← Κύπρος

Λούη Ολυμπίου ν. The Societe (Generale) Cyprus Ltd Employees Provident Fund, Αρ. Αίτησης: 68/2009, 31/10/2013

Λούη Ολυμπίου ν. The Societe (Generale) Cyprus Ltd Employees Provident Fund, Αρ. Αίτησης: 68/2009, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2013:33 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Δ. Αναστασίου ) Σ. Γεωργίου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 68/2009 Μεταξύ: Λούη Ολυμπίου Αιτητή και The Societe (Generale) Cyprus Ltd Employees Provident Fund Καθ' ών η αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Χριστοφόρου Για τους Καθ'ων η Αίτηση: κ. Φ. Καμένος Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος της τράπεζας Societe (Generale) Cyprus Ltd (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») από την 15.6.04 μέχρι τον Ιούλιο του 2008 οπόταν τερμάτισε οικειοθελώς τις υπηρεσίες του. Οι Καθ'ων η αίτηση (στο εξής «το Ταμείο») αποτελούν το Ταμείο Προνοίας το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Ταμείου Προνοίας που τηρείται στο Γραφείο του Εφόρου Ταμείων Προνοίας σύμφωνα με τον περί Ταμείων Προνοίας Νόμο του 1981, Ν44/81 και ιδρύθηκε το 1990 για όλους του εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας. Με την παρούσα αίτηση που καταχωρήθηκε στις 12.2.2009 ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο ίδιος έγινε μέλος του Ταμείου από την πρόσληψή του στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι η συμμετοχή του περιελάμβανε τη συνεισφορά του ιδίου στο λογαριασμό Α και την συνεισφορά της Εργοδότριας Εταιρείας στο λογαριασμό Β σαν μέρος των συμφωνηθέντων ωφελημάτων του. Ο Αιτητής, όπως ισχυρίζεται, παρέμεινε μέλος του Ταμείου μέχρι την 30.5.2007 οπόταν και αποφασίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία να σταματήσει η συνεισφορά της ένεκα του ότι το Ταμείο θα διαλυόταν. Με την αποχώρησή του ο Αιτητής πληρώθηκε μόνο το ποσό που βρισκόταν στο λογαριασμό Α του Ταμείου. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ'ων η αίτηση δεν προχώρησαν για πολλούς μήνες σε έναρξη της διαδικασίας διάλυσης του Ταμείου και ότι μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης η διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί, ενώ περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2008 πλήρωσαν όλα τα μέλη τους πλην του Αιτητή και άλλων τις εισφορές στους λογαριασμούς Α και Β του Ταμείου ανεξάρτητα από τα χρόνια υπηρεσίας και γι' αυτό απαιτεί το υπόλοιπο του λογαριασμού Β του Ταμείου του. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης οι Καθ'ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία συνείσφερε στο λογαριασμό Β του Αιτητή μέχρι την 30.5.07 αλλά τα ποσά που συνείσφερε από την 1.1.07 μέχρι και την 30.5.07 επιστράφηκαν σε αυτή για το λόγο ότι κατά ή περί την 1.1.07 υπεγράφη συλλογική σύμβαση μεταξύ της Εργοδότριας Εταιρείας και της Ε.Τ.Υ.Κ με την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία υιοθέτησε το Σχέδιο Επιδόματος αφυπηρέτησης (Εφάπαξ) της Ε.Τ.Υ.Κ. Ισχυρίζονται επίσης ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται να εισπράξει το υπόλοιπο του λογαριασμού Β βάση του άρθρου 18.2 του Καταστατικού του Ταμείου. Τέλος ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 21.11.08, δηλαδή μετά την απόφαση που ελήφθη από τους Καθ'ων η αίτηση για διάλυση του Ταμείου, οι Καθ'ων η αίτηση προχώρησαν σε πληρωμή προς τα μέλη τους του λογαριασμού Α και καθόσον αφορά τα ποσά του λογαριασμού Β αυτά κατεβλήθησαν στα μέλη που πληρούσαν τις προϋποθέσεις του Νόμου και του καταστατικού και ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Τα πιο κάτω αποτελούν παραδεκτά γεγονότα και από τις δύο πλευρές και κατατέθηκαν από κοινού ως Τεκμήριο 1: "1. Ο Αιτητής ήταν υπάλληλος της Τράπεζας SOCIETE (GENERALE) CYPRUS LTD (εφεξής η «Εταιρεία») από τις 15.6.2004 μέχρι κατά ή περί τον Ιούλιο 2008 που τερματίστηκε η απασχόλησή του μετά την παραίτηση που υπέβαλε ο ίδιος στην Εταιρεία. 2. Οι Καθ'ων η αίτηση αποτελούν το Ταμείο Προνοίας που ιδρύθηκε το 1990 για όλους του υπαλλήλους της Εταιρείας. Το Ταμείο ενεγράφη στο Μητρώο Ταμείων Προνοίας που τηρείται στο γραφείο του Εφόρου Ταμείων Προνοίας σύμφωνα με τον Περί ταμείων Προνοίας Νόμο. 3. Ο Αιτητής έγινε μέλος του Ταμείου Προνοίας από την 15.12.2004 και η συμμετοχή του σε αυτό περιλάμβανε την συνεισφορά του ίδιου στον λογαριασμό Α και την συνεισφορά της Εταιρείας στον λογαριασμό Β. 4. Η συμμετοχή του Αιτητή στο Ταμείο άρχισε την 15.12.2004. 5. Ο Αιτητής απεχώρησε από την Εταιρεία τον Ιούλιο του 2008 πριν συμπληρώσει 5 χρόνια υπηρεσίας σε ηλικία μικρότερη των 50 ετών. 6. Ο Αιτητής, έλαβε όλο το υπόλοιπο που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό Α στο Ταμείο, ήτοι το ποσό των €2.059,39 (ή Λ.Κ.1.205,31). 7. Οι Καθ'ων εφαρμόζοντας τον Κανονισμό 18.2 του καταστατικού τους έκριναν ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό του λογαριασμού Β και δεν του έδωσαν κανένα ποσό από το λογαριασμό αυτό. 8. Κατατίθεται ως Τεκμήριο 2 το Καταστατικό των Καθ'ων και καθίσταται επίδικο κατά πόσο ο Κανονισμός 18.2 αυτού παραβιάζει τον περί Ταμείων Προνοίας Νόμο. 9. Κατατίθεται ως Τεκμήριο 3 η κατάσταση λογαριασμού του Αιτητή ημερ.31.12.2007 και γίνεται παραδεκτό ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεχτεί ότι ο Αιτητής δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει αυτό το ποσό ήτοι €3.429,83 (ή Λ.Κ.2.011,60) είναι που θα επιδικάσει. 10. Επειδή κάποιοι εκ των υπαλλήλων που αποχώρησαν εθελούσια από την Εταιρεία εντός του 2008, μεταξύ των οποίων και ο Αιτητής, κατήγγειλαν τους Καθ'ων η Αίτηση στον ΄Εφορο Ταμείων Προνοίας, ο τελευταίος με επιστολή του ημερ.25.11.2008, η οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο 4, ζήτησε από τους Καθ'ων η αίτηση να εξηγήσουν με ποιον τρόπο υπολόγισαν τις αποζημιώσεις των εν λόγω υπαλλήλων. 11. Με επιστολή τους ημερομηνίας 26.11.2008, η οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο 5, οι Καθ'ων απάντησαν στον Έφορο Ταμείων Προνοίας. 12. Περαιτέρω με νεώτερη επιστολή τους ημερ.23.02.2009 προς τον Έφορο Ταμείων Προνοίας, η οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο 6, ζήτησαν γνωμοδότηση από τον Έφορο Ταμείων Προνοίας κατά πόσο είχαν υπολογίσει σωστά τα ποσά των υπαλλήλων που απεχώρησαν το 2008, μεταξύ των οποίων και του Αιτητή. 13. Ο Έφορος Ταμείων Προνοίας απάντησε με επιστολή του ημερ.04.03.2009, η οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο 7". Καμία πλευρά δεν προσκόμισε προφορική μαρτυρία. Περιορίστηκαν και οι δύο πλευρές στα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα και σε τεκμήρια που κατατέθηκαν από κοινού. Πέραν από τον κατάλογο των παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο 1) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 το Καταστατικό του Ταμείου. Ο Κανονισμός 18. 2 του εν λόγω Καταστατικού έχει ως εξής: "18.2. Α Member voluntarily leaving the service of the Bank before attaining the age of sixty, shall be entitled to withdraw the entire monies standing to his or her credit in Account "A" of the Fund plus such percentage standing to his or her credit in Account "B" of the Fund in accordance with the following table. (
  2. a)If the Member has attained the age of fifty or has completed ten complete years of service: 100% (
  3. b)If the Member has not attained the age of fifty and has completed: - nine complete years of service: 90% - eight complete years of service: 80% - seven complete years of service: 70% - six complete years of service: 60% - five complete years of service: 50% - Less than five complete years of service: Nil" Kατατέθηκαν περαιτέρω από κοινού οι ακόλουθες επιστολές: (
  4. i)Η επιστολή του Εφόρου Ταμείων Προνοίας προς τον Πρόεδρο και Μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου ημερομηνίας 25.11.08, (Τεκμήριο 4) με την οποία ο Έφορος Ταμείου Προνοίας πληροφορούσε ότι έλαβε πρόσφατα καταγγελία από μέλη του Ταμείου τα οποία αποχώρησαν κατά τη διάρκεια του έτους 2008 και με την οποία τα εν λόγω μέλη εξέφραζαν διαφωνία ως προς τον τρόπο καθορισμού των ωφελημάτων που έλαβαν από το Ταμείο εν όψει της διαδικασίας διάλυσής του. Με την εν λόγω επιστολή ο Έφορος ζητούσε όπως ενημερωθεί τόσο για την ημερομηνία διάλυσης του Ταμείου όσο και για τον τρόπο καθορισμού των ωφελημάτων των αποχωρησάντων μελών εντός του 2008 και επίσης ρωτούσε με βάση ποια πρόνοια του καταστατικού τους καταβλήθηκαν ωφελήματα. (
  5. ii)Οι απαντητικές επιστολές του Ταμείου προς τον Έφορο Ταμείων Προνοίας ημερομηνίας 26.11.08 και 23.2.09 (Τεκμήρια 5 και 6) με τις οποίες πληροφορείτο ο ΄Εφορος ότι οι εν λόγω υπάλληλοι που απεχώρησαν το 2008 πληρώθηκαν με βάση το άρθρο 18.2 του Καταστατικού και ότι η ημερομηνία διάλυσης του Ταμείου ήταν η 21.11.08. (iii) Η επιστολή του Εφόρου Ταμείων Προνοίας προς τον Πρόεδρο και Μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου ημερομηνίας 4.3.09 (Τεκμήριο 7) το περιεχόμενο τη οποίας έχει ως εξής: "Το άρθρο 31

(1)του Νόμου περί Ταμείων Προνοίας αναφέρει: «Παν ταμείο προνοίας άμα τη διαλύσει του τελεί αυτοδικαίως εν εκκαθαρίσει, μέχρι δε πέρατος της εκκαθαρίσεως και δια τας ανάγκα αυτής λογίζεται υφιστάμενον». Επομένως, από την ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου της Νομοθεσίας σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18.2 του Καταστατικού του Ταμείου που αναφέρεται σε καταβολή ωφελημάτων σε εθελοντική αποχώρηση, τα αποτελέσματα τη εθελοντικής τους αποχώρησης από το Ταμείο πριν την ημερομηνία που περατώθηκε η εκκαθάριση του Ταμείου (δηλαδή την 21/11/2008 σύμφωνα με τα στοιχεία που μας έχουν υποβληθεί) ορθά καθορίστηκαν από τη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου." Δεν θα εξετάσουμε τη δικογραφημένη θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του Αιτητή ότι το Ταμείο περί τα τέλη του Νοεμβρίου του 2008 πλήρωσε όλα τα μέλη του ταμείου πλην του Αιτητή και άλλων που αποχώρησαν το 2008 τόσο τις εισφορές που υπήρχαν κατατεθειμένες σε πίστη τους στο ταμείο Α αλλά και το υπόλοιπο του Ταμείου Β ανεξάρτητα από τα χρόνια υπηρεσίας, καθότι η θέση αυτή δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν παρουσιάστηκε σχετική μαρτυρία και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή δεν αναφέρθηκε στο εν λόγω θέμα και δεν προώθησε αυτή την αξίωση κατά την αγόρευση του. Αντιθέτως περιορίστηκε στο να ισχυριστεί ότι ο Κανονισμός 18.2 του Καταστατικού αντιβαίνει το Νόμο, κάτι που αναφέρεται και στην παράγραφο 8 των παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο 1). Ως εκ των πιο πάνω το μοναδικό επίδικο θέμα που παραμένει προς εκδίκαση σύμφωνα με τις αγορεύσεις και τις δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων είναι κατά πόσο ο Αιτητής με την οικιοθελή παραίτησή του από την Εργοδότρια Εταιρεία δικαιούται να λάβει το ποσό που είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό Β του Ταμείου. Κατά την εξέταση του εν λόγω θέματος το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο η πρόνοια του Κανονισμού 18.2 του Καταστατικού του Ταμείου, η οποία περιορίζει το ωφέλημα σε περίπτωση που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του, συνάδει με τις πρόνοιες του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου του 1981, Ν.44/81, (στο εξής ο Νόμος). Το άρθρο 2 του Νόμου όπως τροποποιήθηκε αναφέρει ότι: " «καταστατικόν» σημαίνει τους κανόνας τους διέποντας τη λειτουργία ταμείου προνοίας «μέλος» σημαίνει μισθωτό ο οποίος κατέβαλεν ή καταβάλλει ή υπέρ του οποίου κατεβλήθησαν ή καταβάλλονται εισφοραί εις ταμείον προνοίας δυνάμει του καταστατικού αυτού, εφ όσον ούτος δεν απώλεσε την ιδιότητα του μέλους δυνάμει του τοιούτου καταστατικού «ταμείον προνοίας» σημαίνει οιονδήποτε ταμείον ή σχέδιον το οποίον- (i)προβλέπει διά την καταβολή χρηματικών παροχών προς μισθωτούς εν περιπτώσει τερματισμού της απασχολήσεως, μονίμου ανικανότητας προς εργασίαν, αφυπηρετήσεως ή θανάτου, και (ii)χρηματοδοτείται διά περιοδικών εισφορών υπό των μισθωτών ή υπό των μισθωτών και των εργοδωτών αυτών, εξαιρουμένου, όμως, οιουδήποτε ταμείου ή σχεδίου ιδρυθέντος δυνάμει νόμου. «ωφέλημα» σημαίνει ωφέλημα καταβαλλόμενον εκ ταμείου προνοίας δυνάμει του καταστατικού αυτού" Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου: "8.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, παν ταμείον προνοίας διέπεται υπό του καταστατικού αυτού.
(2)Το καταστατικόν ταμείου προνοίας δέον όπως καθορίζει - (α) την επωνυμία και την έδρα του ταμείου προνοίας, (β) τους όρους της εισδοχής των μελών και τας συνθήκας υφ' ας ταύτα παύουν να είναι μέλη, (γ) τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών, (δ) την Διαχειριστική Επιτροπήν του ταμείου προνοίας ως και τους όρους της εκλογής ή διορισμού και παύσεως των μελών αυτής και τας αρμοδιότητας και τους όρους λειτουργίας αυτής. (ε) τους όρους υφ' αυτούς δύναται να συγκαλήται, συνεδριάζη και αποφασίζη η συνέλευσις των μελών, (στ) τους όρους υφ' ους δύναται να τροποποιηθή το καταστατικόν, (ζ) το ποσόν ή ποσοστόν εισφορών των μελών και του εργοδότου, (η) την τήρησην και έλεγχον των λογαριασμών του ταμείου προνοίας, και (θ) τους όρους διαλύσεως αυτού.
(3)Ουδέν μέλος ταμείου προνοίας δύναται να έχη πέραν της μιας ψήφου δυνάμει του καταστατικού του ταμείου προνοίας." Το άρθρο 21 του Νόμου αναφέρει ότι: "21.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Παρόντος Νόμου τα ωφελήματα τα οποία καταβάλλονται εκ ταμείου προνοίας καθορίζονται διά του Καταστατικού αυτού.
(2)Ωφελήματα εκ ταμείου προνοίας δύνανται να καταβάλλωνται μόνον εις μέλος τοιούτου ταμείου ή τους νομίμους κληρονόμους του μέλους (α) εν περιπτώσει αφυπηρετήσεως, ήτοι όταν το μέλος υπερβή την καθοριζομένην δια του καταστατικού ηλικίαν, (β) εν περιπτώσει καθ' ην το μέλος ήθελε καταστή μονίμως ανίκανον προς εργασίαν, (γ) εν περιπτώσει θανάτου του μέλους, (δ) εν περιπτώσει τερματισμού της απασχολήσεως του μέλους, ή (ε) εν περιπτώσει διαλύσεως του ταμείου: Νοείται ότι προκειμένου περί μέλους ταμείου προνοίας το οποίον λειτουργεί δια τους μισθωτούς πλειόνων του ενός εργοδοτών, τερματισμός της απασχολήσεως του τοιούτου μέλους δεν παρέχει δικαίωμα εις ωφέλημα δυνάμει της παραγράφου (δ), εφ' όσον εντός εξ μηνών από τους τερματισμού της απασχολήσεως αυτού το μέλος ήθελεν απασχοληθή υπό τινος των είρηται εργοδοτών.
(3)Κάθε εκχώρηση ή επιβάρυνση ωφελήματος από Ταμείο Προνοίας, καθώς και κάθε συμφωνία για εκχώρηση ή επιβάρυνσή του, είναι άκυρη και σε περίπτωση πτώχευσης προσώπου το οποίο δικαιούται ωφέλημα, το ωφέλημα αυτό δεν περιέρχεται στο σύνδικο της πτώχευσης ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό των πιστωτών του προσώπου που πτώχευσε.
(4)Ωφέλημα από Ταμείο Προνοίας δεν υπόκειται σε κατάσχεση με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο: Νοείται ότι οι διατάξεις των εδαφίων
(3)και
(4)δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που μέλος του Ταμείου Προνοίας συνάπτει δάνειο με το ίδιο το Ταμείο του οποίου είναι μέλος." Είναι νομολογημένο ότι στον όρο «τερματισμός της απασχόλησης» περιλαμβάνεται τόσο ο τερματισμός με πρωτοβουλία του εργοδότη όσο και η παραίτηση εκ μέρους του εργαζομένου. (βλ. Χριστιάνα Χριστοδούλου ν. Ταμείο Προνοίας και Υπαλλήλων της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καιμακλίου, Πολ. Έφεση 197/08, ημερ. 17.3.11). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή κατά την αγόρευσή του ανέφερε ότι το Καταστατικό του Ταμείου και συγκεκριμένα το άρθρο 18.2 είναι παράνομο και άκυρο. Περαιτέρω ανέφερε ότι το άρθρο 21
(1)(δ) του Νόμου δεν θέτει καμιά προϋπόθεση για τη λήψη του ωφελήματος του και δεν περιορίζει ούτε θέτει όρους για την καταβολή του ωφελήματος. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ταμείου ανέφερε ότι είναι σαφές ότι η ρύθμιση του Κανονισμού 18
(2)(β) του Καταστατικού εναρμονίζεται πλήρως με τις επιταγές του Νόμου και ουδεμία παρανομία έχει τελεσθεί. Το Δικαστήριο για να αποφασίσει επί του επίδικου θέματος θα πρέπει να ερμηνεύσει τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο αποτελεί ερμηνευτικό αξίωμα ότι, όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, ο Νόμος πρέπει να εφαρμόζεται ως έχει. (Βλ. The Cyprus Cement Company Limited v. Republic
(1974)3 C.L.R. 514, Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 και Κωνσταντίνος Κυριακίδης κ.α. v. Μερόπης Δικηγοροπούλου κ.α., Πολ. Έφ. 300/2008, ημερ. 31/5/2012). Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση πλειοψηφίας στην υπόθεση Γεωργίου v. Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων
(1999)1 Α.Α.Δ. 384, 389: "Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, Income Tax Commissioners v. Pamsel [1891] A.C. 531, 543, Pilabakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs [1922] 1 A.C. 1, 8, Kanaris v. Tosoum
(1969)1 C.L.R. 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191, 204)". Το πιο πάνω υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση Παναγιώτης Κλεοβούλου v. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, Πειθαρχική Έφεση Αρ. 1/2012, ημερ. 22/2/2013. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Νικολάου v. Βασιλείου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1566, 1574: "Η διατύπωση του Νόμου είναι σαφής. Ο Νομοθέτης με απλή και καθαρή γλώσσα έχει θέσει σαν προϋπόθεση για την έγκυρη έγερση αγωγής την αποστολή έγγραφης γνωστοποίησης προς το Γενικό Εισαγγελέα. Το λεκτικό του Νόμου είναι τόσο καθαρό που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να το ερμηνεύσει και εφαρμόσει σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη έννοιά του". Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd (ανωτέρω), στη σελ. 533: "Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη". Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Γ. Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.α., Πολ. Έφ. 124/2010, ημερ. 14/7/2011, όπου αναφέρθηκε ότι: "Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες". Άλλωστε όπως λέχθηκε στην υπόθεση Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59, 64: "Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. (Βλ. Δημοκρατία v. Ματθαίου, Αναθεωρητική Έφεση 832, ημερ. 12.7.1990. Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, Τέταρτη Έκδοση, Τόμος 44, παραγρ. 863 - 873). Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων. (Βλ. Δημοκρατία v. Αντωνίου και Άλλων)". Στην παρούσα περίπτωση θεωρούμε ότι το λεκτικό των πιο πάνω αναφερόμενων προνοιών του Νόμου είναι καθαρό και σαφές γι αυτό πρέπει να ερμηνευτεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια και δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Θεωρούμε ότι οι εν λόγω πρόνοιες του Νόμου είναι σαφέστατες και ξεκάθαρες και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ερμηνευθούν σύμφωνα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή. Το άρθρο 21 του Νόμου αναφέρει ξεκάθαρα ότι τα ωφελήματα τα οποία καταβάλλονται από το Ταμείο καθορίζονται από το Καταστατικό του Ταμείου και όχι ότι κάθε εργαζόμενος που αποχωρεί από την εργασία του δικαιούται σε πληρωμή όλων των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα στους λογαριασμούς Α και Β. Θεωρούμε ότι ο Κανονισμός 18.2 του Καταστατικού δεν αντιβαίνει τις πρόνοιες του Νόμου και δεν είναι ούτε παράνομος ούτε άκυρος όπως ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή. Εν κατακλείδι, επαναλαμβάνουμε ότι στην κρινόμενη περίπτωση το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης είναι απλό, καθαρό και σαφές και ως εκ τούτου είναι καθήκον μας να το ερμηνεύσουμε σύμφωνα με τη φυσική και συνήθη έννοιά του. Είναι τόσο καθαρό που δεν είναι επιδεκτικό οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας. Θεωρούμε λοιπόν, ότι ο Νόμος προβλέπει ρητά ότι το Καταστατικό του Ταμείου Προνοίας καθορίζει τα ωφελήματα του κάθε εργαζομένου. Το αν ο Αιτητής δικαιούται το ποσό που βρίσκεται στο λογαριασμό Β του Ταμείου εξαρτάται και διέπεται από τις πρόνοιες του Καταστατικού οι οποίες προβλέπουν ότι για να δικαιούτο ο Αιτητής το εν λόγω ποσό κατά την αποχώρηση του έπρεπε είτε να είχε συμπληρώσει το 50ο έτος της ηλικίας του είτε να είχε συμπληρώσει τουλάχιστον 10 χρόνια συνεχούς υπηρεσίας για καταβολή όλου του ποσού είτε τουλάχιστον 5 χρόνια για καταβολή συγκεκριμένου ποσοστού ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ικανοποιούσε καμιά από τι πιο πάνω προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου δεν δικαιούται στην είσπραξη κανενός ποσού. Ομόφωνα αποφασίζουμε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται σε πληρωμή του ποσού του λογαριασμού Β. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Δ. Αναστασίου, Μέλος. Σ. Γεωργίου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Ταμείο Προνοίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.