← Κύπρος

RICARDO GUEVARRA FERRER ν. CAD ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 244/10, 27 Ιανουαρίου, 2012

RICARDO GUEVARRA FERRER ν. CAD ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 244/10, 27 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2012:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστή. Α. Ιωάννου ) Δ. Επιφανείου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 244/10 Μεταξύ: RICARDO GUEVARRA FERRER Αιτήτριας και

  1. C.A.D. ENTERPRISES LTD
  2. Στέλλα Δημητρίου Καθ΄ ών η αίτηση _______________________________________________________________ ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 18/2/2011 Μεταξύ: RICARDO GUEVARRA FERRER Αιτήτριας και
  3. Επίσημου Παραλήπτης ως Εκκαθαριστή της περιουσία της C.A.D. ENTERPRISES LTD
  4. Επίσημου Παραλήπτη ως παραλήπτη της περιουσίας της Στέλλα (Roustelle) Δημητρίου, πτωχευσάσης Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ.Καλαβάς. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 & 2: Καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ΄ ών η αίτηση ποσό €26.244,80 που αντιστοιχεί σε απλήρωτους μισθούς, πληρωμή αργιών, πληρωμή άδειας και πληρωμή αντί προειδοποίησης, καθώς και αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η αίτηση επιδόθηκε στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 2 την 17/5/2010 με διπλοσυστημένη επιστολή. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης από τους Κανονισμούς προθεσμίας των 21 ημερών. Στους γενικούς λόγους που καταχώρησαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 αναφέρουν ότι λόγω των μεγάλων προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 2008 - 2010 από την παγκόσμια οικονομική κρίση και από τη ραγδαία πτώση στην τουριστική βιομηχανία η Εργοδότρια Εταιρεία έπαυσε να λειτουργεί από τις 14/3/2010 και ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 προσπάθησαν αρκετές φορές με διάφορες διευθετήσεις να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά στον Αιτητή αλλά λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν αυτό κατέστη αδύνατο. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 παραδέχονται ότι εργοδοτούσαν τον Αιτητή από τις 21/5/2008 μέχρι τις 13/3/
  6. Η Καθ΄ ής η αίτηση 2, ανέφερε, μεταξύ άλλων στους γενικούς της λόγους τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και τις προσωπικές της περιστάσεις. Την 31/1/2011 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης από τον Αιτητή με την οποία ζητούσε την απάλειψη των ονομάτων των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 2 και την αντικατάσταση τους με τον Επίσημο Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Καθ΄ ής η αίτηση 1 και τον Επίσημο Παραλήπτη ως παραλήπτη της περιουσίας της Καθ΄ ής η αίτηση
  7. Την 18/2/2011 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αίτησης και δόθηκε άδεια συνέχισης της διαδικασίας εναντίον των νέων Καθ΄ ών η αίτηση 1 και
  8. Οι τροποποιημένοι γενικοί λόγοι επιδόθηκαν στον Επίσημο Παραλήπτη στις 15/4/
  9. Σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Την 12/5/2011 ο Επίσημος Παραλήπτης καταχώρησε αίτηση για παράταση χρόνου 40 ημερών για καταχώρηση έγγραφου εμφάνισης και την 30/5/2011 εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ο Επίσημος Παραλήπτης δεν καταχώρησε έγγραφο εμφάνισης αλλά καταχώρησε νέα αίτηση για παράταση χρόνου 30 ημερών η οποία και πάλι εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 29/8/
  10. Την 13/10/2011 ο Επίσημος Παραλήπτης καταχώρησε τρίτη αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρησης έγγραφου εμφάνισης η οποία αίτηση εγκρίθηκε την ίδια μέρα από το Δικαστήριο. Στις 13/10/2011 καταχωρήθηκε έγγραφο εμφάνισης και γενικοί λόγοι από τον Επίσημο Παραλήπτη στους οποίους αναφέρει ότι ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 1/6/2008 και ασχολήθηκε σε αυτή εώς τις 10/3/
  11. Παραδέχεται ότι ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης δύο εβδομάδων και ότι ο εβδομαδιαίως μισθός του Αιτητή ήτο €339,
  12. Τις υπόλοιπες απαιτήσεις του Αιτητή δεν τις παραδέχεται. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 21/10/2011 οπόταν και εμφανίστηκε δικηγόρος για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 και
  13. Η υπόθεση ορίστηκε στις 18/11/2011 για οδηγίες αλλά οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 2 δεν εμφανίστηκαν. Την 16/12/2011 που ήταν ορισμένη η αίτηση για οδηγίες εμφανίστηκε δικηγόρος για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 2 και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 27/1/
  14. Στις 27/1/2012 η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αλλά οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν εμφανίστηκαν. Καμία εμφάνιση δεν υπήρξε εκ μέρους των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 2, οι οποίοι και φωνάχθηκαν, έτσι το Δικαστήριο προχώρησε. Η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως είναι αυτή του Αιτητή. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση και τους γενικούς λόγους της αίτησης ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση 1 τον Μάϊο του
  15. Την 16/3/2010 ο Αιτητής εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω παράλειψης πληρωμής μηνιαίων μισθών, κατακράτησης προσωπικών εγγράφων, παράλειψης παραχώρησης ετήσιας άδειας και αργιών καθώς και λόγω απρεπούς και ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους των Εργοδοτών. Ο τελευταίος μισθός του Αιτητή ήταν €1.470, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Α. Κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 του όφειλαν €26.244,80 που προέρχονται από απλήρωτους μισθούς, άδεια, αργίες και πληρωμή αντί προειδοποίησης καθώς και αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Ο Αιτητής περιόρισε την αξίωση του αναφορικά με την πληρωμή αργιών την οποία και δεν απαιτεί πλέον και αιτείται πληρωμή €22.050 που αντιστοιχεί σε μισθούς των τελευταίων 15 μηνών απασχόλησης του, €1.492,80 που αντιστοιχεί σε άδεια για τους τελευταίους 15 μήνες απασχόλησης του και €339,60 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης. Επιπλέον ζητά αποζημίωση για παράνομη απόλυση. Τα πιο πάνω ποσά δεν έχουν καταβληθεί στον Αιτητή και τα απαιτεί. Ο Αιτητής προχώρησε και εναντίον της Καθ΄ ής η αίτηση 2 για το λόγο ότι διαχειρίζετο ή/και ήλεγχε ή/και διεύθυνε την Καθ΄ ής η αίτηση
  16. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί εργατικής διαφοράς με απαραίτητη προϋπόθεση την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Όπως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν8/67): ″″Εργατική Διαφορά″ σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά .″. Η ίδια ερμηνεία δίνεται και στο άρθρο 2 του περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν24/67). Στο ίδιο άρθρο του ίδιου Νόμου δίνεται και η ερμηνεία του εργοδοτούμενου: ″″εργοδοτούμενος″ σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι΄ έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος ″εργοδότης″ θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας″. Σε καμία περίπτωση ο Αιτητής μπορεί να θεωρηθεί εργοδοτούμενος της Καθ΄ ής η αίτηση 2 και για αυτό η απαίτηση του εναντίον της Καθ΄ ής η αίτηση 2 απορρίπτεται. Το άρθρο 7

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (″ο Νόμος″) καθιερώνει ότι ο εξαναγκασμός σε παραίτηση εξομοιούται με την αδικαιολόγητη απόλυση υπό του εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου 3 του ίδιου Νόμου. Εν προκειμένω ο Αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε τις υπηρεσίες του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Η άρνηση της Εργοδότριας Εταιρείας να καταβάλει στον Αιτητή δεδουλευμένους μισθούς αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας της οποίας κύρια συστατικά στοιχεία είναι η παροχή εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου έναντι αμοιβής από την Εργοδότρια Εταιρεία. Τα όσα ο Αιτητής εξέθεσε ενώπιον μας με τη μαρτυρία του παρέμειναν αναντίλεκτα και τα αποδεχόμαστε. Η διαγωγή της Εργοδότριας Εταιρείας συνιστά διαγωγή η οποία κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης Εργοδότριας Εταιρείας - Εργαζομένου και ασφαλώς είναι ασυμβίβαστη και με το παραδεκτό πλαίσιο αυτής της σχέσης, με αποτέλεσμα να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7
(1)του Ν24/67. Συμπερασματικά καταλήγουμε ότι η πιο πάνω διαγωγή της Εργοδότριας Εταιρείας αιτιολογούσε τον εξαναγκασμό του Αιτητή σε παραίτηση (constructive dismissal) ο οποίος απέδειξε την υπόθεση του και ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόλησή του σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Ν24/
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (άρθρο 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων. Ο Αιτητής σύμφωνα με το άρθρο 3 σε συνδυασμό με τον Πρώτο και Τέταρτο Πίνακα του Ν24/67 και σε συνάρτηση με τα χρόνια υπηρεσίας του δικαιούται σε αποζημιώσεις απολαβών τεσσάρων εβδομάδων. Ο μηνιαίος μισθός του όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του αλλά και από το Τεκμήριο Α που τη συνοδεύει ήταν €1.470,00, ήτοι €339,24 εβδομαδιαίως, άρα δικαιούται ποσό αποζημιώσεων €1.356,
  2. Επίσης ο Αιτητής δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(β) του Νόμου και πληρωμή αντί προειδοποίησης δύο εβδομάδων, ήτοι ποσό €678,
  1. Δικαίωμα σε προειδοποίηση παρέχεται και από το άρθρο 11 του περί της Συμβάσεως Περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμος του 1985 (Ν45/85). Αναφορικά με το άρθρο 12(ε) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν8/67) όπως τροποποιήθηκε δικαιούται υπό τη μορφή αυτοτελών αξιώσεων τα πιο κάτω: α) Τους μισθούς του για την περίοδο από 28/4/2009 μέχρι 16/3/2010, ήτοι €15.684,
  2. β) Οφειλόμενη άδεια για όλη την περίοδο απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ΄ ών η αίτηση, ήτοι €1.492,
  3. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 7
(2)του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν8/67): ″Διά συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη″. Επίσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 12(10Α) του ιδίου Νόμου: ″Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό″. Τα όσα ο Αιτητής εξέθεσε ενώπιον μας με τη μαρτυρία του αναφορικά με τις πιο πάνω αυτοτελείς αξιώσεις του παρέμειναν αναντίλεκτα και τα αποδεχόμαστε. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €19.213,14, πλέον νόμιμο τόκο από 28/4/2010. Περαιτέρω οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €719 ως έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο από 28/4/2010, πλέον 15% Φ.Π.Α. επί των εξόδων, πλέον €11 έξοδα επίδοσης. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Α. Ιωάννου, Μέλος. Δ. Επιφανείου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Αποζημιώσεις για εξαναγκασμό, προειδοποίηση και αυτοτελείς αξιώσεις). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.