← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΗ, Αίτηση Αρ. Ε7/13, 28/2/2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΗ, Αίτηση Αρ. Ε7/13, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2014:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Ε7/13 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ από τη Λευκωσία Αιτητών και ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΗ από τη Λευκωσία Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.1.2014 για την έκδοση διαταγμάτων μετά την απόφαση 28.2.2014 Για τους Αιτητές: κ. Γ. Κωνσταντινίδης. Για να ακούσει απόφαση η κα. Ελ. Κωνσταντινίδου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χρ. Νικολάου για κ.κ. Στέλιος Ιερωνυμίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 23.1.2014, οι Αιτητές στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «η υπό εξέταση αίτηση» και «οι Αιτητές», αντίστοιχα), εξαιτούνταν ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει, αμέσως μετά την επίδοσιν του διατάγματος, στον καθ' ου η αίτησις και τους αντιπροσώπους και τους υπαλλήλους του και στα τέκνα του και στη σύζυγο του από του να μετακινήσουν και αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή περιουσία ευρισκόμενη εντός του επίδικου καταστήματος και παταριού στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ 31 στη Λευκωσία και εντός των υπογείων χώρων του καταστήματος και της ανεξάρτητης υπόγειας αποθήκης την οποία ενοικιάζει ο καθ' ου η αίτησις πλην των εμπορευμάτων τα οποία ο καθ' ου η αίτησις πωλεί λιανικώς από το επίδικο κατάστημα με τις κατάλληλες αποδείξεις και παραστατικά πωλήσεως μέχρι πλήρους εκδικάσεως της παρούσας αίτησις και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την καταγραφή των εμπορευμάτων τα οποία υπάρχουν στο ως άνω κατάστημα, πατάρι, υπόγεια του καταστήματος και στην ανεξάρτητη υπόγεια αποθήκη την οποία ενοικιάζει ο καθ' ου η αίτησις. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτάσσει την καταγραφή των λιανικών πωλήσεων οι οποίες γίνονται από το ως άνω κατάστημα και την έκδοσιν των σχετικών αποδείξεων πωλήσεως.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θθ.1,2, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 και στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983, Καν. 9, 11(α), (β), (γ), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 7, τροποποίηση 134(Ι)/1999, άρθρα 91Α

(1)
(2), στο Κεφ. 62 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Μιχαήλ Κωνσταντινίδη της ιδίας ημερομηνίας. Ο κ. Κωνσταντινίδης λέγει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας εταιρείας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από το διοικητικό συμβούλιο να προβεί στην ένορκο δήλωση του. Έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που έχουν σχέση με την υπόθεση. Την 11.11.2013 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση με την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση διατάττεται να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή των επιδίκων υποστατικών και να καταβάλει προς όφελος τους χρηματικά ποσά. Η εκτέλεση του διατάγματος έξωσης και της απόφασης, πλην των δικηγορικών εξόδων, ανεστάλη από την 11.11.2013 μέχρι 28.2.
  1. Κατά την 11.11.2013, ημερομηνία έκδοσης της ρηθείσας εκ συμφώνου απόφασης ο δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση, προκειμένου να επιτευχθεί η εκ συμφώνου απόφαση και να δοθεί αναστολή εκτέλεσης της μέχρι την 28.2.2014, στην παρουσία και του υιού του Καθ' ου η Αίτηση ανέφερε ενώπιον του ενόρκως δηλούντα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είχε μεγάλης αξίας αντικείμενα στους υπόγειους χώρους που ενοικίαζε τα οποία επροτίθετο να πωλήσει λιανικά, λειτουργώντας το κατάστημα ώστε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια. Ο ενόρκως δηλών αποδέχθηκε ως εκπρόσωπος της Αιτήτριας τις ως άνω διαβεβαιώσεις του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση και συναίνεσε στην αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος έξωσης, καθότι γνώριζε, όπως λέγει, από επανειλημμένες επισκέψεις του στο επίδικο αλλά και στους υπόγειους χώρους του και την ανεξάρτητη αποθήκη, ότι πράγματι υπήρχαν εμπορεύματα μεγάλης αξίας, αποθηκευμένα στους υπόγειους χώρους και την ανεξάρτητη αποθήκη. Πρόσφατα, σε διάφορες ημερομηνίες αλλά και κατά ή περί την 17η και 18η Ιανουαρίου 2014, ο κ. Κωνσταντινίδης διαπίστωσε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση μέσω των αντιπροσώπων του με φορτηγό αυτοκίνητο αλλά και με τα ιδιωτικά αυτοκίνητα του υιού και της συζύγου του, φορτώνει και μεταφέρει μέσω των ρηθέντων αντιπροσώπων του πολλά εμπορεύματα, απομακρύνοντας σταδιακά τα εμπορεύματα και αντικείμενα των υπογείων χώρων τα οποία συνίστανται σε πορσελάνες, κρύσταλλα και άλλα είδης αξίας, κομπολόγια και διάφορα είδη δώρων, ως επίσης βιτρίνες και λοιπό εξοπλισμό. Οι ενέργειες αυτές του Καθ' ου η Αίτηση μέσω των αντιπροσώπων του να αρχίσει να απομακρύνει από τα επίδικα υποστατικά τα εμπορεύματα και τα άλλα αντικείμενα παρά την ύπαρξη της πιο πάνω απόφασης και παρά τις διαβεβαιώσεις μέσω του δικηγόρου του ότι θα προσπαθούσε να τα πωλήσει λιανικά στο κατάστημα του ώστε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του προς τους Αιτητές, συνιστούν συνειδητές πράξεις καταδολίευσης των εξ' αποφάσεως πιστωτών του ήτοι των Αιτητών, η απαίτηση των οποίων ανέρχεται βάσει της εκδοθείσας απόφασης, σε €67.083 πλέον τόκους. Ο ενόρκως δηλών λέγει πως οι Αιτητές είναι πεπεισμένοι ότι ο Καθ' ου η Αίτηση προβαίνει σ' αυτές τις πράξεις αποξένωσης των κινητών του καταστήματος και των άλλων υπόγειων χώρων που του έχουν ενοικιασθεί, προκειμένου να αποστερήσει τους Αιτητές από τη δυνατότητα να εισπράξουν τα δικηγορικά έξοδα αλλά και τα οφειλόμενα ποσά και αν δεν εμποδιστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου να παύσει τη μετακίνηση των εμπορευμάτων του σε άγνωστο για τους Αιτητές χώρο, οι Αιτητές δεν θα είναι σε θέση να εισπράξουν οποιοδήποτε από τα οφειλόμενα ποσά. Κατά ή περί την 20.1.2014 και ενώ η θύρα που οδηγεί στις αποθήκες του Καθ' ου η Αίτηση, στους κοινόχρηστους χώρους του υπογείου και στους ιδιόκτητους υπόγειους χώρους της Αιτήτριας, ήταν ανοικτή, ελήφθησαν στην παρουσία του ενόρκως δηλούντα, από τρίτο πρόσωπο το οποίο κάλεσε, φωτογραφίες όπου φαίνονται εμπορεύματα, χαρτοκιβώτια εμπορευμάτων και διάφορα άλλα αντικείμενα τα οποία μετακινήθηκαν από την ανεξάρτητη αποθήκη του υπογείου στους κοινόχρηστους διαδρόμους. Η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι πως πρέπει να καταγραφούν τα εμπορεύματα τα οποία υπάρχουν μέσα στα κατάστημα και στα υπόγεια του καταστήματος και της ανεξάρτητης αποθήκης και εάν πωλούνται λιανικώς από το επίδικο κατάστημα να καταγράφονται οι πωλήσεις και τα ποσά, με την έκδοση σχετικών αποδείξεων. Είναι η θέση του ότι οι Αιτητές έχουν άριστη βάση αγωγής εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και υπάρχουν σοβαρά ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση καταχωρίστηκε την 11.2.
  2. Η ένσταση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ.1-11, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 και στους Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983, Καν. 9, 11
(1)(α)(β)γ), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, τροποποιήσεις 134(Ι)/1999 άρθρα 91Α
(1)
(2), στο Κεφ. 62, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  1. «Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος.
  2. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρουν οι Αιτητές τόσο στην αίτηση τους όσο και στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 23.1.2014 είναι ασαφή και αόριστα και δεν στοιχειοθετούν με ακρίβεια την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ούτε και την πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία, στη βάση που αυτό που επιδιώκουν με την αίτηση τους καθώς επίσης και με το απαγορευτικό προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 24.1.
  3. Οι Αιτητές τόσο με την αίτηση τους όσο και με την ένορκη δήλωση τους δεν αναφέρουν οποιαδήποτε γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη.
  4. Οι Αιτητές αποκρύπτουν ουσιαστικά γεγονότα αναφορικά με την ύπαρξη περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση και αυτό είχε σαν επακόλουθο στην προκειμένη περίπτωση να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα το οποίο και εκδόθηκε στις 24.1.2014 και ως εκ τούτου μπορούν να ικανοποιηθούν μετά τις 28.2.2014 ημερομηνία κατά την οποία εκπνέει η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και του Διατάγματος Εξώσεως ημερομηνίας 11.11.
  5. Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει ήδη πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου των Αιτητών.
  6. Οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι έχουν αποκρύψει πολύ ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά στην αξιολόγηση του αιτήματος για προσωρινή θεραπεία.
  7. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει το στοιχείο του κατεπείγοντος έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και δεν αποκαλύπτονται ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με το κατεπείγον του αιτήματος.
  8. Η αίτηση αυτή δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και/ή πνεύμα της νομοθεσίας και του νόμου και σε περίπτωση που το Διάταγμα που εδόθηκε στις 24.1.2014 καταστεί απόλυτο, τότε θα αντίκειται στην ήδη εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 11.11.2013, η οποία προβλέπει παράδοση του υποστατικού με κενή και ελεύθερη κατοχή.
  9. Σκοπείται παρέλκυση και/ή παρέκκλιση της διαδικασίας.
  10. Η παρούσα αίτηση σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση.
  11. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος.
  12. Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας.
  13. Το διάταγμα παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση κ. Γεωργίου Κάη, της ιδίας ημερομηνίας. Ο κ. Κάης λέγει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Έχει διαβάσει την ένορκο δήλωση των Αιτητών η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς σ' αυτήν, εκτός όσους ρητά παραδέχεται, οι οποίοι συνίστανται ουσιαστικά στις παραγράφους που αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 11.11.
  14. Ο κ. Κάης λέγει ότι νοικιάζει το επίδικο υποστατικό για περίοδο πέραν των σαράντα ετών, και ως εκ τούτου έχουν συσσωρευτεί διάφορα εμπορεύματα και/ή αντικείμενα (stock), τα οποία διατίθεντο και/ή διατίθενται προς πώληση. Περαιτέρω, αρκετά από τα προαναφερθέντα αντικείμενα, ανήκουν σε μέλη της οικογένειας του και/ή έχουν φθαρεί και/ή καταστραφεί από το πέρασμα του χρόνου. Ο ενόρκως δηλών καλεί τους Αιτητές σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους περί αποξένωσης και απομάκρυνσης εμπορευμάτων. Λέγει ότι οποιαδήποτε χαρτοκιβώτια και/ή αντικείμενα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση των Αιτητών, είναι άδεια και/ή σκουπίδια, τα οποία ευρίσκονται στο συγκεκριμένο σημείο μέχρι και σήμερα. Η μεταφορά αυτών έγινε με σκοπό τη δυνατότητα συμμόρφωσης με την απόφαση και/ή Διάταγμα ημερομηνίας 11.11.013, καθώς πλησιάζει ο χρόνος που εκπνέει η αναστολή εκτέλεσης. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος και η αίτηση δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και το πνεύμα της νομοθεσίας και του Νόμου. Ο ενόρκως δηλών προχωρεί με την επανάληψη κάποιων από τους λόγους ένστασης. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δε διαβεβαιώνει σε οποιοδήποτε σημείο της ενόρκου δηλώσεως του ότι έχει πρόθεση να εξοφλήσει τους Αιτητές, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Ιστορικό: 1) Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου στις 11.11.2013, ως ακολούθως: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ: (α) Όπως ο Καθ' ου η Αίτηση εκκενώσει και παραδώσει στους Αιτητές, κενή και ελευθέρα την κατοχή του καταστήματος επί της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου αρ. 31, στη Λευκωσία, καθώς και του υπογείου του εν λόγω καταστήματος, του διπλανού υπογείου (ήτοι του υπογείου του καταστήματος στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου αρ. 31Α) και του ανεξάρτητου μεγάλου υπογείου που ευρίσκεται όπισθεν των υπό αναφορά καταστημάτων. (β) Όπως ο Καθ' ου η Αίτηση και/ή οποιοσδήποτε υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή διευθυντής και/ή οποιοσδήποτε τρίτος κατ' εξουσιοδότηση του Καθ' ου η Αίτηση εμποδισθεί και δια του παρόντος εμποδίζεται από του να κατέχει και/ή χρησιμοποιεί το και/ή τα επίδικα υποστατικά. (γ) Όπως ο Καθ' ου η Αίτηση καταβάλει προς όφελος των Αιτητών, τα κάτωθι ποσά:
(1)€23.583,00 οφειλόμενα ενοίκια πλέον €420,00 κοινόχρηστα έξοδα και τέλη στάθμευσης για την περίοδο Ιουλίου 2012 - Ιανουαρίου 2013, εντόκως προς 9% ετησίως από 8.1.2013 μέχρις εξοφλήσεως.
(2)€3.429,00 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.2.2013 μέχρι παράδοσης κατοχής, εντόκως προς 9% ετησίως επί εκάστου ποσού εκ €3.429 από την ημέραν που καθίσταται πληρωτέο μέχρις εξοφλήσεως.
(3)€2.352,00 δικηγορικά έξοδα, εντόκως προς 5,5% ετησίως από 8.1.2013 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον €42,00 έξοδα εκδόσεως της παρούσης αποφάσεως. (δ) Όπως η θεραπεία υπό Β(στ), αποσυρθείσα υπό του δικηγόρου, δια του παρόντος απορρίπτεται άνευ βλάβης. (ε) Η εκτέλεση του διατάγματος έξωσης και της απόφασης, πλην των δικηγορικών εξόδων, αναστέλλεται από σήμερα μέχρι 28.2.2014, περιλαμβανομένης.» 2) Την 24.1.2014 εκδόθηκαν μονομερώς από το Δικαστήριο τρία Διατάγματα ως ζητούνταν με την υπό εξέταση αίτηση (βλέπετε πιο πάνω), τα οποία ορίστηκαν για επίδοση στις 31.1.
  1. Η αίτηση ορίστηκε ξανά την 12.2.2014 για να καταχωριστεί ένσταση και στη συνέχεια για ακρόαση την 21.2.
  2. Στις 12.2.2014 εκδόθηκαν εκ συμφώνου Διατάγματα αντεξέτασης τόσο του ενόρκως δηλούντα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, όσο και του ενόρκως δηλούντα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στις 21.2.2014 ο κ. Κωνσταντινίδης ήταν παρών αλλά ο κ. Κάης δεν ήταν. Παρουσιάστηκαν ιατρικά πιστοποιητικά, σύμφωνα με τα οποία δεν ήταν σε θέση να παρευρεθεί στο Δικαστήριο, καθώς δυνατόν αυτό να έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του. 3) Το Δικαστήριο άκουσε αγορεύσεις και επιφύλαξε την απόφαση του για να εκδοθεί σήμερα. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αίτηση δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης αλλά αποτελεί διαδικασία μετά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Αιτούμενα διατάγματα: Άρθρο 32 - Διατάγματα προς το σκοπό διευκόλυνσης της εκτέλεσης απόφασης και συμφυής εξουσία - Injunctions in aid of execution, inherent jurisdiction: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)[1], του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στο οποίο βασίζεται η υπό εξέταση αίτηση, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά, όταν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό. (α) Συμφυής εξουσία: Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [2]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Παραθέτω ένα απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 222, που έχει χαρακτηρισθεί ως αποκαλυπτικό της φύσης και προσδιοριστικό των παραμέτρων της δικαιοδοσίας: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» [δική μου υπογράμμιση] (β) Διάταγμα προς το σκοπό διευκόλυνσης της εκτέλεσης: Το Δικαστήριο έχει τη συμφυή εξουσία να εκδώσει διάταγμα μετά την έκδοση τελικής απόφασης, προς το σκοπό ελέγχου της ενώπιον του διαδικασίας και ειδικότερα προς το σκοπό παρεμπόδισης οποιασδήποτε πιθανής κατάχρησης τέτοιας διαδικασίας. Βλέπετε σχετικά την Κυπριακή αυθεντία Linmare Shipping v. Βoustani
(1981)1 C.L.R. 386, αλλά και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφος 808 [3]. Στην προαναφερθείσα αυθεντία Linmare Shipping v. Boustani, ο έντιμος Δικαστής κ. Λ. Σαββίδης, καθοδηγήθηκε από την Αγγλική αυθεντία Stewart Chartering v. C. & O. Managements
(1980)1 All ER 718 και την απόφαση του Δικαστή Robert Goff (βλέπετε απόσπασμα από τη σελίδα 399[4]), για να αποφασίσει τη συνέχιση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος Mareva μετά την έκδοση τελικής απόφασης. Τέτοια διατάγματα είναι συνήθως του τύπου Mareva, όπου είχε δοθεί προσωρινό διάταγμα και διατάζεται η συνέχιση της ισχύς του μετά την έκδοση απόφασης (βλέπετε Jet West Ltd. and another v. Haddican and Others,
(1992)1 W.L.R. 487), ή ακόμα και Anton Piller Orders. Ζητούνται δε κατά κόρον από τον Ενάγοντα / Αιτητή και/ή επιτυχών διάδικο, με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης που έχει εξασφαλίσει. Βλέπετε σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφοι 866 και 872. Σχετικά με προσωρινά διατάγματα τύπου Mareva, βλέπετε τις Κυπριακές αυθεντίες ABP Holdings Ltd. v. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ.248, Παντελίδη v. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111, και Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd. κ.α.,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301. Υπάρχουν ακόμα, περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να εκδοθεί διάταγμα όπου υπάρχει η περίπτωση να διαπραχθεί ή έχει διαπραχθεί, το αδίκημα της καταφρόνησης Δικαστηρίου δια της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου. Έμμεση αναφορά στο ίδιο θέμα γίνεται στην παράγραφο 808 του συγγράμματος Halsbury's (πιο πάνω), αλλά βλέπετε και το σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, όπου στη σελίδα 626: "It is competent for the Court, where a contempt is threatened, or has been committed, to take the more lenient course of granting an injunction, instead of making an order for committal or sequestration" με παραπομπή, μεταξύ άλλων, στην Αγγλική αυθεντία J & P Coats v. Chadwick
(1894)1 Ch 347. Η περίπτωση εκείνη όμως αφορούσε καταφρόνηση Δικαστηρίου δια της δημοσιοποίησης πληροφοριών σε σχέση με εκκρεμή υπόθεση και την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και όχι διατάγματος μετά την απόφαση. (γ) Προστατικά Διατάγματα: Το δεύτερο και το τρίτο Διάταγμα, όπως ζητούνται με την υπό εξέταση αίτηση και όπως έχουν εκδοθεί στις 24.1.2014, αποτελούν προστατικά διατάγματα. Για τις γενικές αρχές επί των οποίων εκδίδεται προστακτικό διάταγμα βλέπετε Morris v. Redland Bricks Ltd.
(1970)A.C. 652, στις σελίδες 665-666 και R.K.B. Leathergoods Ltd. v. Βιργινίας Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1071, στις σελίδες 1084-1086. Σχετικό και ιδιαίτερα διαφωτιστικό το παρατεθέν απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή κ. Μ. Φωτίου, στην αυθεντία Σχίζας v. Αδάμου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 395, στη σελίδα 404[5]. Ο έντιμος Δικαστής ασχολήθηκε όμως με προστακτικά διατάγματα ως τελική θεραπεία και όχι με αίτηση ως η υπό εξέταση. Κατάληξη: Από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία και υπό το φως της νομολογίας, κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης το οποίο φέρουν για την έκδοση απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων (injunctions) μετά την έκδοση τελικής απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, προς το σκοπό διευκόλυνσης της εκτέλεσης της τελικής απόφασης. Απόφαση: Υπό το φως των ανωτέρω, τα Διατάγματα ημερομηνίας 24.1.2014 καθίστανται απόλυτα. Ο Καθ' ου η Αίτηση να καταβάλει τα έξοδα των Αιτητών για την υπό εξέταση αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα της απόφασης ημερομηνίας 11.11.2013, ήτοι €50.000 - €100.000. (Υπ.) .............. Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΛΣΚ/ [1] «32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τα περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδηται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι, εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερον στάδιον.» [2] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In sum, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [3] 808. "Injunction in aid or in lieu of other remedies. Although the court cannot compel the Treasury to pay to sequestrators a pension granted to the defendant, the defendant can be prevented from receiving it and the sequestrators can be authorised to receive it. Where defendants were in breach of an undertaking given in lieu of the injunction sought, and the plaintiffs then moved to sequestrate the defendants' property, the court, while holding that the facts strictly enabled it to make a sequestration order, granted an injunction in the terms of the undertaking and penalised the defendants in costs. An injunction may be granted in aid or in lieu of equitable execution. An injunction can also be granted in support of a charging order on land, securities or money in court. A mareva injunction may be granted or continued after judgment in aid of execution." [δική μου υπογράμμιση] [4] (σελίδα 399) " I am therefore presented with the paradoxical situation that, because the plaintiffs have obtained an injunction designed to prevent the defendants from removing assets from the jurisdiction in order to prevent the plaintiffs from satisfying any judgment, they are inhibited from signing judgement in default of appearance which is, in the present situation the next step which would ordinarily be taken by them with a view to enforcing their claim. The solution to this problem lies, in my judgment, in the inherent jurisdiction of the Court to control its own process, and in particular to prevent any possible abuse of that process. If the plaintiffs were unable to obtain a judgment in the present case without abandoning their Mareva injunction, it would be open to a defendant to defeat the very purpose of the proceedings simply by declining to enter an appearance. Such conduct would be an abuse of the process of the Court; and in my judgment the Court has power to take the necessary steps, by virtue of its inherent jurisdiction, to prevent any such abuse of its process. The appropriate action to be taken by the Court in such circumstance is, in my judgment to grant leave to the plaintiffs, in an appropriate case, to enter judgment in default of appearance, notwithstanding that the writ is indorsed with a claim for an injunction. If the Court so acts, it can also order that the Mareva injunction continue in force after the judgment, in aid of execution. The purpose of a Mareva injunction is to prevent a defendant from removing his assets from the jurisdiction so as to prevent the plaintiff from obtaining the fruits of his judgment; from this it follows that the policy underlying the Mareva injunction can only be given effect to if the Court has power to continue the Mareva injunction after judgment in aid of execution. In my judgement, the present case is an appropriate case for the Court so to proceed. I therefore give leave to the plaintiffs to enter judgment; and I shall also order that the Mareva injunction continue in force in aid of execution." [5] «Σύμφωνα με τη νομολογία και τα σχετικά συγγράμματα, η έκδοση ενός διατάγματος είναι πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία όμως πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση ορισμένα κριτήρια και όχι αυθαίρετα. Ειδικά για διατάγματα διατακτικής μορφής (mandatory injunctions) στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση σελ. 328 παράγραφο 7-06 παρατίθενται κριτήρια τα οποία βοηθούν το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Τα κριτήρια αυτά, περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: Διάταγμα διατακτικής μορφής εκδίδεται μόνο όπου (α) ο ενάγων δείχνει ότι υπάρχει πολύ δυνατή πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά αν δεν επέμβει το δικαστήριο και (β) όπου η ζημιά που προκαλείται από την άρνηση έκδοσης του διατάγματος είναι τέτοια που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις. (γ) Το δικαστήριο θα αρνηθεί τη θεραπεία αν η συμμόρφωση με το διάταγμα από τον εναγόμενο θα είναι παράνομη. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη και το κόστος που θα υποστεί ο ενάγων για σκοπούς συμμόρφωσης. (Morris v. Redland Bricks Ltd. [1970] A.C. 652). (δ) Εάν το δικαστήριο θα κλίνει υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, τότε θα πρέπει να εξεταστεί και το κατά πόσο ο εναγόμενος θα γνωρίζει ακριβώς τι πρέπει να κάνει. Αναφορικά με το (γ) πιο πάνω, το γεγονός ότι θα στοιχίσει αρκετά στον εναγόμενο για να συμμορφωθεί με το διάταγμα, δυνατό να μην είναι εμπόδιο στην έκδοση του διατάγματος αν φανεί ότι ο εναγόμενος ενήργησε ετσιθελικά, παράνομα και ενάντια των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση Wrothams Park Estate Company v. Parkside Homes Ltd. a. o. [1974] 1 All E.R. 321 σελ 336 όπου φαίνεται ότι ακόμα και εκεί που ο εναγόμενος επίσπευσε την ανέγερση, παρά τη διαμαρτυρία του ενάγοντα, δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Απλώς το γεγονός αυτό, σε κατάλληλη υπόθεση, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη εναντίον του εναγομένου ούτως ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.