← Κύπρος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. GEOTRANS LOGISTICS LTD, Αρ. Αίτησης: 466/10, 22/5/2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. GEOTRANS LOGISTICS LTD, Αρ. Αίτησης: 466/10, 22/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2012:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστή. Χρ. Νεοφύτου ) Γ. Οδυσσέως ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 466/10 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Αιτητή και GEOTRANS LOGISTICS LTD Καθ΄ ών η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 23/12/2011 για Παραμερισμό της Απόφασης ημερομηνίας 23/3/

  1. Ημερομηνία: 22 Μαϊου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή - Καθ΄ ού η αίτηση: Η κα Καλυβίτου. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση - Αιτητές: Η κα Χριστοδουλίδου για κ.Γιωρκάτζη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση οι Καθ΄ ών η αίτηση ζητούν από το Δικαστήριο όπως παραμερίσει (set aside) την απόφαση ημερομηνίας 23/3/2011, που εκδόθηκε στην απουσία των Καθ΄ ών η αίτηση λόγω παράλειψης να καταχωρήσουν εμφάνιση παρά τη δέουσα προς αυτούς επίδοση της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς. Η αίτηση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.3 και Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.5, Δ.48 Θ1 - 4 και 9(h), στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Φρόσως Χριστοδουλίδου. Η παράλειψη των Καθ΄ ών η αίτηση να καταχωρήσουν εμφάνιση αποδίδεται στο γεγονός ότι παρόλο που ανοίχθηκε φάκελος στο δικηγορικό γραφείο του Ανδρέα Γιωρκάτζη ΔΕΠΕ, ο οποίος φάκελος είχε μέσα την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς ημερομηνίας 22/9/2010 και η οποία αίτηση παραδόθηκε στη δικηγόρο Πωλίνα Κολατσή που συνεργαζόταν με το εν λόγω δικηγορικό γραφείο με οδηγίες να καταχωρήσει εμφάνιση με την οποία να ενίσταται στην αίτηση, αυτό δεν έγινε λόγω της αποχώρησής της από το εν λόγω δικηγορικό γραφείο. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση λόγω παράλειψης των δικηγόρων των Καθ΄ ών η αίτηση με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση την 23/3/
  3. Θεωρεί ότι ο λόγος μη εμφάνισης των Καθ΄ ών η αίτηση δεν οφείλεται σε αμέλεια και δεν υπήρχε πρόθεση περιφρόνησης του Δικαστηρίου εφόσον με την επίδοση της αίτησης ανέθεσαν την υπόθεση στους δικηγόρους τους και παρέδιδαν σε αυτούς οποιαδήποτε έγγραφα παραλάμβαναν αλλά οι δικηγόροι τους, εκ λάθους που αποδίδεται στην αποχώρηση της δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση, άφησαν το φάκελο της υπόθεσης να παραπέσει. Σύμφωνα με την κα Χριστοδουλίδου, κατά την έκδοση απόφασης δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο α) επιστολή ημερομηνίας 25/11/2009 με την οποία τερματίζονταν οι υπηρεσίες του Αιτητή λόγω αδυναμίας του να ασκήσει τα καθήκοντά του και β) απόδειξη είσπραξης €2.400 που του καταβλήθηκε. Την 27/10/2011 επισκέφθηκε την ενόρκως δηλούσα κάποιος κ.Μέμνων Γιωρκάτζης ο οποίος την πληροφόρησε ότι ο δικαστικός επιδότης κ.Γιαννάκης Αγησιλάου τον πληροφόρησε ότι εκκρεμεί εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση ένταλμα κινητών που αφορά την παρούσα υπόθεση. Αμέσως μετά τον εντοπισμό του φακέλου επικοινώνησε η ίδια με τους δικηγόρους του Αιτητή και διαβίβασε πρόταση να καταβληθούν σε αυτούς τα έξοδα και το επιδικασθέν ποσό ως εγγύηση και σε αντάλλαγμα αυτοί να δεχθούν τον παραμερισμό της απόφασης, πρόταση η οποία δεν έγινε αποδεχτή. Την 2/12/2011 της δόθηκαν οδηγίες να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 23/12/
  4. Η αντίθετη θέση προβάλλεται μέσα από τη σχετική ένσταση και συνοδευτική ένορκο δήλωση του Αιτητή ο οποίος αναφέρεται στα ιστορικά δεδομένα της υπόθεσης, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης των δικηγόρων του και εισηγείται όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση καθ΄ ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραμερισμού της νομότυπης εκδοθείσας απόφασης αφού οι Καθ΄ ών η αίτηση με τα όσα παραθέτουν επέδειξαν αδιαφορία σε βαθμό που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας, δεν έχουν καταδείξει καθόλου και/ή επαρκώς τους λόγους που να στηρίζουν και να δικαιολογούν το αίτημα τους και απέτυχαν να αποκαλύψουν καθόλου και/ή καλή υπεράσπιση. Επιπλέον αναφέρει ότι η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα κατά παράβαση της Δ.33 Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επεδείχθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εννέα μηνών από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού η οποία ισχυρίζονται είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν είναι σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους και Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Ισχυρίζεται επίσης ο Αιτητής με την ένορκη δήλωσή του ότι η αίτηση παραμερισμού είναι κακόπιστη και ο λόγος που προβάλλεται για τη μη εμφάνιση των Καθ΄ ών η αίτηση δεν είναι βάσιμος και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ότι ακόμη και εάν ο λόγος μη εμφάνισης αφορούσε λάθος δικηγόρου, η καθυστέρηση από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της απόφασης μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού είναι αναιτιολόγητη. Στην ειδοποίηση ένστασης αναφέρονται συγκεκριμένα οι εξής λόγοι ένστασης: ″(α) Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα κατά παράβαση της Δ.33 Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (β) Οι Αιτητές επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση της σε βαθμό που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Καθ΄ ού η αίτηση. (γ) Οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εννέα

(9)μηνών, από την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 23/03/2011 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (δ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν είναι σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους και Διαδικαστικούς Κανονισμούς. (ε) Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Νόμο και/ή Νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. (στ) Δεν έχουν καταδειχθεί ουδόλως και/ή επαρκώς οι λόγοι που να στηρίζουν και/ή δικαιολογούν το αίτημα για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 23/03/2011. (ζ) Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (η) Οι ισχυρισμοί είναι γενικοί και/ή αστήρικτοι και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο το οποίο στην πραγματικότητα περιβάλλει την παρούσα υπόθεση. (θ) Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. (ι) Οι Αιτητές απέτυχαν και/ή δεν αποκάλυψαν καθόλου καλή και νόμιμη υπεράσπιση ούτε και παρουσίασαν οποιεσδήποτε ικανοποιητικές λεπτομέρειες και στοιχεία για να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση″. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης προχώρησε με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 1380 - 1381: ″Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ΄ ού η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης″. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους. Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ΄ αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με βάση τον Κανονισμό 17 των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία των Καθ΄ ών η αίτηση. Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεως παραμερισμού απόφασης λόγω μη καταχωρήσεως εμφανίσεως έχουν εκτεθεί επανειλημμένα σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί. (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd. v. Ανδρέα Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1B Α.Α.Δ. 941, Δ. Σκάρος v. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Λουκαϊδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333, Γιωργαλλίδης v. Ταπελλ. Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1101, Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού ″Βοθροτεξ″ Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339, Steven Bush v. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1342, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1101, Ευσταθίου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1007, Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 229, Τεγκεράκης v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 289 και Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1Β Α.Α.Δ. 893). Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξηγούνται λεπτομερώς στην απόφαση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), στη σελ. 210: ″In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business; on the other; The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from hip right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard of the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment″. Σε μετάφραση όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Milouca (ανωτέρω): ″Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση″. Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος - Καθ΄ ού η αίτηση επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή - αίτηση, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Στην Milouca v. Κούρτη (ανωτέρω) τονίστηκε στη σελ. 947, ότι: ″Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή″. Στη Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (ανωτέρω), στη σελ. 30 αναφέρεται: ″. η καθυστέρηση του εφεσίβλητου παρέμεινε ανεξήγητη. Το γεγονός αυτό αποβαίνει μοιραίο για την έκβαση της υπόθεσης, ιδιαίτερα αν αναλογισθούμε πως η απόφαση λήφθηκε κανονικά και δεν υπάρχει οποιοδήποτε νομοτεχνικό ελάττωμα. . ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του″. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Siberia Air v. Βρασίδα Πούλλικα (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 897: ″Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό″. Η αξίωση του Αιτητή όπως προσδιορίζεται στους Γενικούς Λόγους της αίτησης αφορά αποζημιώσεις για αδικαιολόγητη ή/και παράνομη απόλυση, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει ορθή, νόμιμο τόκο, έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Λόγω της παράλειψης των Καθ΄ ών η αίτηση να εμφανιστούν στη διαδικασία το Δικαστήριο στις 23/3/2011 εξέδωσε απόφαση εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση και προς όφελος του Αιτητή διά ποσό €3.350, με νόμιμο τόκο και €400 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α., ποσά που αφορούν την προσβαλλόμενη απόφαση. Από το φάκελο της υπόθεσης καθίσταται φανερό ότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς καταχωρήθηκε στις 20/9/2010 και επιδόθηκε στους Καθ΄ ών η αίτηση με διπλοσυστημένη επιστολή η οποία στάληκε την 23/9/2010 και η οποία παραλήφθηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση, όπως και οι ίδιοι παραδέχονται. Την 21/1/2011 ο Πρωτοκολλητής με επιστολή του κάλεσε τους Καθ΄ ών η αίτηση όπως εντός 10 ημερών καταχωρήσουν εμφάνιση, γιατί υπό διαφορετικές συνθήκες το Δικαστήριο θα προχωρούσε στην ακρόαση της υπόθεσης και στην έκδοση απόφασης στην απουσία τους. Δεν υπήρξε κανένα ενδιαφέρον και έτσι η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 21/2/2011 και για ακρόαση στις 17/3/2011 και 23/3/2011, οπόταν και στις 23/3/2011 εκδόθηκε απόφαση. Από την παραλαβή της διπλοσυστημένης επιστολής ήτοι από την επίδοση της αίτησης, οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια και δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον για την υπόθεση τους. Η θέση της κας Χριστοδουλίδου ότι δηλαδή λόγω της αποχώρησης της κας Κολατσή από το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ στην οποία δόθηκε η αίτηση με οδηγίες να καταχωρήσει εμφάνιση με την οποία να ενίσταται, δεν μπορεί, κατά την άποψη μας, να αποτελέσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψή τους να εμφανιστούν στη διαδικασία. Περαιτέρω δεν αναφέρεται πότε η κα Κολατσή αποχώρησε από το γραφείο τους. Επιπλέον, πέραν της επίδοσης, ο Πρωτοκολλητής έστειλε και δεύτερη ειδοποίηση ημερομηνίας 21/1/2011 προς τους Καθ΄ ών η αίτηση οι οποίοι και πάλι δεν καταχώρησαν εμφάνιση και έτσι εκδόθηκε απόφαση στην απουσία τους με την πάροδο δύο και πλέον μηνών από τη δεύτερη ειδοποίηση. Για το διαρρεύσαν διάστημα, δηλαδή για το διάστημα από της επιδόσεως μέχρι και την έκδοση απόφασης οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν δίνουν καμία άλλη ουσιαστική εξήγηση, πέραν του ότι ο λόγος της μη καταχώρησης εμφάνισης δεν οφείλετο σε αμέλεια των Καθ΄ ών η αίτηση αλλά αναφέρουν ότι παρέπεσε ο φάκελος της υπόθεσης λόγω της αποχώρησης της κας Κολατσή από το δικηγορικό γραφείο. Στη Milouca (ανωτέρω) οι Εναγόμενοι παρέλαβαν αίτηση για απόφαση την οποία καταχώρησαν σε φάκελο και ξεχάστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον τους απόφαση λόγω της παράλειψης τους να εμφανιστούν. Στη σελ. 944 λέχθηκε: ″Ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρησή της. ................ Ευσταθεί η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία των εφεσειόντων για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον τους ζωπυρώθηκε όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκαν για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης″. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Νικήτα στη Βαρδιάνος v. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698, σελ. 704 - 705, παρόλο που εκεί επρόκειτο για αίτηση επαναφοράς έφεσης που απορρίφθηκε για παράλειψη καταχώρησης περιγράμματος από τον εφεσείοντα, έχει άμεση σχέση και με την παρούσα αίτηση: ″Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: ″The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded″. Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης v. Σταυρίδη
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης″. Σχετική είναι η υπόθεση K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. v. Ανδρέα Μιχαήλ Εμπορευόμενου υπό την Εμπορική Επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, σελ. 418 - 419: ″Ο μάρτυρας των εφεσειουσών ισχυρίστηκε ότι στις 16/5/89 η εφεσείουσα 2 του παρέδωσε το κληρήριο ένταλμα της αγωγής (που επιδόθηκε την προτεραία) με το διοριστήριο του δικηγόρου της για να του τα παραδώσει την επομένη (17/5/89), που θα πήγαινε στη Λεμεσό. Τα ξέχασε όμως στο αυτοκίνητο του όπου έμειναν για αρκετές ημέρες. Η εφεσείουσα 2 τίποτε δεν έκαμε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που έστειλε ή της ίδιας της υπόθεσης της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβη σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά. Το ενδιαφέρον των εφεσειουσών εκδηλώθηκε όταν αντιμετώπιζαν τις συνέπειες πτωχευτικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους ο εφεσίβλητος από 16/6/89. Υπό τις περιστάσεις είναι φανερό ότι οι εφεσείουσες δεν αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που ο εφεσίβλητος πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελος του″. Από τα γεγονότα φαίνεται ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς των Καθ΄ ών η αίτηση να αποταθούν στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης πέρασαν ακόμη εννέα μήνες για να καταχωρηθεί η αίτηση παραμερισμού και περί τους δύο μήνες από την ημερομηνία που οι ίδιοι οι Καθ΄ ών η αίτηση ισχυρίζονται ότι τους επισκέφθηκε ο κ.Μέμνων Γιωρκάτζης με τον οποίο επικοινώνησε Δικαστικός επιδότης αναφορικά με εκτέλεση εντάλματος κινητών που αφορούσε την παρούσα υπόθεση. Η καθυστέρηση που παρουσιάζεται είναι στις συνθήκες της υπόθεσης μεγάλη και δεν δικαιολογείται. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδη (ανωτέρω), καθυστέρηση δυόμιση μηνών κρίθηκε να ήταν χωρίς δικαιολογία και συνεπώς δεν μπορούσε να στηρίξει το αίτημα παραμερισμού. Στην Bush v. Γιαννάκη (ανωτέρω) το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη μακρά καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δηλαδή ενός έτους από την έκδοση της απόφασης απέρριψε την έφεση προσθέτοντας ότι ο χρόνος καταχώρησης αίτησης παραμερισμού δεν πρέπει να απέχει πολύ από την έκδοση της απόφασης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γιώργος Ανδρέου v. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1694 το Εφετείο υιοθέτησε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε αίτηση παραμερισμού απόφασης που καταχωρήθηκε έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτή την καθυστέρηση. Στην ίδια υπόθεση επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση όπου αναφέρθηκε ότι δοσμένης της κανονικής έκδοσης της απόφασης, ο Εναγόμενος-Αιτητής απαιτείται να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για ακύρωση της απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Η απόφαση θα πρέπει να εξακολουθεί ισχύουσα εκτός αν αποδειχθεί ότι η υπεράσπιση είναι τόσο ουσιαστική που να δικαιολογεί επανάνοιξη της διαδικασίας. Ο αιτητής έχει καθήκον να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι η μία από τις δύο προϋποθέσεις για να επιτύχει ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας εναντίον του απόφασης. Σε σχέση με την προβαλλόμενη υπεράσπιση, αξιολογώντας τα ενώπιον μας στοιχεία οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο και να αποκαλύψει ως όφειλε την επιστολή ημερομηνίας 25/11/2009 με την οποία τερματίζονταν οι υπηρεσίες του δεν ευσταθεί αφού η ίδια επιστολή κατατέθηκε από τον ίδιο σαν Τεκμήριο 1 κατά την απόδειξη της υπόθεσής του. Επιπλέον, αναφορικά με το ότι ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει ότι είσπραξε €2.400 για πλήρη και τελεία απαλλαγή των Καθ΄ ών η αίτηση - Αιτητών και ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την πληρωμή αυτή, ούτε αυτό ισχύει εφόσον στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερομηνίας 23/3/2011 ο Αιτητής αναφέρει ότι έλαβε από τους Καθ΄ ών η αίτηση €2.400 το οποίο και αναλύει ότι αντιπροσωπεύει προειδοποίηση, αναλογία 13ου μισθού και άδειας. Το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν αναφέρει ότι υπόγραψε παραλαβή του ποσού των €2.400 σε πλήρη και τελεία απαλλαγή των Καθ΄ ών η αίτηση δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη εκ πρώτης άποψης υπεράσπισης εφόσον ο Αιτητής, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 2 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδου επεφύλαξε τα δικαιώματά του υπογράφοντας την εν λόγω παραλαβή. Ο Αιτητής μάλιστα κατέθεσε σαν Τεκμήριο 2 με την ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 23/3/2011 και το ερωτηματολόγιο που απάντησαν οι ίδιοι οι Καθ΄ ών η αίτηση στις 5/12/2009 και αναφέρουν πέραν από το λόγο που απέλυσαν τον Αιτητή και το γεγονός ότι του καταβλήθηκε ποσό €2.400. Οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν αναφέρονται και δεν δίνουν κανένα στοιχείο στο που βασίζουν τον ισχυρισμό τους ότι η απόλυση έγινε νόμιμα. Ως εκ των πιο πάνω οι ισχυρισμοί για υπεράσπιση είναι γενικοί, ασαφείς, αόριστοι αλλά και αντίθετοι μεταξύ τους. Δεν εξειδικεύονται ούτε και συγκεκριμενοποιούνται με οποιοδήποτε τρόπο. Σε κανένα σημείο αποκαλύπτεται μαρτυρία επαρκής για στήριξη της αίτησης. Οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να πείθει το Δικαστήριο ότι διαθέτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον τους απαίτηση. Από τη μια αναφέρουν ότι θεωρούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση γιατί ο τερματισμός της απασχόλησης έγινε νόμιμα και άρα ο Αιτητής δεν θα δικαιούται πληρωμή αποζημιώσεων συνεπεία παράνομης απόλυσης και από την άλλη αναφέρουν ότι το ποσό των €2.400 αφορά πληρωμή ποσών πέραν της άδειας, της προειδοποίησης και του 13ου μισθού, αλλά δεν αναφέρουν τι άλλο αφορά. Συνεπώς αν όπως ισχυρίζονται ο Αιτητής δεν απολύθηκε παράνομα και δεν δικαιούται στην καταβολή αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση πως γίνεται να υπαινίσσονται ότι στο ποσό των €2.400 συμπεριλαμβάνεται και κάτι άλλο το οποίο όμως δεν προσδιορίζουν; Όπως αποφασίστηκε στην Τεγκεράκη v. Δήμου Λευκωσίας (ανωτέρω), στη σελ. 294: ″Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην .... είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να στηρίζουν την εκδοχή του αιτητή″. Οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν κατόρθωσαν να πείσουν το Δικαστήριο πως διαθέτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και βρίσκουμε ότι δεν απέδειξαν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ακόμη και εάν θεωρούσαμε όμως ότι δικαιολογείτο η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψης εμφάνισης για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορούσε βάσιμα να αποτελέσει λόγο απόρριψης της αίτησης παραμερισμού, και θα αποτελούσε στην παρούσα, γιατί διαφορετικά καθώς ελέχθη στην υπόθεση Milouca (ανωτέρω), η όλη πορεία της Δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης των Καθ΄ ών η αίτηση σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για την καταχώρηση της αίτησης. Ενώ το δικαίωμα ακρόασης σε υπόθεση δεν πρέπει να αποστερείται από διάδικο εντούτοις το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνείται την επαναφορά αν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που βλάπτονται τα θεμέλια της δικαιοσύνης. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Καθ΄ ών η αίτηση - Αιτητών και υπέρ του Αιτητή - Καθ΄ ού η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Χρ. Νεοφύτου, Μέλος. Γ. Οδυσσέως, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Αίτηση Παραμερισμού). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.