Ανδρέας Φιλιππίδης ν. Ταμείο Προνοίας Υπαλλήλων Fairways Limassol Ltd, Αρ. Αίτησης: 184/10, 31 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2012:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστή. Ν. Θρασυβούλου ) Γ. Χριστοδούλου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 184/10 Μεταξύ: Ανδρέας Φιλιππίδης Αιτητή και Ταμείο Προνοίας Υπαλλήλων Fairways Limassol Ltd Καθ΄ ών η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 17/3/
- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Κορακίδης. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ.Σταυρινίδης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση ο Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου και των γενικών λόγων της Αίτησης ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στον Αιτητή η τροποποίηση της Αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό με την αντικατάσταση του ονόματος ″Ταμείο Προνοίας Υπαλλήλων Fairways Limassol Ltd″ με το όνομα ″Ταμείο Προνοίας Προσωπικού της Εταιρείας Fairways (Limassol) Λτδ και Αδελφών Εταιρειών″. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στον Αιτητή η τροποποίηση των γενικών λόγων της αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό με την αντικατάσταση της ημερομηνίας 31/3/05 στην παράγραφο 2 στην 2η γραμμή και στην 4η γραμμή με την ημερομηνία ″31/3/09″. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή οδηγία ήθελε κρίνει δίκαιο και λογικό το Δικαστήριο να εκδώσει. Η αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κανονισμοί 6, 12, 13 και
- Επίσης αναφέρονται τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση ως εξής: (α) Ο Αιτητής απασχολήθηκε στον Solon Piitarides (Developments) Limited διαρκώς από την 8/10/90 μέχρι την 31/3/09 ημερομηνία κατά την οποία οι υπηρεσίες του Αιτητή τερματίστηκαν παράνομα, με επιστολή ημερομηνίας 31/3/
- (β) Στους γενικούς λόγους της αίτησης εκ λάθους αναγράφηκε η ημερομηνία 31/3/05 αντί η ημερομηνία 31/3/
- (γ) Μετά από σχετική έρευνα ως προς το ακριβές όνομα των Καθ΄ ών η αίτηση διαπιστώθηκε ότι σύμφωνα με το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής και το σχετικό καταστατικό, το ακριβές όνομα του Ταμείου Προνοίας που αφορά την υπόθεση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό είναι ″ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ FAIRWAYS (LIMASSOL) ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ″. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση των Καθ΄ ών η αίτηση η οποία βασίζεται στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/67 όπως αυτός τροποποιήθηκε, άρθρο 30, στον περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμο 8/67, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 12 και 13, στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κανονισμοί 12, 13 και 17, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Κ.1-4, Δ.25 Κ.1-2, Δ.39, Δ.63 και Δ.64, τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία. Οι λόγοι που προβάλλονται στην ένσταση είναι οι ακόλουθοι: (α) Ο Τύπος 6 που χρησιμοποιήθηκε για καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης είναι αντικανονικός και/ή δεν είναι σύμφωνος με τον καθοριζόμενο τύπο που προβλέπει ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999 γιατί αναφέρεται σε λανθασμένο Κανονισμό. (β) Η νομική βάση της αίτησης είναι αντικανονική και/ή αδικαιολόγητη και/ή ελλιπής, νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη γιατί δεν καταγράφει και/ή αναφέρει το ορθό νομικό βάθρο που στηρίζονται οι θεραπείες που ζητά γιατί απουσιάζει η συγκεκριμένη αναφορά στα άρθρα του Νόμου και/ή των Δικαστικών Κανονισμών όπως προβλέπει η Νομολογία και/ή όπως έχει καταγραφεί η ενδιάμεση αίτηση αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας. (γ) Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση εκ μέρους του Αιτητή των γενικών λόγων της αίτησης επιχειρείται στην ουσία η δημιουργία νέου τίτλου στην αίτηση και/ή νέας βάσης γεγονότων με σκοπό την παράκαμψη της υπάρχουσας παραγραφής η οποία επενεργεί σε βάρος της αξίωσης του Αιτητή και/ή με την μέσω της παρούσας αίτησης η επιδιωκόμενη τροποποίηση αποσκοπεί να πλήξει άμεσα τα υφιστάμενα και/ή δημιουργηθέντα δικαιώματα των Καθ΄ ών η αίτηση λόγω της ύπαρξης της παραγραφής στην προκειμένη περίπτωση η οποία αποτελεί κώλυμα σε οιαδήποτε αξίωση του Αιτητή εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση. (δ) Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση εκ μέρους του Αιτητή επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή νέων πραγματικών ισχυρισμών και ουσιαστικά επιδιώκεται ο επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων τόσον με την τροποποίηση του τίτλου της αίτησης Διαιτησίας καθ΄ ότι ο Αιτητής έχει καταχωρήσει την αίτηση του εναντίον λανθασμένου και/ή ανυπάρκτου νομικού προσώπου όσον και των γενικών λόγων της αίτησης προς παράκαμψη του υπάρχοντος κωλύματος της παραγραφής. (ε) Η αίτηση του Αιτητή είναι παράτυπη, αντικανονική και αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας, αποτελεί όψιμη σκέψη του Ατιτητή και γίνεται για να εμποδίσει τους Καθ΄ ών η αίτηση να προωθήσουν την υπεράσπιση των και/ή γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση εκ μέρους του Αιτητή ο οποίος εσκεμμένα παραλείπει να εξηγήσει τους λόγους της υπάρχουσας καθυστέρησης στο διάβημα του. (στ) Το Δικαστήριο υπό τας περιστάσεις δεν πρέπει να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του Αιτητή γιατί δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται από την σχετική νομολογία και πρέπει να απορρίψει την αίτηση με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ών η αίτηση. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με την αγόρευσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 (στο εξής ″Οι Κανονισμοί″). Με τον Κανονισμό 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια ″να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της″. Σύμφωνα με τον Κ.12
(1)των Κανονισμών ″ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6″. Στην νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το ζήτημα της τροποποίησης δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση όμως του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί στον Κ.17 προβλέπεται ότι ″Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού″. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα v. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 74 και Φλουρέντζου κ.α. v. Cashgrove Betting Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ. 393), μία ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Από τη νομολογία επίσης διαφαίνεται ότι η μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς είναι παράτυπη και θεραπεύεται με την Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Κατά πάγια νομολογία, οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε μια τέτοια περίπτωση είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς, η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία και το μέγεθος της. Είναι γεγονός ότι στη νομική βάση της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης δεν γίνεται επίκληση στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Βασίζεται ωστόσο στη Διάταξη 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού, η οποία όπως αναφέρεται πιο πάνω, παραπέμπει στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη ότι οι Κανονισμοί του παρόντος Δικαστηρίου προβλέπουν για την παραπομπή στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό, από τη στιγμή που γίνεται επίκληση στον Κανονισμό αυτό, είναι αυτονόητο ότι γίνεται επίκληση και εκεί που παραπέμπει αυτός, και ως εκ τούτου, εν τοιαύτη περιπτώσει με βάση τον Κανόνα 17 εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Συνεπώς διαπιστώνουμε ότι το αίτημα δεν είναι ασύνδετο ή ξένο αλλά ότι εδράζεται σε διατάξεις των οποίων η επίκληση στη νομική βάση της αίτησης είναι απαραίτητη. Όπως αναφέρθηκε στην Petrolina (Holdings) Ltd v. Υπουργείου Οικονομικών κ.α., στην υπόθεση 772/09, ημερ. 22/6/2010: ″Καταληκτικά, παρατηρείται ότι η νομική βάση της ίδιας της αίτησης τροποποίησης που στηρίζεται στις Δ.25, Δ.48 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν είναι βέβαια ορθή, θα έπρεπε δε, όπως εξηγήθηκε και προηγουμένως, να μνημονευθεί ρητά ο Καν. 19 των Κανονισμών των 1962. Παρά ταύτα, στα πλαίσια της ελαστικότερης δικαιοδοσίας και με το δεδομένο ότι αυτό το οποίο ζητείται από τους Αιτητές είναι η τροποποίηση της προσφυγής τους, η λανθασμένη αυτή νομική βάση δεν θα πρέπει να καταστήσει θνησιγενές το αποτέλεσμα της″. Ως εκ τούτου, κρίνουμε ότι η αίτηση του Αιτητή δεν είναι νομικά αβάσιμη. Επίσης, σε σχέση με τον τύπο της αίτησης παρατηρούμε ότι ο Αιτητής αναγράφει στο Έντυπο Δ.Ε.Δ. 6 μετά τον Τύπο 6 - Ενδιάμεση Αίτηση (Δ.Κ. 13
(1)
(2). Σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2000 και συγκεκριμένα τον Κ.5 (v) τροποποιήθηκε ο Τύπος 6 - Ενδιάμεση Αίτηση, με τη διαγραφή του (Δ.Κ. 13
(1)
(2)) και την αντικατάσταση του με το (Δ.Κ. 12
(1)
(2)). Παρατηρούμε ότι στην υπό εξέταση αίτηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο
- Κοντολογίς σε σχέση με τον τύπο της αίτησης παρατηρούμε ότι ο Αιτητής ακολούθησε σωστά τον προβλεπόμενο στους Κανονισμούς Τύπο 6, πλην όμως δεν αναγράφεται στον τίτλο ο ισχύον Διαδικαστικός Κανονισμός ως έχει μετά την τροποποίηση του 2000, αλλά αυτός αναγράφεται στη νομική βάση. Κρίνουμε ότι η αίτηση είναι σύμφωνη με τον προβλεπόμενο στον Κανονισμό Τύπο
- Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση, το Δικαστήριο λόγω της μορφής και φύσης της παράλειψης θα ήταν διατεθειμένο, σε περίπτωση τέτοιων παρατυπιών, κατ΄ εφαρμογή της Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, αυτεπάγγελτα να παρέμβει και να εκδώσει προς τούτο σχετικό διάταγμα απαλλαγής από τις παρατυπίες. Υπό το σύνολο των περιστάσεων αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε σε υπερβολική ″τυπολατρία″ πέραν και έξω από το πνεύμα και γράμμα της εν λόγω διαταγής. Άλλωστε, το κριτήριο ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό μπορεί να αποτιμηθεί με βάση τα εκάστοτε γεγονότα και παραμέτρους, πάντοτε υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, συμφερόντων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στη Χαράλαμπος Μιχαήλ v. Νίκου Α. Ττουνιά
(2004)1 Α.Α.Δ. 113, στη σελ. 115. Ο τρίτος λόγος της ένστασης αναφέρει ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η δημιουργία νέου τίτλου με σκοπό την παράκαμψη της παραγραφής και ο τέταρτος λόγος αναφέρει ότι επιχειρείται ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων γιατί ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση εναντίον λανθασμένου ή/και ανύπαρκτου προσώπου όσον και των γενικών λόγων προς παράκαμψη της παραγραφής. Το άρθρο 10(Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου (Ν.8/67), το οποίο προστέθηκε με τον τροποποιητικό νόμο 169(Ι)/02, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 9/8/2002, προβλέπει τα ακόλουθα: ″10(Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποίαν ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαϊου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(11)του παρόντος άρθρου καθορισμένη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας″. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608, που αφορούσε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου παραπομπής και της έκθεσης απαίτησης, ο Δικαστής Καλλής αναφέρθηκε σε Αγγλική νομολογία η οποία πιστεύουμε είναι βοηθητική στη μόρφωση της δικής μας κρίσης επί του συγκεκριμένου σημείου. Θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε σε αυτούσια αναφορά του σκεπτικού της απόφασης αυτής (βλ. σελ. 1621-1629) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: ″Ο κανόνας περί ανατροπής της προθεσμίας είχε τεθεί για πρώτη φορά στην Weldon v. Neal [1887] 19 Q.B.D. 394[1] και έκτοτε υιοθετήθηκε επανειλημμένα (βλ. Mabro (πιο πάνω), Lucy v. Henleys Telegraphic Works [1969] 3 All E.R. 456 και Liff v. Peasley and Another [1980] 1 All E.R. 623). Πρέπει ωστόσο να λεχθεί ότι ο σχετικός κανόνας δεν έχει τύχει καθολικής αποδοχής από τους Άγγλους Δικαστές. Αμφισβητήθηκε έντονα από το Lord Denning M.R. στην απόφαση μειοψηφίας που έδωσε στην υπόθεση Lucy (πιο πάνω) σελ. 463, όπου τόνισε: ″Η υπόθεση Mabro ήταν απόφαση δύο Λόρδων Δικαστών και δεν δεσμεύει αυτό το Δικαστήριο. Αποφασίστηκε πριν από 37 χρόνια. Η πρακτική έχει έκτοτε μεταβληθεί σε μεγάλο βαθμό. Δεν είναι σωστό να λέγεται ότι ο εναγόμενος έχει ΄κεκτημένο δικαίωμα΄ να επωφελείται από τον περί Παραγραφής Νόμο. Ο νόμος δεν παρέχει οποιαδήποτε δικαιώματα στον εναγόμενο. Επιβάλλει μόνο προθεσμία στον ενάγοντα. Εφόσον καταχωρεί την αγωγή εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ή εντός οποιασδήποτε επιτρεπόμενης παράτασης της, τότε έστω και αν η αγωγή είναι πλημμελής κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει οποιεσδήποτε τροποποιήσεις οι οποίες επιτρέπονται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και απαιτούνται από την δικαιοσύνη της υπόθεσης˙ και εφόσον γίνει η τροποποίηση, το τροποποιηθέν κλητήριο ομιλεί από την ημερομηνία της αρχικής έκδοσης του και όχι από την ημερομηνία της τροποποίησης. Το ελάττωμα θεραπεύεται και η αγωγή καταχωρείται εμπρόθεσμα. Δεν παραγράφεται από το Νόμο. Αυτό φαίνεται από την τριλογία των υποθέσεων Pontin v. Wood [1962] 1 All E.R. 294, 297, Mitchell v. Harris Engineering Co. Ltd [1967] 2 Q.B. 703 και Chatsworth Investments Ltd v. Cussins (Contractors) Ltd [1969] 1 All E.R. 143″[2]. Στην The Puerto Acevedo [1978] 1 Lloyd΄s Rep. 38 το Αγγλικό Εφετείο με απόφαση του Lord Denning, M.R., επέτρεψε την προσθήκη εναγομένου μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Επρόκειτο για μονομερή διαδικασία. Το άφησε ανοικτό για τους νέους εναγομένους να εγείρουν το θέμα της προθεσμίας μετά την επίδοση της δικογραφίας. Ο Lord Denning, M.R. επανέλαβε τις θέσεις που είχε διατυπώσει στην υπόθεση Lucy (πιο πάνω) και πρόσθεσε: ″Η Δ.15 Θ.6 δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί στην προσθήκη εναγομένου. Εκείνη η διακριτική ευχέρεια επεκτείνεται και στην περίπτωση όπου από την πρώτη όψη του πράγματος η περίοδος παραγραφής εντός έτους δυνάμει των κανόνων της Χάγης έχει εκπνεύσει. Αν η δικαιοσύνη το απαιτεί ο πρόσθετος εναγόμενος μπορεί να συνενωθεί έστω και αν αυτό σημαίνει ότι θα στερηθεί της παραγραφής δυνάμει των Κανόνων της Χάγης. Θα επαναλάβω επί του προκειμένου αυτά που είπα στην Lucy v. Henley΄s [1970] 1 Q.B. 393 στις σελ. 404-405″[3]. Στην Mitchell v. Harris Engineering Co. Ltd [1967] 2 Q.B. 703, 718 ο Lord Denning, M.R. διατύπωσε την άποψη ότι ο περί Παραγραφής Νόμος δεν δίδει δικαιώματα στον εναγόμενο. Επιβάλλει προθεσμία στον ενάγοντα. Στην ίδια υπόθεση ο Russel L.J. ανέφερε - στη σελ. 721 - ότι ο κανόνας που αποκλείει την τροποποίηση είναι κανόνας πρακτικής και δεν έχει λεχθεί ποτέ ότι θα ήταν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιτραπεί η τροποποίηση[4]. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ο εναγόμενος δεν έχει απόλυτο δικαίωμα να εγείρει σε οποιοδήποτε στάδιο επιθυμεί την υπεράσπιση της παραγραφής και δεν υπάρχει κανόνας πρακτικής που επιτρέπει την έγερση της σχετικής υπεράσπισης με τροποποίηση στο τέλος της δίκης και ότι το όλο ζήτημα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σύμφωνα με τη δικαιοσύνη της υπόθεσης (Ketteman and Others v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38 (H.L.))[5]. Βλέπουμε, επομένως, ότι ο σχετικός κανόνας πρακτικής δεν είναι άκαμπτος και δεν έχει τύχει γενικής αποδοχής. Ωστόσο δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω η εμβέλεια του σχετικού κανόνα. Θα προσεγγίσουμε το θέμα από άλλη οπτική γωνία. Η υιοθέτηση τέτοιας πορείας καθίσταται επιτρεπτή από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω (βλ. σελ. 2-4). Στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 έχει διατυπωθεί η θέση ότι ο κανόνας της υπόθεσης Mabro (πιο πάνω) αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση ″σφάλματος περί το όνομα″ (misnomer). Έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση ″σφάλματος περί το όνομα″ (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία[6]. Θέτουμε επομένως το ερώτημα που τέθηκε στην Davies (πιο πάνω): ″Αποτελεί η περίπτωση αυτή διόρθωση ″σφάλματος περί το όνομα″ (misnomer);″ (″Is this the mere correction of a misnomer?″) Θα παραθέσουμε πρώτα τα γεγονότα της Davies (πιο πάνω): Στην υπόθεση εκείνη είχε εκδοθεί κλητήριο ένταλμα εναντίον των Elsby Brothers (a firm). Στη συνέχεια μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής το κλητήριο ένταλμα τροποποιήθηκε με τη διαγραφή του όρου (a firm) και την προσθήκη της λέξεις ″Ltd″. Η αγωγή αφορούσε δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί ο ενάγων ο οποίος ήταν υπάλληλος τόσο του οίκου Elsby Brothers όσο και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η οποία ενεγράφη μεταγενέστερα. Στο κλητήριο δεν αναφερόταν η ημερομηνία του δυστυχήματος και έτσι ήταν αδύνατο να διακριβωθεί από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει μια νομική οντότητα, τον οίκο, ή μια άλλη νομική οντότητα, την εταιρεία. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου αυτό ήταν μοιραίο για την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο. Ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τι θα συμπεράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676: ″In English law as a general principle the question is not what the writer of the document intended or meant, but what a reasonable man reading the document would understand it to mean; and that is the test which ought to be applied as a general rule in cases of misnomer - which may embrace a number of other situations apart from misnomer on a writ, for example mistake as to identity in the making of a contract. The test must be: How would a reasonable person receiving the document take it? If, in all the circumstances of the case and looking at the document as a whole, he would say to himself: ΄Of course it must mean me, but they have got my name wrong΄, then there is a case of mere misnomer. If, on the other hand, he would say: ΄I cannot tell from the document itself whether they mean me or not and I shall have to make inquires΄, then it seems to me that one is getting beyond the realm of misnomer.″ Σε μετάφραση: ″Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τι σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις ΄σφάλματος περί το όνομα΄ (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από ΄σφάλμα περί το όνομα΄ (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πώς θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πει στον εαυτό του: ΄Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα΄ τότε έχουμε την περίπτωση απλού ΄σφάλματος περί το όνομα΄ (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πει: ΄. από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα΄ τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του ΄σφάλματος περί το όνομα΄ (misnomer)″. Στη συνέχεια ο Lord Devlin ασχολήθηκε με τα γεγονότα της υπόθεσης. Λόγω της απουσίας της ημερομηνίας του επίδικου δυστυχήματος έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο για ένα αντικειμενικό άτομο να γνωρίζει ή να είναι βέβαιο από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει τον οίκο ή την εταιρεία. Έπρεπε να είχε κάμει έρευνες ως προς το πότε είχε λάβει χώρα το επίδικο δυστύχημα. Έκρινε, επομένως, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Στην Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 All E.R. 385 η ενάγουσα ήταν διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της. Τον Ιούνιο του 1984 ο σύζυγος της επισκέφθηκε τα υποστατικά ενός ταξιδιωτικού πράκτορα που εμπορευόταν με το όνομα ″Sterling Travel″ στην οδό Rubert, στο Λονδίνο. Αγόρασε αεροπορικά εισιτήρια για μια πτήση προς την Νέα Υόρκη της συζύγου του και των δύο παιδιών τους. Λόγω του θανάτου του η πτήση δεν πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1984. Η κόρη του επέστρεψε τα εισιτήρια στο ″Sterling Travel″ και πήρε διαβεβαιώσεις ότι θα τους επιστρεφόταν το αντίτιμο τους. Το ″Sterling Travel″ δεν ανταποκρίθηκε και έγιναν επανειλημμένες έρευνες και γράφτηκαν επιστολές από τους ενάγοντες και τον δικηγόρο τους. Στα αρχικά στάδια η ανταπόκριση στις επιστολές προς το ″Sterling Travel″ έγινε με μερικά τηλεφωνήματα. Επομένως οι επιστολές λήφθηκαν και δόθηκαν καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις. Ωστόσο δεν ικανοποιήθηκε η αξίωση της ενάγουσας. Στη συνέχεια το ″Sterling Travel″ μετακινήθηκε σε άλλη διεύθυνση. Την 4.6.1987 η ενάγουσα καταχώρισε αγωγή εναντίον του ″Sterling Travel (a firm)″ στην οδό Rupert. Το κλητήριο ταχυδρομήθηκε στην πιο πάνω οδό. Ο εναγόμενος δεν εμφανίσθηκε και εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του. Λήφθηκαν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης. Στις 24.8.1987 η εταιρεία Air Travel Services Ltd έστειλε τηλεμήνυμα στους δικηγόρους της ενάγουσας. Τους πληροφόρησε ότι μόλις είχαν λάβει το ένταλμα εκτέλεσης. Τους πληροφόρησε, επίσης, ότι δεν υπήρχε οίκος με το όνομα ″Sterling Travel″. Υπήρχε μια εταιρεία με το όνομα Atombrook Ltd η οποία ήταν συνδεδεμένη εταιρεία με την εταιρεία United Air Travel Services Ltd, και η Atombrook Ltd ήταν η ιδιοκτήτρια της ″Sterling Travel″. Σημειώθηκαν ανεπιτυχείς διαδικασίες εκτέλεσης γιατί ο επί της εκτέλεσης λειτουργός δεν μπορούσε να βρει οποιονδήποτε που εμπορευόταν με το όνομα ″Sterling Travel″ στην οδό Rupert. Στις 25.11.1987 ο εναγόμενος - η εταιρεία Atombrook Ltd - ζήτησε τον παραμερισμό της απόφασης γιατί είχε ληφθεί ″αντικανονικά″. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση με τον όρο να κατατεθεί στο Δικαστήριο το ποσό της απόφασης. Ο εναγόμενος εφεσίβαλε την απόφαση. Υπέβαλε, ανάμεσα σ΄ άλλα, ότι το κλητήριο είχε εκδοθεί εναντίον μη υφιστάμενου προσώπου εφόσον δεν υπήρχε οίκος με το όνομα ″Sterling Travel″. Το Εφετείο σημείωσε ότι αυτό ήταν παραδεκτό αλλά παραμένει ανοικτό το θέμα κατά πόσο επρόκειτο για διαδικασία που εκδόθηκε εναντίον κάποιου που ορθά μπορεί να περιγραφεί ως μη υφιστάμενος, ή απλώς εναντίον ενός εναγομένου του οποίου το όνομα έχει περιγραφεί λανθασμένα (″who has been misnamed or misdecribed″). Στη συνέχεια ο Kerr, L.J., παρέθεσε το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Devlin, L.J., στην Davies (πιο πάνω) και κατέληξε ως εξής: ″Of course, in the present case there was never the slightest doubt in the mind of the defendant that the plaintiff intended to sue it and that it was the person with whom this case was concerned. From start to finish it knew that perfectly well, and in my judgment it was taking steps throughout to avoid the pursuit of this claim against it. Undaunted, however, counsel for the defendant said that this still left it open for an objective person to have construed the writ in a different way. He was suggesting, though I find it impossible to follow the argument in full or to accept it, that an objective person, although knowing all the facts which the defendant knew, might still have thought that this plaintiff intended to sue a firm called Sterling Travel which might be an existing entity, or something of that kind. That is fanciful and I reject it. The matter is put beyond doubt by a further decision of this court in Whittam v. W J Daniel & Co Ltd [1961] 3 All E.R. 796, [1962] 1 QB 271. In that case a limited company was sued within the limitation period but without adding the word ″Limited″, and therefore appeared to have been sued in the name of a firm. The court allowed the word ″Limited″ to be added after the limitation period had expired, and distinguished Davies v. Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672, [1961] 1 WLR 170. Donovan LJ quoted the test of Devlin, LJ to which I have referred and said [1961] 3 All E.R. 796 at 799, [1962] 1 QB 271 at 277): ΄Applying that test, there could have been no doubt in the mind of the defendants when they got the writ that it was they whom the plaintiff intended to sue and that she had simply got the name wrong΄. Danckwerts LJ said that the case was plainly distinguishable from Davies v. Elsby Bros Ltd because: ΄. in the present case there is no other entity to which the description in the writ could be taken to refer΄. (See [1961] 3 All E.R. 796 at 802, [1962] 1 QB 271 at 282). He went on: ΄On the other hand, counsel for the defendant΄s argument is that it is a description which describes nothing and, therefore, is an action against nobody, and, therefore, it would be improper and against the rules to put in the defendants in place of a person which did not exist. I cannot accept that argument. It seems to me that this is a case in which the description could only refer to the defendants and would not be taken by any reasonable person to refer to anybody but the defendants΄. That authority applies precisely to the present case. ....................... I would dismiss this appeal″. Σε μετάφραση: ″Βέβαια στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Από την αρχή μέχρι το τέλος το γνώριζε πολύ καλά και κατά την κρίση μου λάμβανε συνέχεια μέτρα να αποφύγει την προώθηση αυτής της αξίωσης εναντίον του. Ωστόσο ο συνήγορος του εναγομένου ήταν απτόητος. Ανέφερε ότι αυτό το θέμα παρέμενε ανοικτό για ένα αντικειμενικό πρόσωπο να είχε ερμηνεύσει το κλητήριο με διαφορετικό τρόπο. Παρόλο ότι το βρίσκω αδύνατο να παρακολουθήσω την επιχειρηματολογία του πλήρως ή να την αποδεχθώ, πρότεινε ότι ένα αντικειμενικό πρόσωπο αν και γνώριζε όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος θα νόμιζε ότι αυτός ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει ένα οίκο που ονομάζεται Sterling Travel που μπορούσε να είναι μια υφιστάμενη οντότητα ή κάτι παρόμοιο με αυτό. Αυτό είναι παράδοξο και το απορρίπτω. Το θέμα αυτό έχει τεθεί πέρα από κάθε αμφιβολία από άλλη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στην Whittam v. W.J. Daniel & Co. Ltd
(1961)3 All E.R. 796
(1962)1 Q.B. 271. Σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον μιας εταιρείας περιορισμένη ευθύνης εντός της περιόδου της παραγραφής αλλά χωρίς την προσθήκη της λέξης ″Ltd″ και επομένως φαινόταν ότι καταχωρήθηκε αγωγή στο όνομα ενός οίκου. Το Δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη της λέξης ″Ltd″ μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής και διέκρινε την Davies v. Elsby Bros Ltd
(1960)3 All E.R. 672
(1961)W.L.R. 170. Ο Donovan L.J. αναφέρθηκε στο κριτήριο του Devlin L.J., στο οποίο έχω αναφερθεί, και είπε
(1961)3 All E.R. 796, 799,
(1962)1 Q.B. 271, 277: ΄Εφαρμόζοντας εκείνο το κριτήριο δεν μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό των εναγομένων όταν έλαβαν το κλητήριο ότι ήταν εκείνοι τους οποίους ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα λανθασμένα΄. Ο Danckwerts L.J. είπε ότι εκείνη η υπόθεση ήταν ξεκάθαρα διακριτέα από την Davies v. Elsby Bros Ltd γιατί: ΄. στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει άλλη οντότητα με την οποία η περιγραφή στο κλητήριο μπορούσε να εκληφθεί ότι αναφερόταν΄ (Βλ.
(1961)3 All E.R. 796, 802,
(1962)1 Q.B. 271, 282). Και συνέχισε: ΄Από την άλλη η επιχειρηματολογία του συνηγόρου των εναγομένων είναι ότι πρόκειται για περιγραφή που δεν περιγράφει τίποτε και, επομένως, πρόκειται για αγωγή εναντίον ουδενός και επομένως δεν θα ήταν σωστό και θα ήταν εναντίον των θεσμών να μπουν οι εναγόμενοι στη θέση προσώπου που δεν υφίσταται. Δεν δέχομαι αυτό το επιχείρημα. Μου φαίνεται ότι αυτή είναι υπόθεση στην οποία η περιγραφή μπορούσε μόνο να αναφέρεται στους εναγομένους και δεν μπορούσε να εκληφθεί από ένα λογικό πρόσωπο να αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο από τους εναγομένους΄. Εκείνη η αυθεντία εφαρμόζεται πλήρως στην παρούσα υπόθεση. .................. Θα απέρριπτα την έφεση″. ............″. Καθοδηγούμενοι από το σκεπτικό της απόφασης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς (πιο πάνω), παρατηρούμε ότι πρόθεση του Αιτητή ήταν να εναγάγει την οντότητα εκείνη με την οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε σχέση και ήταν υπεύθυνη για την καταβολή των επίδικων αξιώσεων του Αιτητή και που δεν είναι άλλη από το ″Ταμείο Προνοίας Προσωπικού της Εταιρείας Fairways (Limassol) Λτδ και Αδελφών Εταιρειών″. Έχουμε επίσης καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν είχαν ποτέ αμφιβολία ότι ήταν η οντότητα με την οποία σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Μία απλή ανάγνωση των δικογράφων προδιαγράφει, χωρίς αμφιβολία, ότι οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης θα αντιλαμβανόταν ότι η αξίωση του Αιτητή στρέφεται εναντίον εκείνης της οντότητας με την οποία κατέβαλε ή/και του καταβάλλοντο εισφορές της οποίας απλώς ο Αιτητής περιέγραψε λανθασμένα το όνομα της. Επομένως οι Καθ΄ ών η αίτηση στον τίτλο της Αίτησης δεν μπορεί να είναι άλλοι από το ″Ταμείο Προνοίας Προσωπικού της Εταιρείας Fairways (Limassol) Ltd και Αδελφών Εταιρειών″. Θεωρούμε λοιπόν ότι επρόκειτο σαφώς για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) και ότι η τροποποίηση του τίτλου διά της διορθώσεως του ονόματος μπορεί να λάβει χώραν ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η απόφαση που μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση Stavros Papaioannou Ltd v. Intermed Shipping S.R.L. κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 467, δεν μπορεί να μας καθοδηγήσει εφ΄ όσον εκείνη η περίπτωση αφορούσε προσθήκη τρίτου εναγομένου. Όπως αναφέρθηκε στην Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού v. Minas Makrides Developers Ltd κ.α., Π.Ε. 378/08, ημερ. 23/4/2011: ″Η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων″. Ούτε μπορεί να υπάρχει παραγραφή επειδή ο Αιτητής στους Γενικούς Λόγους της Αίτησής του αναγράφει κατά λάθος ή/και από τυπογραφικό λάθος ως ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών του και ημερομηνία της επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών του από την Εργοδότρια Εταιρεία την 31/3/2005 αντί την 31/3/
- Όσον αφορά στον πέμπτο λόγο ένστασης των Καθ΄ ών η αίτηση δεν βλέπουμε πως με την επιδιωκόμενη τροποποίηση οι Καθ΄ ών η αίτηση εμποδίζονται από το να προωθήσουν την υπεράσπιση τους εφ΄ όσον έχουν καταχωρήσει γενικούς λόγους στους οποίους πέραν της προδικαστικής ένστασης καταχωρούν υπεράσπιση. Περαιτέρω στον ίδιο λόγο γίνεται αναφορά σε μεγάλη καθυστέρηση εκ μέρους του Αιτητή ο οποίος, όπως αναφέρεται, εσκεμμένα παραλείπει να εξηγήσει το λόγο της καθυστέρησης. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρούμε ότι το αίτημα για τροποποίηση υπεβλήθη έντεκα μήνες μετά την καταχώρηση της αίτησης Εργατικής Διαφοράς και σχεδόν δέκα μήνες μετά την καταχώρηση εμφάνισης από τους Καθ΄ ών η αίτηση, δηλαδή καταχωρήθηκε με καθυστέρηση. Το γεγονός όμως αυτό δεν απαγορεύει την τροποποίηση. Καθυστέρηση υπήρξε και από πλευράς των Καθ΄ ών η αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση τροποποίησης μετά από οκτώ μήνες και εκπρόθεσμα αφού οι τελευταίες οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τις 15/11/2011 και αυτή καταχωρήθηκε στις 28/11/
- Είναι γνωστή η αρχή που έχει λεχθεί κατά κόρο σε υποθέσεις όπως την Ανδρέας Ευριπίδου κ.α. v. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 Α.Α.Δ. 542 με υιοθέτηση αποσπασμάτων από την γνωστή Αγγλική υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393, ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του αιτούμενου την τροποποίηση και από την άλλη ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. Ακόμα και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσω αιτήσεως τροποποίησης εφ΄ όσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράλειψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξαρχής στην αγωγή ή στην αίτηση. Αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1973 στα σχόλια της Αγγλικής Δ.20 Θ.5 σελ. 334. Περαιτέρω στην Πρακτική του 1958 στα σχόλια της Δ.28 Θ.1 σελ. 624, αναφέρεται ότι η εισαγωγή ακόμη και νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη την απόρριψη σχετικής αίτησης για τροποποίηση. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου v. Ανδρέα Αζά ως Διαχειριστή της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Στ. Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: ″Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια″. Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: ″Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα″. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο μέχρι και το τελικό της διαδικασίας αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Όπως έχει τεθεί από τον κ.Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην Σ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33: ″
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη″. Στην υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd. V. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 λέχθηκε ότι: ″Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου″. Είναι επίσης αποδεκτή η αρχή ότι πριν την έναρξη της ακρόασης της κυρίας δίκης άδεια για τροποποίηση δίδεται σχεδόν πάντοτε αλλά κατά την ακρόαση το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν έκδηλα φανερή από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. Στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδης Χριστοδούλου (πιο πάνω) εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουστεί επτά μάρτυρες. Δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή. Δεν θεωρούμε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με τόση καθυστέρηση που να δημιουργείται αυξημένη ανάγκη αιτιολόγησης της. Ούτε θεωρούμε ότι η καθυστέρηση είναι τέτοια που να εμποδίζει την τροποποίηση. Κρίνουμε ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ΄ ών η αίτηση. Στα πλαίσια επομένως άσκησης της διακριτικής μας ευχέρειας κρίνουμε δικαιολογημένο το αίτημα του Αιτητή. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 1 Α και Β της αίτησης. Η τροποποίηση να γίνει εντός 10 ημερών από σήμερα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ΄ ών η αίτηση και εναντίον του Αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και τα οποία θα είναι πληρωτέα με την αποπεράτωση της υπόθεσης. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Προσ. Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Ν. Θρασυβούλου, Μέλος. Γ. Χριστοδούλου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση). [1] ″If an amendment were allowed setting up a cause of action, which, if the writ were issued in respect thereof at the date of the amendment, would be barred by the Statute of Limitations, it would be allowing the plaintiff to take advantage of her former writ to defeat the statute and taking away an existing right from the defendant, a proceeding which, as a general rule, would be, in my opinion, improper and unjust″. [2] ″Mabro΄s case
(1932)1 K.B. 485 was a decision of two Lords Justices and is not binding on this court. It was 37 years ago. In that time the practice has changed a great deal. It is not correct to say that a defendant has a ″vested right″ to the benefit of the Statute of Limitation. The statute does not confer any right on the defendant. It only imposes a time limit on the plaintiff. So long as he brings an action within the prescribed time, or any permitted extension of it, then, even though it is defective in some way or other, the court can allow any amendments which the rules of court permit, and the justice of the case requires; and the amendment once made, the writ as amended speaks from the date on which it was originally issued and not from the date of the amendment. The defect is cured and the action is brought in time. It is not barred by the statute. That appears from the trilogy of cases: Pontin v. Wood
(1962)1 All E.R. 294, 297, Mitchell v. Harris Engineering Co. Ltd
(1967)2 Q.B. 703 και Chatsworth Investments Ltd v. Cussins (Contractors) Ltd
(1969)1 All E.R. 143″. [3] ″R.S.C., O.15, r.6, gives a wide discretion to the Court to add a defendant. That discretion extends to a case where on the face of it, the one year limitation under the Hague Rules has gone by. If justice requires it, the additional defendant can be joined, even though it does mean depriving him of the time bar under the Hague Rules. I would repeat in this regard what I said in Lucy v. Henley΄s
(1970)1 Q.B. 393 at pp 404-5″. [4] ″Various locutions were used in these cases, some expressly referring to practice others pointing (but not, I think, conclusively) in the direction of ″defeating″ the statute. See, for example, Greer L.J. and Scrutton L.J. respectively in Mabro v. Eagle Star & British Dominion Insurance Co. Ltd
(1932)1 K.B. 486, 487, 489. But I take these cases to have been decided on grounds of settled practice, albeit attributable to the parties΄ position vis-à-vis the Statute of Limitation. So far as I am aware, no judge said that it would be outside the jurisdiction of the court to allow the amendment in question: and if it were thought to be a question of substantive law, this would surely have been the immediate and short answer to the application to amend″. [5] ″However (Lord Keith and Lord Brandon dissenting), where a defendant decided not to plead a procedural bar, such as a limitation defence, before trial and fought the case on its merits it was not open to him to amend his defence during the final stages of the trial in order to plead the procedural defence when it had become apparent that he was likely to lose on the merits. Further more, there was a clear difference between amendments which sought to raise a new defence for the first time, and there was no rule of practice of invariably allowing a new defence to be raised by amendment at the end of the trial subject to the grant of an adjournment and the defendant playing costs thrown away. Instead, the matter was in the judge΄s discretion according to the justice of the case″. [6] ″In my opinion the addition of a defendant is governed by the same considerations as the addition of a plaintiff. Therefore the principle of Mabro΄s case prevents the amendment in this case if the amendment involves the addition of a party and not the mere correction of a misnomer. That principle also applies to the substitution of a party, since substitution involves the addition of a party in replacement of the party that is removed .... If however, the addition of the word ″Ltd″ is not the addition or substitution of a party but the mere correction of a misnomer, we can properly allow it, if the merits justify that course″. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο