← Κύπρος

ΕΙΡΗΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ERMES DEPARTMENT STORES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 494/10, 23/5/2012

ΕΙΡΗΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ERMES DEPARTMENT STORES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 494/10, 23/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2012:5 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστή. Μ. Πρωτοπαπά ) Φλ. Φλώρου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 494/10 Μεταξύ: ΕΙΡΗΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτήτριας και

  1. ERMES DEPARTMENT STORES LTD
  2. Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό Καθ΄ ών η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 14/12/
  3. Ημερομηνία: 23 Μαϊου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια - Καθ΄ ής η αίτηση: Η κα Ειρ. Ηλία με τον κ.Μ. Ηλία. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητές: Ο κ.Π. Μακρίδης για κ.Παπαδόπουλο (για να ακούσει απόφαση ο κ.Χρ. Χαραλάμπους). Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Αθανασιάδης (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Νεοκλέους). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση των γενικών λόγων των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητών ως ακολούθως: ″Α. Άδεια ή/και διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης της Καθ΄ ής η Αίτηση αρ. 1 με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου αρ. 5 της ακόλουθης φράσης: ″Η Καθ΄ ής η Αίτηση αρ. 1 κατέβαλε στην Αιτήτρια χαριστική πληρωμή ποσού 4820.86 ευρώ και η Αιτήτρια συμφώνησε και υπέγραψε δήλωση-βεβαίωση ότι το εν λόγω ποσό θα συμψηφίζεται με οποιοδήποτε ποσό που το Δικαστήριο τυχόν επιδικάσει εναντίον της Καθ΄ ής η Αίτηση σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας″. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή/και διαταγή ή/και οδηγίες ως το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και πρέπον″. Η αίτηση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών 1999 - 2000, ιδιαίτερα στον Κ.11, 12

(1)και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Επίσης αναφέρονται τα γεγονότα σε ένορκη δήλωση της Βαλεντίνας Γεωργιάδου ημερομηνίας 14/12/2011 η οποία συνοδεύει την αίτηση ως εξής: ″
  1. ..........
  2. Μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και κατά την ετοιμασία και περαιτέρω μελέτη της υπόθεσης από την Καθ΄ ής η Αίτηση αρ. 1 με σκοπό την προετοιμασία αυτής για την ακροαματική διαδικασία, περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων της Καθ΄ ής η Αίτηση αρ. 1 ουσιώδη έγγραφα και γεγονότα, τα οποία εκ παραδρομής δεν παρουσιάστηκαν κατά τον χρόνο ετοιμασίας και σύνταξης της υπεράσπισης με αποτέλεσμα να μην γίνεται σ΄ αυτά αναφορά στην υπεράσπιση και τα οποία αποτελούν σοβαρή υπεράσπιση για την Καθ΄ ής η Αίτηση αρ.
  3. Περαιτέρω και ειδικότερα διεφάνει ότι κατά τον τερματισμό των υπηρεσιών της Αιτήτριας καταβλήθηκε σ΄ αυτήν χαριστική πληρωμή η οποία συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με οποιοδήποτε ποσό που το δικαστήριο ενδεχόμενα να επιδικάσει εναντίον της Καθ΄ ής η Αίτηση αρ. 1 εταιρείας. Σε επιμαρτύρηση τούτου η Αιτήτρια υπέγραψε σχετική δήλωση - βεβαίωση.
  4. ..............
  5. ..............″. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της Αιτήτριας - Καθ΄ ής η αίτηση η οποία βασίζεται στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, άρθρα 12
(4)και 17, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.2, Δ.57 Θ.2, Δ.48 ΘΘ.1-4 και στη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, τη νομολογία και πρακτική. Οι λόγοι που προβάλλονται στην ένσταση είναι οι ακόλουθοι: ″
(1)Η Καθ΄ ής η αίτηση 1 - Αιτήτρια στην ενδιάμεση αίτηση ημερομ. 14/12/11, η οποία στη συνέχεια θ΄ αναφέρεται, ″η Καθ΄ ής η αίτηση 1″, έχει καταχωρήσει και στο παρελθόν αίτηση τροποποίησης της υφιστάμενης υπεράσπισής της, με ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο και τις ίδιες αιτούμενες θεραπείες. Συγκεκριμένα, η Καθ΄ ής η αίτηση 1 έχει καταχωρήσει στις 16.2.11, αίτηση με την οποία ζητούσε από το Δικαστήριο, τις ίδιες ακριβώς θεραπείες που ζητά με την αίτησή της ημερομ. 14.12.11.
(2)Στις 7.7.11 εκδόθηκε διάταγμα από το Δικαστήριο, το οποίο επέτρεπε την τροποποίηση της υπεράσπισης της Καθ΄ ής η αίτηση 1, ως η παράγραφος (Α) της αίτησης ημερομηνίας 16.2.11. Περαιτέρω με βάση το ίδιο διάταγμα, η τροποποιημένη υπεράσπιση διατάχθηκε, να καταχωρηθεί μέχρι τις 30.7.11.
(3)Η Καθ΄ ής η αίτηση από τις 7.7.11, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισής της, ουδέποτε καταχώρησε την τροποποιημένη υπεράσπισή της και η προθεσμία καταχώρισής της με βάση το διάταγμα, έχει παρέλθει προ πολλού, καθιστώντας αυτόματα το διάταγμα τροποποίησης άκυρο.
(4)Στη συνέχεια το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 14.9.11, 19.10.11, 17.11.11 και 8.12.11, με σκοπό να καταχωρηθεί η τροποποιημένη υπεράσπιση ή για να καταχωρείτο νέα αίτηση για τροποποίηση όπως ζήτησε η Καθ΄ ής η αίτηση 1, κάτι βέβαια που ποτέ δεν έγινε. Γι΄ αυτό στις 8.12.11, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση γι΄ ακρόαση στις 8.3.12.
(5)Η Καθ΄ ής η αίτηση 1 καταχώρησε νέα αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής της με ημερομηνία 14.12.11, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, αιτούμενες θεραπείες και γεγονότα, με εκείνα που αναφέρονται στην αίτησή της ημερομ. 16.2.11.
(6)Η νέα αίτηση ημερομ. 14.12.11, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και κατάχρηση δικαιώματος από μέρους της Καθ΄ ής η αίτηση 1. Ως εκ τούτου, τυχόν έκδοση του διατάγματος που ζητά η τελευταία, θα συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση, καθώς και κατάχρηση του χρόνου του Δικαστηρίου και της διαδικασίας. Ήδη η υπόθεση από τις 19.1.11, που δηλώθηκε στο Δικαστήριο η πρόθεση της Καθ΄ ής η αίτηση 1 να τροποποιήσει την υπεράσπισή της, μέχρι σήμερα, καθυστέρησε πέραν του ενός χρόνου, για να προωθηθεί και να οριστεί γι΄ ακρόαση. Και αυτό με αποκλειστική δική της ευθύνη και παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες του Δικηγόρου της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση, για τις καθυστερήσεις αυτές. Οι καθυστερήσεις ίσως να γίνονται και σκόπιμα από την Καθ΄ ής η αίτηση 1 ή για λόγους που μόνο η ίδια γνωρίζει.
(7)Η Καθ΄ ής η αίτηση 1 λανθασμένα καταχώρησε νέα αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισής της, χωρίς προηγούμενα να ζητήσει και εξασφαλίσει από το Δικαστήριο σχετική άδεια και/ή διάταγμα παράτασης του χρόνου, για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Ως εκ τούτου η καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 14.12.11 από την Καθ΄ής η αίτηση 1, είναι εκπρόθεσμη, αντικανονική, παράνομη και άκυρη.
(8)Περαιτέρω, η Καθ΄ ής η αίτηση 1 βάσισε την αίτησή της, πάνω σε λανθασμένο και/ή αντικανονικό και/ή γενικό τύπο και/ή χρησιμοποίησε τον τύπο που προβλέπει η Δ.48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, αντί του τύπου 6, που προβλέπει το άρθρο 12, του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999.
(9)Όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα, λεπτομέρειες, πληροφορίες κ.λ.π. φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης.
(10)Περαιτέρω και/ή άλλους λόγους ένστασης, επιφυλάσσεται η Αιτήτρια στην εναρκτήρια αίτηση, ν΄ αναφέρει κατά την ακρόαση της παρούσας″. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με την αγόρευσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος του Ταμείου Πλεονασμού την 4/4/2012 δέχθηκε την έκδοση διατάγματος τροποποίησης ως η αίτηση και ζήτησε όπως σε τέτοια περίπτωση τα έξοδα να είναι υπέρ του Ταμείου και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητών. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 (στο εξής ″Οι Κανονισμοί″). Με τον Κανονισμό 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια ″να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της″. Σύμφωνα με τον Κ.12
(1)των Κανονισμών ″ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6″. Στην νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το ζήτημα της τροποποίησης δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση όμως του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί στον Κ.17 προβλέπεται ότι ″Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού″. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1146, Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ,
(2001)1Β Α.Α.Δ. 743 και Φλουρέντζου κ.α. v. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ. 393), μία ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Από τη νομολογία επίσης διαφαίνεται ότι η μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς είναι παράτυπη και θεραπεύεται με την Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Όπως έχει αναφερθεί στη Mi Holdings Public Ltd v. Τασούλα Γεωργίου Παναγή
(2006)1Α Α.Α.Δ. 298, στη σελ. 301: ″Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του″. Κατά πάγια νομολογία, οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε μια τέτοια περίπτωση είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς, η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία και το μέγεθος της. Είναι γεγονός ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητές δεν χρησιμοποιούν τον προβλεπόμενο στους Κανονισμούς Τύπο
  1. Ο Τύπος 6 πέραν από τον τίτλο, απαιτεί: ″
  2. Αιτούμενη θεραπεία.
  3. Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση (εκθέσατε συνοπτικώς).
  4. Νομική βάση της αίτησης (προσδιορίσατε τα άρθρα του Νόμου ή και τον Κανονισμό στα οποία βασίζεται η αίτηση)″. Παρατηρούμε ότι στην υπό εξέταση αίτηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο 6, παρόλο που δεν χρησιμοποιήθηκε αφ΄ εαυτού ο Τύπος 6 . Ο Κ.12
(1)των Κανονισμών προνοεί, όπως αναφέρουμε πιο πάνω, ότι κάθε ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 6. Σε αυτή την περίπτωση η καταχωρηθείσα ενδιάμεση αίτηση υποβλήθηκε εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που ο Τύπος 6 προβλέπει, γι΄ αυτό θεωρούμε ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια - Καθ΄ ής η αίτηση δέχθηκε προηγουμένως έκδοση διατάγματος τροποποίησης σε παρόμοιο τύπο αίτησης. Το Δικαστήριο λόγω της μορφής και φύσης της παράλειψης θα ήταν διατεθειμένο, σε περίπτωση τέτοιων παρατυπιών, κατ΄ εφαρμογή της Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, αυτεπάγγελτα να παρέμβει και να εκδώσει προς τούτο σχετικό διάταγμα απαλλαγής από τις παρατυπίες. Υπό το σύνολο των περιστάσεων αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε σε υπερβολική ″τυπολατρία″ πέραν και έξω από το πνεύμα και γράμμα της εν λόγω διαταγής. Άλλωστε, το κριτήριο ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό μπορεί να αποτιμηθεί με βάση τα εκάστοτε γεγονότα και παραμέτρους, πάντοτε υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, συμφερόντων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στη Χαράλαμπος Μιχαήλ v. Νίκου Α. Ττουνιά
(2004)1Α Α.Α.Δ. 113, στη σελ. 115. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης αφορούν στο γεγονός ότι η Αιτήτρια καταχώρησε και στο παρελθόν παρόμοια αίτηση, δεν συμμορφώθηκε με το εκδοθέν διάταγμα εφόσον δεν καταχώρησε τροποποιημένους γενικούς λόγους, καθιστώντας έτσι το διάταγμα αυτόματα άκυρο, η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και η καθυστέρηση ίσως να είναι σκόπιμη και ότι τυχόν έκδοση διατάγματος θα παραβίαζε τα δικαιώματα της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση. Στρεφόμαστε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Παρατηρούμε ότι την 16/2/2011 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητές καταχώρησαν παρόμοια αίτηση τροποποίησης και την 7/7/2011 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητές ουδέποτε καταχώρησαν τροποποιημένους γενικούς λόγους με αποτέλεσμα να καταστεί άκυρο το εκδοθέν διάταγμα. Την 14/12/2011 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητές καταχώρησαν την επίδικη ενδιάμεση αίτηση. Η Δ.25 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει ως εξής: ″Αν ένας διάδικος που ζήτησε άδεια για διάταγμα τροποποίησης δεν τροποποιήσει ανάλογα εντός του χρόνου που θα καθορίζεται γι΄ αυτό το σκοπό από το διάταγμα ή αν δεν καθορίζεται χρόνος τότε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία του διατάγματος, τέτοιο διάταγμα τροποποίησης αφού εκπνεύσει ο χρόνος .... θα καθίσταται άκυρο (become ipso facto void) εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή. Από τη στιγμή που πέρασε η προθεσμία και δεν καταχωρήθηκαν τροποποιημένοι γενικοί λόγοι και εφόσον το Δικαστήριο δεν παράτεινε το χρόνο το εκδοθέν διάταγμα κατέστη άκυρον″. Δεν θεωρούμε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητές κωλύοντο να καταχωρήσουν νέα ενδιάμεση αίτηση αφού κατέστη άκυρο το προηγούμενο διάταγμα. Ούτε θεωρούμε ότι η αίτηση ημερομηνίας 14/12/2011 είναι εκπρόθεσμη. Επίσης σημειώνουμε ότι ο ίδιος ο δικηγόρος της Αιτήτριας - Καθ΄ ής η αίτηση, κατά την έκδοση του προηγούμενου διατάγματος, ζήτησε όπως η υπόθεση οριστεί την ίδια μέρα με άλλες παρόμοιες υποθέσεις στις οποίες εκδόθηκε παρόμοιο διάταγμα. Η καταχώρηση της επίδικης ενδιάμεσης αίτησης καταχωρήθηκε σχεδόν 14 μήνες μετά την καταχώρηση εμφάνισης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητών, δηλαδή καταχωρήθηκε με καθυστέρηση. Το γεγονός όμως αυτό δεν απαγορεύει την τροποποίηση. Είναι γνωστή η αρχή που έχει λεχθεί κατά κόρο σε υποθέσεις όπως την Andreas Evripidou and another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 C.L.R. 542 με υιοθέτηση αποσπασμάτων από την γνωστή Αγγλική υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393, ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του αιτούμενου την τροποποίηση και από την άλλη ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. Ακόμα και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσω αιτήσεως τροποποίησης εφ΄ όσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11). Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράλειψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξαρχής στην αγωγή ή στην αίτηση. Αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1973 στα σχόλια της Αγγλικής Δ.20 Θ.5 σελ. 334. Περαιτέρω στην Πρακτική του 1958 στα σχόλια της Δ.28 Θ.1 σελ. 624, αναφέρεται ότι η εισαγωγή ακόμη και νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη την απόρριψη σχετικής αίτησης για τροποποίηση. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Στ. Σάββα
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: ″Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια″. Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: ″Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα″. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο μέχρι και το τελικό της διαδικασίας αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Όπως έχει τεθεί από τον κ.Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην Stelios Finiotis v. Greenmar Navigation Ltd και άλλων
(1989)1 C.L.R. 114: ″
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη″. Στην υπόθεση Kallice Holding Co. Ltd. v. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ.1)
(1996)1A Α.Α.Δ. 162 λέχθηκε, στη σελ. 164, ότι: ″Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου″. Είναι επίσης αποδεκτή η αρχή ότι πριν την έναρξη της ακρόασης της κυρίας δίκης άδεια για τροποποίηση δίδεται σχεδόν πάντοτε αλλά κατά την ακρόαση το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν έκδηλα φανερή από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. Στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδης Χριστοδούλου (ανωτέρω) εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουστεί επτά μάρτυρες. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην πρόσφατη υπόθεση Clive Preece κ.α. v. Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολ. ΄Εφ. 271/08 ημερ. 16/12/11 όπου λέχθηκαν τα εξής: ″Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 Καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Αλλων ν. A.G. Levendis και Αλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: ″Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης″. Η εν προκειμένω αιτηθείσα τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής της γραπτής συμφωνίας ημερ. 10.6.2003. Τα εν λόγω γεγονότα συνδέονται στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης το οποίο κατέστη επίδικο από την ίδια την εφεσίβλητη. Το κείμενο της γραπτής συμφωνίας δεν διαλαμβάνει ο,τιδήποτε που θα μπορούσε να συσχετισθεί με ό,τι η εφεσίβλητη εκθέτει στην έκθεση υπεράσπισης της. Ωστόσο, η αιτηθείσα τροποποίηση συσχετίζεται άμεσα με τους εν λόγω ισχυρισμούς και την εν γένει εκδοχή της εφεσίβλητης γεγονός που καθιστούσε δικαιολογημένο το αίτημα. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου πάνω στο οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να στοιχειοθετηθεί με την κατάλληλη μαρτυρία, η εκδοχή των εφεσειόντων. Απώτερος στόχος της τροποποίησης ήταν η απόδειξη της νομιμότητας της σύμβασης επί της οποίας στηρίχθηκε η αξίωση των εφεσειόντων. Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης η οποία, καθώς η ίδια ομολόγησε, υπήρξε μέρος της κατ΄ ισχυρισμό παράνομης συμφωνίας η οποία προδήλως είχε ως στόχο την καταδολίευση του δημοσίου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ενόψει των πιο πάνω, ο τέταρτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. .″. Έχουμε μελετήσει στο σύνολο της την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση και οφείλουμε να πούμε ότι με αυτή επιδιώκεται ο ακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητών. Δεν θεωρούμε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με τόση καθυστέρηση που να δημιουργείται αυξημένη ανάγκη αιτιολόγησης της. Ούτε θεωρούμε ότι η καθυστέρηση είναι τέτοια που να εμποδίζει την τροποποίηση. Κρίνουμε ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της Αιτήτριας - Καθ΄ ής η αίτηση ούτε ότι με την αιτούμενη θεραπεία θα προκληθεί σε αυτή αδικία που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα. Στα πλαίσια επομένως άσκησης της διακριτικής μας ευχέρειας κρίνουμε δικαιολογημένο το αίτημα των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητών. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Η τροποποίηση να γίνει εντός 10 ημερών από σήμερα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας - Καθ΄ ής η αίτηση και του Ταμείου και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - Αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και τα οποία θα είναι πληρωτέα με την αποπεράτωση της υπόθεσης. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστής. (Υπ.)........................................... (Υπ.)......................................... Μ. Πρωτοπαπά, Μέλος. Φλ. Φλώρου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.