Σόνια-Αθανασία Τσιουτσιουλικλή ν. Αντρέας Γεωργιάδης, Αρ. Αίτησης: 2/2014, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2014:7 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΣΤΕΓΗΣ Ενώπιον: Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 2/2014 Μεταξύ: Σόνια-Αθανασία Τσιουτσιουλικλή Αιτήτριας -και- Αντρέας Γεωργιάδης Καθ΄ ου η αίτηση Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 5.3.2014 Ημερομηνία: 23.5.
- Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Ο κ. Στ. Μαυρομμάτης. Για Καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Γ. Κουκούνης. Καθ΄ ου η αίτηση: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι είναι σύζυγοι. Από το γάμο τους, που έγινε στις 30/6/2002, απέκτησαν τρία παιδιά, την Ευφροσύνη, τη Μαρίνα-Αγάπη και το Νικόλα, που γεννήθηκαν στις 29/7/2003, 12/7/2006 και 5/6/2009, αντίστοιχα. Είναι και οι δύο καθηγητές-φιλόλογοι. Η Αιτήτρια με μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 5/3/14, επαναλαμβάνοντας τις θεραπείες που ζητά με την εναρκτήρια αίτηση της την οποία καταχώρησε την ίδια ημερομηνία, ζητούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να της παραχωρείται η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης που βρίσκεται στην οδό Μιχάλη Ζανέττου 21, στα Λειβάδια Λάρνακας, καθώς και διάταγμα που να διατάζει τον Καθ΄ ου η αίτηση να την εγκαταλείψει. Επίσης ζητούσε διάταγμα που να απαγορεύει στον Καθ΄ ου η αίτηση να εισέρχεται και να χρησιμοποιεί την εν λόγω κατοικία. Το Δικαστήριο εξέδωσε τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα στις 6/3/14 και τα όρισε για αναθεώρηση στις 14/3/
- Τα προσωρινά διατάγματα αμφισβητήθηκαν από τον Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος καταχώρησε την ένσταση του στις 18/3/
- Αίτηση και ένσταση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και του Καθ΄ ου η αίτηση, αντίστοιχα. Κατά την ακρόαση της αίτησης που έγινε στις 8/4/14, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Θα με απασχολήσει ως πρώτο το ζήτημα ότι η Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο και δεν έχει αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα. Πρόκειται κατ΄ αρχάς για τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια απέκρυψε το σοβαρό πρόβλημα υγείας του Καθ΄ ου η αίτηση, ότι δηλαδή υποβλήθηκε σε εγχείριση καρδίας το 2005 και στις 19/2/14, λόγω οιδήματος/αιματώματος στο πόδι, περπατούσε με πατερίτσες και οι θεράποντες ιατροί του στο Παλαιό Νοσοκομείο Λάρνακας και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου παρεπέμφθει, του χορήγησαν φαρμακευτική αγωγή, συνέστησαν ανάπαυση και του έδωσαν αναρρωτική άδεια μέχρι τις 14/3/
- Η ταξινόμηση ενός γεγονότος ως ουσιώδους για τους σκοπούς της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα συνδέεται με το ουσιαστικό δίκαιο που ρυθμίζει το αντικείμενο της διαφοράς. Στην υπόθεση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο είπε για το άρθρο 17
(1)στη σ.427: «...παρατηρούμε πως το άρθρο δεν εξειδικεύει κανένα από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν. Προνοεί πως παραχωρείται στον ένα σύζυγο η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης ή τμήματος της «εφόσο το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών», χωρίς όμως να προκαθορίζει, ούτε θα ήταν δυνατό άλλωστε, ποιο γεγονός η ποια συμπεριφορά θα είχε και σε ποιο βαθμό ή δεν θα είχε σημασία, κατά περίπτωση.» Αποτελεί γεγονός πως για τα πιο πάνω ζητήματα όπως τίθενται από τον Καθ΄ ου η αίτηση, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, που συνοδεύει την αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο Καθ΄ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι στις 28/1/14 αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία όταν η Αιτήτρια του το ζήτησε, ώστε αυτή να αποφασίσει τα του γάμου τους. Η συνεννόηση τους ήταν πως αυτό θα διαρκούσε επτά μέρες. Παρατάθηκε όμως όταν σε συνάντηση που είχαν στις 5/2/14, η Αιτήτρια δήλωνε ότι δεν είχε ακόμα αποφασίσει. Ορίστηκε νέα συνάντηση τους στις 27/2/14 κατά την οποία η Αιτήτρια ανακοίνωσε στον Καθ΄ ου η αίτηση την απόφαση της να χωρίσουν, ενώ ο τελευταίος της ανακοίνωσε ότι θα επιστρέψει στο σπίτι την επομένη, δηλαδή στις 28/2/14, για να είναι κοντά στα παιδιά τους, πράγμα το οποίο έπραξε. Τα πιο πάνω δεδομένα και ειδικότερα η, υπό τις πιο πάνω ισχυριζόμενες περιστάσεις, αποχώρηση του Καθ΄ ου η αίτηση από τη συζυγική κατοικία αναιρεί το παράπονο του για μη αποκάλυψη του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει από το 2005. Αν το πρόβλημα ήταν τέτοιο που δεν θα επέτρεπε την αποχώρηση του από τη συζυγική κατοικία, γιατί αυτός το έπραξε; Περαιτέρω τίθεται θέμα γνώσης της Αιτήτριας για την επιπλοκή στην υγεία του Καθ' ου η αίτηση στις 19/2/14, ενώ αυτός βρισκόταν εκτός της συζυγικής κατοικίας. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να πληροφορήσει την Αιτήτρια για το θέμα αυτό και τίποτε σχετικό με την πληροφόρηση της ή τη διαπίστωση που η ίδια θα έπρεπε να είχε κάνει δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του. Αντίθετα ο Καθ΄ ου η αίτηση σύνδεσε το θέμα της επιστροφής του στη συζυγική κατοικία στις 28/2/14, μόνο με τα παιδιά των διαδίκων. Τα ίδια ισχύουν και για την περίοδο που ακολούθησε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Με βάση όλα τα πιο πάνω, η μη αποκάλυψη από την Αιτήτρια των ζητημάτων που θέτει ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως απόκρυψη ή ως ουσιαστικό γεγονός που θα ασκούσε οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου στο χρόνο έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων [Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583]. Πέραν των πιο πάνω παράπονα για εξαπάτηση του Δικαστηρίου θίγονται σκόρπια στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση και για άλλα ζητήματα. Αυτά μπορούν να υπαχθούν κάτω από το γενικότερο ισχυρισμό του για τη δημιουργία εκ μέρους της Αιτήτριας «μιας επίπλαστης εικόνας διάστασης» μεταξύ των διαδίκων. Στην ουσία όμως πρόκειται για ισχυρισμούς που ο ίδιος, υποκειμενικά, θεωρεί ως ουσιώδη γεγονότα ή για ισχυρισμούς της Αιτήτριας που και πάλιν ο ίδιος προκρίνει ως αναληθείς. Θεωρεί ως ψεύδη κάθε ισχυρισμό της Αιτήτριας που ο ίδιος αρνείται και ως αληθινό κάθε δικό του ισχυρισμό. Θα παρέθετα και θα εξέταζα ξεχωριστά αυτά τα γεγονότα εάν ο Καθ΄ ου η αίτηση τα κατέγραφε ευκρινώς και τα απαριθμούσε στην ένορκη δήλωση του. Ο χειρισμός όμως του θέματος δεν δικαιολογεί την περαιτέρω ενασχόληση μου με τον ισχυρισμό περί εξαπάτησης του Δικαστηρίου, με τον οποίον εν πάση περιπτώσει διαφωνώ. Κανένα απ΄ αυτά δεν θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως απόκρυψη γεγονότος ουσιώδους για το σκοπό της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα. Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. [Βλ. μεταξύ άλλων Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, Μ & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.α. ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791, Σάββα ν. Τηλεμάχου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2081, Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 629, Reckendorfer ν. Reckendorfer
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1132]. Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152]. Στην απόφαση Κυτάλα (ανωτέρω) τονίστηκε πως το ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα αλλά η έκδοση του υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας δε θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό μόνο να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Έχοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η διατήρηση του προσωρινού διατάγματος σε συνάρτηση με το άρθρο 17
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90)το οποίο προνοεί τα εξής: «Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσο το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις...». Διατείνεται η Αιτήτρια στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση της πως τα πρώτα σύννεφα στο γάμο των διαδίκων παρουσιάστηκαν μετά τη γέννηση του τρίτου τους παιδιού το 2009. Δεν τα εξειδικεύει, παρά μόνο τα αποδίδει στον Καθ΄ ου η αίτηση. Το Σεπτέμβριο του 2013 σύμφωνα με την παρ. 6 της ενόρκου δηλώσεως της ανακοίνωσε στον Καθ΄ ου η αίτηση την επιθυμία της να χωρίσουν. Η αντίδραση του ήταν πολύ άσχημη και είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εκ μέρους του σοβαρών επεισοδίων σε βάρος της που συνοδεύονταν με απειλές και εκβιασμούς κυρίως για το θέμα της μέριμνας και φύλαξης των παιδιών (παρ. 7). Η ίδια άρχισε να χάνει τη φωνή της και ένοιωθε «φοβερή αναστάτωση με ψυχοσωματικές αντιδράσεις». Το Δεκέμβριο του 2013 υποβλήθηκε σε επέμβαση πολύποδα στις φωνητικές χορδές (παρ. 9). Ο Καθ΄ ου η αίτηση ήτο αρνητικός στο ενδεχόμενο χωρισμού τους (παρ. 10). Στις 26/1/14 ανέβηκε στη σοφίτα του σπιτιού τους όπου βρισκόταν ο Καθ΄ ου η αίτηση για να του ζητήσει εξηγήσεις γιατί, όπως διαπίστωσε, αυτός επενέβη στο κινητό της τηλέφωνο διαβάζοντας τα μηνύματα της. Δημιουργήθηκε επεισόδιο. Ο Καθ΄ ου η αίτηση κλείδωσε την πόρτα, κτυπούσε το χέρι του στο γραφείο, φώναζε, ούρλιαζε και την απειλούσε. Άρχισε να ζαλίζεται και του ζήτησε να της ανοίξει για να φύγει. Αυτός αρνείτο, μέχρι που έπεσε στο έδαφος σχεδόν λιπόθυμη (παρ. 11-13). Στις 28/1/14 ο Καθ΄ ου η αίτηση συναισθανόμενος την πιο πάνω απαράδεκτη συμπεριφορά του αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία και πήγε στο εξοχικό των γονιών του στο Μενεού (παρ. 14). Σε μικρό χρονικό διάστημα, μετά το πιο πάνω γεγονός, όπου η Αιτήτρια τοποθετεί και τη διάσταση και κατόπιν παράκλησης του Καθ΄ ου η αίτηση, συναντήθηκαν και αφού συζήτησαν μεταξύ τους της ζήτησε να ξανασκεφτεί τα του γάμου τους και να του δώσει μια τελική απάντηση (παρ. 15). Στις 27/2/14 ο Καθ΄ ου η αίτηση πήγε στο σπίτι και ζήτησε επιτακτικά την απάντηση της. Του ανακοίνωσε πως επιμένει στο χωρισμό τους και γι΄ αυτό δεν επιθυμεί την επιστροφή του. Αντέδρασε άσχημα και δήλωσε ότι την επομένη θα επέστρεφε, πράγμα που έπραξε (παρ. 17-18). Η Αιτήτρια αποχώρησε από το υπνοδωμάτιο το οποίο χρησιμοποιεί, μετά την επιστροφή του στο σπίτι, ο Καθ΄ ου η αίτηση, και κοιμάται στο ξενώνα (παρ. 28). Την 1/3/14 διαπίστωσε ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση απέκοψε τη σύνδεση του διαδικτύου που η ίδια χρησιμοποιεί για να επικοινωνεί με τους γονείς της στην Ελλάδα και για την ολοκλήρωση της διδακτορικής της διατριβής (παρ. 19). Όταν του ζήτησε εξηγήσεις της επιτέθηκε λεκτικά και την απείλησε ότι έπονται πολλά που θα της κάνει (παρ. 20). Στις 2/3/14 μπροστά στα παιδιά ανέφερε ότι αυτή θέλει να τον χωρίσει και δεν αγαπά ούτε αυτόν ούτε τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα αυτά να αναστατωθούν, να φοβηθούν και να αρχίσουν να κλαίνε (παρ. 21). Το απόγευμα της ίδιας μέρες τους επισκέφθηκαν οι γονείς του Καθ΄ ου η αίτηση. Η πεθερά της άρχισε να την βρίζει και να την απειλεί λέγοντας της, μεταξύ άλλων, ότι θα την στείλει απ΄ εκεί που ήρθε και θα την απελάσει (παρ. 22). Ο Καθ΄ ου η αίτηση φώναζε και στην προσπάθεια του να την οδηγήσει προς τον πατέρα του για να μιλήσουν την άρπαξε από τα χέρια, της είπε ότι θα της σπάσει το κεφάλι και την έσυρε στο πάτωμα. Επενέβη ο πεθερός της και την οδήγησε σε άλλο δωμάτιο για να συζητήσουν και να την μεταπείσει. Δεν υπήρξε το επιθυμητό αποτέλεσμα αφού η ίδια θεωρεί την απόφαση της να χωρίσουν ως οριστική (παρ. 23). Σε σχέση με τα πιο πάνω, η γενική θέση του Καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του, η οποία καλύπτει 58 παραγράφους, είναι πως η Αιτήτρια έχει δημιουργήσει μια «επίπλαστη εικόνα διάστασης μεταξύ τους με σκοπό να επιτύχει την έκδοση των αιτηθέντων προσωρινών διαταγμάτων του Δικαστηρίου και την απομάκρυνση του από την οικογενειακή στέγη και τα τρία ανήλικα τέκνα τους χωρίς να υπάρχει λόγος» (παρ. 11). Δεν υπήρχαν προβλήματα στη σχέση των διαδίκων και δεν αληθεύει ότι το Σεπτέμβριο του 2013 η Αιτήτρια του ανακοίνωσε την επιθυμία της να χωρίσουν (παρ. 34). Ζούσαν αρμονικά και στο ίδιο κρεβάτι. Τα περί απειλών και εκβιασμών είναι ψεύτικοι ισχυρισμοί. Δεν υπήρχε ένταση και αναστάτωση στη συζυγική οικία, ούτε και δημιουργήθηκαν οποιαδήποτε επεισόδια. Τότε η Αιτήτρια «αμφιταλαντευόταν και δεν είχε καθαρή γνώμη». Ο ίδιος είναι φιλόλογος στο επάγγελμα, «ψάλτης και πολύ φιλόθρησκος, σταθερός και ήπιος σαν χαρακτήρας, σε αντίθεση με την αιτήτρια που εύκολα θυμώνει, είναι εγωιστική και διακατέχεται από εμμονές». (παρ. 16, 34, 35 και 36). Το πρόβλημα στη φωνή της Αιτήτριας ήταν ιατρικό και «δεν προκλήθηκε από ψυχολογική πίεση ή λεκτική βία» που άσκησε ο Καθ΄ ου η αίτηση σε βάρος της (παρ. 17 και 35). Τα όποια προβλήματα στη σχέση τους προκλήθηκαν εξ΄ υπαιτιότητας της αιτήτριας που αντιμετωπίζει προβλήματα και δη ψυχολογικά και συμβουλεύεται ψυχολόγο και διακατέχεται από αδικαιολόγητες εμμονές (παρ. 13 και 15). Αρνείται ότι υπήρξε επεισόδιο στις 26/1/14 και ότι στις 28/1/14 αποχώρησε από τη συζυγική οικία λόγω αυτού. Αποχώρησε κατόπιν παράκλησης της Αιτήτριας και «μόνο για 7 μέρες ώστε να της δοθεί χώρος και χρόνος για να αποφασίσει για το γάμο τους λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που η ίδια αντιμετωπίζει». Στη συζήτηση που είχαν στη σοφίτα του σπιτιού τους ο Καθ΄ ου η αίτηση προσπαθούσε ήρεμα να εξηγήσει στην Αιτήτρια ότι όλα θα πήγαιναν καλά με το γάμο τους, συμπεριλαμβανομένου και του οικονομικού θέματος. Έκλεισε την πόρτα για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά και την κλείδωσε για να μην μπουν στη σοφίτα. Η Αιτήτρια προσποιήθηκε ότι ζαλίστηκε και δεν αληθεύει ότι αρνήθηκε να της ανοίξει για να βγει έξω. (παρ. 14, 19, 20, 37 και 38). Στις 5/2/14, σε συνάντηση που είχαν σε εστιατόριο στη Λάρνακα η Αιτήτρια «του ζήτησε να μείνει εκτός σπιτιού για ακόμα λίγες μέρες γιατί ακόμα δεν είχε πάρει την απόφαση της» κι΄ αυτός σεβάστηκε την επιθυμία της (παρ. 20 και 40). Στις 27/2/14, σε προκαθορισμένη συνάντηση που είχαν στην κατοικία τους η Αιτήτρια του ανέφερε ότι θέλει να χωρίσουν. Δεν αντέδρασε άσχημα και σεβάστηκε την απόφαση της. Της ανέφερε όμως ότι την επομένη θα επέστρεφε στο σπίτι για να είναι κοντά στα παιδιά. Θεωρεί ότι η Αιτήτρια «εκμεταλλεύτηκε τη συγκαταβατικότητα του και την ειλικρινή του πρόθεση να βρουν λύση στα προβλήματα τους, ζητώντας του να μείνει για λίγες μέρες εκτός σπιτιού, ούτως ώστε να δημιουργήσει την επίπλαστη εικόνα της διάστασης» (παρ. 41 και 42). Παραδέχεται ότι απέκοψε τη σύνδεση του διαδικτύου. Αυτό όμως έγινε για περιορισμό των εξόδων, εφόσον τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, πράγμα που προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να εξηγήσει στην Αιτήτρια. Εν πάση περιπτώσει, την πρώτη εργάσιμη μέρα μετά την αποκοπή προέβηκε στην επανασύνδεση του διαδικτύου (παρ. 46). Για το ότι συνέβηκε στις 2/3/14 «υπαίτιος και υπεύθυνος είναι η ίδια η Αιτήτρια». Ενώ βρίσκονταν σε εστιατόριο στο Παραλίμνι, μαζί με τα παιδιά, η Αιτήτρια είπε πως «τα παιδιά τους δεν τον θέλουν μαζί τους», γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της κόρης τους Έφης η οποία και διέψευσε την Αιτήτρια (παρ. 47). Κατά την επίσκεψη των γονέων του Καθ΄ ου η αίτηση το απόγευμα της ίδιας μέρας, δηλαδή στις 2/3/14, δεν έγινε οποιοδήποτε επεισόδιο και «οι γονείς του τους επισκέφθηκαν από αγάπη και ενδιαφέρον και είχαν μια πολιτισμένη συζήτηση με την Αιτήτρια και με τον ίδιο για τη σχέση τους» (παρ. 25 και 48). Μια από τις προϋποθέσεις για ενεργοποίηση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 17 του Ν.23/90 είναι η διακοπή της συμβίωσης. Το επεισόδιο της 26ης/1/14 και η μετέπειτα αποχώρηση του Καθ΄ ου η αίτηση από τη συζυγική κατοικία σηματοδοτούν κατά την Αιτήτρια τη διακοπή της συμβίωσης. Η άρνηση του Καθ΄ ου η αίτηση για την ύπαρξη επεισοδίου στις 26/1/14 και η θέση του ότι η αποχώρηση του από τη συζυγική κατοικία έγινε γιατί η Αιτήτρια του το ζήτησε «για να αποφασίσει για το γάμο τους λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που η ίδια αντιμετωπίζει», δεν αναιρούν τη διακοπή της συμβίωσης. Η λέξη «συμβίωση» στο επίμαχο άρθρο του Νόμου έχει την έννοια της γενικά αποδεκτής ομαλής συλλειτουργίας του έγγαμου ζεύγους σε όλες τις εκφάνσεις της σχέσης και δεν συνδέεται με τη συγκατοίκηση ή μη του ζεύγους (Πηχίδης ν. Πηχίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1612). Επίσης είναι χωρίς σημασία ποιος από τους δύο συζύγους οδήγησε τα πράγματα εκεί που έφτασαν. Ούτε και η υπαιτιότητα που ενδεχόμενα έχει ο ένας ή ο άλλος ή και οι δύο διάδικοι στη διακοπή της συμβίωσης δεν επηρεάζουν την επέμβαση του Δικαστηρίου. Εκείνο που μετρά είναι η διακοπή της συμβίωσης και μόνο. Στην περίπτωση που εξετάζεται έχει εκλείψει η θέληση για συνέχιση του έγγαμου βίου, γεγονός που επιβεβαιώνεται και μετά την επάνοδο του Καθ΄ ου η αίτηση στη συζυγική κατοικία στις 28/2/14, με τους διάδικους να κοιμούνται χωριστά, αλλά και από τη θέση του ίδιου του Καθ΄ ου η αίτηση πως όταν την προτερέα, δηλαδή στις 27/2/14, η Αιτήτρια εξέφρασε την επιθυμία της να χωρίσουν αυτός σεβάστηκε την απόφαση της (παρ. 41). Για όλα αυτά η θέση του Καθ΄ ου η αίτηση πως η συμβίωση δε διακόπηκε δε γίνεται αποδεκτή. Επομένως τηρείται στην παρούσα υπόθεση μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 17
(1)για έκδοση διατάγματος αποκλειστικής χρήσης. Θεωρώ επίσης ότι και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει και η Αιτήτρια απέδειξε ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως αίτηση. Έχοντας καταλήξει ότι έχει επέλθει διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων, ως αναφέρθη πιο πάνω, ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 17
(1)του Ν.23/90 και η Αιτήτρια, ως εν διαστάσει σύζυγος του Καθ΄ ου η αίτηση, δικαιούται να αξιώνει την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης. Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της αναφέρεται στην ένταση και την αναστάτωση που επικρατεί στη συζυγική κατοικία που επηρεάζει τόσο την ίδια όσο και τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων. Αποδίδει την κατάσταση αυτή στον Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί την απόφαση της να χωρίσουν με αποτέλεσμα να παρεκτρέπεται και να μην ελέγχει τον εαυτό του. Αναφέρεται δε σε σειρά γεγονότων τα οποία χαρακτηρίζει ως επεισόδια που προκάλεσε σε βάρος της ο Καθ΄ ου η αίτηση. Ο Καθ΄ ου η αίτηση με τη δική του ένορκη δήλωση αποδίδει στην Αιτήτρια τα ίσα. Αυτή είναι που «παρεκτρέπεται, χάνει τη ψυχραιμία της και δημιουργεί αναστάτωση στο σπίτι λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει και τις ανεξέλεγκτες τάσεις θυμού της». Η συμπεριφορά του ιδίου «ήταν πάντοτε συγκαταβατική και καθώς πρέπει. Ουδέποτε παρεκτράπηκε και η παραμονή του στο σπίτι μόνο θετική μπορεί να είναι, τόσο για την Αιτήτρια όσο και για τα τέκνα τους». Δηλώνει πως σεβάστηκε την απόφαση της να χωρίσουν. Δίνει τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Αιτήτρια και αρνείται πως αυτά αποτελούσαν επεισόδια. Τόσο από τη μαρτυρία της Αιτήτριας όσο και του Καθ΄ ου η αίτηση συνάγεται πως οι σχέσεις τους είναι τεταμένες και η συνύπαρξη τους κάτω από την ίδια στέγη καθίσταται εκ των πραγμάτων προβληματική. Δεν είναι η ώρα να προβώ σε πλήρη ανάλυση της μαρτυρίας των διαδίκων και να κατανείμω ευθύνες ως προς την υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου. Οι συνέπειες όμως των μεταξύ τους εντάσεων δημιουργούν αναμφίβολα σοβαρές επιπτώσεις τόσο για τους διάδικους όσο και για τα παιδιά τους. Όπως επισημαίνεται στη Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168 «ό,τι ο νομοθέτης επεδίωξε με τις διατάξεις του Άρθρου 17, ήταν ο περιορισμός στο βαθμό του εφικτού των δυσμενών επιπτώσεων για την οικογένεια από τη διακοπή της συμβίωσης». Αν αυτός είναι ο σκοπός της τελικής θεραπείας, πολύ περισσότερο ισχύει για την προσωρινή δικαστική προστασία. Ως προς τις ειδικές περιστάσεις των διαδίκων σημειώνω τα εξής: Η κατάσταση της υγείας του Καθ΄ ου η αίτηση δεν επηρέασε την απόφαση του να αποχωρήσει από τη συζυγική κατοικία. Ούτε και στη συνέχεια η επιπλοκή στην υγεία του ήταν καθοριστική για την παραμονή του ή μη εκτός της συζυγικής κατοικίας. Οι διάδικοι εργάζονται ως καθηγητές-φιλόλογοι. Οι οικονομικές υποχρεώσεις που αναφέρει ο Καθ΄ ου η αίτηση στην παρ. 55 της ένορκης δήλωσης του αφορούν και τους δύο διαδίκους. Η Αιτήτρια ως εκ της καταγωγής της - είναι Ελληνίδα υπήκοος - δεν έχει άλλη επιλογή από την οικογενειακή στέγη, ιδίως εφόσον μαζί της διαμένουν και τα τέκνα των διαδίκων. Το διαμέρισμα που έχουν οι διάδικοι και το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί είναι ενοικιασμένο. Αντίθετα αποδείχθηκε από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση έχει στη διάθεση του χώρο προσωρινής διαμονής. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα παραπέμπω στην απόφαση Mitsingas, ανωτέρω, όπου τονίστηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799): «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία.» Εφόσον η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών όπως η παρούσα. Ο επιβαλλόμενος τρόπος προσέγγισης έχει αναλυθεί στην απόφαση Κατσουρίδης, ανωτέρω, του τότε Δικαστή και πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδη ο οποίος συμφώνησε με το αποτέλεσμα της απόφασης των άλλων δύο Δικαστών, απλά εξέδωσε το δικό του σκεπτικό (σελ. 420): «Ο πρωτόδικος δικαστής παράθεσε στο μέρος της απόφασης του, όπου εξετάζει τα νομικά κριτήρια βάσει των οποίων εκδίδεται ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, τη νομολογία μας που υιοθετεί ουσιαστικά τις αρχές του Κοινοδικαίου. Πολύ ορθά επισημαίνει όμως και τη διαφορά που ενυπάρχει σ΄ ένα τέτοιο διάταγμα λόγω του χώρου που καλύπτει, αυτού δηλαδή των συζυγικών-οικογενειακών σχέσεων. Έχουμε την άποψη πως η πιο πάνω σοβαρή διαφορά καλόν είναι να λειτουργεί στη σκέψη του δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου.» Με βάση το ενώπιον μου υλικό και το ότι η παρούσα υπόθεση αφορά σχέσεις συζύγων οι οποίες δεν αποτιμούνται σε χρήμα, ούτε μπορούν να αποκατασταθούν μεταγενέστερα, θεωρώ ότι τηρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην περίπτωση των διαδίκων η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ρήξης δικαιολογεί το κατεπείγον και απαιτεί την απομάκρυνση του Καθ΄ ου η αίτηση από την οικογενειακή στέγη. Παράλληλα θέτει εκ ποδών την εισήγηση του Καθ΄ ου η αίτηση για χρησιμοποίηση μέρους της οικογενειακής στέγης από τον ίδιο. Το ζήτημα της επικοινωνίας με τα παιδιά του, ως και το θέμα της παραλαβής των κινητών του από τη συζυγική κατοικία, μπορούν να ρυθμιστούν με δικό του διάβημα στο Δικαστήριο ή να διευθετηθούν μεταξύ των διαδίκων και δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για διαιώνιση και επίταση της ρήξης. Ειδικότερα ως προς το θέμα της επικοινωνίας του Καθ΄ ου η αίτηση με τα παιδιά του σημειώνω τη θέση του ιδίου ότι αυτή ήταν συνεχής. Για όλα τα παραπάνω η μονομερής αίτηση ημερ. 5/3/14 επιτυγχάνει. Το προσωρινό διάταγμα καθίσταται οριστικό. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση αλλά θα καταβληθούν μετά το πέρας της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.)....................... Δ. Κούσιου, Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο