχέση με το ζυγιστήριο αλλά με το Χημείο το οποίο ήταν ξεχωριστό τμήμα από το ζυγιστήριο. Η δειγματοληψία διεξαγόταν από άτομα που γνώριζαν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων και ήταν υπόλογα στο τμήμα του Χημείου. Αυτός δεν γνώριζε τη διαδικασία της δειγματοληψίας. Ισχυρίστηκε ότι η δειγματοληψία είναι μια λεπτή και υπεύθυνη δουλειά που διέπεται από κανονισμούς και έχει ειδικό τρόπο για να εκτελεστεί και γι' αυτό το λόγο χρειαζόταν να του γίνει εκπαίδευση. Η δειγματοληψία για τους ζυγιστές δεν ήταν θέμα δύο λεπτών γιατί τα πλείστα προϊόντα που ζύγιζε περιείχαν τα συγκεκριμένα έκδοχα. Επίσης η ποσότητα των εκδόχων ήταν γύρω στα 250-300 κιλά για κάθε προϊόν. Δηλαδή γύρω στους 10-15 σάκους εκδόχων για κάθε προϊόν. Υπήρχαν μέρες που ζύγιζαν το ίδιο προϊόν 3-4 φορές, άρα μπορούσε να ανοίξουν γύρω στους 40-60 σάκους. Αρνήθηκε να αναλάβει καθήκοντα δειγματοληψίας γιατί (α) η δειγματοληψία δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα του και (β) δεν είχε τη δυνατότητα να αναλάβει επιπρόσθετα καθήκοντα από αυτό που ήδη είχε λόγω φόρτου εργασίας. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν «συγχωρούσαν λάθη και καθυστερήσεις» και συνεχώς προειδοποιούσαν τους εργοδοτούμενους τους ότι όποιος δεν κάνει καλά τη δουλειά του θα απολύεται αμέσως. Αν αποδεχόταν τα νέα καθήκοντα που ήθελαν να του αναθέσουν ήταν βέβαιο ότι θα απολυόταν καθ' ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σ' αυτά λόγω φόρτου εργασίας. Στις 10.2.2009 όταν πήρε την επιστολή η οποία τον έθετε σε διαθεσιμότητα άνευ απολαβών και άνευ χρόνου επιστροφής (Τεκμήριο 7), αποτάθηκε στο δικηγόρο του ο οποίος έστειλε απαντητική επιστολή (Τεκμήριο 8). Οι Καθ' ων η αίτηση μόλις πήραν την επιστολή του δικηγόρου του αντί να απαντήσουν στις θέσεις του ότι δεν είχαν δικαίωμα να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα και ότι θα παρουσιαστεί κανονικά στην εργασία του, τον απέλυσαν. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι ήξερε να χειρίζεται τα έξι έκδοχα λόγω του ότι έκανε ήδη ζυγίσεις για αυτά. Ανέφερε ότι δεν ήξερε τι διαφορά θα είχε αν έπαιρνε μια μικρή ποσότητα από τα έκδοχα με το δειγματοληπτικό κουταλάκι και το έβαζε σε σακουλάκια από το να παίρνει μεγάλη ποσότητα από τα έκδοχα με τη σέσουλα και να την τοποθετεί σε μπαούλα, επειδή δεν έκανε δειγματοληψία. Στη συνέχεια είπε ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ της διαδικασίας δειγματοληψίας και της διαδικασίας ζύγισης γι' αυτόν γιατί ήξερε τη διαδικασία σήμανσης στη ζύγιση αλλά όχι τη διαδικασία σήμανσης στη δειγματοληψία. Ήταν η θέση ότι η δειγματοληψία θα τους κατανάλωνε εργάσιμο χρόνο γιατί άνοιγαν πολλούς σάκους εκδοχών καθημερινώς. Όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η διαφορά μεταξύ του κινδύνου μόλυνσης από τους ζυγιστές του δείγματος και του κινδύνου μόλυνσης από τους ζυγιστές των ποσοτήτων που ζύγιζαν, απάντησε ότι και τα δύο ήταν «ρίσκα». Επανέλαβε τις θέσεις του ότι η δειγματοληψία δεν ήταν στα καθήκοντα του ως ζυγιστής, ήταν επιπρόσθετη εργασία για την οποία δεν είχε χρόνο για να την διεκπεραιώνει και ότι αν δοκίμαζε να εκπαιδευτεί δεν θα μπορούσε να αρνηθεί να την εκτελέσει στο μέλλον και αν έκανε λάθος ή καθυστερούσε στη ζύγιση ή στη δειγματοληψία θα τον απέλυαν. Προέβαλε επίσης τη θέση ότι το πρόγραμμα ζύγισης που έβγαζε το Τμήμα Παραγωγής συνήθως δεν ακολουθείτο με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στο ζυγιστήριο. Παραδέχτηκε ότι μίλησε με τον κ. Χρ. Θεοδοσιάδη μετά την άρνηση του να λάβει μέρος στην εκπαίδευση αλλά δεν θυμόταν ποια ημερομηνία έγινε αυτό. Ήταν η θέση του ότι κάποια ημερομηνία ο κ. Θεοδοσιάδης και ο κ. Γιαννικουρής κάλεσαν και τους τρεις ζυγιστές σε συνάντηση και παρόλο που και οι τρεις ζυγιστές αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην εκπαίδευση, οι Καθ' ων η αίτηση απέλυσαν μόνο αυτόν. Αρνήθηκε ότι οι άλλοι δύο έκαναν εκπαίδευση πριν αυτός τεθεί σε διαθεσιμότητα. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα Α. Διερχόμενοι τη μαρτυρία των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τη φύση και τη διαδικασία της δειγματοληψίας που ζητήθηκε από τον Αιτητή να εκτελεί ως μέρος των καθηκόντων του ως ζυγιστής καθώς και αναφορικά με τη φύση και τη διαδικασία της δειγματοληψίας που γινόταν πριν τη διαφοροποίηση της τον Ιανουάριο του 2009 παρατηρούμε ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και σαφήνεια. Εξήγησαν με κάθε λεπτομέρεια τις πιο πάνω πτυχές της υφιστάμενης δειγματοληψίας και της νέας δειγματοληψίας που θα εισαγόταν ως πρακτική στους Καθ' ων η αίτηση, τους λόγους της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση για την εν λόγω αλλαγή καθώς και τους λόγους που χρειαζόταν να γίνει εκπαίδευση στους ζυγιστές για να μπορούν να εκτελούν τη δειγματοληψία των έξι συγκεκριμένων εκδόχων. Από τη άλλη πλευρά, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες στο Δικαστήριο ή να προβάλει οποιαδήποτε θετική άποψη αναφορικά με τη φύση και τη διαδικασία της δειγματοληψίας που του ζητήθηκε να εκτελεί ως επιπρόσθετο καθήκον καθώς δεν ήξερε και δεν έλαβε μέρος στη σχετική εκπαίδευση που θα του γινόταν. Η θέση που προέβαλε στην κυρίως εξέταση του ότι η δειγματοληψία δεν ήταν μια απλή δουλειά ως ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση και η οποία βασιζόταν στα γεγονότα ότι (α) οι Καθ' ων η αίτηση του ζήτησαν να εκπαιδευτεί για να μπορεί να κάνει τη δειγματοληψία και (β) στο Τεκμήριο 11 αναγράφονταν επτά θέματα επί των οποίων πρέπει να γίνει εκπαίδευση στους δειγματολήπτες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, καθότι ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι (α) δύο από τα επτά θέματα (το 1ο ("sampling plans") και το 7ο ("precautions to be taken with regard to unstable and/or sterile substances") δεν ίσχυαν στην περίπτωση δειγματοληψίας των έξι εκδόχων και (β) τρία από τα επτά θέματα (το 4ο ("risks of cross-contamination"), το 6ο ("the importance of considering the visual appearance of materials, containers and labels") και το 7ο ("the importance of recording any unexpected or unusual circumstances") ήταν πράγματα που τα γνώριζε ήδη ως ζυγιστής καθότι ως ζυγιστής ήξερε να χειριστεί τις ουσίες που ζύγιζε χωρίς να τις μολύνει και ήξερε να παρατηρήσει αν μια συσκευασία που άνοιγε για να ζυγίσει προϊόν δεν φαινόταν εντάξει και ότι αν υπήρχε πρόβλημα έπρεπε να το αναφέρει. Για το 2ο από τα επτά θέματα ("written sampling procedures") παραδέχτηκε ότι ήξερε από ετικέτες και σήμανση πρώτων υλών αλλά ανέφερε ότι δεν ήξερε τι ακριβώς να κάνει στη δειγματοληψία αφού δεν έκανε την εκπαίδευση. Για το 3ο από τα επτά θέματα ("the techniques and equipment for sampling") ενώ παραδέχτηκε ότι ήξερε να χειρίζεται τα εργαλεία του ζυγιστηρίου (σέσουλες και άλλα συναφή με τα οποία έπαιρναν ποσότητες από συσκευασίες πρώτων υλών) είπε ότι δεν ήξερε να χειρίζεται το δειγματοληπτικό κουταλάκι που θα χρησιμοποιείτο στη δειγματοληψία καθότι δεν εκπαιδεύτηκε να το χρησιμοποιεί. Η μαρτυρία του Αιτητή για το 2ο και 3ο θέμα κρίνουμε ότι δεν ήταν επαρκής και ικανοποιητική ώστε να αντικρούσει τις σχετικές θέσεις των μαρτύρων Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα (δηλαδή πως θα γινόταν η διαδικασία της σήμανσης και η λήψη δείγματος με το δειγματολήπτη). Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε είτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση είτε κατά τη μαρτυρία του, τη θέση ότι η αλλαγή της διαδικασίας της δειγματοληψίας ήταν προς το συμφέρον των Καθ' ων η αίτηση και ότι θα ήταν πιο αποδοτική η νέα διαδικασία να γίνεται από τους ζυγιστές και όχι από τους υπαλλήλους του Χημείου. Βρίσκουμε λοιπόν ότι οι θέσεις των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα παρέμειναν χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση αφού δεν αμφισβητήθηκαν από το δικηγόρο του Αιτητή κατά την αντεξέταση των μαρτύρων που τις έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ο Αιτητής δεν τις αντίκρουσε με τη δική του μαρτυρία. Με βάση τα πιο πάνω αποδεχόμαστε τη μαρτυρία των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τη φύση και τη διαδικασία της δειγματοληψίας που ζητήθηκε από τον Αιτητή να εκτελεί τον Ιανουάριο του 2009, τη φύση και τη διαδικασία της δειγματοληψίας που γινόταν πριν τον Ιανουάριο του 2009 από τους υπαλλήλους του Χημείου, τους λόγους της εν λόγω αλλαγής και της φύσεως της εκπαίδευσης που θα γινόταν στους ζυγιστές, ως αξιόπιστη σ' αντίθεση με τη σχετική μαρτυρία του Αιτητή την οποία απορρίπτουμε. Αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα, βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον μας με τη μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση. Β. Σημειώνουμε ότι τόσο η μαρτυρία των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση όσο και η μαρτυρία του Αιτητή αναφορικά με την ερμηνεία των όρων εργοδότησης του Αιτητή θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο καθότι το εν λόγω θέμα αποτελεί νομικό ζήτημα που αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι θέμα ευρήματος πραγματικού γεγονότος. Γ. Όσον αφορά τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας αναφορικά με το χρόνο και την πίεση που είχε ήδη ο Αιτητής εκτελώντας την εργασία του ως ζυγιστής κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρατηρούμε ότι βρίσκουμε πειστικές και λογικές τις θέσεις των κ.κ. Μασώνου και Θεοδοσιάδη (α) ότι αν προέκυπτε οποιοδήποτε πρόβλημα με τη διεκπεραίωση των εργασιών του ζυγιστηρίου μετά την ανάληψη του νέου καθήκοντος της δειγματοληψίας, αυτοί ως οι αρμόδιοι υπεύθυνοι θα αναλάμβαναν να το επιλύσουν, (β) ότι το πρόγραμμα ζύγισης «έβγαινε» μέρες πριν την παραγωγή του τελικού προϊόντος δίνοντας αρκετό χρόνο στους ζυγιστές να διεκπεραιώσουν την εργασία τους και ότι αν υπήρχε κάτι έκτακτο ή οποιοδήποτε πρόβλημα, αυτοί ως προϊστάμενοι του ζυγιστηρίου επιλαμβάνονταν του θέματος βρίσκοντας τις ανάλογες λύσεις και (γ) ότι ουδέποτε υποχρέωσαν τους ζυγιστές να εργαστούν υπερωριακά αλλά αυτό γινόταν με τη σύμφωνη γνώμη των ζυγιστών οι οποίοι πάντοτε πληρώνονταν είτε 1:15 είτε 1:2 για τις ώρες που εργάζονταν υπερωριακά. Οι εν λόγω μάρτυρες κατά τη μαρτυρία τους αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα ήταν σταθεροί, θετικοί και δεν υπέπεσαν σε αντιφάσεις. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι ο κ. Θεοδοσιάδης εξήγησε τους λόγους που δεν έγινε δεχτή η εισήγηση του Αιτητή για αγορά ηλεκτρικού forklift. Αντίθετα, ο Αιτητής παρ' όλη την προσπάθεια του να πείσει για την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο, δεν το έχει πετύχει. Κατ' αρχήν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια και σαφήνεια τις επιπτώσεις που θα είχε στο χρόνο εργασίας του ή στη διεκπεραίωση της εργασίας του, το επιπλέον καθήκον της δειγματοληψίας λόγω του ότι δεν ήξερε λεπτομέρειες της νέας διαδικασίας δειγματοληψίας αφού δεν έλαβε μέρος στην εκπαίδευση. Περαιτέρω, οι θέσεις του ότι πολλές φορές ζύγιζε περίπου 200-250 κιλά έκδοχα, δηλαδή άνοιγε 40-60 συσκευασίες εκδόχων, δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν και να προβάλουν τη δική τους εκδοχή. Με βάση τις νομικές αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, Frederikou Schools Ltd v. ACUAC INC
(2002)1 ΑΑΔ 1527, κρίνουμε ότι η εν λόγω παράλειψη εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της μαρτυρίας του Αιτητή που προσκομίστηκε προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού. Αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία του Αιτητή μας δημιούργησε το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του αναφορικά (α) με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε εκτελώντας τα καθήκοντα του ως ζυγιστής (π.χ. αλλαγή προγράμματος, εξυπηρέτηση από αποθήκη, έκτακτη ανάγκη για ζύγιση χρώματος (coating) κ.λ.π.) και (β) με τον αριθμό των μίξεων και τις ποσότητες που ζύγιζε κάθε μέρα δεν τέθηκαν ενώπιον του κ. Μασώνου, ο οποίος ήταν και ο άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον κ. Μασώνο να προβάλει τις θέσεις του επ' αυτών των ισχυρισμών του Αιτητή κατά την αντεξέταση του αλλά τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε μεταγενέστερη δικάσιμο κατά την αντεξέταση του κ. Θεοδοσιάδη. Σχηματίσαμε επίσης την εντύπωση ότι ο Αιτητής στην προσπάθεια του να υποστηρίξει τις θέσεις που προέβαλε ήταν υπερβολικός. Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι ενώ καθημερινώς αντιμετώπιζε τα προβλήματα στο βαθμό που επικαλέστηκε στην εργασία του και όταν δικαιολογημένα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διαμαρτυρόταν απειλείτο με απόλυση, δεν διαμαρτυρήθηκε πιο έντονα στον κ. Θεοδοσιάδη και στο συντεχνιακό εκπρόσωπο του που τους επισκεπτόταν κάθε εβδομάδα για τα εν λόγω προβλήματα που είχε με τους Καθ' ων η αίτηση. Μας δημιουργείται η απορία γιατί δεν ανάφερε όλα αυτά τα προβλήματα που είχε κατά την εκτέλεση της εργασίας του στις συναντήσεις που είχε με τους εκπροσώπους των Καθ' ων η αίτηση τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2009 ή στην επιστολή του (Τεκμήριο 5) όταν αυτοί του έλεγαν ότι το θέμα χρόνου είναι δική τους υπόθεση. Όσον αφορά το forklift δεν μπορούσε να στηρίξει την εισήγηση του για αγορά, λέγοντας μόνο ότι το είδε σε ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση να χρησιμοποιείται σε μια φαρμακοβιομηχανία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτός και ο κ. Χαρικλείδης ήταν πολύ πιεσμένοι και ο τρίτος ζυγιστής, ο κ. Παράσχου, δεν μπορούσε να τους βοηθήσει ουσιαστικά αφού ήταν νεοπροσληφθέντας και δεν γνώριζε τη δουλειά. Με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, φαίνεται ότι η εργασία του ζυγιστηρίου διεκπεραιωνόταν βασικά με δύο ζυγιστές. Ενόψει της πρόσληψης του κ. Παράσχου ως ζυγιστής φαίνεται όμως ότι στη συνέχεια με την πάροδο του χρόνου ο όγκος εργασίας του ζυγιστηρίου θα διεκπεραιωνόταν από τρεις ζυγιστές. Συνακόλουθα η θέση του Αιτητή ότι λόγω χρόνου δεν θα μπορούσε να εκτελεί τα επιπρόσθετα καθήκοντα της δειγματοληψίας εξασθενεί σημαντικά. Ο φόρτος εργασίας του Αιτητή ως ζυγιστής φαίνεται ότι θα μειωνόταν αφού θα υπήρχε ακόμα ένας υπάλληλος-ζυγιστής και ο χρόνος για τη διεκπεραίωση της δειγματοληψίας και της εργασίας του ζυγιστηρίου θα επιφορτιζόταν σε τρεις ζυγιστές αντί δύο που ήταν μέχρι τότε. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση τον απειλούσαν συνεχώς ότι αν δεν έκανε τη δουλειά ή αν έκανε λάθος θα τον απέλυαν άμεσα. Κατά την αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι πολιτική των Καθ' ων η αίτηση ήταν να δίνουν προειδοποιητικές επιστολές στους εργοδοτούμενους τους για κάθε λάθος ή άλλο πρόβλημα στην εργασία και στη συνέχεια σε ερώτηση πόσες τέτοιες προειδοποιητικές επιστολές πήρε αυτός ανασκεύασε λέγοντας ότι δεν πήρε καμιά και ότι οι Καθ' ων η αίτηση έδιναν και προφορικές προειδοποιήσεις όχι μόνο γραπτές. Όταν ρωτήθηκε πόσους ζυγιστές απέλυσαν οι Καθ' ων η αίτηση για μη σωστή εκτέλεση της εργασίας τους, απάντησε κανένα αλλά κάποιοι παραιτήθηκαν, αλλά δεν μπορούσε να αναφέρει τους λόγους παραίτησης τους. Δ. Οι θέσεις των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση ότι: (α) στις 28.1.2009 και στις 29.1.2009, ο κ. Μασώνος συζήτησε μαζί με τον Αιτητή και τον κ. Χαρικλείδη την άρνηση τους να λάβουν μέρος στην εκπαίδευση για τη νέα διαδικασία της δειγματοληψίας, (β) στις 6.2.2009 ο κ. Θεοδοσιάδης συζήτησε το θέμα μαζί με τον Αιτητή ο οποίος του έδωσε την ευκαιρία να του πει τις θέσεις του και στη συνέχεια προσπαθώντας να τον μεταπείσει τον πληροφόρησε ότι το θέμα ενόψει της άρνησης του να συμμορφωθεί θα μεταφέρετο στο Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού, (γ) στις 9.2.2009 έγινε συνάντηση του Αιτητή με τον κ. Θεοδοσιάδη και τον κ. Γιαννικούρη κατά την οποία οι δύο τελευταίοι άκουσαν ξανά τις θέσεις του Αιτητή και συζήτησαν εκ νέου το θέμα μαζί του με αναφορά στην επιστολή πρόσληψης του (Τεκμήριο 1) και στην περιγραφή καθηκόντων του (Τεκμήριο 2) και (δ) στις 3.2.2009 ο κ. Χαρικλείδης και ο κ. Παράσχου συμμετείχαν στην προγραμματισθείσα εκπαίδευση, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση τους αφού οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκαν επί των εν λόγω θέσεων τους. Δεχόμαστε λοιπόν τις πιο πάνω θέσεις του εφόσον (α) παρέμειναν αναντίλεκτες και (β) δεν εντοπίσαμε οποιεσδήποτε αδυναμίες στο περιεχόμενο της εν λόγω μαρτυρίας τους. Βρίσκουμε λοιπόν ότι τα γεγονότα της υπόθεσης αναφορικά με το πιο πάνω θέμα είναι όπως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν έγινε συνάντηση μεταξύ αυτού και του κ. Γαννικούρη και του κ. Θεοδοσιάδη στις 9.2.2009 αλλά μόνο μια συνάντηση στην οποία ήταν και οι τρεις ζυγιστές και ότι ακολούθως οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν να απολύσουν μόνο αυτόν από τους τρεις ζυγιστές προβλήθηκε πρώτη φορά ενώπιον μας κατά το τέλος της αντεξέτασης του Αιτητή. Εκτός του ότι με βάση τις αρχές της Νομολογίας που σημειώσαμε πιο πάνω (Frederikou Schools Ltd v. ACUAC), ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, το πιο πάνω γεγονός κατά τη γνώμη μας καταδεικνύει ότι αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του Αιτητή στην προσπάθεια του να αποδώσει κακοπιστία στους Καθ' ων η αίτηση. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να δικαιολογήσει πειστικά για ποιο λόγο οι Καθ' ων η αίτηση να επιλέξουν να απολύσουν αυτόν που ήταν ο αρχαιότερος υπάλληλος του ζυγιστηρίου και δεν παρουσίαζε προβλήματα στη διεκπεραίωση της εργασίας του και όχι ένα από τους άλλους δύο. Σημειώνουμε ότι η θέση του Αιτητή ότι δεν έγινε η συνάντηση στις 9.2.2009 δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για ακόμα ένα λόγο. Ενώ στην επιστολή των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 10.2.2009 (Τεκμήριο 7) γίνεται αναφορά στην εν λόγω συνάντηση, ο Αιτητής στην επιστολή του ημερομηνίας 12.2.2009 (Τεκμήριο 8) δεν απορρίπτει την εν λόγω θέση ούτε σημειώνει ότι υπήρξε δυσμενής μεταχείριση προς το πρόσωπο του καθ' ότι μόνο αυτός τέθηκε σε διαθεσιμότητα και όχι οι άλλοι δύο ζυγιστές. Τα πιο πάνω μας δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο των ισχυρισμών του Αιτητή. Με βάση των πιο πάνω αξιολόγηση οι εν λόγω θέσεις του Αιτητή δεν γίνονται αποδεκτές. Ε. Ο Αιτητής με τη μαρτυρία του δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι η ανάθεση της δειγματοληψίας σ' αυτόν θα του δημιουργούσε οποιαδήποτε επιπρόσθετη ευθύνη στην εκτέλεση των καθηκόντων του από αυτή που είχε, δηλαδή την ευθύνη να στείλει τις ποσότητες που ζύγιζε στην παραγωγή χωρίς να τις μολύνει καθ' ότι δεν αντίκρουσε με κανένα τρόπο τις θέσεις των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση ότι ουσιαστικά η διαδικασία της δειγματοληψίας δεν διέφερε από αυτή της ζύγισης. Νομική Πτυχή Οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η άρνηση του Αιτητή να αποδεχθεί (α) να λάβει μέρος στην εκπαίδευση για να μπορεί να εκτελεί τα νέα καθήκοντα της δειγματοληψίας που του ανατέθηκαν και (β) να εκτελεί τη δειγματοληψία των έξι εκδόχων όπως του είχε προταθεί από αυτούς, αποτελούσε από την πλευρά του άρνηση εκτέλεσης νόμιμης και εύλογης εντολής που του δόθηκε από τους εργοδότες του η οποία συνιστούσε διαγωγή που δικαιολογούσε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967 (Ν.24/67)όπως τροποποιήθηκε (στο εξής ″ο Νόμος″) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή λόγω της διαγωγής του εντός των προνοιών των παραγράφων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου[1]. Αποτελεί γενική αρχή του εργατικού δικαίου ότι το καθήκον του εργοδοτούμενου να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του είναι το πιο σημαντικό καθήκον ενός εργοδοτούμενου. Προσφέροντας και παρέχοντας τις υπηρεσίες του ένας εργοδοτούμενος με τον τρόπο που ζητείται από τον εργοδότη του είναι το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του από τον εργοδότη του. Με βάση τις αρχές του Κοινοδικαίου (Common Law) (όπου εφαρμόζονται οι νομικές αρχές που διέπουν την εξέταση κατά πόσον μία απόλυση είναι λανθασμένη βάσει του δικαίου των συμβάσεων) (Wrongful Dismissal), ο εργοδοτούμενος με την άρνηση του να υπακούσει τις εντολές του εργοδότη του, στην ουσία αρνείται να δεσμευτεί με τους όρους της σύμβασης εργοδότησης του και ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τον απολύσει χωρίς προειδοποίηση. Το καθήκον αυτό του εργοδοτούμενου όμως περιορίζεται στην υπακοή νόμιμων και λογικών οδηγιών του εργοδότη. (Βλ. D.J. Lockton, Employment Law, Palgrave Macmillan Law Masters, 5th Edition, σελ. 103, Chitty on Contracts, 27th Edition, Vol. II Specific Contracts p. 798, Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1981)1 CLR 302, Demstar Information Group Ltd v. Ανδρέα Αναστασιάδη
(2008)1 ΑΑΔ 1146). Η αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) αναγνωρίζει τη βασική αρχή της σύμβασης εργασίας ότι ο εργοδοτούμενος πρέπει να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις νόμιμες και λογικές οδηγίες του εργοδότη του αλλά σημειώνει ότι για να δικαιολογηθεί η απόφαση απόλυσης ενός εργοδοτούμενου λόγω άρνησης του να υπακούσει μία νόμιμη εντολή του εργοδότη του εντός των πλαισίων της εργατικής νομοθεσίας πρέπει να ικανοποιηθούν και κριτήρια τα οποία να υπερβαίνουν το καθαρά συμβατικό κριτήριο που ζητεί το Κοινοδίκαιο. Δηλαδή, εκτός του ότι η εντολή του εργοδότη πρέπει να είναι εντός του συμβατικού πλαισίου, νόμιμη και λογική, η άρνηση του εργοδοτούμενου πρέπει να είναι ηθελημένη ή εσκεμμένη, να γίνεται με πλήρη επίγνωση ότι αυτή η συμπεριφορά του θα οδηγήσει σε απόλυση και να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή. (Βλ. St. D. Anderman, ″The Law of Unfair Dismissal″, 3rd Edition, σελ. 190, J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 348). Επίσης η εν λόγω Αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης για τον εν λόγω λόγο από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) (α) δίνοντας την επίδικη εντολή στον εργοδοτούμενο παράλληλα με τη νομιμότητα της εν λόγω εντολής δυνάμει της μεταξύ των δύο μερών σύμβασης εργασίας. (Βλ. J. Bowers (πιο πάνω) σελ. 349, Halsbury΄s Laws of England, 4th Edition, Reissue Vol. 16(1B), σελ. 111, footnote 19) και (β) αποφασίζοντας την απόλυση του εργοδοτουμένου που αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (Βλ. St. D. Anderman (πιο πάνω) σελ. 190). Σε κάθε περίπτωση απόλυσης εργοδοτούμενου για ισχυριζόμενη εσκεμμένη ανυπακοή εντολής εργοδότη το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει κατά πόσον (α) η εντολή ήταν νόμιμη και εύλογη και (β) ο εργοδοτούμενος είχε βάσιμους λόγους να αρνηθεί να συμμορφωθεί με αυτή (βλ. Lockton (πιο πάνω) σελ. 103). Εξετάζοντας την εντολή που δόθηκε από τον εργοδότη ένα Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη εκτός από το κατά πόσο η εν λόγω εντολή ήταν εντός των συμβατικών πλαισίων της σύμβασης εργασίας και κατά πόσο
(1)αυτή ήταν λογικό να εκδοθεί από τον εργοδότη υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και
(2)ήταν λογικό για τον εργοδότη να επιμένει σε συμμόρφωση του εργοδοτούμενου. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξουσία και η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας πρέπει να εξασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας (βλ. Anderman (πιο πάνω), σελ. 184, 198, United Bank v. Akhtar [1989] IRLR 507), καθ' ότι ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση. Όπως τέθηκε από το Employment Appeal Tribunal στην υπόθεση Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brian [1980] I.R.L.R. 357: ″There must be considered not only the nature of the order but the circumstances surrounding the giving of the order . and also the reason for not carrying out the order. When those matters have been considered then the industrial tribunal . has to consider whether in the circumstances, having regard to the equity and the substantial merits, were reasonable in treating that as the reason for dismissal". Είναι επίσης νομολογιακά καθιερωμένο ότι για οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους εργοδότησης του εργοδοτούμενου, ο εργοδότης θα πρέπει να καταδείξει ότι η αλλαγή αυτή έγινε για εύλογη αιτία την οποία να υποστηρίζει με στοιχεία. Η απλή δήλωση του εργοδότη δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την αλλαγή των όρων απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να αντισταθμιστούν τα συμφέροντα του εργοδότη να προβεί στην αλλαγή και του εργοδοτούμενου να μην την αποδεχτεί. (Βλ. Harvey on Industrial Relations and Employment Law - DI Unfair Dismissal κάτω από τον υπότιτλο A. Refusal to accept changes in terms and conditions, παρ. 1859). Οι αλλαγές δεν πρέπει να εισάγονται για αυθαίρετους λόγους (βλ. Catamaran Cruises Ltd v. Williams
(1994)IRLR 386). Σύμφωνα με την Ελληνική νομολογία, αναφορικά με το δικαίωμα του εργοδότη να καθορίζει το είδος εργασίας που θα εκτελεί ένας εργοδοτούμενος εκδίδοντας σχετική εντολή, σημειώνεται ότι ο εργοδότης διατηρεί στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος (αν και εφόσον η εν λόγω εργασία που δίνεται η εντολή στον εργοδοτούμενο να εκτελέσει είναι εντός των πλαισίων των συμφωνηθέντων όρων εργασίας), την πρωτοβουλία να καθορίζει το συγκεκριμένο είδος ή τη συγκεκριμένη θέση εργασίας. Ο προσδιορισμός όμως θα πρέπει να γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης, τις ανάγκες της επιχείρησης και τις δυνατότητες του εργοδοτούμενου (βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκουλα
(2005), σελ. 522 - 524). Σχετική είναι και η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα του Δημήτρη Ζερδελή ″Εργατικό Δίκαιο″ 2006, όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: ″Ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατό καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση και λειτουργία της εκμετάλλευσης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά στην ικανοποίηση κινήτρων που αποδοκιμάζει η έννομη τάξη (π.χ. εκδίκηση του εργαζόμενου κ.λ.π.) τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Ο έλεγχος της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται, βασικά, στις ίδιες αρχές που υπόκειται και ο έλεγχος του εργοδότη, για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Όπως η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, έτσι και η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος πρέπει να δικαιολογείται από το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης″. Επίσης στο σύγγραμμα του Δημήτρη Ζερδελή ″Το Δίκαιο της Καταγγελίας της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας″, Β΄ Έκδοση, στη σελ. 668, στην υποσημείωση 42 αναφέρεται ότι: ″Έτσι, όταν ο εργοδότης μέσα στα όρια του διευθυντικού δικαιώματος μεταθέσει τον εργαζόμενο από τόπο σε τόπο ή από υπηρεσία σε άλλη, ή μεταβάλλει το είδος της εργασίας, πρέπει να ασκεί το δικαίωμά του κατά τους κανόνες της καλής πίστης και κατά δίκαιη κρίση, αποβλέποντας στο πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης και στην εύρυθμη λειτουργία της″. Στην ίδια σελίδα του πιο πάνω συγγράμματος σημειώνεται ότι: ″Η κρίση για το αν η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ εξαρτάται από την εκτίμηση των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης και απαιτεί τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών, εν όψει ακριβώς των συνθηκών αυτών. Η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του, κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Η επιταγή αυτή ισχύει, πολύ περισσότερο, στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον πρόκειται για εξουσία μονομερούς προσδιορισμού των όρων εκπλήρωσης της παροχής, έστω και αν η εξουσία αυτή στηρίζεται σε συμφωνία των μερών″. Στην παρούσα περίπτωση, η εντολή που δόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση στον Αιτητή αφορούσε την εκτέλεση ενός επιπρόσθετου καθήκοντος από αυτά που εκτελούσε ως ζυγιστής. Ως εκ τούτου επί του προκειμένου το Δικαστήριο προτού να αποφανθεί κατά πόσον ο επίδικος τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητή από τους Καθ΄ ων η αίτηση ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος ή όχι, θα πρέπει να εξετάσει τα πιο κάτω ζητήματα: (α) κατά πόσον οι Καθ' ων η αίτηση δυνάμει (
- i)της σύμβασης εργασίας που συνήψαν με τον Αιτητή και (
- ii)του διευθυντικού τους δικαιώματος, είχαν το δικαίωμα μονομερώς να ζητήσουν από τον Αιτητή να εκτελεί το επιπρόσθετο καθήκον της δειγματοληψίας των έξι εκδόχων δηλαδή κατά πόσον οι Καθ' ων η αίτηση είχαν το συμβατικό δικαίωμα να δώσουν την εντολή που έδωσαν στον Αιτητή να προβαίνει σε δειγματοληψία εκδόχων, (β) στην περίπτωση που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν αυτό το δικαίωμα, κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (
- i)το εξάσκησαν εύλογα και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας και (
- ii)η άρνηση του Αιτητή να αποδεχθεί την εντολή των Καθ' ων η αίτηση και να εκτελεί τα καθήκοντα της δειγματοληψίας ήταν δικαιολογημένη ή όχι. Οι Καθ' ων η αίτηση βασίζουν τη θέση τους ότι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν από τον Αιτητή να εκτελεί το καθήκον της δειγματοληψίας και να του αναθέσουν επιπρόσθετα καθήκοντα από αυτά που ήδη εκτελούσε στον όρο (β) της επιστολής πρόσληψης του (Τεκμήριο 1 - βλ. σελίδα 2 της παρούσας απόφασης) και στις παραγράφους 4(Γ) και (Δ) που περιέχονται στην περιγραφή καθηκόντων της θέσης του ζυγιστή (Τεκμήριο 2) (βλ. σελίδα 2 της παρούσας απόφασης). Τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν λεπτομερώς τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης εργασίας που κατείχε ο Αιτητής, αυτής του ζυγιστή, και του δόθηκαν με την πρόσληψη του. Ερμηνεύοντας τις πρόνοιες των εν λόγω όρων όπως αυτοί εντάσσονται στα πλαίσια των εν λόγω εγγράφων, βρίσκουμε ότι αυτοί δίνουν το δικαίωμα στους Καθ' ων η αίτηση ως εργοδότες να αναθέσουν στον κάτοχο της θέσης επιπρόσθετα καθήκοντα από αυτά που περιγράφονται στα εν λόγω έγγραφα τα οποία όμως πρέπει να σχετίζονται με τα κύρια καθήκοντα της εν λόγω θέσης[2] και να μην είναι ουσιαστικά διαφορετικής φύσης εργασιακά καθήκοντα με αυτά που περιγράφονται στο έγγραφο περιγραφής καθηκόντων. Κατά τη γνώμη μας στην παρούσα περίπτωση οι πιο πάνω όροι παρείχαν το συμβατικό και διευθυντικό δικαίωμα στους Καθ' ων η αίτηση να ζητήσουν μονομερώς από τον Αιτητή ως ζυγιστή να προβαίνει στη δειγματοληψία των έξι εκδόχων. Βρίσκουμε ότι η δειγματοληψία, παρόλο που ως καθήκον εργασίας οργανικά υπάγεται στο Χημείο και στο Τμήμα Ελέγχου Ποιότητας, με τον τρόπο που θα γινόταν, τον οποίο περιέγραψαν οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση στο Δικαστήριο, ήταν σχετική με τα υφιστάμενα καθήκοντα του Αιτητή ως ζυγιστή. Δεν διέφερε σε ουσιαστικό βαθμό από τα καθήκοντα που εκτελούσε μέχρι τότε ο Αιτητή (ανοίγοντας μια συσκευασία θα έπαιρνε παράλληλα με την μεγάλη ποσότητα που θα ζύγιζε για σκοπούς παραγωγής και μια μικρή ποσότητα ως δείγμα, ο τρόπος λήψης φύλαξης και σήμανσης της μεγάλης ποσότητας δεν διέφερε ουσιαστικά από τον τρόπο λήψης και σήμανσης της μικρής ποσότητας) και δεν συνεπαγόταν επιπρόσθετες ευθύνες από πλευράς ζυγιστών όσον αφορά τους κινδύνους μόλυνσης προϊόντων/δείγματος. Ο Αιτητής ως ζυγιστής ήταν καταρτισμένος και είχε τη δυνατότητα να εκτελεί το εν λόγω καθήκον. Χρειαζόταν να εκπαιδευτεί τυπικά στο πως θα έπαιρνε το δείγμα, πως θα το τοποθετούσε στο δοχείο και πως θα έβαζε στο δοχείο την κατάλληλη σήμανση. Οι εν λόγω πράξεις διαφάνηκε ήταν κάτι πολύ απλό για τους εργοδοτούμενους που εκτελούσαν τα καθήκοντα του ζυγιστή. Το γεγονός ότι η διαδικασία της δειγματοληψίας δεν περιέχετο στους κανονισμούς λειτουργίας του ζυγιστηρίου (SOP) που ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κώλυμα στην απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να εισάξουν τη δειγματοληψία των έξι εκδόχων ως καθήκον των υπαλλήλων του ζυγιστηρίου. Σύμφωνα με την παράγραφο 4(Α) του Τεκμηρίου 2, ο Αιτητής είχε υποχρέωση να διασφαλίζει τη σωστή διεξαγωγή των διαδικασιών όπως αυτές περιγράφονται στα SOP's. Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι οι εν λόγω κανονισμοί οι οποίοι εκδίδονται σύμφωνα με τους Κανόνες Καλής Παρασκευής (GMP) και αφορούν τη λειτουργία και τις διαδικασίες του ζυγιστηρίου αποτελούν τους όρους εργοδότησης του Αιτητή υπό την έννοια ότι τα καθήκοντα όπως αυτά περιγράφονται εκεί και τα οποία αφορούν τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας των ζυγιστών δεν μπορούν να αλλάξουν χωρίς τη συγκατάθεση των εργοδοτούμενων στο ζυγιστήριο ή ότι καθορίζουν αμετάκλητα τα καθήκοντα των εργοδοτούμενων στο ζυγιστήριο. Αν δεχόμασταν τη θέση του Αιτητή θα σήμαινε ότι η μέθοδος που εκτελούν τα καθήκοντα τους οι ζυγιστές δεν θα μπορούσε να αλλάξει μετά την πρόσληψη τους στους Καθ' ων η αίτηση. Η αγγλική νομολογία σημειώνει ότι ένας εργοδοτούμενος είναι υποχρεωμένος να προσαρμόζεται λογικά σε νέες μεθόδους εργασίας στην περίπτωση που η νέα μέθοδος δεν αλλάζει τη φύση της εργασίας του αλλά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του (Cresswell v. Board of Inland Revenue
(1984)ICR 508 Bull v. Nottinghamshire and City of Nottingham Fire and Rescue Authority
(2007)ICR 1631). Βρίσκουμε λοιπόν ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν το δικαίωμα να αλλάξουν τα SOP's μονομερώς και στην περίπτωση που γινόταν κάτι τέτοιο ο Αιτητής όφειλε να ακολουθήσει τους νέους κανονισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ' ων η αίτηση εξήγησαν με τη μαρτυρία που προσκόμισαν τους λόγους που αποφάσισαν την αλλαγή στη διαδικασία της δειγματοληψίας των έξι εκδόχων. Βρίσκουμε ότι η νέα μέθοδος δειγματοληψίας που ήθελαν να εισάξουν οι Καθ' ων η αίτηση ήταν προς την προσφορότερη διεκπεραίωση των εργασιών τους και προς το πραγματικό συμφέρον τους αφού αποσκοπούσε στην καλύτερη αξιοποίηση του εργατικού χρόνου (βελτίωση της παραγωγικότητας) και στην υιοθέτηση ασφαλέστερων μεθόδων ελέγχου ποιότητας των προϊόντων που χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή των φαρμάκων. Σημειώνουμε ότι δεν αποδείχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η απόφαση για ανάθεση της δειγματοληψίας των έξι εκδόχων στους ζυγιστές έγινε κακόπιστα ή αυθαίρετα για αλλότριους σκοπούς. Αντίθετα διαφάνηκε ότι δεν ήταν πρακτικό κάθε φορά που οι ζυγιστές άνοιγαν μια συσκευασία εκδόχων, να ερχόταν υπάλληλος από το Χημείο να πάρει δείγματα. Βρίσκουμε λοιπόν ότι η υπό εξέταση εντολή των Καθ' ων η αίτηση δόθηκε καλόπιστα στους ζυγιστές και υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης ήταν δικαιολογημένη και εύλογη. Στην υπό κρίση υπόθεση όπως σημειώσαμε πιο πάνω οι Καθ' ων η αίτηση με τη μαρτυρία που προσκόμισαν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και λεπτομέρεια όλες τις συνθήκες που αφορούν τη νέα μέθοδο δειγματοληψίας των έξι εκδόχων από τους ζυγιστές καθώς και τις γνώσεις και τα καθήκοντα των ζυγιστών αποδεικνύοντας ότι ο Αιτητής ως ζυγιστής είχε τη δυνατότητα από πλευράς κατάρτισης να εκτελεί το καθήκον της δειγματοληψίας των έξι εκδόχων και ότι η εκπαίδευση που θα του γινόταν ήταν εντελώς τυπική. Εξετάζοντας τώρα το λόγο άρνησης του Αιτητή να εκτελέσει το επιπρόσθετο καθήκον της δειγματοληψίας ο οποίος βασίζεται στη θέση ότι λόγω υπερβολικού φόρτου εργασίας δεν θα είχε χρόνο να διεκπεραιώσει και τη δειγματοληψία, παρατηρούμε ότι ο Αιτητής δεν έπεισε το Δικαστήριο με τη μαρτυρία ότι ήταν τόσο πιεσμένος από πλευράς χρόνου που δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο. Περαιτέρω είχε προσληφθεί ακόμα ένα άτομο στο ζυγιστήριο το οποίο σήμαινε ότι ο όγκος εργασίας του Αιτητή θα μειωνόταν εφόσον η εργασία του ζυγιστηρίου αντί να εκτελείται από δύο άτομα θα εκτελείτο από τρία. Επίσης η διαδικασία της δειγματοληψίας όπως αποδείχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν χρονοβόρα διαδικασία (περίπου 2 λεπτά για κάθε συσκευασία που άνοιγαν οι ζυγιστές για να ζυγίζουν). Ακόμα και αν δεχόμασταν τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι κάποιες μέρες ζύγιζαν 40-60 σάκους έκδοχα, βρίσκουμε ότι ο επιπρόσθετος χρόνος που θα χρειάζονταν οι ζυγιστές για να εκτελέσουν την εν λόγω διαδικασία ενόψει και της πρόσληψης τρίτου ζυγιστή δεν ήταν τόσο μεγάλος που θα δικαιολογούσε την άρνηση του Αιτητή να αποδεχτεί να εκτελέσει την εν λόγω εργασία. Εν πάση περιπτώσει σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν δέχτηκε καν να «δει» τι ήταν αυτό που του ζητείτο από τους Καθ' ων η αίτηση να εκτελεί ως επιπρόσθετο καθήκον για να είναι σε θέση να εκφέρει θετική γνώμη για τις επιπτώσεις που θα είχε η δειγματοληψία στη διεκπεραίωση της εργασίας του. Δεν βρίσκουμε φυσιολογική και πειστική τη θέση του ότι αν δεχόταν να εκπαιδευτεί δεν θα μπορούσε να αρνηθεί μετά να εκτελεί το καθήκον της δειγματοληψίας αν έκρινε ότι δεν θα ήταν σε θέση από πλευράς χρόνου να το διεκπεραιώσει. Αν υπήρχε πρόβλημα με το χρόνο θα μπορούσε να απευθύνει στους Καθ' ων η αίτηση για επίλυση του θέματος και αν οι Καθ' ων η αίτηση δεν το διευθετούσαν τότε θα μπορούσε να επικαλεστεί σχετικές πρόνοιες του εργατικού δικαίου για προστασία των δικαιωμάτων του. Στην αγγλική υπόθεση Woods v. WM Car Services (Peterborough) Ltd
(1982)ICR 693 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Employers must not.. be put in a position where through the wrongful refusal of their employees to accept change, they are prevented from introducing improved business methods, in furtherance of seeking success for their enterprise». Σημειώνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση έδωσαν τρεις φορές την ευκαιρία στον Αιτητή να προβάλει τους λόγους άρνησης του σε διάφορες συναντήσεις που είχαν μαζί του εκπρόσωποι των Καθ' ων η αίτηση (στις 28.1.2009, 6.2.2009 και 9.2.2009) και αφού έλαβαν υπόψη τις θέσεις που τους ανέφερε, του εισηγήθηκαν να δοκιμάσει να εκπαιδευτεί και να συμμορφωθεί με την εντολή τους και για οποιοδήποτε πρόβλημα θα συνεργαστούν μαζί του για την επίλυση του. Ο Αιτητής όμως αρνείτο επίμονα να συμμορφωθεί παρόλο που του γνωστοποιήθηκε ότι τυχόν άρνηση του θα συνεπάγετο την απόλυση του. Βρίσκουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση συμμορφώθηκαν πλήρως με τις υποχρεώσεις τους βάσει του Άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχόλησης (Κυρωτικού) Νόμου του 1985 (Ν. 45/85)δίνοντας την ευκαιρία στον Αιτητή να ακουστεί και να εκθέσει τις απόψεις του πριν ληφθεί η απόφαση για τερματισμό της απασχόλησης του και τις σχετικής νομολογίας (βλ. Κακοφέγγιτου v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603). Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ότι εφόσον αποδείχτηκε ότι (α) οι Καθ' ων η αίτηση είχαν το συμβατικό και διευθυντικό δικαίωμα να δώσουν μονομερώς την εντολή για την εκτέλεση της δειγματοληψίας των έξι εκδόχων από τους ζυγιστές, (β) οι Καθ' ων η αίτηση εξασκώντας το εν λόγω δικαίωμα τους ενήργησαν εύλογα και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας, (γ) η άρνηση του Αιτητή δεν ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις και, (δ) οι Καθ' ων η αίτηση έδωσαν στον Αιτητή κάθε ευκαιρία για να προβάλει τις θέσεις του και απάντησαν στις επιφυλάξεις του, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν ως ένας λογικός και συνετός εργοδότης αποφασίζοντας την απόλυση του Αιτητή και ότι η απόφαση τους για απόλυση του Αιτητή είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων των προνοιών των παραγράφων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Κατάληξη Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εις βάρος του Αιτητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) .................. Στ. Χ"Μανώλης, Μέλος Χρ. Αντωνιάδης, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ/ΑΓ/ΓΚ Subject: Industrial/Final/ (Αναφορά: Εργατικό/Τελική/απόλυση λόγω ανυπακοής σε εντολή) [1] ″5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) ............................ (β) ............................ (γ) ............................ (δ) ............................. (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
- i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
- ii).................................................................................................................................................. (iii) .................................................................................................................................................. (ιν) ................................................................................................................................................... (
- v).................................................................................................................................................. ″. [2] Στην υπόθεση Haden v. Cowan [1982] IRLR 314 το Αγγλικό Εφετείο σημείωσε ότι τέτοιοι όροι στις συμβάσεις εργασίας πρέπει να ερμηνεύονται ότι αναφέρονται στα καθήκοντα της θέσης του εργοδοτούμενου και ότι δεν μπορούν να αποτελούν τη βάση για την ανάθεση στον εργοδοτούμενο καθηκόντων εντελώς άσχετων με τα καθηκόντων της θέσης του. Στο σύγγραμμα Selwyn's, "Laws of Employment", 14th Edition, Oxford University Press, στην σελ 103 σημειώνονται τ' ακόλουθα: «The fact that a job description contains a flexibility clause does not give the employer carte blanche to change the fundamental nature of the employee's work. Any job change must be reasonable and within the scope of the emploee's contract.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο