ΜΑΡΙΟΣ Χ?ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. SHOUFAS WINERY LTD, Αρ. Αίτησης: 466/13, 14/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2014:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χ. Τσιολή ) Δ. Επιφανείου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 466/13 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ Χ″ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτητή -και- SHOUFAS WINERY LTD Καθ΄ ών η αίτηση --------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16/04/2014 για τροποποίηση των γενικών λόγων της αίτησης εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Η κα E.Θεοχάρους για Μ. Γεωργίου & Συνεργάτες. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Η κα Ν. Χαραλάμπους για Π. Φιλίππου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής καταχώρησε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς στις 5.6.13 («η Αίτηση») με την οποία αξιώνει από τους Καθ΄ ων η Αίτηση τα ακόλουθα: «Α. Αποζημιώσεις για παράνομη και/ή άδικη απόλυση και/ ή παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του . Β. 792,00 ευρώ ως ενός μηνός προειδοποίηση που δικαιούται ο αιτητής. Γ. 1000 ευρώ ως δεδουλευμένη προμήθεια ύψους (€ 20,000 Χ 5%). Δ. Αναλογία ετήσιας άδειας. Ε . Αναλογία 13ου μισθού. ΣΤ. Νόμιμο Τόκο, Φ.Π.Α και Έξοδα.» Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης στις 23.12.
- Στις 7.1.14 ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») ειδοποίησε τους δικηγόρους των διαδίκων ότι η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 21.2.14 ενώπιον του Δ.Ε.Δ. που συνεδριάζει στην Πάφο. Στις 13.1.14 ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε τηλεομοιότυπο στον Πρωτοκολλητή του Δ.Ε.Δ. στο οποίο σημείωνε ότι ενόψει του ότι (α) η εργοδότηση του Αιτητή από τους Καθ΄ ων η Αίτηση έγινε στη Λευκωσία, (β) ο Αιτητής απασχολείτο από τους Καθ΄ ων η Αίτηση στη Λευκωσία και (γ) η παύση της εργασίας του Αιτητή έγινε στη Λευκωσία η υπόθεση λανθασμένα ορίστηκε στο Δ.Ε.Δ. που συνεδριάζει στην Πάφο και ζητούσε όπως η υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δ.Ε.Δ. που συνεδριάζει στη Λευκωσία. Στις 21.2.14 οι δικηγόροι των διαδίκων εμφανίστηκαν στο Δ.Ε.Δ. που συνεδρίαζε στην Πάφο και ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί για οδηγίες για να δουν το θέμα της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 28.3.
- Στις 28.3.14 ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε όπως η υπόθεση παραπεμφθεί στο Δ. Ε.Δ. που συνεδριάζει στη Λευκωσία. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η Αίτηση έφερε ένσταση στο πιο πάνω αίτημα. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι επειδή δεν περιέχονται ισχυρισμοί στους γενικούς λόγους της Αίτησης που να δεικνύουν που αναφύηκε η επίδικη εργατική διαφορά δεν μπορεί να αποφασίσει αναφορικά με το ζήτημα της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και να εκδώσει απόφαση σε σχέση με το αίτημα του δικηγόρου του Αιτητή. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 23.5.
- Στις 16.4.14 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η απάλειψη της παραγράφου 3 των γενικών λόγων της αίτησης εργατικής διαφοράς στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο αιτητής εργοδοτήθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση την 01/06/2012 μέχρι τις 18/4/2013 ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε παράνομα.» και η αντικατάσταση της με την πιο κάτω νέα παράγραφο 3: «Ο αιτητής εργοδοτήθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση την 01/06/2012 μέχρι τις 18/4/2013 ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε παράνομα. Η πρόσληψη του αιτητή έγινε στα γραφεία της εταιρείας των καθ΄ ων η αίτηση τα οποία βρίσκονται στην Λεωφόρο Αθαλάσσης στην Επαρχία Λευκωσίας. Η εργασία του αιτητή ξεκινούσε καθημερινά από την αποθήκη των καθ΄ ων η αίτηση η οποία βρίσκεται στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας όπου παραλάμβανε στο όχημα των καθ΄ ων η αίτηση κρασιά των ιδίων τα οποία προμήθευε στην συνέχεια ανάλογα με το δρομολόγιο του στην Επαρχία Λευκωσίας. Η απόλυση του αιτητή έγινε επίσης στην Λευκωσία και συγκεκριμένα στην αποθήκη των καθ΄ ων η αίτηση στα γραφεία των καθ΄ ων η αίτηση τα οποία βρίσκονται στη Λεωφόρο Αθαλάσσης της Επαρχίας Λευκωσίας». Η αίτηση βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.10, Δ.25 ΘΘ1-6, Δ.48 ΘΘ 1-3,8 και 9, Δ.64 καθώς επίσης και επί της πρακτικής και των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομ. 16.4.14 που συνοδεύει την αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 27.8.14 η οποία εμπεριέχει τους πιο κάτω λόγους ένστασης για τους οποίους θεωρούν το αίτημα απορριπτέο: «
- Η αίτηση υπό εξέταση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αχρείαστη και/ή κακόπιστη και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή υποβάλλεται για σκοπούς κωλυσιεργίας της ταχείας και ορθής εκδίκασης της υπόθεσης.
- Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και/ή οι ισχυρισμοί που επιθυμείται να προστεθούν με την τροποποίηση στην Κυρίως Αίτηση αφορούν γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή, πριν την καταχώριση της Κυρίως Αίτησης και προφανώς ήταν σε γνώση του Αιτητή κατά την καταχώρηση της.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς αλλά θα καθυστερήσουν περαιτέρω την επί της ουσίας συζήτηση της υπόθεσης.
- Με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγονται θέματα και ζητήματα που θα περιπλέξουν τις μεταξύ των διαδίκων πραγματικές διαφορές και αξιώνονται δικονομικά απαράδεκτες θεραπείες και/ή δεν είναι δικονομικά παραδεκτό να αξιώνεται με την τροποποίηση μετατόπιση υπόθεσης για εκδίκαση της σε άλλη επαρχία.
- Ο Αιτητής δια της παρούσης αίτησης επιδιώκει να αναιρέσει και να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοκολλητή, η ορθότητα και/ή νομιμότητα της οποίας τεκμαίρεται ώστε ν΄ αλλάξει τον τόπο εκδίκασης της υπόθεσης με έντεχνο τρόπο.
- Η αιτούμενη θεραπεία δεν είναι θέμα τεχνικό και/ή τυπικό αλλά τυχόν έγκριση της πιθανόν να επηρεάσει την κατά τόπο δικαιοδοσία εκδίκαση της παρούσης αίτησης θέμα που δεν μπορεί να εξετάσει το παρών δικαστήριο αλλά οφείλεται να προσβάλει ο Αιτητής με άλλο διαθέσιμο ένδικο μέσο.
- Με την σκοπούμενη τροποποίηση επηρεάζονται τα δικαιώματα της Καθ΄ ης η Αίτηση για ταχεία εκδίκαση της αγωγής τους και της διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο.
- Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
- Δεν ευθύνεται η Καθ΄ ης η Αίτηση και δεν μπορεί να επηρεάζονται τα συμφέροντα της από λάθη του Αιτητή στον χειρισμό και την προώθηση της Κυρίως Αίτησης του αφού με την τροποποίηση εμφανώς προκαλείται βλάβη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ΄ ης η Αίτηση.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1-4, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις γενικές νομικές αρχές, στις συμφυείς εξουσίες, γενική πρακτική, νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμούς 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δ.Ε.Δ τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιον του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[1]). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 271/08 Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου ημερ. 16.12.2011 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.»[2] Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ. 131 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «The court will also look at the materiality of the proposed amendment, and will, as a rule, refuse leave to make immaterial and useless amendments or merely technical or trivial amendments. So, an amendment which if made would set up a claim or defence which is bad in law will not be allowed , nor will an amendment to add an unnecessary counterclaim be allowed, or to add a claim to recover nominal damages or a claim which the plaintiff has precluded himself from raising ;and where the plaintiff's claim as originally framed is unsupportable , an amendment which would leave the claim equally unsupportable will not be allowed .» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934), Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) Α.Α.Δ. 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, Πολιτική Έφεση 79/09 ημερ.4.5.2012). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα[3] από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ. 52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην Αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33 τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο πάνω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη».[4] Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ. 707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence".» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, Πολιτική Έφεση 79/09 ημερ.4.5.2012.). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης (Βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075). Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελ. 624 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs...». Στη σελ. 628 σημειώνονται τ' ακόλουθα : "Rights Accrued, where.- Amendments which would prejudice the rights of the opposite party existing at date of proposed amendment are not, as a rule, admissible. Thus, a plaintiff will not be allowed to amend by setting up a fresh claim in respect of causes of action, which since the issue of the writ, have become barred by the Statute of Limitations (Weldon v Neal, 19 Q.B.D.394; Doyle v. Kaufman 3 Q.B.D.7; Lancaster v. Moss, 15 T.L.R. 476; Palmer v. Palmer ,[1923] 2 Ir.R.154; Marshall v. L.P.T.B., [1936] 3 All E.R.83; Batting v. L.P.T.B., [1941] 1 All E.R.228; Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A) Amendments which may affect the position of the other persons, e.g. plaintiffs in similar actions may be refused (Forbes v. Samuel [1913]3 K.B.65,C.A.). Nor will a defendant be allowed to amend his defence six months after writ by alleging that a local authority, and not he, was liable, the period within which the local authority could have been sued having expired (Steward v. North Metropolitan Tramways Co, 16.Q.B.D.556..... ) ".[5] Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφαση του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed.» Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές και λαμβάνοντας υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακρόασης θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης (κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος) υπό το πρίσμα των αρχών που αναφέραμε πιο πάνω. Εξετάζοντας με προσοχή το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, τα όσα ζητούνται στην αίτηση, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι με την αίτηση ζητείται η προσθήκη ισχυρισμών στους γενικούς λόγους της Αίτησης αναφορικά με τον τόπο πρόσληψης, εργασίας και τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή με σκοπό τη διευκρίνιση, τον καθορισμό και τη συμπερίληψη στο δικόγραφο του Αιτητή πλαισίου γεγονότων στο οποίο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί ώστε να αποφασίσει επί του ζητήματος της κατά τόπο δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. σε σχέση με την παρούσα Αίτηση εργατικής διαφοράς με βάση τον Κ. 2(Α)
(1)των Κανονισμών ο οποίος προβλέπει τα ακόλουθα: «Υποθέσεις που ανάγονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα εκδικάζονται εκτός της έδρας του Δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση όπου το αγώγιμο δικαίωμα ή το δικαίωμα για την ανάκτηση αποζημιώσεων βάσει του Νόμου αναφύηκε ή προέκυψε σε Επαρχία άλλη από τη Λευκωσία. Εκτός Λευκωσίας θα εκδικάζεται επίσης, κάθε υπόθεση η οποία στρέφεται εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού στην Επαρχία όπου ο αιτητής έχει τη συνήθη αυτού διαμονή. Στην πρώτη περίπτωση η υπόθεση θα εκδικάζεται στην Επαρχία στην οποία αναφύηκε ή προέκυψε η διαφορά και στη δεύτερη στην Επαρχία όπου ο αιτητής έχει τη συνήθη αυτού διαμονή.» Στη Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240 αποφασίσθηκε ότι η άσκηση δικαστικής εξουσίας από τα δικαστήρια, συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα τους. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολιτικό δικαστήριο της Κύπρου για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς απαραιτήτως πρέπει να έχει ταυτόχρονα καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα. Η ύπαρξη μόνο καθ' ύλην αρμοδιότητας δεν επαρκεί, απαιτείται και η συνύπαρξη κατά τόπον αρμοδιότητας ως το δεύτερο συστατικό στοιχείο της δικαιοδοσίας. (Βλέπε Β. Παπακοκκίνου v. Εταιρείας Landbroke PLC
(1999)1 Α.Α.Δ. 838). Θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου (Theofanous v Georgiou
(1969)1 CLR 203). Στην Αίτηση για certiorari της Χρύσως Ηρακλέους
(1998)1 Α.Α.Δ. 1241 στη σελ. 1248 λέχθηκε ότι: «Το ζήτημα δικαιοδοσίας καθίσταται αμιγώς νομικό μόνο εφόσον αποκρυσταλλώνεται η βάση πραγμάτων». Με βάση τη νομολογία τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση δηλαδή τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης (βλέπε Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 B AAΔ 729, Sartas Importers Distributors Ltd v. Mαρούλλη
(2003)1 ΑΑΔ 1446). Στη Μούρτζινος ν Global Cruises Ltd
(1992)1 AAΔ 1160 αποφασίστηκε ότι: «(α) Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δηλαδή την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του για απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (β) Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις και ειδικώτερα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Παρατηρούμε ότι στην υπό εξέταση υπόθεση στους γενικούς λόγους της Αίτησης δεν στοιχειοθετούνται οποιαδήποτε γεγονότα αναφορικά με το που (α) αναφύηκε το δικαίωμα του Αιτητή για αποζημιώσεις και πληρωμή προειδοποίησης με βάση τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο Ν.24/67και (β) αναφύηκαν τα αγώγιμα δικαιώματα του Αιτητή για αναλογία ετήσιας άδειας, αναλογία 13ου μισθού και δεδουλευμένη προμήθεια. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία που μπορούν να προσδιορίσουν την τοπική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. αναφορικά με την Αίτηση. Για να μπορέσει ο Αιτητής να επιχειρηματολογήσει αναφορικά με το ζήτημα της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ θα πρέπει να είναι δικογραφημένο το σχετικό πλαίσιο των γεγονότων. Περαιτέρω είμαστε της γνώμης ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την τοπική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ώστε να αποφασιστεί το εν λόγω ζήτημα στα αρχικά στάδια της διαδικασίας παρά να αφεθεί το θέμα να αποφασιστεί όταν θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία τα σχετικά γεγονότα κατά την ακροαματική διαδικασία της Αίτησης καθ΄ ότι θα αποφευχθούν περιττά έξοδα και άσκοπη σπατάλη Δικαστικού χρόνου. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε περίπου 3 μήνες μετά τη λήψη της ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή σχετικά με τον ορισμό της Αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. που συνεδριάζει στην Πάφο και αφού μεσολάβησαν η επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή στον Πρωτοκολλητή με την οποία ζητούσε τη μεταφορά της υπόθεσης στο Δ.Ε.Δ. που συνεδριάζει στη Λευκωσία και δύο εμφανίσεις ενώπιον του Δ.Ε.Δ. που συνεδρίαζε στην Πάφο κατά τις οποίες τέθηκε το ζήτημα της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. που συνεδριάζει στην Πάφο να εκδικάσει την Αίτηση. Την πρώτη φορά (21.2.14) που ορίστηκε η υπόθεση για οδηγίες το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση ξανά για οδηγίες για να συζητηθεί το θέμα μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. Τη δεύτερη φορά (28.3.14) αφού οι δικηγόροι δεν συμφώνησαν σχετικά με το ποιο Δικαστήριο είναι κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση το Δικαστήριο όρισε την Αίτηση για οδηγίες στις 23.5.
- Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης από την πλευρά του Αιτητή. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης. Κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιον μας που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ΄ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις oι Καθ΄ ων η Αίτηση θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς θεμελίωσης και απόδειξης των υπερασπίσεων τους από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο του Αιτητή τους επιδιδόταν εξ αρχής. Δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ποια διαφορετική στάση θα τηρούσαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση αν προβάλλονταν εξ αρχής οι αιτούμενες τροποποιήσεις στους γενικούς λόγους της Αίτησης (βλέπε Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α & G Leventis & Company (Νigeria) Ltd (πιο πάνω)) ή ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση λόγω της μη συμπερίληψης των αιτούμενων με την αίτηση ισχυρισμών στους γενικούς λόγους της Αίτησης απέκτησαν κάποια δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση και δεν θα υποστούν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Με την ένσταση τους οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι όλα τα γεγονότα και λεπτομέρειες τις οποίες αιτείται ο Αιτητής να προσθέσει με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν γνωστά σε αυτόν και στους δικηγόρους του κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης εργατικής διαφοράς αφού τα γεγονότα που επιθυμεί ο Αιτητής να προσθέσει δεν είναι γεγονότα που διαπιστώθηκαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Αιτητή η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν οι δικηγόροι του με τον ορισμό από το Πρωτοκολλητείο του Δ.Ε.Δ. της Αίτησης στο Δ.Ε.Δ. που συνεδριάζει στην Πάφο διαπίστωσαν ότι λόγω καλόπιστου λάθους και/ ή παράλειψης και/ή αβλεψίας δεν αναγράφηκε στους γενικούς λόγους της Αίτησης το που έγινε η πρόσληψη και η απόλυση του και το που εκτελούσε την εργασία του κατά την διάρκεια της απασχόλησης του στους Καθ΄ ων η Αίτηση. Δεν υπήρξε αντεξέταση επί των εν λόγω ισχυρισμών του Αιτητή από την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση. Δεχόμαστε τις εξηγήσεις που έδωσε ο Αιτητής. Παρόλο που τα γεγονότα τα οποία επιθυμεί ο Αιτητής να προσθέσει στην Αίτηση με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν σε γνώση του Αιτητή κατά την καταχώρηση της Αίτησης εργατικής διαφοράς δεδομένου ότι: 1) σκοπός (α) της αιτούμενης τροποποίησης είναι (i) ο προσδιορισμός του θέματος της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που θα επιληφθεί της Αίτησης το οποίο θέμα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αποφασιστεί στα αρχικά στάδια της διαδικασίας πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, (β) του Δικαστηρίου δεν είναι για να τιμωρεί για όποια λάθη γίνονται στο χειρισμό της υπόθεσης αλλά να αποφασίζει με βάση τα δικαιώματα των διαδίκων μερών, 2) σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας δηλαδή προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, με την έγκριση της Aίτησης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ΄ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή (δεν διαφαίνεται ότι με την αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα και κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιον μας που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση), 4) δεν διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης και 5) η σύγχρονη τάση είναι υπέρ έγκρισης τέτοιων αιτημάτων ακόμα και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης[6], κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διατάγματος τροποποίησης αναφορικά με την αιτούμενη τροποποίηση. Ως εκ τούτου η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων της Αίτησης εργατικής διαφοράς ως η παράγραφος Α της αίτησης τροποποίησης ημερ. 16.4.
- Τροποποιημένη αίτηση εργατικής διαφοράς και τροποποιημένοι γενικοί λόγοι να καταχωρηθούν εντός 25 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένο έγγραφο εμφάνισης να καταχωρηθεί εντός 25 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης αίτησης εργατικής διαφοράς και των τροποποιημένων γενικών λόγων της. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα χαθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............... (Υπ.) ............... Χ. Τσιολής, Μέλος. Δ. Επιφανείου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης). [1] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [2] Στη σελ. 628 σημειώνονται τ' ακόλουθα : "Immaterial and Useless Amendments.- The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durham, 21 Q.B.D 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James,
(1894)3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q. B. P. 774; Bevan v. Barnett, 13 T.L.R 310); nor an addition of a claim which the plaintiff had precluded himself from raising (Morel Brothers v. Westmoreland, [1903] 1 K.B. p. 77; [1904] A.C. 11). Leave will not be given to amend a defence by adding a plea which was no answer to the action (The Central Queensland Meat, etc., Co. V. Gallop, 8 T.L.R. 225); nor to add an unnecessary counterclaim (not allowed in Marshall v. Langley, [1989] W.N. 299, and Factories Insurance Co., Ltd. V. Anglo-Scottish, etc.
(1913)29 T.L.R 312 C.A);nor to add as defendants persons who are not liable on the, contract sued on, or to make any other amendment raising a case which must fail (Jones v. Hughes, [1905] 1 Ch. P. 187)." [3] Στην Πολ. Έφεση Αρ.204/2009 Κ. Παφίτης &Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομ.25.4.12 λέχθηκαν τ ΄ακόλουθα : «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου , ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως , ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» . [4] Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 AAΔ 162 στη σελ. 164 σημειώνεται ότι : «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». [5] Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ. 131-133 αναφέρονται τ' ακόλουθα:«Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could one conveniently be made the subject of a fresh action......................., an amendment will not be allowed which will prejudice the rights of the opposite party as existing at the date of the proposed amendment, for such an amendment would do the opposite an injury which could not be compensated for by costs or otherwise,.......On this principle, ......, the plaintiff will not be allowed to reframe his case or claim by an amendment of the writ or the statement of claim which would deprive the defendant of the accrued right to rely on the Limitation Acts. .................... On the same principle, the defendant will not be allowed to amend to raise a new ground of defence, where to do so would prejudicially affect the position of other persons , or prevent the plaintiff from suing a third person because the period of limitation against that person has already expired, unless the defendant was not at fault in failing to discover the negligence or breach of duty of that person earlier... ». [6] Έχοντας υπόψη τη σύγχρονη τάση για έγκριση αιτημάτων τροποποίησης έστω και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους κρίνουμε ότι η παράλειψη ή το λάθος ή αμέλεια των δικηγόρων του Αιτητή δεν μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά για την τύχη της αίτησης ενόψει του ότι όπως σημειώσαμε πιο πάνω δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο