← Κύπρος

Πανίκκου Γεωργίου ν. Καλλισθένη Ιωάννου Νικολάου κ.α., Αρ. Αίτησης: 320/09, 14/1/2013

Πανίκκου Γεωργίου ν. Καλλισθένη Ιωάννου Νικολάου κ.α., Αρ. Αίτησης: 320/09, 14/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2013:24 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Σ. Κωνσταντίνου ) Σ. Γεωργίου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 320/09 Μεταξύ: Πανίκκου Γεωργίου Αιτητή και

  1. Καλλισθένη Ιωάννου Νικολάου
  2. Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Χατζηκωστής. Για την Καθ΄ ής η αίτηση 1: Ο κ.Καλλής. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Αθανασιάδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από την Καθ' ής η αίτηση 1 αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου ή/και παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του και διαζευκτικά από τους Καθ' ών η αίτηση 2 (στο εξής "το Ταμείο") πληρωμή λόγω πλεονασμού, οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η υπηρεσία του στην Καθ' ής η αίτηση 1 ξεκίνησε την 1/4/
  4. Η Καθ' ής η αίτηση 1 αμφισβητεί την εναντίον της αξίωση ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησής του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος και έγινε αποκλειστικά για το λόγο ότι αυτός κατέστη πλεονάζον, ήτοι λόγω της μείωσης του όγκου εργασιών της επιχείρησής της. Αρχικά η Καθ' ής η αίτηση 1 με τους γενικούς της λόγους παραδέχτηκε ότι η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ξεκίνησε την 1/4/
  5. Την 6/2/2012 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης και την 29/2/2012 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Με τους τροποποιημένους γενικούς λόγους η Καθ' ής η αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ξεκίνησε την απασχόλησή του κοντά της την 1/6/2003 και ότι από την 1/4/1997 μέχρι και την 31/5/2003 ο Αιτητής ήταν υπάλληλος του προηγούμενου ιδιοκτήτη της επιχείρησης και ότι πρόκειται για δυο ξεχωριστές επιχειρήσεις που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Είναι η θέση του Ταμείου, όπως αυτή προσδιορίζεται στους γενικούς του λόγους ότι το αίτημα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε γιατί από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Ο εργοδότης δεν παρουσίασε στοιχεία για μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, απασχολούσε πέντε άτομα και ενώ απέλυσε τον Αιτητή προσέλαβε άλλους. Επίσης, τα καθήκοντα του Αιτητή δεν εξέλειπαν μετά την απόλυσή του αλλά αναλήφθηκαν από άλλους εργαζομένους. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου (Ν.24/67)(στο εξής "ο Νόμος"), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργαζόμενου σύμφωνα με το οποίο: "6
(1)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων". Δηλαδή, των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Εν προκειμένω, η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Από την άλλη ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος να αποδείξει την περίοδο απασχόλησης. Προς απόδειξη της θέσης της, η Καθ' ής η αίτηση 1 παρουσίασε τη μαρτυρία της ίδιας, του Γιαννάκη Ιωάννου και της δικηγόρου Μαρίας Γιατρού. Ενώπιόν μας κατέθεσε επίσης ο Αιτητής. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά περιορίστηκε στην αντεξέταση όλων των μαρτύρων, πλην της κας Γιατρού. Ενώπιον μας υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:
  1. Η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε την 31/8/2008 με επιστολή ημερομηνίας 1/8/2008 (Τεκμήριο 1). Οι λόγοι τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή παρατίθενται στην εν λόγω επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσιο: "Διά της παρούσης σας γνωρίζω ότι όπως γνωρίζεται οι εργασίες του γραφείου έχουν πέσει κατακόρυφα και μετά λύπης μου σας προειδοποιώ ότι από 1/8/08-31/8/08 τερματίζουν οι υπηρεσίες σας λόγω του ότι θα καταργήσω την θέση σας. Όλα τα δικαιώματα σας θα πληρωθούν ήτοι μισθός και αναλογία 13ου μισθού."
  2. Για σκοπούς του Νόμου ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν σε €256,
  3. Σύμφωνα με την Καθ' ής η αίτηση 1 η ίδια κατέχει από το 2002 άδεια ιδιωτικού γραφείου εξεύρεσης εργασίας και άδεια καλλιτεχνικού πράκτορα από το
  4. Πριν το 2003 δεν εργαζόταν αλλά βοηθούσε το σύζυγο της ο οποίος είχε άδεια καλλιτεχνικού πράκτορα. Όπως ανέφερε, συνεπεία αλλαγής της σχετικής νομοθεσίας από το 2008 άλλαξε η διαδικασία εργοδότησης καλλιτέχνιδων και πλέον οι κάτοχοι σχετικής άδειας δεν είχαν ανάμειξη αφού πλέον αρμόδια ήταν τα ίδια τα νυχτερινά κέντρα. Από το 2008 που έληξε η άδεια της βρισκόταν, όπως είπε, σε αβεβαιότητα γιατί δε γνώριζε αν τελικά θα ανανεωνόταν, κάτι που έγινε μετά από ένα με ενάμιση χρόνο. Το εν λόγω διάστημα παρόλο που οικονομικά καταστρεφόταν διατήρησε το γραφείο της αφού αρχικά είχε δουλειά με τις υφιστάμενες καλλιτέχνιδες, αλλά μετά δεν είχε καθόλου έσοδα. Απέλυσε τον Αιτητή αφού συζήτησε μαζί του την κατάσταση της δουλειάς την οποία και ο ίδιος έβλεπε. Δεν προσέλαβε άλλο γραφέα για ενάμιση χρόνο μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή αλλά προσέλαβε την 1/3/2008 τον Χρίστο Ιωάννου ως κλητήρα και κάποιο Πάτροκλο ως οδηγό. Παρουσίασε βεβαίωση από τους ελεγκτές της (Τεκμήριο 8) με το οποίο αναφέρονται οι πωλήσεις και οι αγορές της για τα έτη από 2008 μέχρι 2011 σε σχέση με τη φορολογική της δήλωση. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι ο Αιτητής εργαζόταν στον πρώην σύζυγό της πριν αυτή να τον προσλάβει με τα ίδια καθήκοντα. Με την έκδοση του διαζυγίου της ο πρώην σύζυγος της εγκαταστάθηκε σε άλλο γραφείο και συνέχισε εκεί την εργασία του, αφού της παραχώρησε το υποστατικό, αλλά ο Αιτητής αρνήθηκε να τον ακολουθήσει για το λόγο ότι δεν του είχε εμπιστοσύνη σε σχέση με την πληρωμή του μισθού του. Τους μισθούς του Αιτητή μέχρι την 31/5/2003 πλήρωνε ο πρώην σύζυγός της. Αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο του Αιτητή σε υπόδειξη ότι στους γενικούς λόγους εμφάνισής της αναφέρεται ότι υπήρχε επιχείρηση την οποία αρχικά κατείχε ο σύζυγός της ανέφερε ότι ουδέποτε υπήρξε επιχείρηση. Γνώριζε τον Αιτητή για 30 χρόνια δηλαδή από την ημέρα που τον εργοδότησε ο πρώην σύζυγός της. Όπως είπε η ίδια δεν προσέφερε υπηρεσίες στην επιχείρηση του συζύγου της αλλά έτυχε να βοηθά λόγω των γνώσεων της στη λογιστική. Αρνήθηκε ότι ήξερε τους υπαλλήλους του συζύγου της ενώ είπε ότι δεν θυμόταν ποιους προσέλαβε αυτή με τη λειτουργία του δικού της γραφείου. Το υποστατικό βρισκόταν στην οδό Κυριάκου Μάτση και αποτελείτο από τρία γραφεία και ένα καθιστικό καθώς και εξοπλισμό, ήτοι γραφεία, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φωτοτυπική, βιβλιοθήκη καθώς και κλιματισμό. Όταν αποχώρησε ο πρώην σύζυγός της ζήτησε η ίδια από την ιδιοκτήτη να ετοιμάσει επ' ονόματι της ενοικιαστήριο έγγραφο. Όλο τον εξοπλισμό μετέφερε ο σύζυγός της ενώ αυτή αγόρασε καινούριο και κατείχε σχετικές αποδείξεις. Η ίδια δεν γνώριζε το μισθό που έπαιρνε ο Αιτητής πριν. Με τον Αιτητή έκαναν προφορική συμφωνία για την εργοδότησή του ενώ δεν του έδωσε γραπτώς τους όρους εργοδότησης. Αρνήθηκε ότι ανέλαβε τις καλλιτέχνιδες που χειριζόταν ο σύζυγός της εφόσον η έκδοση αδειών ήταν ονομαστική στον κάθε καλλιτεχνικό πράκτορα. Κατά τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή απασχολούσε ακόμη δύο με τρία άτομα και χειριζόταν οκτώ περίπου καλλιτέχνιδες. Αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο του Ταμείου ανέφερε ότι το 2008 άρχισε η διαβούλευση μεταξύ του κλάδου της και του Υπουργείου Εσωτερικών με αποτέλεσμα η μέχρι τότε ευθύνη που είχαν οι καλλιτεχνικοί πράκτορες για εξεύρεση εργασίας των καλλιτέχνιδων μεταβιβάστηκε απευθείας στα ίδια τα νυχτερινά κέντρα με αποτέλεσμα η ίδια να χειρίζεται πλέον μόνο τις υφιστάμενες καλλιτέχνιδες, χωρίς να δικαιούται να φέρει νέες. Το Υπουργείο Εργασίας χρειάστηκε οκτώ με δέκα μήνες για να αποφασίσει αν θα ακυρώνονταν ή ανανεώνονταν οι υφιστάμενες άδειες, και η δική της, Τεκμήριο 6, τελικά ανανεώθηκε ως "γενική άδεια". Ανέφερε ότι προσέλαβε τον κ.Ιωάννου ως κλητήρα με μερική απασχόληση, ενώ είχε απολύσει μόνο τον Αιτητή εκείνη την περίοδο εφόσον μπορούσε η ίδια να διεκπεραίωνε τη δουλειά του και όχι αυτήν του κλητήρα ή του οδηγού. Τέλος, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι απέλυσε τον Αιτητή συνεπεία της οικονομικής κατάστασης του γραφείου της και της αβεβαιότητας σε σχέση με την ανανέωση ή μη της άδειάς της. Ο πρώην σύζυγος της Καθ' ής η αίτηση 1, κ.Γιαννάκης Ιωάννου, ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι μετά το χωρισμό του με την Καθ' ής η αίτηση 1 πήρε τον εξοπλισμό του γραφείου του και μεταφέρθηκε σε άλλο γραφείο αλλά συνέχισε να χειρίζεται τις άδειες των αλλοδαπών καλλιτέχνιδων που είχαν εκδοθεί επ' ονόματι του ιδίου και της εμπορικής επωνυμίας που διατηρούσε. Ανέφερε ότι από το 2008, με τη νέα νομοθεσία καταργήθηκαν οι άδειες καλλιτεχνικών πρακτόρων και την ευθύνη είχε πλέον ο ίδιος ο εργοδότης. Ο ίδιος διατήρησε την άδεια του μέχρι το 2009 οπόταν και δεν την ανανέωσε ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο του Αιτητή ανέφερε ότι γνώριζε τον Αιτητή από την εποχή που αυτός αποστρατεύτηκε αφού αμέσως μετά τον εργοδότησε. Χαρακτήρισε τον Αιτητή ως απαραίτητο για τον ίδιο από την αρχή μέχρι το τέλος της συνεργασίας τους. Γι' αυτό, είπε, ζήτησε από τον Αιτητή να τον ακολουθήσει και μάλιστα επιστράτευσε και τρίτο πρόσωπο για να τον πείσει αλλά ο Αιτητής αρνήθηκε να συνεχίσει να εργάζεται γι' αυτόν. Στο νέο του γραφείο συστεγαζόταν με άλλο συνάδελφό του και αν προέκυπτε ανάγκη χρησιμοποιούσε τους υπαλλήλους του συναδέλφου του. Σε ερώτηση γιατί δεν συνέχισε να εργοδοτεί και τους άλλους υπαλλήλους απάντησε ότι δεν θυμόταν ποιους υπαλλήλους εργοδοτούσε την περίοδο εκείνη. Σε ερώτηση αν κατέβαλε στον Αιτητή αναλογία 13ου μισθού όταν τον απέλυσε, απάντησε ότι αυτός δεν προέβηκε σε τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Σε σχέση με το πόσες ώρες η Καθ' ής η αίτηση 1 εργαζόταν στη δουλειά του ανέφερε ότι το ωράριο ήταν δική της επιλογή αλλά ερχόταν από μία εώς τρεις ώρες την ημέρα και ο λόγος που πήγαινε ήταν για να κλείσει τα λογιστικά βιβλία της εβδομάδας και να ελέγξει τα τουριστικά γραφεία. Μετά την απομάκρυνσή του δεν είχε επαφή με την Αιτήτρια και οι σχέσεις τους ήταν πολύ άσχημες. Αρνήθηκε να απαντήσει από πότε δεν ήταν καλές οι σχέσεις τους, πότε τερματίστηκε η συμβίωση και εάν είχε με την Καθ' ής η αίτηση 1 περιουσιακές διαφορές. Σε υποβολή ότι άφησε την επιχείρηση στην Καθ' ής η αίτηση 1 έπειτα από συμφωνία για τις περιουσιακές τους διαφορές απάντησε ότι δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στη συμφωνία την οποία κατέχει η δικηγόρος κα Γιατρού. Η κα Γιατρού ήταν η δικηγόρος της Καθ' ής η αίτηση 1 από το 1993 - 1994 και ήταν αυτή που ανέλαβε το διαζύγιο της Καθ' ής η αίτηση 1 με τον κ.Ιωάννου το οποίο εκδόθηκε στις 9/7/
  5. Καταθέτοντας, ανέφερε ότι τον Αιτητή τον γνώριζε γιατί όταν έπαιρνε τηλέφωνο στην επιχείρηση για να μιλήσει είτε στην Καθ' ής η αίτηση 1 είτε στον κ. Ιωάννου που ήταν πελάτης της, αυτός ήταν που απαντούσε το τηλέφωνο. Η Καθ' ής η αίτηση 1 άρχισε να λειτουργεί τη δική της επιχείρηση αρχές Ιουνίου του 2003 οπόταν και προσέλαβε τον Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν περιουσιακές διαφορές μεταξύ της Καθ' ής η αίτηση 1 και του Γιαννάκη Ιωάννου. Σε σχέση με την επιχείρηση του κ.Ιωάννου, ανέφερε ότι αυτός την συνέχισε κανονικά και η Καθ' ής η αίτηση 1 συνέχισε να πηγαίνει κάποιες ώρες με αποτέλεσμα να βρίσκονται και οι δύο στον ίδιο χώρο. Αυτό, συνέχισε, δημιουργούσε πρόβλημα και έτσι το Μάιο του 2003 αποφασίστηκε όπως αποχωρήσει ο κ.Ιωάννου παίρνοντας μαζί του και τον εξοπλισμό του. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι συμβούλευσε την Καθ' ής η αίτηση 1 να δηλώσει την εργοδότηση του Αιτητή στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και για εργατικά θέματα την παρέπεμπε σε άλλο δικηγόρο. Ο κ.Ιωάννου, όπως είπε η κα Γιατρού, μετέφερε τον εξοπλισμό του αλλού, χωρίς όμως η ίδια να πήγε εκεί για να το διαπιστώσει. Η Καθ' ής η αίτηση 1 υπέγραψε νέο ενοικιαστήριο έγγραφο. Δεν γνώριζε πόσες ώρες εργαζόταν στην επιχείρηση του κ. Ιωάννου η Καθ' ής η αίτηση 1 αλλά γνώριζε ότι μέχρι το 2003 η επιχείρηση ανήκε στον κ.Ιωάννου ο οποίος υπέγραφε ένορκες δηλώσεις για την επιχείρηση. Ο Αιτητής είπε ότι εργοδοτείτο από το 1997 ως γραμματέας στο γραφείο του κ. Ιωάννου, απελύθηκε το 1996 και επαναπροσλήφθηκε το
  6. Όπως είπε η Καθ' ής η αίτηση 1 ήτο η λογίστρια του γραφείου από το 1983 και εργαζόταν από το πρωί μέχρι το απόγευμα καθημερινά. Μετά το χωρισμό της Καθ' ής η αίτηση 1 και αφού είχε πλέον δική της άδεια ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται με την Καθ' ής η αίτηση 1 χωρίς να αλλάξει κάτι σε σχέση με τη δική του εργασία. Όπως είπε, παρέμειναν εκεί και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι ενώ στο χώρο δεν άλλαξε τίποτα. Ο κ.Ιωάννου δεν άνοιξε αμέσως δικό του γραφείο και τις καλλιτέχνιδες "διαχειριζόταν" όπως είπε η Καθ' ής η αίτηση 1 η οποία ανέλαβε τους πελάτες του κ.Ιωάννου δηλαδή τους ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων. Τα γνώριζε αυτά όπως είπε αφού ο ίδιος έκανε τα διάφορα έγγραφα, ενώ ο μισθός του δεν άλλαξε. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο της Καθ' ής η αίτηση 1 ανέφερε ότι τα πλείστα θέματα της εργασίας διαχειριζόταν η Καθ' ής η αίτηση 1 αφού ο κ.Ιωάννου αρκετές φορές δεν παρουσιαζόταν καν στη δουλειά. Μετά την αποχώρησή του επανέλαβε ότι ανέλαβε τη διαχείριση των καλλιτέχνιδων η Καθ' ής η αίτηση 1, καλλιτέχνιδες οι οποίες έφυγαν από την Κύπρο περί το τέλος του 2003 με αρχές του 2004, αλλά απάντησε ότι γι' αυτές ο μόνος που μπορούσε να υπογράφει ήταν ο κ.Ιωάννου και έτσι γινόταν. Αρνήθηκε ότι η Καθ' ής η αίτηση 1 του έδωσε αμέσως αύξηση. Σε άλλο στάδιο ανέφερε ότι όταν έφυγε ο κ.Ιωάννου οι εβδομαδιαίες απολαβές του ήτο £130 ενώ με την Καθ' ής η αίτηση 1, δηλαδή όταν έφυγε όπως είπε "εντελώς" ο κ.Ιωάννου, έγιναν αργότερα £
  7. Από το 2003 η Καθ' ής η αίτηση 1 άρχισε να χρησιμοποιεί τη δική της άδεια. Για τη διαχείριση των καλλιτέχνιδων που ήταν εγγεγραμμένες στον κ.Ιωάννου ο ίδιος δεν γνώριζε το όφελος που είχε η Καθ' ής η αίτηση 1 ούτε αυτό του κ.Ιωάννου ή κατά πόσο το μοιράζονταν. Ανέφερε ότι αν του γινόταν πρόταση από τον κ.Ιωάννου θα έμενε μαζί του γιατί αυτός είχε τις 150 άδειες. Ανέφερε ότι ο μέγιστος χρόνος που μπορούσε να παραμείνει μία καλλιτέχνιδα στην Κύπρο ήτο έξι μήνες και αν αυτή ήτο τραγουδίστρια εννέα μήνες. Οι άδειες του κ.Ιωάννου διαρκούσαν τρεις μήνες μετά την έκδοσή τους. Χαρακτήρισε την Καθ' ής η αίτηση 1 ως πολύ καλό άνθρωπο, ειλικρινή και έντιμη αλλά δεν ήταν αλήθεια τα όσα είπε για τη συνέχιση της εργοδότησής του. Επιβεβαίωσε δε τον ισχυρισμό της Καθ' ής η αίτηση 1 ότι απελύθηκε γιατί έπεσε κατακόρυφα η δουλειά στο 20% - 30%. Το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3, δηλαδή στην αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο για πληρωμή, ανέφερε ως ημερομηνία πρόσληψής του την 1/6/2003 αυτό έγινε μετά από συμβουλή του λογιστή της Καθ' ής η αίτηση 1, όμως συμφώνησε ότι αυτά που δήλωσε στο Τεκμήριο 3 είναι η αλήθεια. Τέλος αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από το Μάιο του 2008 διατηρεί καφετέρια στην Πλατεία Ηρώων αφού έβλεπε ότι οι δουλειές της Καθ' ής η αίτηση 1 δεν πήγαιναν καλά, αλλά και ως επένδυση για το γιο του. Όπως είπε συζήτησε με την Καθ' ής η αίτηση πριν να απολυθεί για τους λόγους απόλυσής του. Κατά την αντεξέτασή του από το δικηγόρο του Ταμείου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος εκτελεί μετά την απόλυσή του τα καθήκοντά του. Τη μείωση της δουλειάς αντιλήφθηκε ενάμιση χρόνο πριν την απόλυσή του. Η Καθ' ής η αίτηση 1 του έδωσε προειδοποίηση ένα μήνα. Ο ίδιος είπε ότι μπορούσε να κάμει οποιαδήποτε άλλη δουλειά στην επιχείρηση αλλά δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο, όταν η απασχόληση του τερματισθή: "(α) .... (β) .... (γ) ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) καταργήσεως τμημάτων. (iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v) ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών. (vi) σπάνεως μέσων παραγωγής. και (vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως". Στην προκειμένη περίπτωση το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η Καθ' ής η αίτηση 1 με την προσκομισθείσα ενώπιον μας μαρτυρία, κατάφερε να αποδείξει ότι η απόλυση του Αιτητή οφείλετο σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, δηλαδή λόγω μείωσης του όγκου των εργασιών της. Σημειώνουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υφίστανται πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου. Σύμφωνα με την επικρατούσα νομολογία, για να διαπιστωθεί η πραγματική μείωση του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος των εργασιών της επιχείρησης στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πριν την απόλυση. Το Δικαστήριο στηριζόμενο πάντοτε, όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, επί αντικειμενικών κριτηρίων, θα πρέπει να διαπιστώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης εάν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε βαθμό που λογικά να κρίνεται δικαιολογημένη η απόλυση λόγω πλεονασμού. Για τον προσδιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση Α. Ιάσωνος Λτδ v. Χρίστου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 703, σελ. 706: "Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρησης. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος «όγκος εργασίας» στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ)(vii) του Ν. 24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί)". Παρακολουθήσαμε με πολλή προσοχή και τους τέσσερις μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιόν μας. Αξιολογώντας το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό σε σχέση με τη μαρτυρία της Καθ' ής η αίτηση 1 παρατηρούμε ότι αυτή ανέφερε ότι ο κ. Ιωάννου, με την έκδοση του διαζυγίου τους, εγκαταστάθηκε σε άλλο γραφείο. Ανέφερε επίσης ότι μέχρι την 31/5/03 τους μισθούς του Αιτητή πλήρωνε ο κ.Ιωάννου. Όπως ανέφερε όμως η κα Γιατρού, η οποία ενεργούσε ως δικηγόρος της Καθ' ής η αίτηση 1 στα πλαίσια λύσης του γάμου της Καθ' ής η αίτηση 1, το διαζύγιο εκδόθηκε την 09/07/2001, δηλαδή περί τα δύο χρόνια πριν την περίοδο που η ίδια ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε εργασίες. Ανέφερε ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να ακολουθήσει το σύζυγό της γιατί δεν του είχε εμπιστοσύνη σε σχέση με την πληρωμή μισθού. Επίσης η Καθ' ής η αίτηση 1 ανέφερε ότι ενώ εξασφάλισε άδεια από το 2002 δεν την χρησιμοποίησε μέχρι το 2003 για το λόγο ότι βρισκόταν σε διαμάχη με το σύζυγό της για το διαζύγιό τους, κάτι που δεν μπορεί να ισχύει για το λόγο ότι, όπως αναφέρουμε πιο πάνω, το διαζύγιο είχε ήδη εκδοθεί από το 2001, δηλαδή πριν την εξασφάλιση άδειας από την Καθ' ής η αίτηση
  1. Ενώ ο κ.Ιωάννου ανέφερε ότι η Καθ' ής η αίτηση 1 πήγαινε στην επιχείρησή του καθημερινά μία με τρεις ώρες, η ίδια ανέφερε ότι "έτυχε" να βοηθήσει τον κ.Ιωάννου αρκετές φορές. Περαιτέρω, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της η Καθ' ής η αίτηση 1 ανέφερε ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να ακολουθήσει τον κ.Ιωάννου και της ζήτησε ο ίδιος αν μπορούσε να τον εργοδοτήσει, αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο του Αιτητή ανέφερε ότι ο Αιτητής ρωτήθηκε τι ήθελε ο ίδιος να κάμει και αυτός αποφάσισε να εργοδοτηθεί από την ίδια. Τέλος, παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 4, το ερωτηματολόγιο δηλαδή που απάντησε η Καθ' ής η αίτηση 1 προς το Ταμείο το Σεπτέμβρη του 2008 ανέφερε ότι δεν πρόκειτο να προσλάβει νέο προσωπικό ''επί του παρόντος'' ενώ λίγους μήνες μετά προέβηκε σε πρόσληψη οδηγού, όπως παραδέχθηκε αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο του Ταμείου. Διερωτόμαστε πως η Καθ' ής η αίτηση 1 λίγους μήνες μετά την απόλυση του Αιτητή και ενώ δεν κατείχε ισχύουσα άδεια, καταστρεφόταν οικονομικά και δεν είχε καθόλου δουλειά, χρειαζόταν να προσλάβει οδηγό, έστω και με μερική απασχόληση, αντί να αγοράζει υπηρεσίες για τυχόν μεμονωμένη ανάγκη όπως έκανε στο παρελθόν, για να μεταφέρει έγγραφα στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ή/και αλλού. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ενώ η Καθ' ής η αίτηση 1 ανέφερε ότι είχε στην κατοχή της αποδείξεις για τον νέο εξοπλισμό του γραφείου της καθώς και το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν τα παρουσίασε. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι η Καθ' ής η αίτηση 1 δεν θυμόταν ποιους απασχολούσε το 2003 ο κ.Γ. Ιωάννου, ούτε τους πρώτους υπαλλήλους της δικής της επιχείρησης. Περαιτέρω, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Ιωάννου παρατηρούμε ότι ενώ αρχικά είπε ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να τον ακολουθήσει γιατί δεν πίστευε ότι θα έμενε στο επάγγελμα, σε άλλο στάδιο είπε ότι πιθανόν να μην τον ακολούθησε για το λόγο ότι δε συμπαθούσε τον κουμπάρο του με τον οποίο συστεγάστηκε αρχικά, δύο δηλαδή εκδοχές διαφορετικές και αντίθετες με την εκδοχή της Καθ' ής η αίτηση 1 η οποία ανέφερε ότι ο λόγος που ο Αιτητής δεν ακολούθησε τον κ.Ιωάννου ήταν γιατί είχε αμφιβολίες για την καταβολή του μισθού του. Επιπλέον παρατηρούμε ότι, όπως ανέφερε, δεν θυμόταν ποιους υπάλληλους εργοδοτούσε όταν αποχώρησε από τα γραφεία στην οδό Κ. Μάτση, κάτι που δεν μπορούμε να πιστέψουμε. Αναφέρθηκε σε συμφωνία για περιουσιακές διαφορές με την Καθ' ής η αίτηση 1 στην οποία δεν αναφερόταν η επιχείρηση και την οποία όπως είπε κατείχε η κα Γιατρού, συμφωνία την οποία αρνήθηκε ότι υπάρχει η κα Γιατρού αφού όπως είπε ενώπιόν μας δεν υπήρξαν περιουσιακές διαφορές μεταξύ της Καθ' ής η αίτηση 1 και του κ.Ιωάννου. Περαιτέρω, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Ιωάννου παρατηρούμε ότι, ενώ ανέφερε ότι ο Αιτητής ήταν γι' αυτόν απαραίτητος από την αρχή της συνεργασίας τους μέχρι το τέλος, διαφάνηκε, τόσο από τη μαρτυρία του Αιτητή όσο και από το Τεκμήριο 10 ότι απέλυσε τον Αιτητή το 1996 και τον προσέλαβε περί τους 15 μήνες μετά. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Αιτητή, παρατηρούμε ότι αρνήθηκε την πρόσληψη του κ.Χρίστου Ιωάννου για τον οποίο δήλωσε ότι δεν εργαζόταν μαζί τους αλλά τους επισκεπτόταν και έπινε εκεί καφέ, πρόσληψη όμως που αποδεικνύεται με τη Βεβαίωση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συμφωνεί με όσα είπε η Καθ' ής η αίτηση 1 εκτός από αυτά που αφορούσαν το συνεχές της απασχόλησής του. Σε σχέση με το Τεκμήριο 5 παρατηρούμε ότι η Καθ' ής η αίτηση 1 μέχρι την 12/6/2008 διατηρούσε Άδεια Λειτουργίας Ιδιωτικού Γραφείου Εξεύρεσης Εργασίας και το είδος καθοριζόταν σε "Εξεύρεση Αλλοδαπών Καλλιτέχνιδων / Καλλιτέχνιδων για Απασχόληση στη Δημοκρατία". Ενώ από τις 24/11/2009 όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6 η άδεια της Καθ' ής η αίτηση 1 αφορούσε εξεύρεση εργασίας σε πολίτες της Δημοκρατίας και σε πολίτες των Κρατών / Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απασχόληση στη Δημοκρατία και εξεύρεση αλλοδαπών για απασχόληση στη Δημοκρατία. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8 παρατηρούμε ότι σε αυτό παρουσιάζονται οι πωλήσεις και έξοδα της Καθ' ής η αίτηση 1 για τα έτη 2008 εώς 2011 βάση των φορολογικών της δηλώσεων στο Φ.Π.Α. και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτό κανένα συμπέρασμα αναφορικά με τυχόν μείωση του κύκλου εργασιών της Καθ' ής η αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης του Αιτητή αλλά ούτε και ο συνήθης κύκλος εργασιών της Καθ' ής η αίτηση 1 για τα τελευταία χρόνια προ της απόλυσης του Αιτητή. Προκύπτει όμως το ερώτημα πως η Καθ' ής η αίτηση 1 απέλυσε τον Αιτητή ως πλεονάζον και κατάργησε τη θέση του γραφέα όπως αναφέρεται τόσο στο Τεκμήριο 1 όσο και στο Τεκμήριο 2 τον Αύγουστο του 2008 όταν οι πωλήσεις της για το έτος 2008 ανέρχοντο σε €39.050 ενώ, όπως η ίδια ανέφερε, προσέλαβε άλλο γραφέα ένα με ενάμισι χρόνο μετά την απόλυση του Αιτητή, περί το 2010 δηλαδή, όταν οι πωλήσεις της ανέρχοντο σε €4.331; Από το Τεκμήριο 9 διαφαίνεται ότι τόσο η Καθ' ής η αίτηση 1 όσο και ο πρώην σύζυγος της κατείχαν άδεια ως καλλιτεχνικοί πράκτορες. Όπως αναφέρεται στην Κώστας Χατζηχριστοφή v. Πιερή Γεωργίου κ.ά.
(2002)1Β ΑΑΔ 873 στη σελ. 881: "Όταν ο Νόμος αναφέρεται σε «περιορισμό του όγκου εργασίας» σαφώς εννοεί περιορισμό ή μείωση του όγκου εργασίας του συγκεκριμένου εργοδότη". Ως εκ των πιο πάνω, η Καθ' ής η αίτηση 1 πρέπει να αποδείξει ουσιαστική μείωση του όγκου εργασίας της ίδιας της επιχείρησης. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, το κρίσιμο ερώτημα είναι λοιπόν κατά πόσο η Καθ' ής η αίτηση 1 παρουσίασε πειστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν περιορισμό του όγκου εργασίας της. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρούμε ότι δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον μας οι λογαριασμοί ή οι φορολογικές δηλώσεις της Καθ' ής η αίτηση 1 ή άλλα συγκριτικά στοιχεία για τον ουσιώδη χρόνο. Όμως, όπως λέχθηκε στην Σωτήρης Α. Χρυσάνθου κ.ά. v. Petros Pitsillis (Glass Market) Ltd κ.ά.
(2001)1Α ΑΑΔ 383, στη σελ. 388: "Οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωσης του κύκλου εργασιών του ώστε να δικαιολογούν συμπέρασμα πλεονασμού, δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που να μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε περιορίζεται νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να τεκμηρίωνε πλεονασμό". Σχετική είναι και η απόφαση Ορθοδοξία Ζερταλλή v. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1Α ΑΑΔ 178, όπου λέχθηκαν στις σελ. 180 - 181 τα ακόλουθα: "Κατά τη βασική θέση της εφεσείουσας, έχουμε εν προκειμένω χειρισμό κατά τρόπο ακριβώς όμοιο με τον αποδοκιμασθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Σωτήρης Χρυσάνθου κ.ά. v. Petros Pitsillis (Glass Market) Ltd κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 383. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν ριζικά. Στην πιο πάνω, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε πως η προφορική μαρτυρία που είχε προσαχθεί ήταν «άνευ σημασίας» αφού δεν είχαν προσκομιστεί οι ισολογισμοί και τα άλλα λογιστικά στοιχεία αναφορικά με τον κύκλο εργασιών του εργοδότη. Ενώ, όπως εξηγήθηκε στην απόφαση που εξέδωσε ο Χατζηχαμπής Δ., όσο και αν τα στοιχεία που δεν προσκομίστηκαν «μπορεί να είναι σημαντικά», δεν είναι «τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που να μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε περιορίζεται νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να τεκμηρίωνε πλεονασμό». Οπότε, η μαρτυρία που είχε προσαχθεί, «ήταν μαρτυρία που θα έπρεπε να σταθμιστεί από το Δικαστήριο και όχι να αποκλειστεί a priori ως μη σχετική". Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην απόφαση Α/φοι Γαλαταριώτης Λτδ v. Παρασκευής Γρηγορά κ.ά.
(2001)1Γ ΑΑΔ 1985, όπου η εργοδότρια εταιρεία επικαλέστηκε τη συνεχιζόμενη κρίση στον τομέα του γενικού εμπορίου ως την αιτία απόλυσης της αιτήτριας. Στη σελ. 1990 λέχθηκε: "..η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μείωση του κύκλου εργασιών του καταστήματος, αιτία που δεν συνάδει με την πρόσληψη νέου υπαλλήλου". Στη συνέχεια στη σελ. 1992 λέχθηκε: "Το κρίσιμο ερώτημα ήταν λοιπόν, κατά πόσο υπήρξε περιορισμός του όγκου εργασίας των εφεσειόντων. Το Δικαστήριο, αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό, κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχαν ενώπιον του τέτοια στοιχεία, οικονομικά ή λογιστικά, που θα μπορούσαν όντως να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό για περιορισμό του όγκου των εργασιών της επιχείρησης των εφεσειόντων ή του τμήματος στο οποίο εργαζόταν η εφεσίβλητη. Και εφόσον δεν υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων δεν παρίστατο ανάγκη εξέτασης κατά πόσο η απόλυση της εφεσίβλητης οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις των εφεσειόντων. (Βλ. Murray v. Foyle Meats Ltd [1999] 3 All ER 769)". Σύμφωνα λοιπόν με την επικρατούσα νομολογία, για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργαζομένου στο βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή λογιστικά στοιχεία τα οποία θα αποκάλυπταν τη μείωση του όγκου εργασιών αφού η Βεβαίωση (Τεκμήριο 8) του ελεγκτικού γραφείου για τις πωλήσεις της Καθ' ής η αίτηση 1 αφορά τα έτη 2008 με 2011 και όχι τα προηγούμενα της απόλυσης του Αιτητή έτη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το συνήθη κύκλο εργασιών από το Τεκμήριο
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε η αναθεώρηση που έγινε στη νομοθεσία ή/και στην πολιτική που διέπει την είσοδο και απασχόληση αλλοδαπών καλλιτέχνιδων στη Δημοκρατία. Όμως, η Καθ' ής η αίτηση 1 δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει μείωση του όγκου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε παρουσίασε σε καμία περίπτωση τον συνήθη όγκο εργασιών της επιχείρησής της. Ενώ ανέφερε ότι κατά τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή κατείχε οκτώ άδειες αλλοδαπών καλλιτέχνιδων τις οποίες και "διαχειριζόταν", δεν ανέφερε πόσες άδειες κατείχε προηγουμένως. Αυτό, και σε συνδυασμό με τα όσα είπε ο Αιτητής αλλά και η ίδια, ότι δηλαδή η μείωση του όγκου της επιχείρησης της παρουσιάστηκε ένα με ενάμιση χρόνο πριν την απόλυση του Αιτητή, δεν μπορεί να αποτελεί στοιχείο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση από το Δικαστήριο για να εξαχθούν συμπεράσματα ότι υπήρξε μείωση του όγκου της επιχείρησης κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεπεία της αλλαγής στη νομοθεσία ή/και στη διαδικασία για είσοδο και εργοδότηση αλλοδαπών καλλιτέχνιδων. Η Καθ' ής η αίτηση 1 δεν προσέλαβε άλλο εργαζόμενο για να αναλάβει τα καθήκοντα της θέσης του Αιτητή παρά μόνο μετά την παρέλευση ενός με ενάμιση έτους από την απόλυση του Αιτητή. Τα καθήκοντα του Αιτητή εξακολουθούσαν να υφίστανται και μετά την απόλυσή του. Αυτά ανέλαβε η ίδια η Καθ' ής η αίτηση
  2. Η Καθ' ής η αίτηση 1 παραδέχθηκε ότι προσέλαβε υπάλληλους σε άλλες ειδικότητες, ήτοι οδηγό και κλητήρα. Το γεγονός ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προσέλαβε προσωπικό κάποιους μήνες πριν τερματιστούν οι υπηρεσίες του Αιτητή και κάποιους μήνες μετά, από μόνο του δεν αναιρεί τυχόν υπάρχον πλεονασμό αν και κατά μία άποψη ένας εργοδότης που απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασίας δεν δικαιολογείται να προβαίνει ταυτόχρονα σε νέες προσλήψεις. Διερωτόμαστε όμως, πως η Καθ' ής η αίτηση 1 είχε ανάγκη να προσλάβει δυο άτομα προσωπικό, έστω και με μερική απασχόληση, από τη στιγμή που, όπως η ίδια ανέφερε, κατά τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή απασχολούσε συνολικά δύο με τρία άτομα. Δηλαδή πριν τον εν λόγω τερματισμό, εκτός από τον Αιτητή, απασχολείτο ο κ.Χρ. Ιωάννου ο οποίος προσελήφθη την 1/3/2008, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7, και ίσως ακόμη ένα άτομο, ενώ μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, ήτοι περί τους τέσσερις μήνες μετά, και ενώ η ίδια η Καθ' ής η αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καθόλου δουλιά και καταστρεφόταν οικονομικά, εργοδοτήθηκε οδηγός με μερική απασχόληση. Και τις δύο αυτές εργασίες θα μπορούσε να διεκπεραίωνε ο Αιτητής, όπως ο ίδιος ανέφερε, χωρίς όμως να του έχει προταθεί αλλά και ήταν κάτι που δεν ήθελε. Υπό το φως επομένως όλων των ανωτέρω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας και έχοντας κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, ομόφωνα καταλήγουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν παρουσιαστεί πειστικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν περιορισμό του όγκου εργασιών. Τόσο η προφορική μαρτυρία όσο και τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της θέσης της Καθ' ής η αίτηση 1, δεν μπορούν βάσιμα να τεκμηριώσουν τον ισχυριζόμενο λόγο τερματισμού ήτοι πλεονασμό. Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Δικαστήριο αποφασίζει βάση των πραγματικών στοιχείων και γεγονότων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του και όχι βάση πιθανοτήτων και εικασιών. Περαιτέρω, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τις προσλήψεις που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο κατά πόσο αυτές αφορούσαν αντικατάσταση άλλων υπαλλήλων. Επομένως, με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία δεν διαπιστώνουμε να υπήρξε μείωση του όγκου εργασιών της Καθ' ής η αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή και υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού σύμφωνα με το άρθρο 18(γ)(vii) του Νόμου. Αναπόφευκτα καταλήγουμε ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν παράνομη και συνεπώς ο Αιτητής δικαιούται σε σχετική αποζημίωση. Του υπολογισμού του ποσού που δικαιούται ο Αιτητής προέχει ο υπολογισμός της περιόδου απασχολήσεως. Αρχίζοντας με τις αρχές που διέπουν το συγκεκριμένο υπό εξέταση ζήτημα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δικαιώματα και συμφέροντα των εργοδοτουμένων, σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής σχέσης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, έχει προστατεύσει από πολύ νωρίς ο Κύπριος νομοθέτης. Έτσι στο Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.203/90, καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της περιόδου απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και στο Μέρος ΙΙ καθορίζονται οι λόγοι κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησής του. Σε περίπτωση αλλαγής εργοδότη, στην επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Πίνακα αναφέρονται τα ακόλουθα: "
  3. Αι προηγούμεναι διατάξεις του παρόντος Πίνακος εφαρμόζονται μόνον εις απασχόλησιν παρά τω αυτώ εργοδότη: Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με τη παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχολήσεως στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη". Το άρθρο 20(γ) του Νόμου αναφέρει τα ακόλουθα: "20.(γ) Αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται 'συνδεδεμένες εταιρείες' αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας∙ ο όρος 'θυγατρική εταιρεία' έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 18 του περί Εταιρειών Νόμου". Να σημειώσουμε ότι η έννοια της "αλλαγής εργοδότου" όπως συναντάται στο άρθρο 20(β) του Νόμου, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται εντός των πλαισίων της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου. Με άλλα λόγια "αλλαγή εργοδότη" για τους σκοπούς του συγκεκριμένου άρθρου λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο "ως έχει". (Βλ. Γιαννούλα Τουμάζου κ.α. ν. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1078). Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας, τον οποίο διαμόρφωσε η νομολογία στηριζόμενη στο πιο πάνω νομοθέτημα, κατοχύρωσε ρητά ο νομοθέτης με τον Ν.104(Ι)/2000, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση (άρθρο 3
(1)). Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η Κυπριακή νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα, με τις Οδηγίες 77/187/ΕΟΚ και 98/50/ΕΚ. Ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε απλώς τις δύο προηγούμενες. Κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Ν.104(Ι)/2000, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις της Οδηγίας, ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων αυτών. Μεταξύ δε περισσότερων δυνατών ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο[1], (στο εξής "Ε.Δ."), "σκοπός της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει κατά το μέτρο του δυνατού τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία παρέχοντας τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που είχαν συνομολογήσει με τον μεταβιβάζονται". Σημειωτέον ότι ο κανόνας της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων διαμορφώθηκε κατ' απόκλιση της βασικής αρχής του συμβατικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία, για τη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης, όπως και κάθε συμβατικής σχέσης, απαιτείται συμφωνία όλων των μερών. Ο δικαιολογητικός λόγος έγκειται στη διαπίστωση ότι οι θέσεις εργασίας είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την επιχείρηση ή εγκατάσταση και δεν επηρεάζονται από την εναλλαγή στο πρόσωπο του φορέα της. Με τη μεταβίβαση επομένως μεταβιβάζονται συγχρόνως και οι υφιστάμενες θέσεις εργασίας στο νέο φορέα. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000 ". ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα".[2] Κατά το Ε.Δ.[3] για να θεωρηθεί ότι συντρέχει "μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης" κατά την έννοια της Οδηγίας και κατά συνέπεια του Ν.104(Ι)/2000, θα πρέπει η μεταβιβαζόμενη μονάδα να διατηρεί την ταυτότητα της και υπό το νέο φορέα της (εκδοχέα). Όπως επισημαίνει το Ε.Δ.[4], η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον σκοπό της Οδηγίας, στόχος της οποίας είναι η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης οικονομικής μονάδας, μιας μονάδας δηλαδή η οποία, ανεξάρτητα από τη μεταβολή του προσώπου που τη διευθύνει και ελέγχει, διατηρεί την ταυτότητά της. Η διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας είναι το αποφασιστικό κριτήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης. Η σχετική κρίση εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ), η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους (σήμα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.α.), η ανάληψη ή μη σημαντικού μέρους του προσωπικού από το νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση καθώς επίσης και η διάρκεια της τυχόν διακοπής των δραστηριοτήτων της. Τα στοιχεία αυτά, δεν πρέπει να εκτιμώνται μεμονωμένα. Η βαρύτητα των διαφόρων στοιχείων που πρέπει ο εθνικός δικαστής να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει αν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την οποία πρόκειται[5]. Η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκτίμηση ενός μόνον παράγοντα[6]. Η διατήρηση της ταυτότητας προϋποθέτει ότι οι μεταβιβαζόμενοι συντελεστές, και μετά τη μεταβίβαση, διατηρούν τον μεταξύ τους υφιστάμενο δεσμό από άποψη λειτουργίας και επιδιωκόμενου σκοπού, αφού ο δεσμός αυτός είναι εκείνος που επιτρέπει στο νέο επιχειρηματία να αξιοποιεί τους συντελεστές αυτούς για την άσκηση μιας συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας[7]. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία του Γιαννάκη Ιωάννου ή Γιαννάκη Αντωνίου την 1/4/
  1. Από την 1/6/2003 ο Αιτητής συνέχισε την απασχόλησή του στην Καθ' ής η αίτηση
  2. Σύμφωνα με κοινή αποδεχτή θέση, η επιχείρηση της Καθ' ής η αίτηση 1 στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου επί της οδού Κυριάκου Μάτση στη Λεμεσό. Ο Γιαννάκης Ιωάννου αποχώρησε από τα εν λόγω γραφεία το
  3. Όπως όλοι οι μάρτυρες ανέφεραν, η άδεια κάθε καλλιτέχνη / καλλιτέχνιδας αφορούσε ονομαστικά τον κάθε "καλλιτεχνικό πράκτορα" και δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί. Ούτε μπορούσε να μεταβιβαστεί ή αναληφθεί η ευθύνη αυτού προς στο Γραφείο Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η Καθ' ής η αίτηση 1 ξεκίνησε το 2003 να διατηρεί παρόμοιας φύσης επιχείρηση με τον Γιαννάκη Ιωάννου. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 9 και οι δύο ήταν ταυτόχρονα εγγεγραμμένοι καλλιτεχνικοί πράκτορες. Παρόλο που ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο κ.Γ. Ιωάννου δεν άνοιξε αμέσως γραφείο, αυτό δεν αποδείχτηκε. Ο ίδιος ο Αιτητής ανέφερε ότι ο κ.Ιωάννου κατά την αποχώρησή του από το εν λόγω γραφείο στην οδό Κ. Μάτση κατείχε επ' ονόματί του 150 άδειες αλλοδαπών καλλιτέχνιδων και γι αυτό, όπως είπε, θα τον ακολουθούσε αν του γινόταν σχετική πρόταση. Η κα Γιατρού ισχυρίστηκε ότι τόσο η Καθ' ής η Αίτηση 1 όσο και ο κ.Ιωάννου εργάζονταν για ένα διάστημα στον ίδιο χώρο, κάτι που όπως είπε δημιουργούσε προβλήματα. Αυτό συνάδει και με τα όσα είπε ο Αιτητής σε σχέση με τη συνεχή απουσία του κ.Γ. Ιωάννου το τελευταίο διάστημα που αυτός εργαζόταν στην οδό Κ. Μάτση και περί "οριστικής" τελικά αποχώρησής του. Η απασχόληση του Αιτητή στην Καθ' ής η αίτηση 1 άρχισε χωρίς καμία διακοπή από την εργασία του από τον Γιαννάκη Ιωάννου. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι όλος ο εξοπλισμός του Γιαννάκη Ιωάννου παρέμεινε στην Καθ' ής η αίτηση 1 όπως και όλοι οι υπάλληλοι, κάτι όμως που δεν κατάφερε να αποδείξει. Ο Αιτητής από την πρόσληψη του από τον Γιαννάκη Ιωάννου μέχρι την απόλυσή του από την Καθ' ής η αίτηση 1 εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα αλλά τελούσε υπό την επίβλεψη και οδηγίες του Γιαννάκη Ιωάννου αρχικά και από την 1/6/2003 τελούσε υπό την επίβλεψη και οδηγίες της Καθ' ής η αίτηση
  4. Ως εκ των πιο πάνω, η Καθ' ής η αίτηση 1 συνέχισε να ασκεί ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες με τον Γιαννάκη Ιωάννου, παραμένοντας στο ίδιο γραφείο στην οδό Κ. Μάτση, αλλά χωρίς να μπορεί να επωφεληθεί από τυχόν καλό όνομα και πελατεία του προκατόχου της, στοιχεία που όπως αναφέρουμε πιο πάνω, δεν ήταν μεταβιβάσιμα. Όπως αναφέρθηκε στην "Avgi" Yerolakkos Buses Co. Ltd v. Andriani Costa Psatha
(1971)1 C.L.R. 1, το γεγονός ότι ο εργοδοτούμενος παραμένει να εργάζεται στο ίδιο υποστατικό από μόνο του δε σημαίνει ταυτόχρονα ότι υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης. Σχετική αναφορά γίνεται στις σελίδες 12 και 13 στην Αγγλική υπόθεση Dallow Industrial Properties Ltd v. Else, Dallow Industrial Properties v. Curd I.T.R Vol. 2, 1966 - 67, p.304, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: "In order for employment to be continuous with different employers it was necessary for there to have been a transfer of a business, nor merely a change in ownership of an asset but the continua­tion of operations carried on by the trader. In this case only the premises were transferred, not a business or undertaking". Ο Αιτητής συνέχισε την ίδια εργασία αλλά υπό την καθοδήγηση νέου ατόμου, ήτοι της Καθ' ής η αίτηση
  1. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μπορούσε να παραμείνει η ίδια εφόσον για τη λειτουργία τέτοιας επιχείρησης, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η άδεια λειτουργίας η οποία χορηγείτο ονομαστικά. Εκδοθείσα άδεια για κάθε αλλοδαπό καλλιτέχνη δεν μπορούσε να "μεταβιβαστεί" σε οποιονδήποτε άλλο καλλιτεχνικό πράκτορα. Σημειώνουμε ότι οι άδειες για κάθε καλλιτέχνη διαρκούσαν από έξι εώς εννέα μήνες, ενώ από την έκδοσή τους ίσχυαν για τρεις μήνες. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι ο Αιτητής στο Τεκμήριο 3, στην αίτηση δηλαδή που υπέβαλε στο Ταμείο, σημείωσε ως ημερομηνία πρόσληψης του στην Καθ' ής η αίτηση 1 την 1/6/2003, κάτι με το οποίο συμφώνησε αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο της Καθ' ής η αίτηση 1 ότι ήτο πραγματικό γεγονός. Περιπλέον παρατηρούμε ότι στον Αιτητή δόθηκε προειδοποίηση τεσσάρων εβδομάδων μόνο. Δεν διαφάνηκε να υπήρξε συμβατικός δεσμός μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα αλλά ούτε και αποδείχθηκε τέτοια πρόθεση μεταξύ τους. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Λώρις Σαββίδης v. SSP Catering Cyprus Ltd κ.α., Π.Ε. 179/09, ημερ. 20/9/2012, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Στην παρούσα περίπτωση δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει σε οποιοδήποτε βαθμό το πρωτόδικο δικαστήριο η παντελής απουσία συμβατικού δεσμού μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα, στοιχείο το οποίο ναι μεν δεν είναι καθοριστικής σημασίας, πλην όμως συνιστά σοβαρή ένδειξη περί μη πραγματοποίησης μεταβίβασης εντός της εννοίας του προδιαγραφόμενου από τις πρόνοιες της Οδηγίας και του Νόμου, πλαισίου. Ούτε ο βαθμός σημασίας που η απουσία του εν λόγω στοιχείου ενέχει στην όλη υπόθεση, ούτε η έκταση του ρόλου που ο συγκεκριμένος παράγοντας, αποτιμούμενος ομού μετά των λοιπών σχετικών παραγόντων, διαδραματίζει στη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου, φαίνεται να έχει απασχολήσει το πρωτόδικο δικαστήριο. Αν μη τι άλλο, στην υπόθεση Suzen, από την οποία υπενθυμίζουμε το πρωτόδικο δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση, το γεγονός της απουσίας του συγκεκριμένου στοιχείου, αποτιμούμενο υπό το φως του συνόλου των στοιχείων, είχε καταλυτική για τη διαμόρφωση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου σημασία". Σε τελική ανάλυση συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει εντός των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/
  2. Ούτε θεωρούμε ότι με βάση το Νόμο 24/67, στον οποίο μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, η υπηρεσία του Αιτητή μπορεί να θεωρηθεί συνεχής με την προηγούμενη και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για να θεωρηθεί "αλλαγή εργοδότη". Θεωρούμε ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η υπηρεσία του στον Γιαννάκη Ιωάννου είναι συνδεδεμένη με την Καθ' ής η αίτηση 1 όπως ο Νόμος ορίζει (βλ. Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γεωργίας Ιωάννου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 228). Ούτε θεωρούμε ότι υπήρξε ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή από την Καθ' ής η αίτηση 1 για να μπορεί να θεωρηθεί συνεχής η απασχόληση του Αιτητή. Υπό το φως επομένως όλων των ανωτέρω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας και έχοντας κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, ομόφωνα κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου και ότι η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήτο από 1/6/2003 μέχρι 31/8/2008. Η αποζημίωση εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: "(α) Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου˙ (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου˙ (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου˙ (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου˙ (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου". Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Καθ' ής η αίτηση 1 για πέντε συναπτά έτη. Πριν την απόλυση του δημιούργησε δική του επιχείρηση ενώ όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 10 σε λιγότερο από τρεις μήνες από την απόλυση του εργοδοτήθηκε στην Λαϊκή Υπεραγορά Ορφανίδη Λτδ. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €2.691,99 που αντιστοιχεί με απολαβές 10½ εβδομάδων. Εκδίδεται επομένως, ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ής η αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €2.691,99 πλέον νόμιμο τόκο. Τέλος, υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ής η αίτηση 1 επιδικάζονται €1.100 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η Αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Σ. Κωνσταντίνου, Μέλος. Σ. Γεωργίου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Μείωση του κύκλου εργασιών, Συνεχές). [1] C-287/86 Ny Molle Kro
(1987)[2] Το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τον ορισμό της "οικονομικής μονάδας" για την οποία γίνεται λόγος στην απόφαση C-13/95 Suzen
(1997)και την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς. [3] C-24/85 Spijkers
(1986), 1119. C-29/91 Stichting
(1992), 3189. C-392/92 Schmidt
(1994), 1326. [4] C-51/00 Tempo Service Industries
(2002), 969 [5] C-287/86 Ny Molle Kro
(1987), 5479. C-13/95 Suzen
(1997), 1275. C-172/99 Oy LiiKenne (25.1.2001). C-51/00 Temco Service Industries
(2002), 969 [6] C-382/92 Schmidt
(1994)I-2461 [7] Βλ. Ε.Δ.2009 C-466/07 και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Mengozzi στην ίδια υπόθεση. Σύμφωνα με το Ε.Δ. η διατήρηση ακριβώς του οργανωτικού δεσμού που συνδέει το σύνολο των προσωπικών και περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν τη μονάδα είναι αυτό που επιτρέπει στο νέο φορέα την αξιοποίηση και εκμετάλλευση τους για τη συνέχιση της ίδιας ή όμοιας δραστηριότητας, έστω και αν ο νέος φορέας δεν διατηρεί την οργάνωση εργασίας του προηγούμενου αλλά εντάσσει τα στοιχεία αυτά σε μία διαφορετική οργανωτική δομή. Η διατήρηση της ταυτότητας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η μεταβιβαζόμενη μονάδα χάνει την οργανωτική αυτονομία της και οι συντελεστές που την συνθέτουν εντάσσονται από το νέο φορέα σε μία διαφορετική οργανωτική δομή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.