Νίκος Γεωργίου ν. PERDIOS POULTRY FARM LIMITED, Αρ. Αίτησης: 276/09, 8 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2011:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Αντ. Ιωάννου } Ν. Ξενοφώντος } Μελών Αρ. Αίτησης: 276/09 Μεταξύ: Νίκος Γεωργίου Αιτητή και PERDIOS POULTRY FARM LIMITED Καθ΄ ων η Αίτηση ---- Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2011 Εμφανίσεις Για τον Αιτητή: κ. Ν. Τσιαπαλής Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Χ. Χρίστης Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης (ως αναγκαίος διάδικος) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από την Καθ΄ ης η αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967 (Ν.24/67)όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος»). Η Εργοδότρια Εταιρεία αμφισβητώντας την εναντίον της αξίωση ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος καθότι οφείλετο σε λόγους πλεονασμού λόγω κατάργησης της θέσης του Αιτητή. Το Ταμείο το οποίο κλήθηκε από το Δικαστήριο ως αναγκαίος διάδικος ενόψει των πιο πάνω προβαλλόμενων ισχυρισμών από την Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης του ισχυρίζεται ότι το αίτημα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε γιατί από τα στοιχεία που υπάρχουν ο τερματισμός της απασχόλησης του δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρουσίασε στοιχεία μείωσης του κύκλου εργασιών της επιχείρησης της. Τα καθήκοντα του Αιτητή δεν εξέλειπαν μετά την απόλυση του. Βάρος απόδειξης Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Το άρθρο 6
(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «... ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επομένως στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή λόγω πλεονασμού βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 5(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Νόμου, όπου καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι πλεονασμού. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού κατέθεσε ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κ. Ιωάννης Σκουμπρής. Ενώπιον μας κατέθεσε επίσης ο Αιτητής. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά αρκέστηκε στην αντεξέταση του μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρείας και του Αιτητή. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιον μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία - Αξιολόγηση και Συμπεράσματα - Νομική Πτυχή Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα και/ή ως μη αμφισβητούμενα και/ή ως αναντίλεκτα γεγονότα τ΄ ακόλουθα: H Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διατηρεί φάρμα και πτηνοσφαγείο στην περιοχή Αγίας Βαρβάρας στην Πάφο. Την εν λόγω επιχείρηση την αγόρασε το 2005 από την εταιρεία Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Λτδ. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 1.1.
- Οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν στις 30.09.2007, αφού του δόθηκε προειδοποίηση 8 εβδομάδων, λόγω κατάργησης της θέσης του επιστάτη στο πτηνοσφαγείο, θέση την οποία κατείχε ο Αιτητής κατά τον εν λόγω χρόνο. Για σκοπούς του Νόμου, ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν σε Λ.Κ.
- Σύμφωνα με τον κ. Σκουμπρή τα τελευταία χρόνια η Εργοδότρια Εταιρεία παρουσιάζει συνεχή μείωση και καθοδική πορεία του όγκου εργασιών της στο πτηνοσφαγείο. Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 2007 όταν ήταν σε έξαρση η επιδημία της γρίπης των πτηνών ως αποτέλεσμα της οποίας υπήρχε πολύ μειωμένη ζήτηση για σφαγμένα κοτόπουλα. Περαιτέρω οι κύριοι πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας, όπως ξενοδοχεία και αίθουσες δεξιώσεων, λόγω μικρότερου κόστους τα τελευταία χρόνια προτιμούν να αγοράζουν κατεψυγμένα εισαγόμενα κοτόπουλα από τρίτες χώρες με αποτέλεσμα να μειώνονται συνεχώς οι πωλήσεις του πτηνοσφαγείου. Προς υποστήριξη των θέσεων του κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 βεβαίωση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας ημερ. 20.5.2011 στην οποία φαίνονται οι αριθμοί των πτηνών που σφάγηκαν στο πτηνοσφαγείο της Εργοδότριας Εταιρείας τα έτη 2007-
- Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο σφάγηκαν: (α) για το έτος 2007 450,122 πτηνά (β) για το έτος 2008 388,692 πτηνά (γ) για το έτος 2009 323,443 πτηνά (δ) για το έτος 2010 234,818 πτηνά Σημείωσε ότι ζήτησαν ως Εργοδότρια Εταιρεία να τους δοθουν οι αριθμοί των πτηνών που σφάγηκαν στο πτηνοσφαγείο τους και τα έτη πριν το 2007 αλλά οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες τους πληροφόρησαν ότι λόγω του ότι πριν το 2007 δεν τηρούνταν μηχανογραφημένα αρχεία δεν είναι σε θέση να τους δώσουν τους εν λόγω αριθμούς. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο έκθεση η οποία ετοιμάστηκε από τους ανεξάρτητους ελεγκτές της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 4) στην οποία γίνεται ανάλυση των πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας όπως αυτές φαίνονται στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 7) οι πωλήσεις της ήταν: (α) για το έτος 2005 Λ.Κ. 824,917 (β) για το έτος 2006 Λ.Κ.1.126,832 (γ) για το έτος 2007 Λ.Κ.1.406,830 Στο Τεκμήριο 4 οι εν λόγω πωλήσεις αναλύονται ως εξής: 2005 2006 2007 2008 Πωλήσεις Ευρώ Ευρώ Ευρώ Ευρώ Πτηνοσφαγείου 1,435,355 1,926,163 1,750,450 1,609,218 Κοτόπουλα ζωντανά 5,220 81,359 13,615 Ζωοτροφές 27,475 324,462 305,744 Νεοσσών 76,003 38,766 Εμβολίων 122,899 5,855 Υλικών Συσκευασίας 4,364 9,997 Εισαγώμενων Προϊόντων 88,335 447,964 Ήταν η θέση του κ. Σκουμπρή ότι λόγω της συνεχούς μείωσης του κύκλου εργασιών του πτηνοσφαγείου από το 2006 και μετά, η Εργοδότρια Εταιρεία αναγκάστηκε να προβεί σε αναδιοργάνωση και να «στραφεί» σε νέες δραστηριότητες όπως η εισαγωγή και πώληση ζωοτροφών, εισαγωγή και πώληση υλικών συσκευασίας και εισαγωγή και πώληση κατεψυγμένων κοτόπουλων. Αυτή η αναδιοργάνωση, κατά τους ισχυρισμούς του κ. Σκουμπρή, επέφερε την ελάττωση του αριθμού των αναγκαίων εργοδοτουμένων. Σήμερα εργάζονται στο πτηνοσφαγείο 6 άτομα ενώ κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή εργάζονταν 15 άτομα. Λόγω της μείωσης του αριθμού των σφάγιων και του αριθμού των εργαζομένων στο πτηνοσφαγείο, η θέση του επιστάτη δεν είναι απαραίτητη και γι΄ αυτό καταργήθηκε. Ως αποτέλεσμα της μείωσης των εργασιών του πτηνοσφαγείου, ο Αιτητής απολύθηκε λόγω πλεονασμού. Η απόλυση του Αιτητή οφείλεται λόγω της μείωσης των απαιτήσεων του πτηνοσφαγείου σε προσωπικό και τις αναγκαστικής για την επιβίωση της Εργοδότριας Εταιρείας αναδιοργάνωση. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο Αιτητής ως επιστάτης ήταν υπεύθυνος για τον έλεγχο των εργατών στο πτηνοσφαγείο (δηλαδή έλεγχε αν η διαδικασία για το σφάξιμο των κοτόπουλων γινόταν σωστά), για τις παραγγελίες που είχαν από πελάτες, για την αποστολή των κοτόπουλων στους πελάτες καθώς και για την καθαριότητα του πτηνοσφαγείου. Από την απόλυση του Αιτητή, τα καθήκοντα του τα εκτελεί αυτός και δεν προσλήφθηκε άλλος υπάλληλος ως επιστάτης. Σημείωσε όμως ότι τώρα το πτηνοσφαγείο εργάζεται μόνο 3 μέρες την εβδομάδα. Όταν ρωτήθηκε γιατί απολύθηκε ο Αιτητής αφού σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 η μείωση του κύκλου εργασιών του πτηνοσφαγείου από το 2006 μέχρι το 2007 δεν ήταν μεγάλη, απάντησε ότι με τον τρόπο που δούλευε η Εργοδότρια Εταιρεία στο πτηνοσφαγείο δεν έβγαζε ούτε τους μισθούς των υπαλλήλων (το πτηνοσφαγείο ήταν ζημιογόνο) και γι΄ αυτό το λόγο αποφάσισαν να «αναδιοργανωθεί» για να μειωθούν τα «κόστα» της. Παρόλο που ο Αιτητής προηγουμένως εργαζόταν ως διανομέας, δεν του έγινε πρόταση πριν να απολυθεί να απασχοληθεί ως διανομέας. Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι δεν υπήρχε άλλος επιστάτης στο πτηνοσφαγείο εκτός από αυτόν και ότι τα τελευταία 2 χρόνια που εργοδοτείτο δεν αντιλήφθηκε μείωση της εργασίας του. Αντεξεταζόμενος είπε ότι όσο καιρό ήταν αυτός στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας δεν αντιλήφθηκε αλλαγή στον τρόπο εργασίας του πτηνοσφαγείου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του ετερματίσθη: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: ........................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (ι) Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τα μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii) Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τα αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) Καταργήσεις τμημάτων. (iv) Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v) Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (vi) Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Κατ΄ αρχήν σημειώνουμε ότι κατάργηση θέσης η οποία αναφέρεται ως λόγος απόλυσης στην επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 28.8.2007 που στάληκε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων πληροφορώντας το εν λόγω τμήμα για την απόλυση του Αιτητή (Τεκμήριο 6) δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόλυσης λόγω πλεονασμού. Θα πρέπει να αποδειχτούν ότι οι περιστάσεις που οδήγησαν στην εν λόγω κατάργηση καλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου. Ο κ. Σκουμπρής αναφέρθηκε κατά την ένορκη κατάθεση του σε αναδιοργάνωση της Εργοδότριας Εταιρείας διευκρινίζοντας όμως ότι με αυτό τον όρο εννοούσε την μετατροπή της Εργοδότριας Εταιρείας από επιχείρηση που αποκλειστικά ασχολείται με την παραγωγή ζωντανών κοτόπουλων και τη σφαγή τους τα οποία ακολούθως τα εμπορεύεται σε επιχείρηση που (α) παράγει ζωντανά κοτόπουλα τα οποία τα σφάζει για να τα εμπορευθεί και (β) εισάγει και εμπορεύεται παράλληλα και άλλα προϊόντα. Η εν λόγω απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας για μετατροπή της από «παραγωγική» εταιρεία σε «παραγωγική και εμπορική/εισαγωγική» είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αναγκαίας εργασίας στο πτηνοσφαγείο της Εργοδότριας Εταιρείας. Η εν λόγω αναδιοργάνωση επήλθε λόγω της μείωσης του κύκλου εργασιών του πτηνοσφαγείου καθ΄ ότι μειώθηκαν οι σχετικές πωλήσεις. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται είναι αν με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία δικαιολογείται η απόλυση του Αιτητή με βάση τις πρόνοιες των εδαφίων (i), (ii) και (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου
- Σημειώνουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου. Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον μας. Αξιολογώντας το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό παρατηρούμε ότι τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας αναφορικά με τον αριθμό των κοτόπουλων που σφάγηκαν τα έτη 2007-2010 στο πτηνοσφαγείο, με τον κύκλο εργασιών του πτηνοσφαγείου για τα έτη 2005-2008 και για το προσωπικό που απασχολείται τώρα στο πτηνοσφαγείο δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί και αντικρουστεί από την πλευρά του Ταμείου. Δεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία του κ. Σκουμπρή αναφορικά με τα πιο πάνω γεγονότα. Η ένσταση του Ταμείου για πληρωμή του Αιτητή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού εδράζεται στη θέση ότι η απόλυση του Αιτητή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε λόγους πλεονασμού καθ΄ότι από στοιχεία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται: (α) ουσιαστική μείωση του κύκλου εργασιών του πτηνοσφαγείου της Εργοδότριας Εταιρείας και (β) αναδιοργάνωση ή αλλαγή στα προϊόντα και/ή στις μεθόδους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας εντός των πλαισίων που καθορίζει ο Νόμος και η νομολογία. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά ποσόν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου στο βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Σχετικά με τον περιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση το Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρηση. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος 'όγκος εργασίας' στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ) (vii) του Ν.24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Από τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον μας όσον αφορά τις πωλήσεις του πτηνοσφαγείου της Εργοδότριας Εταιρείας παρατηρούμε ότι τέθηκαν ενώπιον μας στοιχεία που αφορούν τις πωλήσεις μόνο για τα έτη 2005, 2006 και 2007 τα οποία κατά τη γνώμη μας δεν είναι επαρκή για να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει κατά πόσον υπήρξε ουσιαστική μείωση του όγκου εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας εντός του πλαισίου του συνήθους κύκλου εργασιών της. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι το 2007 σε σύγκριση με το 2006 υπήρξε μια μείωση στις πωλήσεις του πτηνοσφαγείου της τάξης του 9.12%. Σημειώνουμε ότι συγκριτικά με το 2005 το 2007 υπάρχει αύξηση στις πωλήσεις του πτηνοσφαγείου η οποία σύμφωνα με την ενώπιον μας μαρτυρία δικαιολογείται ενόψει του ότι το πτηνοσφαγείο το 2005 άρχισε να εργάζεται κανονικά το δεύτερο τρίμηνο του 2005. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να επιμετρήσει την εν λόγω μείωση μέσα στο συνήθη κύκλο της εν λόγω δραστηριότητας της Εργοδότριας Εταιρείας για να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο όντως υπήρχε ουσιαστική μείωση στον κύκλο εργασιών του πτηνοσφαγείου το 2007 σε σύγκριση με τον κύκλο εργασιών του πτηνοσφαγείου τα προηγούμενα έτη λόγω μη προσκόμισης επαρκών στοιχείων. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν τα στοιχεία θεωρηθούν ως επαρκή, είμαστε της γνώμης ότι η μείωση της τάξης του 9.12% δεν είναι τόσο ουσιαστική που να δικαιολογεί την από μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας λήψης μέτρων μείωσης του προσωπικού του πτηνοσφαγείου. Η μείωση δεν είναι τέτοιου μεγέθους που να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι ο κύκλος εργασιών στο πτηνοσφαγείο μειώθηκε ουσιαστικά. Συνεπώς, με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία δεν διαπιστώνουμε να υπήρξε μείωση του όγκου εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης του Αιτητή (δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2007) και υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου. Να σημειώσουμε ότι η λογιστική ζημιά που αναφέρεται στην έκθεση των λογιστών (Τεκμήριο 4) και την οποία επικαλέστηκε ο κ. Σκουμπρής δεν δύναται να δικαιολογήσει απόλυση εργοδοτούμενου. Σχετική είναι η απόφαση Κώστας Τρύφωνος ν. Takis Vashiotis Ltd
(1999)1 AAΔ, 1953 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ζημιά μιας επιχείρησης, και μάλιστα η λογιστική τοιαύτη, μπορεί να οφείλεται σε πληθώρα λόγων άσχετων με τον όγκο εργασίας της, όπως σχολίασε το Δικαστήριο στην απόφαση του, ενώ, αν και ο όγκος εργασίας (που δεν ορίζεται στον Νόμο και δεν επιδιώκουμε να ορίσουμε αποκλειστικά), επίσης είναι συνάρτηση πολλών παραμέτρων, η αξία των διεξαχθεισών εργασιών ασφαλώς συνιστά ορθή, αν όχι την ορθότερη ένδειξη τούτου.» Αναφορικά με τους δυο άλλους λόγους, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο κάθε εργοδότης έχει το δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δράσης, να διενεργεί οποιαδήποτε αλλαγή ή αναδιοργάνωση σχετιζόμενη με τη λειτουργία της επιχείρησης του. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή μορφή αναδιοργάνωσης που γίνεται από τον εργοδότη συνιστά ταυτόχρονα και λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τις προλεγόμενες πρόνοιες του Νόμου. Καθώς έχει αναφερθεί στην απόφαση Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ -και- Παρασκευής Γρηγορά κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1985, 1990: «Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργηση τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται "ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων" κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου». Μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle -v- Percival Boats Ltd
(1969)1 ALL E.R. 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που θα απολυθεί ως πλεονάζων. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτούμενου, αυτός θεωρείται πλεονάζων προσωπικό. Θέτοντας τα γεγονότα της παρούσας αίτησης στα πλαίσια των πιο πάνω αρχών, βρίσκουμε ότι η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να εισάγει άλλα είδη για να τα διαθέτει προς πώληση αντί να παράγει αποκλειστικά μόνο ζωντανά κοτόπουλα για να τα σφάζει και να τα εμπορεύεται, δεν μπορεί από μόνη της να δικαιολογήσει την απόλυση του Αιτητή το 2007 λόγω πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε αναδιοργάνωση ή αλλαγή στις μεθόδους εργασίας το 2007 όταν απολύθηκε ο Αιτητής εντός των πλαισίων του Νόμου και της Νομολογίας καθ΄ ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε ο Αιτητής μετά την απόλυση του συνέχισαν να υπάρχουν και αναλήφθηκαν από άλλο πρόσωπο. Η κατ΄ ισχυρισμό κατάργηση της θέσης του επιστάτη που είχε ως επακόλουθο τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, δεν επιβεβαιώνεται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας καθ΄ ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε σε καμία περίπτωση δεν έχουμε διαπιστώσει ότι είχαν εκλείψει. Η μείωση εργασίας που επικαλέστηκε ο κ. Σκουμπρής δεν φαίνεται να επηρέασε τα βασικά καθήκοντα του Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του. Επίσης το γεγονός ότι η Εργοδότρια Εταιρεία θα άλλαζε την επιχειρηματική δραστηριότητα με τον τρόπο που επικαλέστηκε ο κ. Σκουμπρής, δεν επέφερε κατά την απόλυση του Αιτητή το 2007 την κατάργηση των καθηκόντων του Αιτητή στο βαθμό που δικαιολογούσε κατάργηση της θέσης του. Κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβη απλώς σε φραστική κατάργηση της θέσης που κατείχε ο Αιτητής, γεγονός που από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σύμφωνα με το Νόμο, σε απόλυση λόγω πλεονασμού (S & G Colocassides Ltd v. Πολύβιος Λαζαρίδης κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 2181). Σημειώνουμε ότι ένας εργοδότης δεν μπορεί να επικαλείται κατάργηση συγκεκριμένης θέσης και να απολύει χάριν οικονομίας όταν τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου δεν εξέλειπαν. Με βάση επομένως τα πιο πάνω, βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προέβηκε σε αναδιοργάνωση ή σε αλλαγή μεθόδων παραγωγής ή προϊόντων και ότι προχώρησε στην απόλυση του Αιτητή για λόγους καθαρά οικονομίας (για να γίνει επικερδής η επιχείρηση της μειώνοντας τα έξοδα της) και όχι για οικονομικούς λόγους αφού τα καθήκοντα του Αιτητή δεν εξέλειπαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης. Κατά συνέπεια βρίσκουμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης του Αιτητή δεν υφίσταντο οι λόγοι πλεονασμού σύμφωνα με το Άρθρο 18(γ)(
- i)και (
- ii)που επικαλείται η Εργοδότρια Εταιρεία. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει οποιοδήποτε λόγο πλεονασμού που στη βάση του Νόμου θα δικαιολογούσε την απόλυση του Αιτητή τον Σεπτέμβριο του 2007. Περαιτέρω σ΄ αυτό το σημείο θα θέλαμε να σημειώσουμε σύμφωνα με την αγγλική νομολογία η οποία διαμορφώθηκε εφαρμόζοντας τη νομοθετημένη αρχή της «λογικής και συνετής αντίδρασης του εργοδότη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης» («reasonableness»), ένας λογικός εργοδότης που αντιμετωπίζει μια κατάσταση πλεονασμού, θα πρέπει να πάρει λογικά και συνετά μέτρα προτού αποφασίσει την κήρυξη ενός εργοδοτούμενου ως πλεονάζων προσωπικό και να αναζητήσει εναλλακτική απασχόληση για τον εργοδοτούμενο. Στο σύγγραμμα C. Grunfield, The Law of Redundancy, 3rd Edition, Sweet & Maxwell, στη σελ. 320 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Within "the range of conduct which a reasonable employer might have adopted" lies examining the possibility of alternative employment within the same firm or with an («associated employer») for an employee otherwise earmarked for redundancy. In the case of small firms the scope for redeployment is limited.. But when the possibility exists, not to give it serious thought is unreasonable behaviour likely to make the dismissal unfair». Ως απόρροια του συστήματος του ουσιαστικού ελέγχου των απολύσεων που διασφαλίζεται μέσα από το Νόμο και το σκοπό του Νόμου ο οποίος «είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου και αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση»[1] βρίσκουμε ότι και στο δικό μας σύστημα ένας εργοδότης προτού πάρει την απόφαση να κηρύξει ένα εργοδοτούμενο ως πλεονάζων θα πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα προσφοράς στον εργοδοτούμενο άλλης απασχόλησης. Στην αγγλική υπόθεση Thomas & Betts Manufacturing Co. Ltd v. Harding [1980] 1 RLR 255, λέχθηκε ότι αν ένας εργοδότης αναφέρει ότι αποφάσισε να μην προσφέρει στον πλεονάζοντα εναλλακτική απασχόληση χωρίς να εξηγήσει τους λόγους, τότε δεν μπορεί να αποσείσει το βάρος να αποδείξει ότι ενήργησε ως ο μέσος λογικός συνετός εργοδότης υπό τις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία καμιά προσπάθεια δεν κατέβαλε να διερευνήσει το ενδεχόμενο κατά πόσο ο Αιτητής θα μπορούσε να εργοδοτηθεί ως διανομέας (ο Αιτητής προηγουμένως ήταν διανομέας) στην επιχείρηση της η οποία θα μετατρέπετο σε εισαγωγή/εμπορική και η οποία σύμφωνα με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 7) μετά από αυτές τις αλλαγές είχε αύξηση στο συνολικό κύκλο εργασιών της. Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε ως συνετός εργοδότης και δεν κατέβαλε οποιαδήποτε εύλογη προσπάθεια ώστε να συνεχίσει την απασχόληση του Αιτητή παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμα του για εργασία. Καταλήγουμε λοιπόν ότι η απόλυση του Αιτητή είναι παράνομη και συνεπώς δικαιούται σε σχετική αποζημίωση. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής για σκοπούς του Νόμου ήταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 11 χρόνια (10 χρόνια και 38 εβδομάδες) και ο τελευταίος μισθός του ανερχόταν σε Λ.Κ.265. Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του Αιτητή και την απουσία μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία του Αιτητή, τις προσπάθειες που έκανε για εξεύρεση άλλης εργασίας και για την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του Αιτητή, κρίνουμε ότι ο Αιτητής σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου, σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησης του, δικαιούται σε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 26 εβδομάδων, ήτοι €11.772,26 (Λ.Κ.26 Χ 265 = Λ.Κ.6.890). Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση για το ποσό των €11.772,26 με νόμιμο τόκο. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση €1.300,00 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α. (Υπ.) ................ Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............ (Υπ.) ............. Αντ. Ιωάννου, Μέλος Ν. Ξενοφώντος, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΟΟ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Παράνομη απόλυση) [1] Kanika Developments Ltd v. Λουκά Λουκά
(2004)1 Α.Α.Δ. 603 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο