Παναγιώτη Παναγιώτου ν. THE REGIS MILK INDUSTRIES LTD, Αρ. Αίτησης: 211/09, 12/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2013:30 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Δ. Φλουρέντζου, Χρ. Αντωνιάδη, Μελών. Αρ. Αίτησης: 211/09 Μεταξύ: Παναγιώτη Παναγιώτου Αιτητή και THE REGIS MILK INDUSTRIES LTD Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 12 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Χατζηκωστής. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Η κα Καρή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αιτείται από τους Καθ' ών η αίτηση πληρωμή αντί προειδοποίηση, αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου ή/και παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του, οποιανδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, νόμιμους τόκους, έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Στους γενικούς λόγους της αίτησής του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 6/4/2009 και 13/4/2009 πρωτοστάτησε σε αποχή από την εργασία όλων των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας αφού δεν είχαν πληρωθεί όλοι οι υπάλληλοι τους δύο τελευταίους μισθούς τους καθώς και προσαύξηση από την 1/1/
- Για το λόγο αυτό ισχυρίζεται, η συμπεριφορά των Καθ' ών η αίτηση έναντί του έγινε εχθρική και εριστική και έσπευσαν να του επιδώσουν εγκύκλιο σε σχέση με τις υποχρεώσεις του προς την Εργοδότρια Εταιρεία. Ισχυρίζεται ότι στις δύο επιστολές που του δόθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία τον Απρίλη του 2009 προβάλλοντο αβάσιμοι ισχυρισμοί τους οποίους ο Αιτητής απορρίπτει ως υστερόβουλους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι λόγοι τερματισμού της απασχόλησής του που αναφέρονται στην επιστολή τερματισμού ήταν προσχηματικοί, αβάσιμοι, αναληθείς, ανυπόστατοι ή/και επιπόλαιοι και θεωρεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησής του ήταν μεθοδευμένος, προσχεδιασμένος, αδικαιολόγητος, παράνομος ή/και άδικος. Με τους γενικούς τους λόγους εμφάνισης οι Καθ' ών η αίτηση αρνούνται ή/και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Ισχυρίζονται ότι στις 6/4/2009 και 13/4/2009 όλο το προσωπικό απείχε χωρίς λόγο από την εργασία του παραβιάζοντας έτσι τον Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων αφού δεν εξαντλήθηκαν οι καθορισμένες διαδικασίες. Στις 20/6/2008 και στις 12/8/2008 η Εργοδότρια Εταιρεία του απέστειλε οδηγίες σε σχέση με τα καθήκοντά του και ισχυρίζεται ότι έδιδε και άλλες οδηγίες στον Αιτητή σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του λόγω της παράλειψής του να συμμορφωθεί με αυτά. Οι δύο επιστολές που στάληκαν τον Απρίλη του 2009 αφορούσαν προειδοποιήσεις προς τον Αιτητή αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής απολύθηκε με επιστολή ημερομηνίας 24/4/2009 για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή ήτοι για παράβαση κανονισμών και τη μη ορθή τήρηση των καθηκόντων του. Τέλος, οι Καθ' ών η αίτηση επιφυλάσσουν τυχόν δικαίωμά τους να αξιώσουν από τον Αιτητή €1.536, ποσό που ισχυρίζονται λανθασμένα του καταβλήθηκε και ζητούν απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, στο εξής ("ο Νόμος"): "3.-
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: ...". Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου: ". ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων", δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στην έγγραφο εμφάνισή της, ο άμεσος τερματισμός απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή δικαίωμα σε προειδοποίηση και αποζημίωση. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ.Τάκη Πρωτοπαπά, μετόχου και γενικού διευθυντή των Καθ' ών η αίτηση, του οικονομικού διευθυντή κ.Γιάννου Κνέκνα και της κας Λένας Πελίδου, υπεύθυνης του τμήματος προσωπικού, μετόχου και διευθύντριας. Ο Αιτητής για να υποστηρίξει το αίτημά του προσέφερε τη δική του μαρτυρία. Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: 1. Η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείτο μεταξύ άλλων με την παραγωγή και διανομή παγωτού και γιαουρτιού. 2. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 26/3/1996 και εργάστηκε μέχρι τις 24/4/2009 οπόταν και τερματίστηκε η απασχόλησή του άμεσα, χωρίς προειδοποίηση, με επιστολή ημερομηνίας 24/4/2009 (Τεκμήριο 7). Οι λόγοι τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή παρατίθενται στην εν λόγω επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσιο: "Ενώ είχες γραπτές οδηγίες και ενημέρωση από τις 13/4 και 14/4 με δύο επιστολές για τον χειρισμό του Χρ. Παύλου, χθές και σήμερα πήραμε φαξ στα οποία είδαμε ότι οι οδηγίες μας να μην δημιουργήσει ο Χρ. Παύλου άλλες εκκρεμότητες, καθόλου δεν ακολουθήθηκαν, αλλά αντίθετα τα εκκρεμή του τιμολόγια έφθασαν το υπέρογκο ποσό των €9,066.15. Στη συνέχεια ήρθαμε στη Λεμεσό για περαιτέρω έλεγχο και επαλήθευση των στοιχείων, όπου διαπιστώσαμε ότι όντως οι σαφείς οδηγίες μας και κανονισμοί σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων σου καθόλου δεν ακολουθούνται από εσένα. Προς μεγάλη μας έκπληξη δε, όταν σε ρωτήσαμε γιατί συνέχισες να δέχεσαι τα ανείσπρακτα τιμολόγια το Χρ. Παύλου παρά τις οδηγίες τις διεύθυνσης μας ενημέρωσες ότι δεν είχες υπόψη σου τίποτα γιατί δεν άνοιξες καν τις δύο επιστολές που σου είχαν αποσταλεί. Κατά την γνώμη μου αυτό είναι ακόμη χειρότερο από το απλώς να μην υπακούσεις τις εντολές τις διεύθυνσης. Η εταιρεία σου έδωσε πολλά περιθώρια και προειδοποιήσεις για να εκτελείς τα καθήκοντα σου σύμφωνα με τις οδηγίες της εταιρείας αλλά η παραγνώριση και η επαναλαμβανόμενη παράβαση των κανονισμών από μέρους σου, ως επίσης και ο τρόπος συμπεριφοράς σου προς τους αξιωματούχους της εταιρείας, με αναγκάζει να τερματίσω άμεσα την απασχόληση σου στην εταιρεία". 3. Κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή οι απολαβές του ανέρχονταν σε €465,37 εβδομαδιαίως. Καταθέτοντας ο κ.Πρωτοπαπάς ανέφερε ότι ο Αιτητής εργοδοτήθηκε αρχικά ως αποθηκάριος και μετά ως ταμίας στην επαρχία Λεμεσού. Τα καθήκοντα του Αιτητή ήταν να παραγγέλλει γιαούρτι σύμφωνα με τις παραγγελίες των πωλητών, παγωτό, να φυλάει τα εμπορεύματα στο ψυγείο, να φορτώνει τους πωλητές με τα εμπορεύματα που χρειάζονταν, να παραλαμβάνει τα επιστραφέντα προϊόντα και να κάνει εναλλαγή (rotation) των προϊόντων στην αποθήκη σύμφωνα με τις ημερομηνίες λήξεως. Από την 1/10/1998 ο Αιτητής ανέλαβε και καθήκοντα ταμία. Τα νέα του καθήκοντα ήταν να ελέγχει καθημερινά τους πωλητές, να παραλαμβάνει τις εισπράξεις του κάθε πωλητή, να αναφέρει τυχόν προβλήματα, να ελέγχει τον αριθμό εμπορευμάτων που έπαιρναν οι πωλητές καθώς επίσης τις πωλήσεις και τις επιστροφές, να προβαίνει σε απολογισμό με βάση τις πωλήσεις, εισπράξεις και έξοδα του πρατηρίου, να υποβάλλει σωστές παραγγελίες και να διαχειρίζεται σωστά τα εμπορεύματα. Ήταν η θέση του κ.Πρωτοπαπά ότι η εργασία του Αιτητή ήταν ικανοποιητική μέχρι τα τέλη του 2007 και κάποια μικροπροβλήματα που προέκυπταν επιλύονταν. Μετά το τέλος του 2007 διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής έκανε πολλά λάθη και δεν ακολουθούσε οδηγίες με αποτέλεσμα την αύξηση των εκκρεμοτήτων του. Στον Αιτητή, όπως και σε άλλους, γίνονταν σε τακτικά διαστήματα προφορικές και γραπτές συστάσεις. Σε σχέση με τα εκκρεμή τιμολόγια, ανέφερε ότι από τον Γενάρη μέχρι τον Απρίλη του 2009 είχαν δύο πωλητές με πέραν του 50% ανείσπρακτα τιμολόγια και γι' αυτή την κατάσταση ο Αιτητής αδιαφορούσε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι από τα μέσα του 2009 λάμβαναν αρνητικές αντιδράσεις από τον Αιτητή αφού αρνείτο να συνεργαστεί σε κάθε προσπάθεια για βελτίωση της "διαφάνειας" του Ταμείου και έτσι πολλά τιμολόγια πωλητών εξακολουθούσαν για μήνες να είναι απλήρωτα, δεν παρέδιδε μηνιαία καταγραφή του Ταμείου, δεν διαχειριζόταν σωστά τα αποθέματα και ιδιαίτερα το γιαούρτι που έχει σύντομη λήξη (αφού παράγγελλε περισσότερο με αποτέλεσμα να λήγει), κρατούσε ανεξαργύρωτες επιταγές για μεγάλο χρονικό διάστημα και είχε σε διάφορα σημεία των αποθηκών του τα ίδια εμπορεύματα με διαφορετικές ημερομηνίες λήξεως με αποτέλεσμα να δημιουργείται ακαταστασία. Προς αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης και επειδή οι πωλήσεις το 2009 χειροτέρεψαν στάληκαν δύο επιστολές στον Αιτητή ημερομηνίας 10/4/2009 και 14/4/2009. Επιπλέον, ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2009 ο Αιτητής μαζί με άλλους κατήλθε σε απεργία για το λόγο ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να πληρώσει μισθούς και προσαυξήσεις και ενώ ήταν σε διαπραγματεύσεις με τις συντεχνίες. Επίσης ενώ στις 13/4/2009 κατέληξαν σε διευθέτηση και ενώ οι υπάλληλοι ενημερώθηκαν, η απεργία συνεχίστηκε και οι υπάλληλοι ζητούσαν να λάβουν γραπτώς τη συμφωνία, κάτι που έγινε την 13/4/2009. Μετά τη λήξη της απεργίας ισχυρίστηκε ότι προέβαινε με τους συνεργάτες του σε διάφορους τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει ότι οι υπάλληλοι τηρούσαν τα καθήκοντά τους, ειδικά στη Λεμεσό. Την 24/4/2009 επισκέφθηκε το πρατήριο Λεμεσού με συνεργάτες του για να προβούν σε συνήθη έλεγχο κατά τον οποίο διαπίστωσαν τη συνέχιση των προβλημάτων. Ζήτησαν από τον Αιτητή να απαντήσει γιατί δεν ακολούθησε τις συστάσεις και οδηγίες τόσο του Επιθεωρητή όσο και των επιστολών ημερομηνίας 10/4/2009 και 14/4/2009 αλλά όπως είπε τόσο η συμπεριφορά του όσο και ο τρόπος του ήταν εντελώς απαράδεκτος και κρατούσε αρνητική στάση. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή ανέφερε ότι με την εν λόγω συνάντηση ξεκαθάρισε στο μυαλό του ότι ο Αιτητής δεν ήταν διατεθειμένος να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις τους και βλέποντας "τα χάλια" του Ταμείου και της αποθήκης αποφάσισε να τερματίσει άμεσα τις υπηρεσίες του με γραπτή επιστολή ημερομηνίας 24/4/2009. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Εργοδότρια Εταιρεία είχαν σχέση και με τις εκκρεμότητες στα Ταμεία των επαρχιών, ιδιαίτερα της Λεμεσού, αλλά και με το γεγονός ότι οι πελάτες καθυστερούσαν να πληρώσουν και οι πωλητές έπαιρναν ως "προσωπικά δάνεια" εισπραχθέντα λεφτά που δεν παρέδιδαν. Ανέφερε ότι ο Αιτητής, που ελέγχετο από το λογιστήριο, όφειλε να ελέγχει τους πωλητές. Ανέφερε ότι ο Αιτητής ενώ είχε οδηγίες να μην φορτώνει συγκεκριμένο πωλητή εάν ξαναπαρουσίαζε ανείσπρακτα τιμολόγια και να το αναφέρει αμέσως στη διεύθυνση, δεν το έκανε για έντεκα ημέρες. Τα ανείσπρακτα τιμολόγια του κ.Παύλου, είπε, αυξήθηκαν γιατί δεν του ασκούσε έλεγχο ο Αιτητής. Κληθείς να εξηγήσει τι ήταν τα "μηχανάκια" που κατείχαν οι πωλητές ανέφερε ότι αυτά ήτο το εργαλείο για να εκδοθεί τιμολόγιο κατά την ώρα της πώλησης. Χρησιμοποιούντο κατά τη φόρτωση προϊόντων στο αυτοκίνητο και στο τέλος κάθε μέρας για την ενημέρωση του λογισμικού συστήματος της Εταιρείας και μπορούσαν να τυπωθούν τα αποθέματα (stock) του κάθε πωλητή. Στο τέλος της ημέρας τυπώνονταν συνοπτικά οι πωλήσεις τοις μετρητοίς, οι πωλήσεις επί πιστώσει και οι επιστροφές και με βάση αυτή την κατάσταση ο πωλητής παρέδιδε λεφτά στον ταμία. Το μόνο που δεν μπορούσε να ελέγξει απευθείας το λογιστήριο από τα μηχανάκια ήταν το κατά πόσο εισπράχθηκαν τα τιμολόγια τοις μετρητοίς. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα σε σχέση με τις παραγγελίες παγωτού από τον Αιτητή, ο κ.Πρωτοπαπάς το αρνήθηκε αφού στις 24 Απριλίου του 2009 διαπίστωσε ότι διατηρείτο το ίδιο είδος παγωτού σε διαφορετικά σημεία στους θαλάμους με διαφορετικές ημερομηνίες λήξεως. Συμφώνησε ότι ο Αιτητής ήταν με άδεια από τις 12/1/2009 μέχρι την 27/2/2009 αλλά είπε ότι ο κ.Παύλου είχε ανείσπρακτα τιμολόγια στις 13/4/2009 για €4.500, ενώ στις 24/4/2009 έγιναν €9.000 παρόλο που ο Αιτητής είχε σαφείς οδηγίες να μην επιτρέπει στον κ.Παύλου να φορτώσει. Στις 24/4/2009 πήγε στη Λεμεσό για έλεγχο, είδε τον Αιτητή το απόγευμα και έμειναν μαζί μέχρι αργά το βράδυ, ενώ αποφάσισε να τον απολύσει στις 18:00 - 19:00 της ίδιας ημέρας. Με τη γραπτή του κατάθεση ο κ.Γιάννος Κνέκνας, Οικονομικός Διευθυντής των Καθ' ών η αίτηση από τον Απρίλιο του 2008, ανέφερε ότι με την ανάληψη των καθηκόντων του διαπίστωσε ότι ο Αιτητής έκανε πολλά λάθη και ότι δεν ακολουθούσε τις οδηγίες της Εργοδότριας Εταιρείας. Όπως εξήγησε υπήρχαν διαφορές στα αποθέματα των εμπορευμάτων, αδικαιολόγητα ψηλός αριθμός τιμολογίων που εκκρεμούσαν, ανεξαργύρωτες επιταγές καθώς επίσης δεν υποβάλλονταν σωστά οι παραγγελίες και δεν παρουσίαζε μηνιαία κατάσταση λογαριασμού του Ταμείου. Όπως ανέφερε, πέραν των συστάσεων των Επιθεωρητών και της Διευθύντριας Πωλήσεων έκανε και ο ίδιος προφορικές συστάσεις στον Αιτητή σε μία προσπάθεια βελτίωσης της αποδοτικότητάς του. Η αντίδραση του Αιτητή είπε, ήτο αρνητική και εξακολουθούσαν να υπάρχουν διαφορές στα αποθέματα των γιαουρτιών. Επιπλέον αναφέρθηκε σε ανεξαργύρωτες επιταγές και συγκεκριμένα σε αυτή που εξέδωσε ο πωλητής κ.Μαυροθαλασσίτης και στο ότι οι ταμίες δεν δικαιούνταν να παίρνουν από το ταμείο λεφτά ή να κατακρατούν λεφτά που εισπράχθηκαν. Σημείωσε ότι υπήρχαν πωλητές που έκλεβαν από το ταμείο λόγω μη ορθού ελέγχου από τον Αιτητή. Ο Αιτητής παρουσίαζε αραιά μία χειρόγραφη κατάσταση με εκκρεμή τιμολόγια στα οποία όμως δεν φαινόταν η συνολική μηνιαία κατάσταση του Ταμείου. Αφού διαπίστωσε τα πιο πάνω λάθη του Αιτητή ενημέρωσε τόσο τον κ.Πρωτοπαπά όσο και την κα Πελίδου η οποία του έστελνε συχνά επιστολές. Περαιτέρω ανέφερε ότι στις συναντήσεις που είχε με τον Αιτητή, όταν μετέβαινε για ελέγχους διαπίστωσε ότι η στάση του Αιτητή απέναντί του ήταν εχθρική και ειρωνική και αντιλήφθηκε ότι ο Αιτητής δεν επιθυμούσε τις εκεί επισκέψεις του. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή ανέφερε επίσης ότι ο Αιτητής ζητούσε να αφαιρεθούν τα ληγμένα γιαούρτια με διάφορα "τιμολόγια τοις μετρητοίς" όπως στις 3/7/2008 (Τεκμήριο 15) και ότι στη Λεμεσό είχαν το μεγαλύτερο πρόβλημα σε σχέση με άλλες επαρχίες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ταμίας και αποθηκάριος ήταν υπό την άμεση ευθύνη του και ότι σε περίπτωση προβλήματος με τον Αιτητή είχε την εξουσία να προβεί σε παρατήρηση. Ο Αιτητής είπε αντί να στέλνει τα γιαούρτια στη Λευκωσία για να καταστρέφονται έστελνε "τιμολόγια τοις μετρητοίς" και δεν έστελνε τα γιαούρτια όπως οι οδηγίες που στάλθηκαν στον Αιτητή τις οποίες όμως δεν είχε μαζί του. Παραδέχθηκε ότι το εν λόγω πρόβλημα το γνώριζε και η διεύθυνση στη Λευκωσία. Παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι τελικά μετά τον Ιούλιο του 2008 μειώθηκαν οι απώλειες του γιαουρτιού αλλά δεν θυμόταν τη συμβολή του Αιτητή, αλλά θυμόταν ότι τη μέρα που απολύθηκε ο Αιτητής είχε μειωθεί σημαντικά αυτή η απώλεια. Σε σχέση με την κατάσταση ταμείου και το νέο πρόγραμμα είπε ότι ο ίδιος εκπαίδευσε τον Αιτητή μία φορά αλλά λόγω της πολλής δουλειάς που είχε δεν μπορούσε να ασχοληθεί περαιτέρω. Παραδέχθηκε όμως ότι υπήρχε πλήρης ενημέρωση τέλος του 2008 και ότι καθημερινά λάμβανε η διεύθυνση όλες τις πληροφορίες που έστελνε ο Αιτητής από τα λεγόμενα μηχανάκια των πωλητών. Σε ερώτηση κατά πόσο απολύθηκε και ο ταμίας στη Λευκωσία εφόσον και εκεί υπήρχαν δύο πωλητές που εισέπρατταν τιμολόγια απάντησε αρνητικά. Δεν γνώριζε αν η Εργοδότρια Εταιρεία έχασε λεφτά αλλά ούτε λεπτομέρειες για την απεργία αφού ο ίδιος είχε άλλη δουλειά και για όσα ανέφερε στη γραπτή του κατάθεσή (Τεκμήριο 14) σε σχέση με αυτό το θέμα τα πληροφορήθηκε από τη διεύθυνση. Η κα Λένα Πελίδου, υπεύθυνη για τα οικονομικά θέματα των Καθ' ών η αίτηση αλλά και για τα τμήματα προσωπικού και προώθησης και πωλήσεων, κατάθεσε γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 21) με την οποία ανέφερε τα καθήκοντα του Αιτητή ακριβώς όπως αναφέρονται στη γραπτή κατάθεση του κ.Πρωτοπαπά. Ανέφερε ότι μέχρι το τέλος του 2006 η εργασία του Αιτητή ήταν ικανοποιητική και κάποια μικροπροβλήματα επιλύοντο με τους Επιθεωρητές. Αναφέρθηκε σε πολλά λάθη που έκανε ο Αιτητής και στο γεγονός ότι δεν ακολουθούσε οδηγίες αλλά και στις προφορικές συστάσεις που του γίνονταν από τους Επιθεωρητές και στις γραπτές που ετοίμασε η ίδια. Από τις αρχές του 2007 έπαιρναν αρνητικές αντιδράσεις σε κάθε προσπάθεια που γινόταν για βελτίωση της διαφάνειας του ταμείου της Λεμεσού. Για να αντιμετωπιστεί η εν λόγω κατάσταση και επειδή οι πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας χειροτέρεψαν, έστειλε η ίδια δύο επιστολές, ημερομηνίας 10/4/2009 (Τεκμήριο 5) και 14/4/2009 (Τεκμήριο 6) με τις οποίες προσπάθησε και γραπτώς να φέρει σε γνώση του Αιτητή τα διάφορα προβλήματα. Χαρακτήρισε την απεργία που έγινε στις 13/4/2009 αδικαιολόγητη αφού ήδη είχε επέλθει διευθέτηση. Μετά τη λήξη της απεργίας η Εργοδότρια Εταιρεία προέβαινε σε διάφορους τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει ότι οι υπάλληλοι τηρούσαν τα καθήκοντα και υποχρεώσεις τους ειδικότερα σε σχέση με το ταμείο Λεμεσού. Χαρακτήρισε τη στάση του Αιτητή κατά τη διάρκεια των απεργιών ως απαράδεκτη και με αυτή τους έδειξε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να βελτιώσει την απόδοσή του και να ακολουθεί τις οδηγίες της εταιρείας. Θεώρησε σημαντικό να τονίσει ότι ο Αιτητής υποκινούσε τους υπόλοιπους υπαλλήλους να κατέλθουν σε απεργία προκαλώντας όχι μόνο οικονομική ζημιά αλλά επίσης ρεζιλεύοντας την Εργοδότρια Εταιρεία αφού είχαν κλείσει τα κάγκελα και τοποθέτησαν πανό (Τεκμήριο 26). Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε σε πρόβλημα με πωλητή της Λεμεσού κατά τον Μάρτιο του 2007 στον οποίο απέστειλαν επιστολές (Τεκμήρια 22 και 24) τις οποίες έλαβε και ο Αιτητής. Σε σχέση με τη διαδικασία παραγγελίας γιαουρτιού ανέφερε ότι ο αποθηκάριος αφού έπαιρνε τις παραγγελίες των πωλητών έπρεπε να ελέγξει τα αποθέματα της αποθήκης του και μετά να τη διαφοροποιήσει ανάλογα, κάτι που δεν έκανε ο Αιτητής. Τα προβλήματα είπε, άρχισαν το 2007 αλλά εντάθηκαν το 2008 αφού τόσο οι συνθήκες της αγοράς όσο και οι πελάτες αλλάζουν. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι αντί να βελτιωθεί η κατάσταση με τα ανείσπρακτα τιμολόγια αυτά αυξήθηκαν από την 1/1/2009 εώς την 24/4/2009, περίοδο την οποία χαρακτήρισε ως "επίμαχη" αφού τότε κατέληξε η Εργοδότρια Εταιρεία να απολύσει τον Αιτητή. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι για αρκετά χρόνια το τμήμα πωλήσεων Λεμεσού ήταν υπό τον άμεσο έλεγχό της αλλά από το 2009 που ξεκίνησαν τα μεγάλα προβλήματα ανέλαβε και ο αδελφός της ο κ.Πρωτοπαπάς. Ανέφερε ότι η παραγωγή γιαουρτιού τερματίστηκε τον Δεκέμβρη του 2009 γιατί θεωρήθηκε ασύμφορη λόγω του ψηλού κόστους παραγωγής και των πολλών επιστροφών, ειδικά στη Λεμεσό. Σε σχέση με το Τεκμήριο 28 ανέφερε ότι όλο το προσωπικό απασχολείτο με εισπράξεις τους χειμερινούς μήνες και το γεγονός ότι ένα μήνα τα πράγματα ήταν καλύτερα αυτό δεν σήμαινε ότι όλα είχαν επιλυθεί. Είπε επίσης ότι τελικά η επιταγή του κ.Μαυροθαλασσίτη δεν εισπράχθηκε και παρέμεινε και άλλο έλλειμμα από αυτόν. Γενικά είπε όταν υπήρχαν ανείσπρακτα τιμολόγια τοις μετρητοίς ειδικά αν οι πωλητές τα εισέπρατταν αλλά δεν έδιναν τα λεφτά στην Εργοδότρια Εταιρεία τα λεφτά αυτά αποκόπτονταν από το μισθό τους. Όσον αφορά στην ακαταστασία στις αποθήκες ανέφερε ότι το πληροφορείτο από άλλους τις ημέρες που έκανε τις συστάσεις. Συμπέρανε ότι ο συντεχνιακός της Λεμεσού και ο Αιτητής ήταν που αποφάσισαν για την απεργία αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο Αιτητής απεργούσε όλη τη μέρα. Παρόλο που η ίδια δεν ήταν στη Λεμεσό, μπορούσε να επιβεβαιώσει από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ότι ούτε φορτώσεις έγιναν, ούτε πωλήσεις. Η απόλυση του Αιτητή, είπε, δεν είχε σχέση με την απεργία αλλά με τις παραλείψεις και τη συμπεριφορά του τα τελευταία τρία χρόνια. Ανέφερε ότι ο Αιτητής έτυχε να φύγει από το πρατήριο και να πάει σε γειτονικό καφενείο. Τέλος, κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι δεν θυμόταν που βρισκόταν την ημέρα που απολύθηκε ο Αιτητής. Σε ερώτηση αν ήταν ο αδελφός της που αποφάσισε για την απόλυση απάντησε ότι μπορεί να αποφάσισαν και μαζί. Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι αποφοίτησε από την Γ' τάξη γυμνασίου και όταν αρχικά προσλήφθηκε στους Καθ' ών η αίτηση ήταν ως βοηθός αποθηκάριος και αργότερα έγινε αποθηκάριος. Τον Οκτώβρη του 1998 αποδέχθηκε πρόταση να αναλάβει και καθήκοντα ταμία. Αρχικά υπήρχε κοπέλα που ασχολείτο με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ο Επιθεωρητής Λεμεσού ήταν ο προϊστάμενος των πωλητών της επαρχίας. Ενώ ο ίδιος έκανε εναλλαγή των προϊόντων λάμβανε προϊόντα με παλαιότερες ημερομηνίες από τη Λευκωσία. Απέστειλε δε επιστολή όταν του απέκοψαν λεφτά από το μισθό του. Ο ίδιος κατέγραφε, είπε, τις ποσότητες γιαουρτιού που υπήρχαν στο θάλαμο, έδειχνε τα αποθέματα στους πωλητές οι οποίοι βάση αυτών, ετοίμαζαν τις παραγγελίες της επόμενης εβδομάδας. Όπως είπε, το γιαούρτι πάντα είχε απώλειες και το απέδωσε αυτό στη σύντομη ημερομηνία λήξης του. Πέραν από αυτό, πρόσθεσε, οι Εταιρείες που παρήγαν γιαούρτι διπλασιάστηκαν και κάποιες έκαναν προσφορές όπως να αγοράζει κάποιος ένα και να παίρνει ακόμη ένα δωρεάν. Οι πωλητές είπε, έκαναν λάθη και δεν μπορούσαν να παραγγείλουν τη σωστή ποσότητα ειδικά κατά τη διάρκεια των γιορτών που άλλες εταιρείες είχαν προσφορά "ένα + ένα". Ο ίδιος δεν συμμετείχε σε κανένα σεμινάριο πλην ενός που αφορούσε το σύστημα HACCP, ενώ η σχέση του με τους διάφορους Επιθεωρητές Λεμεσού και τους Διευθυντές ήταν καλή. Κανένας αξιωματούχος δεν πήγε στη Λεμεσό πριν την ημέρα που απολύθηκε για να συζητήσουν για τυχόν προβλήματα, ενώ ουδέποτε οι λογιστές που έλεγχαν τα αποθέματα της αποθήκης του ανέφεραν ότι υπήρχαν εκκρεμότητες είτε στο ταμείο, είτε στα αποθέματα. Ανέφερε επίσης ότι την ημέρα που απολύθηκε φάνηκε στο ταμείο του έλλειμμα €80 γι' αυτό ζήτησε από το λογιστήριο να του επιβεβαιώσει αν τελικά υπήρχε έλλειμμα αλλά δεν έλαβε απάντηση. Αναφορικά με το θέμα της μηνιαίας κατάστασης ανέφερε ότι κάθε τέλος του μήνα έκλεινε το ταμείο και έγραφε όλα τα τιμολόγια που εκκρεμούσαν όπως και όλες τις επιταγές. Έστελνε τις επιταγές στην κα Κουτουρούσιη. Το νέο σύστημα του το έδειξε ο κ.Κνέκνας όταν πήγε στη Λεμεσό για έλεγχο και έκανε μία κατάσταση στον υπολογιστή σε πέντε λεπτά χωρίς όμως να του ξαναδείξει. Σε σχέση με την επιταγή του κ.Μαυροθαλασσίτη ανέφερε ότι την έστειλε στη Λευκωσία και επικοινώνησε με τον κ.Γιώργο Πρωτοπαπά, ιδρυτή των Καθ' ών η αίτηση. Όταν επέστρεψε από την άδειά του πήρε την επιταγή από τον νέο Επιθεωρητή και επικοινώνησε με τον κ.Μαυροθαλασσίτη ο οποίος του ανέφερε ότι μόλις του πληρωθούν οι καθυστερημένοι μισθοί του θα την ξοφλήσει. Αυτό ανέφερε στον κ.Γ. Πρωτοπαπά και έλαβε από αυτόν οδηγίες να την επιστρέψει στον εκδότη και η Εργοδότρια Εταιρεία θα απέκοπτε το ποσό από τον μισθό του. Οι οδηγίες της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με τα τιμολόγια επί πιστώσει ήταν να είναι πάντα υπογεγραμμένα γι' αυτό σε περίπτωση που οι πωλητές του τα έδιναν ανυπόγραφα τους τα επέστρεφε για να υπογραφούν. Περαιτέρω, ο Αιτητής είπε ότι όλοι οι πωλητές είχαν ανείσπρακτα τιμολόγια ιδιαίτερα στην αρχή της σεζόν, ήτοι τον Μάρτη και Απρίλη που έβαζαν τα ψυγεία. Ήταν σύνηθες είπε ο κάθε πελάτης να μην πληρώνει το πρώτο τιμολόγιο. Τα παλαιότερα χρόνια το πρόβλημα ήταν πιο μεγάλο αλλά λόγω της πίεσης που ασκούσε στους πωλητές τα πράγματα καλυτέρευσαν. Κατά τον Απρίλη του 2009 οι Καθ' ών η αίτηση όφειλαν στον Αιτητή τις αυξήσεις στο μισθό του για όλο το 2007 και 2008 και τους μισθούς του Φεβράρη και του Μάρτη καθώς επίσης και την αύξηση του 2009 που λήφθηκε μέσω των συντεχνιών. Λόγω του ότι παρόλες τις υποσχέσεις δεν καταβλήθηκαν τα πιο πάνω στους υπαλλήλους, έκαμαν στάση εργασίας από τις 8:00 μέχρι τις 13:00 στις 6/4/2009 στην παρουσία συντεχνιακού. Μετά τις 13:00 και αφού ο συντεχνιακός μίλησε με τον Επιθεωρητή Λεμεσού και τον κ.Ττίφα, Γενικό Διευθυντή Πωλήσεων, τους είπε να ξεκινήσουν να εργάζονται και ότι μέχρι το τέλος της τρέχουσας εβδομάδας θα πληρώνονταν. Τη Δευτέρα έκαναν δεύτερη στάση και την μέρα εκείνη απολύθηκε ο κ.Μαυροθαλασσίτης. Τα Τεκμήρια 5 και 6 του τα έδωσε ο Επιθεωρητής Λεμεσού σε κλειστό φάκελο στις 14/4/2009 ενώ εργαζόταν και τα τοποθέτησε σε χρηματοκιβώτιο για να τα πάρει όταν θα σχόλαζε σπίτι του. Όπως είπε, οι επόμενες τρεις ημέρες, δηλαδή από τη Μεγάλη Τετάρτη μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή ήταν εργάσιμες και είχαν πάρα πολλή δουλειά λόγω του Πάσχα. Ο Αιτητής ξαναπήγε δουλειά την Τετάρτη 22/4/2009 μετά το Πάσχα. Θεώρησε ότι θα τον επισκεπτόταν η κα Πελίδου και αν δεν το έκανε θα την έπαιρνε ο ίδιος τηλέφωνο την επόμενη εβδομάδα. Σε σχέση με τον τερματισμό των υπηρεσιών του είπε ότι την Παρασκευή μετά το Πάσχα, ήτοι στις 24/4/2009 και ώρα 15:00 που επέστρεψε από το διάλειμμα του, συνάντησε τον κ.Πρωτοπαπά, τον Επιθεωρητή Λεμεσού, τον κ.Γιαννηκούρη και τον κ.Ττίφα. Ο κ.Γιαννηκούρης τον ενημέρωσε ότι θα προέβαιναν σε έλεγχο αποθεμάτων της αποθήκης και όταν ολοκληρώθηκε η καταγραφή τον ενημέρωσαν ότι θα γίνετο καταμέτρηση του ταμείου. Η καταμέτρηση έγινε με τον κ.Κνέκνα ενώ οι άλλοι πήγαιναν έξω και συνομιλούσαν και όταν αυτή ολοκληρώθηκε έλαβε την επιστολή τερματισμού γύρω στις 18:00 - 19:00 χωρίς να συζητήσουν μαζί του και χωρίς να ενημερώσουν τη συντεχνία. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήτο 55 χρονών όταν απολύθηκε, στο σπίτι του έμεναν οι δύο ανύπαντροι γιοι του ενώ η γυναίκα του δεν εργαζόταν και πρόσεχε τα εγγονάκια τους. Η οικονομική του κατάσταση δεν ήταν καλή. Εργοδοτήθηκε ξανά ως πωλητής τον Μάρτη του 2010 με μηνιαίες απολαβές €1.400. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία γνώριζε για τα ανείσπρακτα τιμολόγια αφού ετοίμαζε τις μηνιαίες καταστάσεις που έδιναν στους πελάτες τους. Οι πωλήσεις του γιαουρτιού δεν εξαρτούνταν από τον ίδιο αφού αρμόδιοι ήταν οι πωλητές οι οποίοι και του έδιναν τις παραγγελίες τους και μερικές φορές ο ίδιος απέκοπτε κάποια κιβώτια από τις παραγγελίες, όπως είπε. Σε σχέση με το Τεκμήριο 16 ανέφερε ότι ήταν αναγκασμένος να ξεχρεώνει το γιαούρτι που επέστρεφαν οι πωλητές και έπρεπε να το στείλει στη Λευκωσία. Στις εν λόγω ποσότητες, πιθανόν, είπε να συμπεριλαμβάνεται και γιαούρτι που έπρεπε να αποσυρθεί από την αγορά. Σε υποβολή ότι υπήρχε ακαταστασία στο θάλαμο γιαουρτιών απάντησε ότι στο νέο πρατήριο ο θάλαμος ήταν αρκετά μεγάλος και μπορούσε να ελέγχει τα γιαούρτια. Τα περισσότερα τιμολόγια για επιστροφή γιαουρτιού ήταν υπογεγραμμένα και από το Διευθυντή Πωλήσεων Λεμεσού αφού έτσι ήταν η διαδικασία, αλλά υπήρχαν περιπτώσεις που αφού μιλούσε με τη Διεύθυνση και όταν τα γιαούρτια έληγαν σε λιγότερο από μία εβδομάδα τα έδιναν σε διάφορα ιδρύματα μετά από έγκριση του Διευθυντή. Συμφώνησε με υποβολή ότι όταν είχαν αυξημένα αποθέματα έπαιρνε έγκριση από το Διευθυντή Πωλήσεων Λεμεσού και τα πουλούσαν σε προσφορά "ένα + ένα". Σε ερώτηση σχετικά με το Τεκμήριο 5 στο οποίο αναγράφεται ότι στις 11/3/2009 επιχείρησε αυθαίρετα να ξαναξεχρεώσει την αποθήκη του, είπε ότι η παραγγελία γιαουρτιού έγινε όταν αυτός ήταν με άδεια και αφορούσε τον πωλητή και το Διευθυντή Λεμεσού εφόσον αυτός τα βρήκε στην αποθήκη του. Επίσης ανέφερε ότι τρεις πωλητές αποχώρησαν όταν τους αποκόπηκε ποσό γιατί δέχθηκαν δεύτερο τιμολόγιο χωρίς να εξοφληθεί το πρώτο γι' αυτό και οι Καθ' ών η αίτηση δεν απέκοψαν ξανά λεφτά από κανένα πωλητή. Συμφώνησε ότι η κα Πελίδου τον προειδοποίησε προφορικά για τα τιμολόγια και τους πωλητές και ο ίδιος μίλησε με τους πωλητές για να μην του παραδίδουν δεύτερο ανείσπρακτο τιμολόγιο. Σε σχέση με το έλλειμμα των €183,73 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 5 είπε ότι κατόπιν ελέγχου φάνηκε αυτό το έλλειμμα αλλά δεν ενημερώθηκε από τη Λευκωσία εάν πράγματι επρόκειτο περί ελλείμματος ή ήταν τυπογραφικό λάθος, παρόλο που ζήτησε διευκρινίσεις. Υπεύθυνοι για τα ανείσπρακτα τιμολόγια ήταν, πρώτα οι πωλητές και μετά ο Επιθεωρητής και διερωτήθηκε γιατί τα αναφέρει η Εργοδότρια Εταιρεία από τη στιγμή που εκκρεμούσαν τιμολόγια για δύο χρόνια και δεν αποκόπηκαν λεφτά από τους πωλητές στις 30 ημέρες από την έκδοση του κάθε τιμολογίου. Αναφέρθηκε αντεξεταζόμενος στο γεγονός ότι την άνοιξη του 2008 και για δύο μήνες πήγαινε δύο φορές την εβδομάδα στην Πάφο, μετά τις 17:00 που σχόλανε από τη Λεμεσό, για να διεκπεραιώνει τη δουλειά του ταμείου της Πάφου αφού ο ταμίας εκεί ασθενούσε. Έκανε την "κίνηση ταμείου" της Πάφου στο χέρι. Όπως είπε πήγαινε σπίτι του κατά τις 22:00 - 23:00 και το έκανε γιατί "πονούσε" την Εργοδότρια Εταιρεία και ήθελε να τη βοηθήσει σε μία δύσκολη στιγμή. Υποστήριξε ότι δεν υπήρχε άλλη ανείσπρακτη επιταγή πλην αυτής του κ.Μαυροθαλασσίτη. Σε υποβολή ότι η διεύθυνση μπορούσε να γνωρίζει τα πάντα για τη Λεμεσό αλλά όχι τις "πραγματικές εισπράξεις" αφού δεν φαίνονταν από τα μηχανάκια απάντησε ότι και αυτές τις γνώριζε αφού κάθε εβδομάδα έστελνε την κίνηση του ταμείου στο λογιστή από την οποία φαίνονταν οι καταθέσεις, οι επιταγές που εκκρεμούσαν και τα τιμολόγια των πωλητών. Επίσης είπε ότι λεφτά που παραλάμβανε τα κατέθετε και εν πάση περιπτώσει όλα φαίνονταν στις μηνιαίες καταγραφές. Αρνήθηκε ότι του έγιναν γραπτές ή/και προφορικές παρατηρήσεις από οποιοδήποτε Επιθεωρητή Λεμεσού. Τέλος, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την Παρασκευή μετά την πρώτη απεργία τους δόθηκαν επιταγές για το μισθό του Φεβράρη του 2009 και τους ζήτησαν να τις καταθέσουν αντί να τις εξαργυρώσουν, κάτι που θα καθυστερούσε ακόμη επτά ημέρες την πληρωμή τους. Γι' αυτό, είπε, και κατόπιν οδηγιών της συντεχνίας ξαναέκαναν απεργία τη Δευτέρα. Συμφώνησε ότι γίνονταν συνομιλίες με τη συντεχνία αλλά όπως είπε αυτές αφορούσαν τις μισθολογικές αυξήσεις και τις συμβάσεις και όχι τους καθυστερημένους μισθούς. Το ουσιαστικό ζήτημα που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι οι λόγοι του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και αν αυτοί δικαιολογούν τερματισμό ή εάν δίνουν στον Αιτητή δικαίωμα για καταβολή αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Καθ' ών η αίτηση όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Οι Καθ' ών η αίτηση για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν νόμιμη ισχυρίστηκαν ότι ο Αιτητής παραβίαζε τους κανονισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν εκτελούσε ορθά τα καθήκοντά του, ήτοι ο Αιτητής:
- i)Δεν υπέβαλλε σωστές παραγγελίες, δεν διαχειριζόταν σωστά τα αυξημένα αποθέματα και ξεχρέωνε με λανθασμένο τρόπο τα γιαούρτια.
- ii)Δεν παρέδιδε μηνιαία καταγραφή του ταμείου του. iii) Παραλάμβανε ανεξαργύρωτες επιταγές.
- iv)Υπήρχε μεγάλος αριθμός ανείσπρακτων τιμολογίων.
- v)Διατηρούσε ασυγύριστους τους θαλάμους.
- vi)Εγκατέλειπε το χώρο εργασίας και δεν είχε καλό τρόπο συμπεριφοράς. Θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε τους πιο πάνω ισχυρισμούς αξιολογώντας ταυτόχρονα και τη σχετική μαρτυρία. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλλε σωστές παραγγελίες γιαουρτιού και γι' αυτό η Εργοδότρια Εταιρεία υφίστατο απώλειες, παρατηρούμε τα εξής: Ο κ.Πρωτοπαπάς κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Αιτητής όφειλε να παραγγέλλει γιαούρτι σύμφωνα με τις παραγγελίες των πωλητών, ενώ αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Αιτητής έπρεπε να προσαρμόζει την παραγγελία με τυχόν παραγγελίες από ξενοδοχεία ή "προωθητικές" όπως τις χαρακτήρισε ενέργειες. Από την άλλη, η κα Πελίδου ανέφερε ότι ο Αιτητής έπρεπε να ελέγχει τα αποθέματα γιαουρτιού της αποθήκης και να διαφοροποιεί την παραγγελία. Ανέφερε όμως αργότερα ότι περί το τέλος του 2009 τερματίστηκε η παραγγελία γιαουρτιού γιατί κρίθηκε από τους Καθ' ών η αίτηση ασύμφορη επειδή το κόστος παραγωγής ήταν μεγάλο και ταυτόχρονα υπήρχαν πολλές επιστροφές γιαουρτιών, δηλαδή πολλά γιαούρτια δεν πωλούντο, ειδικά στη Λεμεσό. Εάν αυτό ίσχυε και εάν η Λεμεσός όντως συνέβαλε στο να τερματιστεί η παραγωγή γιαουρτιού υπαίτιος για την ασύμφορη παραγωγή δεν μπορεί να είναι ο Αιτητής που εργάστηκε λιγότερο από δύο μήνες το 2009. Εξάγεται εύλογα το συμπέρασμα ότι με την αποχώρηση του Αιτητή και με την ανάληψη των καθηκόντων του από άλλο υπάλληλο η κατάσταση δεν καλυτέρευσε. Από την άλλη ο κ.Κνέκνας αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι για τυχόν λάθος προβλέψεις για πώληση γιαουρτιού από τους πωλητές δεν ευθυνόταν απόλυτα ο Αιτητής. Κάτι ανάλογο ανέφερε αντεξεταζόμενη και η κα Πελίδου. Σε σχέση με τις παραγγελίες γιαουρτιών ο κ.Κνέκνας είπε ότι ο Αιτητής ήταν "δέκτης" αφού τις παραγγελίες τις έβαζαν οι πωλητές. Ο ίδιος όπως είπε διαπίστωσε το πρόβλημα με το γιαούρτι στις 3/7/2008 που εκδόθηκε το Τεκμήριο 15. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι απώλειες των γιαουρτιών μειώθηκαν μετά το καλοκαίρι του 2008, κάτι που όπως είπε φαίνεται καθαρά στο Τεκμήριο 16 και μέχρι την απόλυση του Αιτητή αυτή η απώλεια είχε μειωθεί σημαντικά. Επιπλέον, όπως είπε υπήρχε υπεύθυνος logistics ο οποίος είδε το θέμα και μείωσε τις παραγγελίες. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι οι Καθ' ών η αίτηση με την επιστολή τους ημερομηνίας 6/8/2008, Τεκμήριο 3, πληροφορούσαν τον Αιτητή ότι οι αποθηκάριοι φέρουν την ευθύνη για να πουληθούν τα προϊόντα που φθάνουν στην αποθήκη τους και τους έδιναν οδηγίες να μην παραγγέλνουν αυξημένες ποσότητες και ότι τυχόν αυξημένα αποθέματα να διατίθενται σε ειδική τιμή ή με προσφορές, κατόπιν έγκρισης του Διευθυντή Πωλήσεων. Γινόταν αναφορά στο ότι αντί των πιο πάνω αυτοί ανεύθυνα διαχειρίζονταν τα αποθέματα από μόνοι τους με αποτέλεσμα να ζημιώνει η Εργοδότρια Εταιρεία. Όπως είναι εμφανές για το συγκεκριμένο θέμα η αναφορά ήταν στον πληθυντικό, δηλαδή δεν αφορούσε μόνο στον Αιτητή. Στη συνέχεια απευθύνοντο τόσο στον Αιτητή όσο και σε πωλητή και για τελευταία φορά τους προειδοποιούσαν γι' αυτό το θέμα και τους ενημέρωναν πως εάν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση θα επιβαρύνονταν αυτοί με τα ληγμένα. Δηλαδή η συνέπεια που προειδοποιείτο ο Αιτητής για το θέμα αυτό ήταν η επιβάρυνση τόσο του ιδίου όσο του πωλητή με τυχόν απώλειες. Περαιτέρω, δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται ότι ο Αιτητής τελικά επιβαρύνθηκε για τέτοια απώλεια ούτε και εν πάση περιπτώσει οι Καθ' ών η αίτηση ισχυρίστηκαν κάτι ανάλογο. Τέλος, σε σχέση με αυτή την επιστολή παρατηρούμε ότι αυτή δεν είναι υπογεγραμμένη από τον κ.Κνέκνα και κοινοποιήθηκε στο Διευθυντή Πωλήσεων αλλά και σε Επιθεωρητές. Δηλαδή δεν κοινοποιήθηκε μόνο στον Επιθεωρητή Λεμεσού, κάτι που υποδεικνύει ότι πιθανόν να αφορούσε και άλλες πόλεις. Αυτό ενισχύεται και από την αναφορά σε πληθυντικό. Στις "Οδηγίες για Ταμίες" που δόθηκαν στις 12/8/2008, Τεκμήριο 4, δεν γίνεται καμία αναφορά για το θέμα των παραγγελιών και της διαχείρισης αυξημένων αποθεμάτων. Στην επιστολή ημερ. 10/4/2009, Τεκμήριο 5, γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 3 και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι προειδοποιήθηκαν οκτώ μήνες προηγουμένως για τη σωστή διαχείριση αποθεμάτων και για σωστές παραγγελίες για να μην ζημιώνει η Εταιρεία και παρατηρείτο ο Αιτητής για τη "ξεχρέωση" προϊόντων στις 11/3/2009. Όμως, είναι παραδεκτό ότι ο Αιτητής απουσίαζε από την εργασία του μέχρι τις αρχές Μαρτίου του 2009 και δεν μπορεί να είχε ευθύνη για γιαούρτια που προφανώς παραγγέλθηκαν εν τη απουσία του, εφόσον τα γιαούρτια είχαν μέχρι δύο μήνες ζωή. Περαιτέρω, παρατηρούμε από την εν λόγω επιστολή ότι παρόλο που ο Αιτητής προειδοποιείτο για τελευταία φορά σε σχέση με τη διαχείριση της αποθήκης του, απολύθηκε πριν να υπάρξει ξανά θέμα με τις παραγγελίες που υπέβαλλε. Στην επιστολή τερματισμού του Αιτητή, άλλωστε, Τεκμήριο 7, δεν γίνεται καμία αναφορά για το συγκεκριμένο θέμα. Ο Αιτητής κατηγορήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι δεν υπέβαλλε σωστές παραγγελίες με αποτέλεσμα αυτή να ζημιώνει αλλά ταυτόχρονα η ίδια η Εταιρεία παρακινούσε τους πωλητές να φορτώνουν σωστά και να έχουν μαζί τους αποθέματα ασφαλείας για έκτακτα περιστατικά, όπως φαίνεται και από την "Τιμολογιακή Πολιτική 2008", Τεκμήριο 13. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τυχόν αυξημένα αποθέματα γιαουρτιού με σύντομη ημερομηνία λήξης δίνονταν σε διάφορα ιδρύματα μετά από σχετική έγκριση. Δεν παρουσιάστηκε από τους Καθ' ών η αίτηση οποιαδήποτε επιστολή που να προειδοποιεί τον Αιτητή γι' αυτό ή που να του δίνει διαφορετικές οδηγίες. Ο κ.Κνέκνας ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε αλλά δεν ανέφερε κατά πόσο οι Καθ' ών η αίτηση ερεύνησαν το θέμα αυτό και τι αποδείχθηκε τελικά. Επιπλέον, στην κατάσταση που παρουσίασαν οι Καθ' ών η αίτηση σε σχέση με την "ξεχρέωση" γιαουρτιών, Τεκμήριο 16, παρατηρούμε ότι αυτή αφορά το έτος 2008 και δεν αφορά την περίοδο μέχρι την απόλυση του Αιτητή. Περαιτέρω σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, παρατηρούμε ότι δεν αναγράφεται κανένα σχόλιο και καμία παρατήρηση στη στήλη "Remarks" δηλαδή "Παρατηρήσεις". Τέλος, διερωτόμαστε, εάν όντως ο Αιτητής έκανε λανθασμένες παραγγελίες, τότε γιατί οι Καθ' ών η αίτηση δεν του απέκοψαν ανάλογο με τη ζημιά τους ποσό, κάτι που άλλωστε έκαμαν το 2002 όταν ο Αιτητής τους έστειλε πίσω ληγμένα παγωτά (Τεκμήριο 31) και που προειδοποίησαν τον Αιτητή στις 6/8/2008 ως συνέπεια, με το Τεκμήριο 3; Η κα Πελίδου ανέφερε ότι δεν υπήρχε θέμα σε σχέση με τις παραγγελίες παγωτού μιας και η ημερομηνία λήξης ήταν περί τα δύο χρόνια μετά την παραγωγή και συμφώνησε ότι πιθανόν να στάλθηκαν περισσότερα παγωτά απ' ότι παράγγελλε ο Αιτητής λόγω πληρότητας των αποθηκών. Σχετικά με τον ισχυρισμό των Καθ' ών η αίτηση και ιδιαίτερα του κ.Κνέκνα ότι ο Αιτητής "ξεχρέωνε" με λανθασμένο τρόπο τα γιαούρτια, παρατηρούμε ότι ο κ.Κνέκνας, ενώ αναφέρθηκε στο θέμα αυτό και ισχυρίστηκε ότι στάλθηκε στον Αιτητή επιστολή με οδηγίες για να μην εκδίδει τιμολόγια τοις μετρητοίς για καταστροφή των γιαουρτιών αλλά να τα στέλνει στη Λευκωσία, η κα Πελίδου με την επιστολή ημερομηνίας 6/8/2008, Τεκμήριο 3, ενημέρωσε τον Αιτητή ότι το να ξεχρεώσει γιαούρτια με την έκδοση τιμολογίου μπορούσε να γίνει μόνο εάν αυτά ήταν προβληματικά. Δηλαδή ενώ ο κ.Κνέκνας ισχυρίστηκε ότι αυτή δεν ήταν η αρμόδια διαδικασία η κα Πελίδου από την άλλη υποστήριξε ότι αυτό μπορούσε να γίνει εφόσον αφορούσε προβληματικά προϊόντα. Σε έκδοση τιμολογίου για να ξεχρεώσει γιαούρτια κάνει αναφορά η κα Πελίδου και στην επιστολή της ημερομηνίας 10/4/2009 (Τεκμήριο 5) χωρίς να ισχυρίζεται ότι αυτή η διαδικασία δεν ήταν η ενδεικνυόμενη αλλά ο λόγος που γίνεται παρατήρηση είναι για προβληματική παραγγελία. Ο Αιτητής απέστειλε το Τεκμήριο 15 στους Καθ' ών η αίτηση αλλά αυτοί δεν φαίνεται να διαμαρτυρήθηκαν για τον τρόπο που ξεχρέωσε την αποθήκη του. Μάλιστα οι Καθ' ών η αίτηση πέρασαν το εν λόγω τιμολόγιο σε κατάσταση που ετοίμασαν το Δεκέμβρη του 2008, Τεκμήριο 16, στην οποία αναφέρεται ότι τα προϊόντα που ο Αιτητής ξεχρέωσε ήταν κατεστραμμένα (spoiled products). Περαιτέρω στην εν λόγω κατάσταση αναγράφεται και ο αριθμός του τιμολογίου τοις μετρητοίς καθώς και όλοι οι άλλοι αριθμοί τιμολογίων που έγιναν για παρόμοιο λόγο. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Καθ' ών η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν παρέδιδε μηνιαία καταγραφή του ταμείου του παρατηρούμε τα ακόλουθα: Ενώ ισχυρίστηκε ο κ.Κνέκνας στη Γραπτή του Κατάθεση ότι ο Αιτητής δεν παρουσίαζε μηνιαία κατάσταση λογαριασμού, στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι ο Αιτητής έκανε χειρόγραφη κατάσταση όταν του ζητείτο και όχι κάθε μήνα από μόνος του ως όφειλε. Περαιτέρω είπε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι προσπάθησε πολλές φορές να μάθει στον Αιτητή πως να κάνει την εν λόγω κατάσταση στο πρόγραμμα "excel" αλλά αυτός δεν ήθελε να το κάνει ενώ αντεξεταζόμενος είπε ότι εκπαίδευσε τον Αιτητή μία φορά μόνο. Όπως φάνηκε από τη μαρτυρία της κας Πελίδου ο Αιτητής δυσκολεύτηκε να μάθει να χρησιμοποιεί και τα λεγόμενα μηχανάκια αλλά μετά από αρκετές επισκέψεις και αρκετή εκπαίδευση από τον κ.Γιαννηκούρη έμαθε. Στις Οδηγίες για Ταμίες, Τεκμήριο 4, παρατηρούμε ότι γίνεται αναφορά σε υποχρέωση για καταγραφή την τελευταία μέρα κάθε μήνα μηνιαίας κατάστασης του ταμείου, χωρίς να γίνεται αναφορά σε χειρόγραφη ή μηχανογραφημένη, η οποία και έπρεπε να αποστέλλεται την επόμενη μέρα. Περιπλέον, παρατηρούμε ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην επιστολή τερματισμού του Αιτητή (Τεκμήριο 7) σε σχέση με τις μηνιαίες καταστάσεις. Για το θέμα αυτό ο Αιτητής ουδέποτε δέχθηκε γραπτή παρατήρηση πλην της αναφοράς που γίνεται για πρώτη φορά στην επιστολή ημερομηνίας 10/4/2009, Τεκμήριο 5, όπου αναφέρεται ότι παραβιάζει κανονισμούς με το να μην στέλνει κάθε τελευταία μέρα του μήνα καταγραφή του ταμείου του. Ούτε όμως σε αυτή την επιστολή γίνεται αναφορά σε μηχανογραφημένη καταγραφή ή χειρόγραφη. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι ο Αιτητής έστειλε τέτοια κατάσταση για τελευταία φορά στις 2/1/2009. Ο Αιτητής όμως απουσίαζε μέχρι το Μάρτη του 2009 με άδεια και προκύπτει ότι καθυστερούσε μόνο την καταγραφή για το Μάρτη. Παρατηρούμε ότι στην εν λόγω επιστολή ο Αιτητής προειδοποιείτο για τελευταία φορά και ζητείτο από αυτόν συμμόρφωση αλλά ο Αιτητής τελικά απολύθηκε πριν το τέλος του τρέχοντος μήνα, και περί τις επτά εργάσιμες μέρες μετά. Ως εκ των πραγμάτων δεν του παρέχετο αντικειμενικά χρόνος για να συμμορφωθεί, αφού η επόμενη καταγραφή για να ήταν έγκαιρη θα έπρεπε να αποσταλεί την τελευταία μέρα του Απρίλη και ο Αιτητής απολύθηκε στις 24/4/2009. Δεν του έγινε παρατήρηση για τη μορφή της κατάστασης που έστειλε τον Γενάρη και δεν παρουσιάστηκαν οποιεσδήποτε προηγούμενες γραπτές οδηγίες για ετοιμασία στο πρόγραμμα excel μηνιαίας κατάστασης. Σε σχέση με το Τεκμήριο 17, τη χειρόγραφη δηλαδή κατάσταση που έστειλε ο Αιτητής, παρατηρούμε ότι διαθέτει τις ίδιες πληροφορίες με το Τεκμήριο 18, την κατάσταση δηλαδή που ετοίμασε ο κ.Κνέκνας τη μία φορά που επιχείρησε να μάθει στον Αιτητή το πρόγραμμα. Επίσης παρατηρούμε ότι το Τεκμήριο 17 ετοιμάστηκε από τον Αιτητή πριν του εξηγήσει ο κ.Κνέκνας στις 24/10/2008 το νέο πρόγραμμα. Επιπλέον παρατηρούμε ότι τόσο το Τεκμήριο 18 όσο και το Τεκμήριο 32 που ετοίμασε ο κ.Κνέκνας δεν περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 20, αυτό που ο κ.Κνέκνας ισχυρίζεται ότι έπρεπε να στέλνει ο Αιτητής. Άρα για κατάσταση παρόμοια με το Τεκμήριο 20 ο Αιτητής δεν φαίνεται να εκπαιδεύτηκε ποτέ. Παρατηρούμε ότι την άνοιξη του 2008 ο Αιτητής κλήθηκε να αντικαταστήσει τον ταμία Πάφου ο οποίος τους απέστελλε μηνιαία κατάσταση στην excel. Τέλος, σημειώνουμε επίσης το γεγονός ότι ο Αιτητής πάντοτε ανταποκρίνετο και έστελνε κατάσταση όποτε του ζητείτο όπως ανέφεραν οι Καθ' ών η αίτηση και ουδέποτε του έγινε άλλη παρατήρηση πέραν αυτής στις 10/4/2009. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής παραλάμβανε ανεξαργύρωτες επιταγές παρατηρούμε ότι όλοι οι μάρτυρες των Καθ' ών η αίτηση αναφέρθηκαν σε ανείσπρακτες επιταγές που παραλάμβανε ο Αιτητής αλλά ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε μόνο αυτή του κ.Μαυροθαλασσίτη και γι' αυτή μόνο έγινε συγκεκριμένη αναφορά. Η κα Πελίδου έδωσε την εξήγηση ότι πιθανόν άλλες να εισπράχθηκαν, κάτι που συνάδει με την τοποθέτηση του κ.Πρωτοπαπά ο οποίος αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι το πρόβλημα με την επιταγή του κ.Μαυροθαλασσίτη προέκυψε για το λόγο ότι η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε. Δηλαδή εάν η εν λόγω επιταγή εξαργυρωνόταν, δεν θα προέκυπτε πρόβλημα επειδή ο Αιτητής την παρέλαβε. Στην επιστολή ημερ. 14/4/2009, Τεκμήριο 6, γίνεται παρατήρηση στον Αιτητή γιατί η εν λόγω επιταγή βρισκόταν ακόμη σε εκκρεμότητα αλλά και γιατί επιστράφηκε στον κ.Μαυροθαλασσίτη χωρίς αυτή να εισπραχθεί. Από την ενώπιον μας μαρτυρία διαφάνηκε ότι από την ημέρα που επιστράφηκε από την τράπεζα η επιταγή ο Αιτητής απουσίαζε μέχρι τις αρχές Μαρτίου και όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 33 η εν λόγω επιταγή αφού επιστράφηκε στάλθηκε από τον κ.Γιώργο Πρωτοπαπά στον κ.Κυριάκου και όχι στον Αιτητή για να φροντίσει για την είσπραξή της. Η κα Πελίδου στις 13/4/2009 ζήτησε διευκρινίσεις για την εν λόγω επιταγή από κάποιους επ' ονόματι Χρύση και Μαρίνο και όχι από τον Αιτητή. Για τον ισχυρισμό των Καθ' ών η αίτηση ότι η αποδοτικότητα του Αιτητή χειροτέρεψε αφού υπήρχε μεγάλος αριθμός ανείσπρακτων τιμολογίων παρατηρούμε τα εξής: Συνεπεία πολλών εκκρεμοτήτων μεταξύ των οποίων και τα πολύ ψηλά ανείσπρακτα ποσά, στις 12/8/2008 με το Τεκμήριο 4 οι Καθ' ών η αίτηση έδωσαν οδηγίες στους ταμίες να ελέγχουν κατά πόσο τα ανείσπρακτα τιμολόγια ήταν υπογεγραμμένα και εάν αναγράφονταν σε αυτά το όνομα αυτού που τα υπέγραφε αλλά και το ότι ήταν απλήρωτα. Επίσης σημειώνετο ότι οι ταμίες είχαν υποχρέωση μία φορά τη βδομάδα να ελέγχουν κατά πόσο τα εν λόγω τιμολόγια βρίσκονταν στην κατοχή του πωλητή και να μην δέχονταν δεύτερο τιμολόγιο από τον ίδιο πελάτη χωρίς να εξοφληθεί το προηγούμενο. Γινόταν αναφορά στο ότι οι πωλητές είχαν ξεκάθαρες οδηγίες ότι κάθε τιμολόγιο έπρεπε να εξοφλείται εντός ενός μηνός από την έκδοσή του. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν δίνονταν οδηγίες στους ταμίες να μην αποδέχονται τιμολόγια για το λόγο ότι ο πωλητής είχε πολλά ανείσπρακτα παρά μόνο να ελέγχουν ότι αυτά είναι υπογεγραμμένα και ότι φέρουν το σωστό όνομα. Στις 10/4/2009 οι Καθ' ών η αίτηση με επιστολή τους, Τεκμήριο 5, αναφέρθηκαν στο θέμα αυτό και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι την 9/4/2009 σε σχετική καταγραφή από τον κ.Κνέκνα, διαπιστώθηκε ότι πολλά τιμολόγια των πωλητών εκκρεμούσαν για πολλούς μήνες και ότι υπήρχαν για πολλούς πελάτες πέραν του ενός ανείσπρακτου τιμολογίου. Η εν λόγω επιστολή, όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, προειδοποιούσε τον Αιτητή για τελευταία φορά και τον καλούσε να συμμορφωθεί. Όπως όμως προκύπτει από το Τεκμήριο 32 μέχρι την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής, δηλαδή μέχρι την 10/4/2009 ο πωλητής Χριστάκης Παύλου είχε μόνο δύο πελάτες με περισσότερο από ένα εκκρεμές τιμολόγιο, ήτοι εκκρεμούσαν αναφορικά με την πελάτιδα Μ. Λουκά τέσσερα τιμολόγια με ημερομηνίες 20/2/2007, 27/4/2007, 25/4/2008 και 4/7/2008 και αναφορικά με το Γυμνάσιο Αγ. Αθανασίου δύο τιμολόγια ημερ. 23/10/2008 και άγνωστης ημερομηνίας αφού δεν αναγράφεται ημερομηνία. Επίσης από το Τεκμήριο 32 δεν φαίνεται να είχε περισσότερα από ένα ανείσπρακτο τιμολόγιο από τον ίδιο πελάτη ο πωλητής κ.Χαραλάμπους. Όσον αφορά στον πωλητή κ.Μαυροθαλασσίτη, εκκρεμούσαν δύο τιμολόγια εναντίον του πελάτη Σ. Μανώλη. Το ένα φέρει ημερομηνία 25/5/2008 και το άλλο δεν φέρει ημερομηνία και για τον πελάτη Π. Κονναρή φαίνεται να εκκρεμούσαν δύο τιμολόγια. Δηλαδή το τελευταίο δεύτερο τιμολόγιο που κρατούσε πωλητής της Λεμεσού, σύμφωνα με το Τεκμήριο 32 που ετοίμασε ο κ.Κνέκνας, εκδόθηκε περί τους πέντε μήνες πριν την ημερομηνία της επιστολής και αφού όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 28 η κα Πελίδου ανέφερε στον Αιτητή ότι όσον αφορά στα εκκρεμή τιμολόγια έγινε "κάποια πρόοδος". Δηλαδή από τις 3/12/2008 που ανέφερε η κα Πελίδου στον Αιτητή αυτό μέχρι τις 10/4/2009 που αποστάληκε το Τεκμήριο 5 κανένας πωλητής Λεμεσού δεν παρέλαβε δεύτερο ανείσπρακτο τιμολόγιο πριν να εξοφληθεί προηγούμενο τιμολόγιο. Περαιτέρω, στην επιστολή ημερομηνίας 14/4/2009 που αποστάληκε στον Αιτητή αναφέρεται ότι οι Καθ' ών η αίτηση απαιτούσαν από τον Αιτητή ενημέρωση σε περίπτωση που ο πωλητής κ.Παύλου δεν τηρούσε τις οδηγίες τους, οι οποίες όμως δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Ούτε και αναφέρθηκε στο Δικαστήριο αν τελικά ο Αιτητής απέστειλε τέτοια ενημέρωση. Περαιτέρω, από το Τεκμήριο 32 παρατηρούμε ότι ο εν λόγω πωλητής από τα οφειλόμενα ανείσπρακτα τιμολόγια που εκκρεμούσαν και ανέρχονταν στις 24/4/2009 σε €8.439,21, τιμολόγια ύψους €6.067,97 εκδόθηκαν το 2009. Από τα τιμολόγια που εκδόθηκαν το 2009 η μεγάλη πλειοψηφία τους, ήτοι για ποσό €5.174,51 εκδόθηκαν μετά τις 14/4/2009 δηλαδή δεν είχε περάσει ο ένας μήνας από την έκδοσή τους μέχρι την απόλυση του Αιτητή και ως εκ τούτου δεν θεωρούνταν καθυστερημένα με βάση τις Οδηγίες προς Ταμίες, Τεκμήριο 4 αλλά και με βάση τη γενική επιστολή ημερομηνίας 9/8/2008, Τεκμήριο 9, που στάλθηκε στο προσωπικό. Επίσης με την επιστολή τους ημερ. 14/4/2009 οι Καθ' ών η αίτηση ζητούσαν από τον Αιτητή να τους αποστείλει με φαξ ενημέρωση σε περίπτωση που οι οδηγίες τους σε σχέση με τον κ.Παύλου δεν τηρούντο και ανανεωμένο κατάλογο όλων των τιμολογίων του κ.Μαυροθαλασσίτη. Από την επιστολή τερματισμού του Αιτητή, Τεκμήριο 7, παρατηρούμε ότι οι Καθ' ών η αίτηση έλαβαν δύο ενημερώσεις με φαξ σε σχέση με τον κ.Παύλου αλλά δημιουργήθηκε θέμα με τον Αιτητή για το λόγο ότι ο κ.Παύλου δημιούργησε και άλλες εκκρεμότητες. Η εν λόγω επιστολή τερματισμού αναφέρεται σε γραπτές οδηγίες και ενημέρωση που έλαβε ο Αιτητής στις 13/4/2009 και 14/4/2009 σε σχέση με τον χειρισμό του κ.Παύλου. Η επιστολή με ημερ. 13/4/2009, Τεκμήριο 11, στάλθηκε σε όλο το προσωπικό της Λεμεσού και σε αυτή αναφέρεται ότι οι Καθ' ών η αίτηση ανέμεναν πρόταση από τον κ.Παύλου για την αποπληρωμή από αυτόν οφειλών αλλά και ζητούσαν άμεση είσπραξη των τιμολογίων που εκκρεμούσαν. Παρατηρούμε ότι στα τεκμήρια που κατατέθηκαν δεν δίνονταν πουθενά οδηγίες προς τον Αιτητή για να μην αποδέχεται τα ανείσπρακτα τιμολόγια του κ.Παύλου ή/και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές οδηγίες που να παράκουσε ο Αιτητής. Ο κ.Πρωτοπαπάς αναφέρθηκε σε οδηγίες που είχε ο Αιτητής να μη φορτώνει συγκεκριμένο πωλητή εάν ξαναπαρουσίαζε ανείσπρακτο τιμολόγιο και να το αναφέρει αμέσως στη διεύθυνση, κάτι που όπως είπε δεν έκανε για έντεκα ημέρες, δηλαδή από τις 13/4/2009 μέχρι την απόλυσή του. Τέτοιες οδηγίες δεν φαίνεται να δόθηκαν στον Αιτητή, δεν παρουσιάστηκαν και ούτε αναφέρονται στις επιστολές ημερομηνίας 10/4/2009,13/4/2009 και 14/4/2009 (Τεκμήρια 5, 11 και 6). Ο κ.Κνέκνας ανέφερε ότι υπεύθυνοι για τις εισπράξεις ήταν οι πωλητές ενώ είπε ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να "προλάβει" τυχόν έκδοση δεύτερου τιμολογίου από τον πωλητή πριν την εξόφληση του πρώτου τιμολογίου. Παραδέχθηκε δε ότι τη "ζημιά" την έκαναν οι πωλητές αφού στα καθήκοντα του Αιτητή ήτο μόνο να ενημερώσει τη διεύθυνση. Επιπλέον η κα Πελίδου στη γραπτή της κατάθεση ανέφερε ότι μέσα στα καθήκοντά του Αιτητή ήταν να αναφέρει "τυχόν ανείσπρακτα τιμολόγια τοις μετρητοίς που ο πελάτης αδυνατούσε να πληρώσει τη δεδομένη στιγμή και σύμφωνα με την κρίση και ευθύνη του πωλητή μπορούσε να γίνει η είσπραξη κατά την επόμενη επίσκεψη", δηλαδή η κρίση και οι ευθύνες αποδίδονταν στον πωλητή. Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής φαίνεται να ακολούθησε τις οδηγίες της διεύθυνσης για να την ενημερώνει σε σχέση με τέτοιας φύσης προβλήματα με τους πωλητές αφού όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στην επιστολή τερματισμού οι Καθ' ών η αίτηση δηλώνουν ότι έλαβαν ενημέρωση με φαξ τόσο στις 23/4/2009 όσο και στις 24/4/2009. Επίσης δεν παρουσιάστηκε κανένα στοιχείο με το οποίο να διαφαίνεται ότι ο Αιτητής απέκρυπτε τέτοιες πληροφορίες από τη διεύθυνση. Στην Τιμολογιακή Πολιτική 2008, Τεκμήριο 13, αναφέρεται ότι οι πωλητές φέρουν ακεραία την ευθύνη σε περίπτωση που παραμείνουν ανείσπρακτα τιμολόγια και σε περίπτωση που εκκρεμούν για περισσότερο από 30 μέρες, η Εργοδότρια Εταιρεία θα απέκοπτε το ποσό από τις απολαβές τους. Δηλαδή όλη η ευθύνη για τα ανείσπρακτα τιμολόγια ήταν στους ώμους των πωλητών, και όχι των ταμίων, από τους μισθούς των οποίων θα απεκόπτετο το ανάλογο ποσό. Τόσο από το Τεκμήριο 17, τη μηνιαία χειρόγραφη κατάσταση που έστειλε ο Αιτητής, όσο και από το Τεκμήριο 18, που ετοίμασε ο κ.Κνέκνας αλλά και από το Τεκμήριο 28 φαίνεται ότι οι Καθ' ών η αίτηση ενημερώνονταν και γνώριζαν για τα ανείσπρακτα τιμολόγια αλλά και για την έκδοση δεύτερου τιμολογίου πριν να εξοφληθεί το πρώτο τιμολόγιο. Από το Τεκμήριο 22 φαίνεται ότι οι Καθ' ών η αίτηση συνήθιζαν να παραχωρούν συγκεκριμένη πίστωση για τα εκκρεμή τιμολόγια, το ύψος της οποίας δεν αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι για συγκεκριμένο πωλητή το 2007, οι Καθ' ών η αίτηση απέκοψαν με μηνιαίες δόσεις το ποσό των ανείσπρακτων τιμολογίων και ο Αιτητής ως ταμίας προειδοποιήθηκε ότι σε περίπτωση που ο πωλητής ξεπεράσει την πίστωση των £500 που του παραχώρησαν, τότε αυτός καθίστατο υπόχρεος για την εξόφληση των νέων τιμολογίων. Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη "τιμωρία" για τους ταμίες όταν τους δίνονταν σαφείς οδηγίες να μην επιτρέψουν σε πωλητή να εκδώσει τιμολόγια επί πιστώσει πέραν από προκαθορισμένο ποσό ήταν η χρέωση σε αυτούς των εν λόγω ποσών και όχι η απόλυση. Διερωτόμαστε γιατί οι Καθ' ών η αίτηση δεν ενήργησαν με παρόμοιο τρόπο σε σχέση με τον κ.Παύλου και αντί να στείλουν παρόμοια επιστολή με σαφείς οδηγίες τόσο στον πωλητή όσο και στον ταμία για το πως να προχωρήσουν αλλά και για τις συνέπειες, αντ' αυτού προχώρησαν και απέλυσαν τον Αιτητή. Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι ο κ.Κνέκνας στη γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 14, αναφέρθηκε στο ότι ο Αιτητής χειροτέρεψε τη θέση του και για το λόγο ότι υπήρξε αύξηση στα εκκρεμή τιμολόγια και συγκεκριμένα ανέφερε ότι οι Αδελφοί Κουρουγιάννη είχαν τέσσερα ανείσπρακτα τιμολόγια, ο Master Kiosk τρία και ο Γ. Καμέρης δύο. Από το Τεκμήριο 17 προκύπτει ότι ο κ.Καμέρης είχε τρία ανείσπρακτα τιμολόγια, το τελευταίο εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2008, οι Master Kiosk επίσης τρία με το τελευταίο να φαίνεται ότι εκδόθηκε τον Σεπτέμβρη του 2007 και οι Α/φοί Κουρογιάννη περί τα τέσσερα με το τελευταίο να εκδόθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008. Από το Τεκμήριο 18 που ετοίμασε ο κ.Κνέκνας στις 24/10/2008 προκύπτει ότι παρέμεινε μέχρι τότε ανείσπρακτο μόνο ένα τιμολόγιο των Α/φων Κουρογιάννη, ένα του κ.Καμέρη και τα τρία του Master Kiosk. Ενώ από το Τεκμήριο 32 που πάλι ετοίμασε ο κ.Κνέκνας τον Απρίλη του 2009 προκύπτει ότι δεν παρέμεινε κανένα ανείσπρακτο τιμολόγιο των Α/φών Κουρογιάννη και παρέμεινε ανείσπρακτο το ένα τιμολόγιο του κ.Καμέρη και τα τρία του Master Kiosk. Προκύπτει δηλαδή ότι η κατάσταση μέχρι την απόλυση του Αιτητή δεν χειροτέρεψε, αλλά τουναντίον καλυτέρευσε σε σχέση με τους πελάτες που ανέφερε ο κ.Κνέκνας. Υπεύθυνος πωλητής για τους Α/φούς Κουρογιάννη φαίνεται να ήταν ο κ.Χαραλάμπους και παρόλο που όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 17 είχε πέραν του ενός ανείσπρακτου τιμολόγίου κατά ή περί τον Σεπτέμβρη του 2008, ο κ.Κνέκνας είπε αντεξεταζόμενος ότι με τον εν λόγω πωλητή δεν είχαν κανένα πρόβλημα με τις εισπράξεις. Επίσης ανέφερε ότι παρόλο που στο Τεκμήριο 19 φαίνεται ότι και ο κ.Χαραλάμπους είχε ανείσπρακτα τιμολόγια περί τις €4.639 δεν θεωρείτο έλλειμμα αφού εκ των υστέρων εισπράχθηκαν. Δηλαδή η Εργοδότρια Εταιρεία δεν φαίνεται να είχε πρόβλημα με το γεγονός ότι πελάτης του κ.Χαραλάμπους δεν πλήρωσε το πρώτο τιμολόγιο και εκκρεμούσε δεύτερο γιατί δεν ετίθετο θέμα υποκλοπής, όπως είπε αντεξεταζόμενος ο κ.Κνέκνας. Τέλος, σε σχέση με αυτό το θέμα παρατηρούμε ότι στις 3/12/2008 η κα Πελίδου ανέφερε στον Αιτητή ότι έγινε κάποια πρόοδος και ζητούσε από τον Αιτητή να αναλάβει να κάνει κάποιες εισπράξεις εφόσον οι πωλητές αμέλησαν. Δηλαδή ενώ τον Δεκέμβρη του 2008 έγινε πρόοδος στο θέμα αυτό ο Αιτητής απολύθηκε στις 24/4/2009 ενώ εργάστηκε περί τους δύο μήνες μόνο το 2009, εφόσον απουσίαζε με άδεια μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2009. Όσον αφορά στον ισχυρισμό των Καθ' ών η αίτηση ότι ο Αιτητής διατηρούσε ασυγύριστους τους θαλάμους του και δεν έκανε σωστή επανατοποθέτηση των προϊόντων, παρατηρούμε ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού του Αιτητή. Όπως προκύπτει από την επιστολή ημερομηνίας 20/6/2008 που απευθύνετο σε όλους τους πωλητές και ταμίες των Καθ' ών η αίτηση, Τεκμήριο 8, είχε παρθεί απόφαση από την Εργοδότρια Εταιρεία να προβεί σε αλλαγές και να εξετάζει ενδελεχώς πλέον τις αποθήκες με την πιο ενεργή συμμετοχή των Διευθυντών Επαρχιών ώστε να γίνονται πιο συχνά και με μεγάλη προσοχή οι έλεγχοι. Στις επιστολές ημερομηνίας 10/4/2009 και 14/4/2009 δεν αναφέρεται καμία παράβαση σε σχέση με το θέμα αυτό. Αλλά ούτε σε καμία άλλη επιστολή γίνεται στον Αιτητή τέτοια παρατήρηση και δεν φαίνεται να του δόθηκαν συγκεκριμένες οδηγίες. Η κα Πελίδου αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι πληροφορείτο από άλλους ότι υπήρχε ακαταστασία στις αποθήκες και την ίδια μέρα έκανε συστάσεις. Όμως όπως αναφέρουμε και πιο πάνω καμία τέτοια σύσταση δεν φαίνεται να έγινε στις επιστολές που έστειλε προσωπικά στον Αιτητή ούτε σε αυτές που στέλλοντο σε όλους τους ταμίες. Όπως η ίδια είπε άλλωστε έλαβε τέτοιες πληροφορίες λίγες μέρες πριν την απόλυση του Αιτητή. Περαιτέρω, ο κ.Πρωτοπαπάς ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι διαπίστωσε το γεγονός ότι διατηρείτο το ίδιο είδος παγωτού σε διαφορετικά σημεία στο θάλαμο την ημέρα που απέλυσε τον Αιτητή. Περαιτέρω, η κα Πελίδου αναφέρθηκε σε περιστατικό που ο Αιτητής μετέφερε το τηλέφωνο της δουλείας στο κινητό του ενώ βρισκόταν σε καφενείο δηλαδή σε περιστατικό που εγκατέλειψε το χώρο εργασίας. Το ίδιο ανέφερε και ο κ.Πρωτοπαπάς. Επίσης, ο κ.Κνέκνας ανέφερε ότι ήρθε στην αντίληψή του το γεγονός ότι πολλές φορές ο Αιτητής έφευγε από το πρατήριο και μετέφερε το τηλέφωνο στο κινητό του. Δεν μας ανέφερε όμως πως και ήρθε στην αντίληψη του αυτό το γεγονός, εάν διερευνήθηκε και τι έκανε. Από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν δεν φαίνεται να έγινε ούτε παρατήρηση ούτε αναφορά στον Αιτητή για το θέμα αυτό. Κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται στην επιστολή τερματισμού. Σε σχέση με την αναφορά που έγινε ότι ο Αιτητής δεν είχε καλό τρόπο συμπεριφοράς, παρατηρούμε ότι παρόλο που στην επιστολή τερματισμού έγινε αναφορά στον τρόπο συμπεριφοράς του σε σχέση με τους αξιωματούχους της Εργοδότριας Εταιρείας, δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με αυτό. Από τα ενώπιον μας τεκμήρια, η μόνη περίπτωση που έγινε αναφορά σε κακή συμπεριφορά του Αιτητή είναι δύο χρόνια πριν τη απόλυσή του ήτοι στην επιστολή ημερομηνίας 25/5/2007, Τεκμήριο 25, οπόταν και η κα Πελίδου ανέφερε ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Αιτητή αυτός της έβαλε τις φωνές. Στην εν λόγω επιστολή τον προειδοποίησε να δείχνει καλύτερη διαγωγή, συμπεριφορά, ευγένεια και καλούς τρόπους. Ο κ.Πρωτοπαπάς αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του σε απαράδεκτο τρόπο του Αιτητή και σε αρνητική στάση στις 24/4/2009 πριν απολυθεί όταν του ζητήθηκαν κάποιες διευκρινίσεις αλλά δεν έδωσε καμία περιγραφή ως προς την εν λόγω συμπεριφορά, εκτός από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίστηκε, ο Αιτητής αναφέρθηκε στο ότι δεν άνοιξε τις επιστολές που του απέστειλαν με ημερομηνίες 10/4/2009 και 14/4/2009. Ο κ.Κνέκνας αναφέρθηκε σε αρνητική αντίδραση του Αιτητή στις προφορικές συστάσεις που του έκανε. Διερωτόμαστε, εάν αυτό ίσχυε γιατί ο κ.Κνέκνας δεν απέστειλε και γραπτή επιστολή στον Αιτητή, από τη στιγμή μάλιστα που όπως παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος ήταν αρμόδιος να παρατηρεί τον Αιτητή; Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που ο Αιτητής είχε όντως εχθρική και ειρωνική στάση απέναντί του όταν αυτός πήγαινε για ελέγχους. Ο κ.Κνέκνας ανέφερε επίσης αντεξεταζόμενος ότι ο κ.Πρωτοπαπάς αποφάσισε να απολύσει τον Αιτητή και για το λόγο ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Επιθεωρητής Λεμεσού που προσλήφθηκε τον Μάρτιο του 2009 του έκαναν παράπονα για τη συμπεριφορά του Αιτητή, χωρίς όμως να αναφέρει κατά πόσο έγινε περαιτέρω έρευνα ή/και κατά πόσο παρατηρήθηκε ο Αιτητής για το θέμα αυτό. Η κα Πελίδου αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Αιτητής απελύθη για παραλείψεις και συμπεριφορά τα τελευταία τρία χρόνια. Συγκεκριμένη αναφορά όμως για τη συμπεριφορά του σε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν δεν έγινε πέραν αυτής με ημερομηνία 25/5/2007, δηλαδή περί τα δύο χρόνια πριν την απόλυση του Αιτητή. Αξιολογώντας περαιτέρω τη μαρτυρία του κ.Πρωτοπαπά, παρατηρούμε ότι στη γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι η εργασία του Αιτητή μέχρι το τέλος του 2007 ήταν ικανοποιητική και κάποια μικροπροβλήματα επιλύοντο. Μάλιστα ανέφερε συγκεκριμένα ότι τα προβλήματα διαπιστώθηκαν όταν μετακόμισαν σε νέο πρατήριο στη Λεμεσό τέλος του 2007. Αντεξεταζόμενος όμως είπε ότι στον Αιτητή στάλθηκαν προειδοποιητικές επιστολές και πριν. Στη γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι από τα μέσα του 2009 έπαιρναν αρνητικές αντιδράσεις από τον Αιτητή αλλά αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι εννοούσε από τα μέσα του 2008. Από την άλλη η κα Πελίδου στη δική της γραπτή κατάθεση ανέφερε ότι η εργασία του Αιτητή ήταν ικανοποιητική μέχρι το τέλος του 2006 και κάποια μικροπροβλήματα που υπήρχαν πριν επιλύοντο. Ανέφερε ότι τα προβλήματα με τον Αιτητή άρχισαν το 2007 και εντάθηκαν το 2008 και απέδωσε αυτό στις αλλαγές τόσο της αγοράς όσο και των πελατών. Αντεξεταζόμενη είπε ότι το 2007 ο Αιτητής ξεκίνησε "σοβαρή παρασπονδία" αφού ξεκίνησε να παρακούει οδηγίες. Ενώ αρχικά αντεξεταζόμενος ο κ.Πρωτοπαπάς ανέφερε ότι δεν απολύθηκε ο κ.Παύλου αλλά δόθηκε σε αυτόν προειδοποιητική επιστολή σε άλλο στάδιο της αντεξέτασής του είπε ότι ταυτόχρονα με τον Αιτητή απολύθηκε και ο κ.Παύλου αλλά επειδή αργότερα απολογήθηκε παρέμεινε. Σε άλλο στάδιο ανέφερε ότι το πρόβλημα με τον κ.Παύλου ήταν διαχρονικό και λόγω του αδύνατου του χαρακτήρα. Ο κ.Κνέκνας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κ.Παύλου λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε και επειδή επέστρεψε τα λεφτά δεν απολύθηκε. Ο κ.Πρωτοπαπάς ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι ο Αιτητής δεν έπρεπε να επιτρέψει στον κ.Παύλου να συνεχίσει τη δουλειά του αλλά δεν παρουσιάστηκε καμία επιστολή ούτε προς τον Αιτητή ούτε προς τον κ.Παύλου με παρόμοιο περιεχόμενο. Κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι γίνονταν προσπάθειες να βοηθήσουν τον Αιτητή να βελτιωθεί λόγω δυσκολίας εξεύρεσης προσωπικού ενώ αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι επέδειξαν ανοχή λόγω της προϋπηρεσίας του Αιτητή. Ο κ.Πρωτοπαπάς ανέφερε ότι οι υπάλληλοι της Λεμεσού κατήλθαν σε απεργία από τις 7/4/2009 μέχρι τις 8/4/2009 και στις 13/4/2009 ενώ ο κ.Κνέκνας είπε ότι η απεργία έλαβε χώρα από τις 6 ως τις 8 Απριλίου και στις 13/4/2009. Από την άλλη η κα Πελίδου ανέφερε ότι έγινε απεργία στις 6/4/2009 και στις 13/4/2009, όπως δικογραφείται δηλαδή. Ο κ.Πρωτοπαπάς είπε ότι αποφάσισε να απολύσει τον Αιτητή στις 18:00 με 19:00 όταν ξεκαθάρισε στο μυαλό του ότι ο Αιτητής δεν ήταν διατεθειμένος να συμμορφωθεί με τις δικές τους απαιτήσεις και αφού είδε τα χάλια του ταμείου και των αποθηκών στη Λεμεσό όταν επισκέφθηκε την ημέρα εκείνη το πρατήριο για συνήθη έλεγχο. Διαπίστωσε ότι τα προβλήματα συνεχίζοντο και ότι ο Αιτητής είχε αρνητική στάση. Στις 24/4/2009, όπως είπε αντεξεταζόμενος, ήταν που διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν έκανε σωστό έλεγχο. Από την άλλη η κα Πελίδου ανέφερε ότι ο Αιτητής απολύθηκε λόγω συμπεριφοράς και παραλείψεων τα τελευταία τρία χρόνια, ήτοι από την άνοιξη του 2006. Ενώ σε άλλο στάδιο η κα Πελίδου είπε επίσης ότι η κατάσταση με τα ανείσπρακτα τιμολόγια χειροτέρεψε το 2009, ήτοι από 1/1/2009 μέχρι 24/4/2009, περίοδο την οποία χαρακτήρισε ως "επίμαχη" αφού τότε κατέληξε η Εργοδότρια Εταιρεία να απολύσει τον Αιτητή. Είπε επίσης ότι τον Απρίλη του 2008 δεν χάθηκε πλήρως η εμπιστοσύνη της προς τον Αιτητή αλλά αυτή χάθηκε τις ημέρες που προηγήθηκαν της απόλυσης του Αιτητή. Στη γραπτή του κατάθεση ο κ.Πρωτοπαπάς, Τεκμήριο 1, αναφέρθηκε στο ότι οι πωλήσεις το 2009 χειροτέρεψαν. Το ίδιο ανέφερε και η κα Πελίδου. Αντεξεταζόμενος όμως απέδωσε τις οικονομικές δυσκολίες της Εργοδότριας Εταιρείας, αντί στη μείωση των πωλήσεων, στις εκκρεμότητες στα ταμεία σε όλες τις πόλεις και ιδιαίτερα στο ταμείο της Λεμεσού, στο ότι οι πελάτες καθυστερούσαν να πληρώσουν και στο ότι οι πωλητές δεν παρέδιδαν όλα τα λεφτά. Ο κ.Πρωτοπαπάς ανέφερε ότι μετά τη λήξη της απεργίας ο ίδιος προέβαινε σε τακτούς ελέγχους για να διαπιστώσει αν οι υπάλληλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους. Από το Τεκμήριο 11, που υπογράφει ο ίδιος, προκύπτει ότι ήδη θεωρούσε από τις 13/4/2009 ότι πολλοί από τους υπάλληλους στη Λεμεσό είχαν πολλά εις βάρος τους σε σχέση με τη συμμόρφωση τους στους κανονισμούς της Εταιρείας. Επίσης σε ερώτηση αν όταν απολύθηκε ο Αιτητής είχε πρόβλημα αποδοτικότητας είπε ότι είχε πρόβλημα συνεργασίας με όλους τους συναδέλφους του γι' αυτό και δεν μπορούσε να αποδώσει, κάτι που δεν αναφέρθηκε σε καμία από τις επιστολές που του στάλθηκαν. Αφού ο κ.Πρωτοπαπάς θεωρούσε τυχόν προβλήματα που υπήρχαν με την εργασία του Αιτητή πριν το 2008 ως μικρά και τα οποία εύκολα ξεπερνιούνταν διερωτόμαστε πως και απέλυσε τον Αιτητή επειδή φόρτωσε τον κ.Παύλου ο οποίος εξέδωσε πολλά ανείσπρακτα τιμολόγια. Κάτι ανάλογο είχε κάνει ο Αιτητής το 2007 με τον πωλητή κ.Μιχαήλ, περίοδο κατά την οποία δεν είχαν ουσιαστικά παράπονα από τον Αιτητή όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Αξιολογώντας περαιτέρω τη μαρτυρία του κ.Κνέκνα παρατηρούμε ότι ο ίδιος δεν έστειλε καμία επιστολή στον Αιτητή παρόλο που όπως είπε είχε τέτοια εξουσία και ήταν υπό την άμεση ευθύνη του. Όπως ανέφερε ο κ.Κνέκνας αντεξεταζόμενος, την περίοδο που ο Αιτητής εξέδωσε το Τεκμήριο 15, δηλαδή κατά ή περί την 3/7/2008 δεν υπήρχε διευθυντής άρα δεν θα μπορούσε να πάρει έγκριση από αυτόν. Ενώ στη γραπτή του κατάθεση κάνει αναφορά στο ότι δεν υποβάλλονταν από τον Αιτητή σωστές παραγγελίες γιαουρτιού και έτσι τερματίστηκε η παραγωγή γιαουρτιού, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το πρόβλημα αυτό με τον Αιτητή βελτιώθηκε αρκετά πριν αυτός απολυθεί. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι στον Αιτητή, πέραν τον δύο επιστολών που του στάληκαν τον Απρίλη του 2009, στάληκε ακόμη μία επιστολή τον Αύγουστο του 2008 και μία με οδηγίες προς τους ταμίες παρόλο που ο κ.Κνέκνας είπε ότι κάθε φορά που διαπίστωνε πρόβλημα με τον Αιτητή, και αυτό γινόταν συχνά, το ανέφερε στην κα Πελίδου η οποία απέστελλε επιστολή. Ο κ.Κνέκνας ανέφερε ότι στάληκαν οδηγίες στον Αιτητή σε σχέση με τη σωστή διαδικασία επιστροφής γιαουρτιών αλλά δεν τις είχε μαζί του να τις παρουσιάσει. Στη γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι ο Αιτητής εκπαιδεύτηκε τόσο από τον ίδιο όσο και από τον επιθεωρητή αλλά αντεξεταζόμενος είπε ότι ο ίδιος εκπαίδευσε τον Αιτητή και αυτό έγινε μία φορά. Αξιολογώντας περαιτέρω τη μαρτυρία της κας Πελίδου παρατηρούμε ότι αρχικά αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν θυμόταν πόσο καιρό απουσίαζε ο Αιτητής αλλά θεωρούσε ότι μέχρι το τέλος του Μαρτίου με αρχές Απριλίου του 2009 επέστρεψε, τελικά συμφώνησε ότι επέστρεψε τον Μάρτη του 2009. Αργότερα, σε άλλη ημέρα που συνεχίστηκε η αντεξέτασή της, ανέφερε ότι βρήκε το Τεκμήριο 29 που έδειχνε ότι τελικά ο Αιτητή απουσίαζε από τις 12/1/2009 μέχρι τις 12/2/2009 για να παραδεχθεί όμως αργότερα ότι, ενώ θυμόταν ότι ίσως ο Αιτητής να απουσίαζε και με άδεια ασθενείας, δεν το ανέφερε γιατί δεν βρήκε τεκμήρια. Κατά την κυρίως εξέτασή της έδωσε εξήγηση γιατί δεν αναγράφεται ημερομηνία στο Τεκμήριο 13, ήτοι είπε πρόκειται για 'μόνιμο έγγραφο', αλλά παρατηρούμε ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει την ημερομηνία 20/6/2008. Επιπλέον ανέφερε αρχικά ότι ο Αιτητής πήρε μετρητά από το ταμείο του και τα έδωσε στον κ.Μαυροθαλασσίτη ο οποίος εξέδωσε επιταγή αλλά αργότερα συμφώνησε με την υποβολή ότι ο κ.Μαυροθαλασσίτης έδωσε ο ίδιος στον Αιτητή την εν λόγω επιταγή αντί για μετρητά και ανέφερε ότι και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα. Η κα Πελίδου είπε αντεξεταζόμενη ότι το τμήμα πωλήσεων Λεμεσού για αρκετά χρόνια ήταν υπό τον άμεσο έλεγχό της αλλά από το 2009 που ξεκίνησαν τα μεγάλα όπως τα αποκάλεσε προβλήματα ανέλαβε και ο κ.Πρωτοπαπάς ενώ ο ίδιος ο κ.Πρωτοπαπάς είπε ότι από το τέλος του 2007 που μετακόμισαν πρατήριο, διαπιστώθηκαν αρκετά προβλήματα και ανέλαβε ο ίδιος την επίλυση και τον έλεγχο του πρατηρίου Λεμεσού. Η κα Πελίδου κατα την αντεξέτασή της ανέφερε ότι σταμάτησε η παραγωγή γιαουρτιού τον Δεκέμβρη του 2009, ενώ ο κ.Κνέκνας είπε ότι η εν λόγω παραγωγή σταμάτησε τον Οκτώβρη του 2009. Περαιτέρω η κα Πελίδου είπε ότι η επιταγή του Τεκμηρίου 6 επιστράφηκε από την τράπεζα περί τις δύο με τρεις φορές αλλά στο εν λόγω τεκμήριο διαφαίνεται μόνο μία σφραγίδα από την τράπεζα με ημερομηνία κατάθεσης στις 12/1/2009 και επιστροφής στις 14/1/2009 με τη δικαιολογία ότι οι αλλαγές πρέπει να μονογραφούνται. Από το Τεκμήριο 33 φαίνεται ότι η εν λόγω επιταγή στάληκε από τον κ.Γιώργο Πρωτοπαπά πίσω στη Λεμεσό για είσπραξη στις 19/1/2009, περίοδο κατά την οποία ο Αιτητής απουσίαζε με άδεια. Ενώ αρχικά αντεξεταζόμενη είπε ότι ο Αιτητής προσελήφθη πρώτα ως ταμίας και μετά ως αποθηκάριος συμφώνησε με υπόδειξη του δικηγόρου του Αιτητή ότι ο Αιτητής προσελήφθη αρχικά ως αποθηκάριος και αργότερα ανέλαβε και καθήκοντα ταμία. Παρατηρούμε ότι δεν παρουσίασε τις επιβεβαιώσεις αποστολής με φαξ των Τεκμηρίων 5 και 6 παρόλο που ο κ.Πρωτοπαπάς είπε ότι θα κατατίθεντο. Ισχυρίστηκε δε ότι δεν τα βρήκε γιατί ίσως να μην φυλάχθηκαν ή να μην της τα έδωσε η κοπέλα. Εν πάση περιπτώσει τις επιστολές αυτές είπε ότι τις έστειλε για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση και για να ενημερώσει γραπτώς τον Αιτητή σε σχέση με τα διάφορα προβλήματα. Ενώ η ίδια είπε ότι ο κ.Πρωτοπαπάς ήταν στη Λεμεσό όταν γίνονταν οι απεργίες, ο κ.Πρωτοπαπάς είπε ότι ενημερωνόταν από τη Λευκωσία όπου βρισκόταν. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης της όταν ρωτήθηκε αν ήταν σίγουρη ότι ο κ.Πρωτοπαπάς ήταν Λεμεσό απάντησε ότι τη μία μέρα δεν ήταν, την άλλη ίσως. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι η κα Πελίδου δεν θυμόταν αν ήταν ο κ.Πρωτοπαπάς που αποφάσισε να απολύσει τον Αιτητή ή αν έλαβαν την απόφαση μαζί. Τέλος, παρατηρούμε ότι για την κα Πελίδου ο Αιτητής έδειξε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να βελτιώσει την απόδοσή του και να ακολουθήσει τις οδηγίες των εργοδοτών του με την απεργία, δηλαδή η απεργία τελικά ενδέχεται να έπαιξε κάποιο ρόλο στην εντύπωση που είχε για τον Αιτητή. Αξιολογώντας περαιτέρω την προσκομισθείσα από τους Καθ' ών η αίτηση μαρτυρία παρατηρούμε τα ακόλουθα: Mε την επιστολή ημερομηνίας 10/4/2009, οι Καθ' ών η αίτηση προειδοποιούσαν μεν για τελευταία φορά τον Αιτητή αλλά δεν του έδιναν οδηγίες για να μην δημιουργήσει ο κ.Παύλου περαιτέρω εκκρεμότητες όπως αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού. Από την Τιμολογιακή Πολιτική του 2008 Τεκμήριο 13 παρατηρούμε ότι δίνονταν οδηγίες στους πωλητές να πωλούν πάντα τοις μετρητοίς εκτός αν υπήρχε συμφωνία με τους πελάτες για πίστωση αλλά δεν παρουσιάστηκε για ποιους πελάτες στη Λεμεσό υπήρχε τέτοια συμφωνία. Στο Τεκμήριο 8 αναφέρεται ότι θα αποστέλλετο προσωπική επιστολή σε κάθε ταμία σε σχέση με τις εκκρεμότητες που έχουν παρατηρηθεί και που πρέπει να χειριστούν άμεσα. Το εν λόγω τεκμήριο επισυνάφθηκε στους Επιθεωρητές γενικά και όχι μόνο στον Επιθεωρητή Λεμεσού. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι οι οδηγίες για ταμίες, Τεκμήριο 4, στάληκε στις 12/8/2008 σε όλους τους ταμίες, όπως είπε η κα Πελίδου κατά την κυρίως εξέτασή της. Σε σχέση με το Τεκμήριο 16, παρατηρούμε ότι στη λίστα με τα τιμολόγια που αφορούσαν "ξεχρέωση" προϊόντων αναγράφονται και οι αριθμοί τιμολογίων κάτι που αποδεικνύει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τουλάχιστο ανεχόταν αυτή τη διαδικασία χωρίς καμία παρατήρηση στη σχετική στήλη. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 4, τις οδηγίες δηλαδή που δόθηκαν στους ταμίες στις 12/8/2008 αποφασίστηκε όπως γίνονται τακτικοί έλεγχοι των ταμείων, τουλάχιστον μία φορά το μήνα, και ότι θα αποκόπτονταν τυχόν ελλείμματα από τους ταμίες. Δεν παρουσιάστηκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι αποκόπηκε τέτοιο ποσό από τον Αιτητή, αλλά ούτε και υπήρξε τέτοιος ισχυρισμός. Παρόλο που στην επιστολή που απεστάλη στον Αιτητή στις 10/4/2009, Τεκμήριο 5, γίνεται αναφορά σε έλλειμμα του ταμείου του Αιτητή, ο Αιτητής δεν προειδοποιείτο ότι το ποσό του ελλείμματος θα του αποκόπτετο από τον μισθό του, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται να έγινε και ο Αιτητής απελύθη πριν το τέλος του Απρίλη του 2009 ενώ προειδοποιήθηκε για να συμμορφωθεί. Σε σχέση με το Τεκμήριο 19, το οποίο όπως ανέφερε ο κ.Κνέκνας ετοίμασε και τύπωσε ο ίδιος παρατηρούμε ότι τιτλοφορείται ως η συγκριτική κατάσταση πωλήσεων και τιμολογίων που εκκρεμούν κατά την αποχώρηση του Αιτητή. Όπως όμως είπε ο κ.Κνέκνας και όπως φαίνεται στη στήλη των πωλήσεων αυτές αφορούν το έτος 2008 και όχι μέχρι τις 24/4/2009 που απολύθηκε ο Αιτητής. Ούτε αυτό όμως μπορεί να ισχύει γιατί η στήλη με τα εκκρεμή τιμολόγια Λεμεσού για το έτος 2008 αναλυτικά για κάθε πωλητή καταγράφει τα ίδια ποσά με αυτά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 17, δηλαδή στη μηνιαία κατάσταση που ετοίμασε ο Αιτητής πριν το τέλος του 2008. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα από το τεκμήριο και δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκριση με τις άλλες επαρχίες. Σε σχέση με το Τεκμήριο 27, τις σημειώσεις δηλαδή της κας Πελίδου, παρατηρούμε ότι τα οφειλόμενα ποσά του κάθε πωλητή Λεμεσού για την περίοδο από 1/1/2009 μέχρι 24/4/2009 δεν συνάδουν με αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 32, την καταγραφή δηλαδή που έκανε ο κ.Κνέκνας στις 24/4/2009 στην παρουσία του Αιτητή. Συγκεκριμένα, ενώ στο Τεκμήριο 27 τα ανείσπρακτα τιμολόγια του κ.Μαυροθαλασσίτη αναφέρονται ότι ήταν €6.948,62, από το Τεκμήριο 32 προκύπτει ότι τελικά ήταν €3.731,83 για την ίδια περίοδο. Δηλαδή αν οι πωλήσεις του Τεκμηρίου 27 είναι σωστές, το ποσοστό ανέρχεται σε 27.33% και όχι σε 50.88% που αναγράφεται στο Τεκμήριο 27. Για τον κ.Παύλου από το Τεκμήριο 27 φαίνεται να ήταν €9.066,15 ενώ τελικά από το Τεκμήριο 32 ήταν €6.067,97. Δηλαδή το ποσοστό ανέρχεται σε 36.8% και όχι 54.98% που αναγράφεται στο Τεκμήριο 27. Για τον κ.Χαραλάμπους τα ανείσπρακτα τιμολόγια στο Τεκμήριο 27 ανέρχονται σε €4.129,51 και στο Τεκμήριο 32 €7.153,73, ενώ το ποσοστό που προκύπτει από τις πληροφορίες του Τεκμηρίου 32 είναι 14.25% ενώ στο Τεκμήριο 27 αναγράφεται 8.22%. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κανένας πωλητής δεν είχε ανείσπρακτα τιμολόγια πέραν του 50% των πωλήσεων του σε αντίθεση με αυτά που είπε ο κ.Πρωτοπαπάς. Στο Τεκμήριο 27 δεν αναγράφεται πότε εκδόθηκαν τα ανείσπρακτα τιμολόγια, εάν πέρασαν 30 μέρες και εάν αφορούσαν τους ίδιους πελάτες σε διαφορετικές ημερομηνίες. Από το Τεκμήριο 32 παρατηρούμε ότι δεν είχαν περάσει 30 ημέρες από την έκδοσή των 14 από τα 17 τιμολόγια που εξέδωσε ο κ.Παύλου το 2009. Επιπλέον από το Τεκμήριο 32 φαίνεται να έγιναν οι ακόλουθες δύο χρεώσεις για τον ίδιο πελάτη: Πρώτα, για τους πελάτες Βερεγγάρια εκδόθηκε ένα τιμολόγιο στις 14/4/2009 και ακόμη ένα στις 23/4/2009. Επιπλέον για τον πελάτη Κ. Στυλιανού φαίνεται να εκδόθηκε ένα τιμολόγιο στις 14/4/2009 και να έγινε και άλλη χρέωση στις 22/4/2009 χωρίς όμως να εκδοθεί δεύτερο τιμολόγιο. Όπως ανέφερε ο Αιτητής τους μήνες Μάρτιο με Απρίλιο η δουλειά ήταν αυξημένη εν όψει της νέας περιόδου και ήταν σύνηθες το πρώτο τιμολόγιο να μην εξοφλείτο αμέσως. Από την επιστολή τερματισμού φαίνεται ότι οι Καθ'ών η Αίτηση έλαβαν ενημέρωση με φαξ για τα πιο πάνω τιμολόγια. Στην επιστολή τερματισμού αναφέρεται επιπλέον ότι τα εκκρεμή τιμολόγια του κ.Παύλου ανέρχονταν στις 24/4/2009 σε €9.066,15, κάτι που συνάδει και με τις σημειώσεις της κας Πελίδου, Τεκμήριο 27, αλλά που διαφέρει με την καταγραφή που έκανε ο κ.Κνέκνας στις 24/4/2009 κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας στη Λεμεσό, Τεκμήριο 32, όπου το ποσό των ανείσπρακτων τιμολογίων του κ.Παύλου προκύπτει ότι είναι €8.439,21. Όπως έχει διαφανεί, η μαρτυρία των Καθ' ών η αίτηση παρουσιάζει αρκετές ουσιαστικές αντιφάσεις. Πέραν των πιο πάνω η μαρτυρία των Καθ' ών η αίτηση αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά δεν ήταν σαφής και ξεκάθαρη και σε ορισμένα σημεία ήταν αντιφατική και χωρίς λογική συνοχή. Ως επακόλουθο των πιο πάνω βρίσκουμε ότι οι Καθ' ών η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν με σαφή, πειστική και αποδεχτή μαρτυρία τα όσα καταλόγισαν ενώπιον του Δικαστηρίου στον Αιτητή. Παρόλο που μετά την ανάλυση και απόρριψη της μαρτυρίας των Καθ' ών η αίτηση ελλείπει η ανάγκη για περαιτέρω εξέταση ως προς το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής του Αιτητή (βλ. Costas Kades v. Nicolaou v. Christakes Nicolaou a.o.
(1986)1 C.L.R. 212 και Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1B Α.Α.Δ. 1138), θα προχωρήσουμε σε σχετική ανάλυση. Σχηματίσαμε την εντύπωση ότι ο Αιτητής είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και σε αντίθεση με τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Καθ' ών η αίτηση, η μαρτυρία του Αιτητή μας φάνηκε πιο θετική, φυσική και ειλικρινής και την αποδεχόμαστε. Εν όψει των πιο πάνω η μαρτυρία των Καθ' ών η αίτηση κρίνεται αναξιόπιστη ενώ η μαρτυρία του Αιτητή αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε συνεπώς ότι η μαρτυρία του Αιτητή αποδίδει την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι Καθ' ών η αίτηση στους Γενικούς τους Λόγους αναφέρουν ως λόγο απόλυσης του Αιτητή την παράβαση από αυτόν των κανονισμών της Εργοδότριας Εταιρείας και τη μη ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του. Επικαλούνται επίσης ότι ο Αιτητής απολύθηκε για τους λόγους που αναγράφονται στην επιστολή τερματισμού. Στην επιστολή τερματισμού αναφέρεται η παραγνώριση και επαναλαμβανόμενη παράβαση των κανονισμών καθώς και ο τρόπος συμπεριφοράς του Αιτητή προς τους αξιωματούχους της Εργοδότριας Εταιρείας. Αναφέρονται επίσης στην αύξηση των εκκρεμοτήτων του κ.Παύλου παρά τις γραπτές τους οδηγίες. Δηλαδή οι λόγοι τερματισμού όπως δικογραφούνται σχετίζονται με τη μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή το άρθρο 5(α) του Νόμου, και τη σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας, δηλαδή το άρθρο 5(ε) και (στ) του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου: "5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ΄ ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: (β) ............ (γ) ............ (δ) ............ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
- i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή· (
- ii)διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii) διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (
- iv)απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (
- v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν". Σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές σε μια τέτοια περίπτωση ο εργοδότης ενεργώντας εντός των πλαισίων της αρχής της λογικότητας, θα πρέπει οπωσδήποτε να γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο τις παρατηρήσεις του και να του δώσει μία ευκαιρία να συμμορφωθεί. Τερματίζοντας δε την απασχόλησή του με βάση το άρθρο 5(α) οφείλει να δώσει στον εργοδοτούμενο την υπό του Νόμου προβλεπόμενη προειδοποίηση. Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (α), (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Πάνω σε αυτά τα εδάφια στηρίχθηκε και η ευπαίδευτη συνήγορος της Εργοδότριας Εταιρείας με την αγόρευσή της. Τίθεται επομένως το ερώτημα εάν οι Καθ' ων η αίτηση δικαιολογούνταν να προβούν στον τερματισμό. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιον του στοιχείων. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603, Kynigos Hotels Ltd v. Γιωργούλλας Χρίστου
(2008)1 Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 ΑΑΔ 318). Ο Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swift [1981] 1 RLR 91, στη σελ. 93, παρέθεσε ως καθοδηγητικό του εφαρμοστέου κριτηρίου: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him; If no reasonable employer would have dismiss him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view". To Δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει κατά πόσο ήταν λογικό ο εργοδότης να μην προειδοποιήσει τον Αιτητή για τις συνέπειες και αντί αυτού, να προχωρήσει με άμεσο τερματισμό. (Βλέπε Polkey v. AE Dayton Services [1987] IRLR 503, House of Lords). Από την απόφαση KANIKA Developments Ltd v. Λουκά Λουκά
(2004)1Α Α.Α.Δ. 603 αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ. Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής στα δεκατρία και πλέον χρόνια της υπηρεσίας του δέχθηκε μία προσωπική γραπτή παρατήρηση στις 25/5/2007 καθότι αρνήθηκε να υπογράψει παραλαβή επιστολής που απευθυνόταν σε πωλητή και στην οποία του γίνεται παρατήρηση για αυξημένα εκκρεμή τιμολόγια πωλητή και για τη συμπεριφορά του σε τηλεφωνική επικοινωνία με την κα Πελίδου. Επίσης στάληκε στον Αιτητή επιστολή ημερομηνίας 6/8/2008 όπου του γινόταν παρατήρηση γιατί ξεχρέωσε προϊόντα χωρίς την έγκριση του Διευθυντή και για αυξημένα αποθέματα και προειδοποιείτο ότι θα επιβαρύνετο πλέον ο ίδιος με τυχόν ληγμένα. Τρίτη προσωπική επιστολή στάληκε στον Αιτητή την Παρασκευή 10/4/2009 όπου του γινόταν παρατήρηση για έλλειμμα στο ταμείο του, ύπαρξη δεύτερου τιμολογίου ενώ το πρώτο ήταν απλήρωτο και για ξεχρέωση ληγμένων προϊόντων, ενώ την επόμενη Τρίτη στις 14/4/2009 του στάληκε άλλη επιστολή με την οποία του γινόταν παρατήρηση για τον χειρισμό της επιταγής από τον κ.Μαυροθαλασσίτη. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι από την πρώτη επιστολή πέρασαν περί τα δύο χρόνια, από τη δεύτερη πέραν των οκτώ μηνών ενώ η τέταρτη επιστολή στάληκε μόλις δύο εργάσιμες μέρες μετά την τρίτη επιστολή και χωρίς να προκύψει κάτι εν το μεταξύ, αφού αναφέρεται σε γεγονός προγενέστερο της τρίτης επιστολής. Με την προσαχθείσα ενώπιον μας μαρτυρία, oι Καθ' ών η αίτηση δεν έθεσαν κάτι ουσιαστικό και συγκεκριμένο που να επιβεβαιώνει τη μη συμμόρφωση και την κατ' εξακολούθηση ισχυριζόμενη παράβαση κανόνων από τον Αιτητή, όπως εκτεταμένα αναφέρουμε πιο πάνω. Ιδιαίτερα δε για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από της κοινοποίησης των επιστολών ημερομηνίας 10/4/2009 και 14/4/2009 δεν φαίνεται να προέκυψε κάτι καινούργιο, εκτός από τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής είχε ουσιαστικά οδηγίες να μη φορτώνει τον πωλητή κ.Παύλου λόγω των πολλών ανείσπρακτων τιμολόγιων. O ίδιος ο εργοδότης έκρινε ότι συνεπεία της αύξησης των ανείσπρακτων τιμολογίων του κ.Παύλου ο τελευταίος δεν έπρεπε να απολυθεί τελικά. Σημειώνουμε επίσης ότι η απόλυση του Αιτητή έλαβε χώρα χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί κατά παράβαση του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχόλησης (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, γεγονός που καθιστά τον τερματισμό για ακόμη ένα λόγο καταχρηστικό. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: "Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρους τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα". Όπως λέχθηκε στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), η απόφαση για απόλυση η οποία βασίστηκε σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν κρίνονται που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δική του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εργοδότης απέλυσε τον Αιτητή μόλις τελείωσε ο έλεγχος στις αποθήκες και στο ταμείο του και αφού διαπιστώθηκε, όπως είπαν, επαναλαμβανόμενη παράβαση των κανονισμών. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι εκείνη τη στιγμή ο κ.Πρωτοπαπάς αποφάσισε να απολύσει τον Αιτητή και σύνεταξε εκεί ο ίδιος την επιστολή τερματισμού του Αιτητή, όπως ο ίδιος είπε. Αν κάτι τέτοιο ίσχυε τότε στην εν λόγω επιστολή λογικά θα ανεγράφετο το πραγματικό υπόλοιπο του κ.Παύλου όπως προέκυψε μετά την καταγραφή των εκκρεμοτήτων του από τον κ.Κνέκνα ήτοι €8.439,21 και όχι το ποσό που η κα Πελίδου είχε στις σημειώσεις της ήτοι €9.066,15. Aπό αυτό προκύπτει ότι ο κ.Πρωτοπαπάς πήγε στη Λεμεσό για να απολύσει τον Αιτητή και είχε μαζί του την επιστολή τερματισμού. Επίσης ο κ.Πρωτοπαπάς ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι όταν ο Αιτητής ρωτήθηκε γιατί δεν ακολούθησε τις οδηγίες που του δόθηκαν έγγραψε στην επιστολή τερματισμού ότι δεν άνοιξε τις επιστολές. Δηλαδή ο Αιτητής κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις μετά που έλαβε την επιστολή τερματισμού και όχι πριν. Από την ενώπιον μας μαρτυρία φαίνεται ότι από την αποστολή επιστολής στις 10/4/2009 μέχρι την αποστολή της δεύτερης επιστολής στις 14/4/2009 δεν προέκυψε κάτι καινούργιο και είναι άξιον απορίας γιατί δεν απεστάλη μία επιστολή με το περιεχόμενο και των δύο. Άλλωστε, η πρώτη επιστολή στάλθηκε Παρασκευή και η δεύτερη Τρίτη ενώ τη Δευτέρα το πρατήριο Λεμεσού απεργούσε. Η μη υποβολή σωστών παραγγελιών γιαουρτιού από τον Αιτητή, η μη σωστή διαχείριση των αυξημένων αποθεμάτων και ο τρόπος που ξεχρέωνε τα γιαούρτια δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο απόλυσης αφού, μεταξύ άλλων, όπως παραδέχθηκε ο κ.Κνέκνας, μέχρι την ημέρα απόλυσης του Αιτητή ο τομέας αυτός είχε βελτιωθεί. Ούτε μπορεί να αποτελέσει λόγο τερματισμού το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν απέστελλε μηχανογραφημένη μηνιαία κατάσταση ταμείου εφόσον έτυχε πολύ φτωχής εκπαίδευσης ενώ όπως καλά γνώριζαν οι Καθ' ών η αίτηση ο Αιτητής χρειαζόταν πολλή εκπαίδευση και καθοδήγηση στον τομέα αυτό. Επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο άμεσης απόλυσης το γεγονός ότι ο Αιτητής παρέλαβε την επιταγή του κ.Μαυροθαλασσίτη αφού εν πάση περιπτώσει αυτό έγινε πέραν των τριών μηνών πριν την απόλυση και δεν αναφέρθηκε κανένα άλλο συγκεκριμένο γεγονός σε σχέση με ανεξαργύρωτες επιταγές. Ούτε θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο άμεσου τερματισμού το γεγονός ότι ο κ.Πρωτοπαπάς διαπίστωσε ότι οι αποθήκες δεν ήταν συγυρισμένες την ημέρα απόλυσης αφού ουδέποτε στο παρελθόν ο Αιτητής έγινε δέκτης σχετικής παρατήρησης ή συγκεκριμένων οδηγιών. Οι Καθ' ών η αίτηση δεν απέδειξαν ότι ο Αιτητής είχε πρόβλημα συμπεριφοράς και μετά από το 2007 δεν του έγινε καμία παρατήρηση για το θέμα αυτό. Ο μόνος συγκεκριμένος λόγος που γίνεται αναφορά στην επιστολή τερματισμού είναι η παρακοή οδηγιών σε σχέση με τον κ.Παύλου αλλά όπως αναφέρουμε και πιο πάνω δεν παρουσιάστηκαν τέτοιες οδηγίες. Ακόμη όμως και να παρουσιάζονταν τέτοιες οδηγίες με βάση προηγούμενες επιστολές και οδηγίες των Καθ' ών η αίτηση οι συνέπειες για τον Αιτητή θα έπρεπε να ήταν η αποκοπή και επιβάρυνση του αθροίσματος των εν λόγω τιμολογίων και όχι ο άμεσος τερματισμός, ιδιαίτερα πριν ο Αιτητής προειδοποιηθεί ρητά για τυχόν αλλαγή στις συνέπειες. (Βλέπε Winterhalter Gastronom Ltd v. Webb [1973] ICR 245 και Jones v. GEC Elliott Automation Ltd [1972] 1RLR 111). Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1000, ο εναγόμενος απολύθηκε μετά από καταγγελία και προτροπή πελάτη της Εργοδότριας Εταιρείας και αναγράφηκε στην επιστολή τερματισμού και προηγούμενη κακή συμπεριφορά του εργοδοτούμενου προς άλλους πελάτες του ξενοδοχείου και συναδέλφους του. Ο εργοδοτούμενος έλαβε συνολικά οκτώ προειδοποιητικές επιστολές και συγκεκριμένα η τελευταία επιστολή δόθηκε περί τους 4½ μήνες πριν την απόλυση του. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και ανέφερε στις σελίδες 1004 - 1005 τα ακόλουθα: "Το δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση, έκρινε ότι οι πιο πάνω παρατηρήσεις προς τον εφεσίβλητο δεν συνιστούσαν λόγο απόλυσης γιατί οι εφεσείοντες ποτέ δεν άσκησαν το δικαίωμα τους για απόλυση του εφεσίβλητου κατά τον κρίσιμο χρόνο δηλαδή, το χρόνο διάπραξης των κατ΄ ισχυρισμό παραπτωμάτων. Με αυτό το σκεπτικό, βασισμένο στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) . του Νόμου το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ως λόγο απόλυσης τις προηγούμενες παρατηρήσεις των εφεσειόντων προς τον εφεσίβλητο. Ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ΄ ισχυρισμό παράπτωμα του εφεσίβλητου (19.5.98), ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5.10.98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 19.5.98 μέχρι 5.10.98 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) . του Νόμου". Εν κατακλείδι, δεν παρουσιάστηκε προς απόδειξη των ισχυρισμών των Καθ' ών η αίτηση αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία, ούτε προειδοποιήθηκε γραπτώς ο Αιτητής για συνέπειες όπως αυτή της απόλυσης. Όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω ο λόγος μη τήρησης των κανονισμών δεν αποδείχτηκε, ούτε και αποδείχτηκε τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του Αιτητή που να δικαιολογεί τον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του, αλλά ούτε και αποδείχτηκε μη ικανοποιητική εκτέλεση της εργασίας από τον Αιτητή. Το γεγονός της αύξησης των επί πιστώσει τιμολογίων του κ.Παύλου δεν δικαιολογεί άμεσο τερματισμό και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη ως λογικού εργοδότη. Κρίνουμε με βάση τα πιο πάνω ότι ο εργοδότης δεν ενήργησε σαν λογικός εργοδότης και δεν απέδειξε, αφού είχε το βάρος απόδειξης όπως επιβάλλει το άρθρο 5 του Νόμου, το νόμιμο της απόλυσης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το ποσό που θα επιδικάσει. Κατά τον υπολογισμό όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (α) Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου˙ (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου˙ (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου˙ (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου˙ (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου. Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση για 13 συναπτά έτη. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε ως αποζημίωση το ποσό των €14.891,84, που αντιστοιχεί με τις απολαβές 32 εβδομάδων. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές οκτώ εβδομάδων, ήτοι ποσό €3.722,96. Δικαίωμα σε προειδοποίηση παρέχεται και από το άρθρο 11 του περί της Συμβάσεως Περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμος του 1985 (Ν45/85). Εκδίδεται επομένως ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση για το συνολικό ποσό των €18.614,80, πλέον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ΄ ών η αίτηση έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) ............................................... Δ. Φλουρέντζου, Μέλος. Χρ. Αντωνιάδης, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Παράνομος Τερματισμός, Αποζημιώσεις και Προειδοποίηση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο