← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΥ ΣΠΑΝΟΥ ν. C.Q.R. PROPERTIES LTD, Αρ. Υπόθεσης: 747/2012, 3/2/2015

ΠΕΤΡΟΥ ΣΠΑΝΟΥ ν. C.Q.R. PROPERTIES LTD, Αρ. Υπόθεσης: 747/2012, 3/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Μυλωνά και Δ. Ηρακλέους, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 747/2012 Μεταξύ: ΠΕΤΡΟΥ ΣΠΑΝΟΥ Αιτητής -και- C.Q.R. PROPERTIES LTD Καθ' ων η αίτηση Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 26.9.2013 Ημερομηνία: 3η Φεβρουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Καθ' ων η αίτηση - Αιτητές στην αίτηση: Η κα Ο. Χρίστου Για τον Αιτητή - Καθ' ου η αίτηση στην αίτηση: Ο κ. Ηρ. Κυριακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») οι Καθ' ων η αίτηση, Αιτητές στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «οι Καθ'ων η αίτηση») επιδιώκουν την απόρριψη και ή την ακύρωση και ή τον παραμερισμό (set aside) της εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. Η αίτηση καταγράφει ως νομικό υπόβαθρο, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ. 1, 9(h), όπως και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Αχιλλέα Σταύρου διευθυντή των Καθ'ων η αίτηση ο οποίος ισχυρίζεται ότι διά πρώτη φορά έλαβε γνώση δια την εναντίον της Εταιρείας υπόθεση όταν δικαστικός επιδότης επισκέφτηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας στις 14.5.2013 για να εκτελέσει το ένταλμα κινητών και ότι αμέσως επικοινώνησε με τους δικηγόρους του δίδοντας τους οδηγίες δια λήψη των απαιτούμενων μέτρων. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι δεν υπάρχει καλή επίδοση με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Καθ'ων η αίτηση άρχισαν να απασχολούν τον Αιτητή από 21.2.2012 και ότι το εστιατόριο ‛ΜΑΜΑΣΙΤΑ' ξεκίνησε επίσημα τη λειτουργία του προς τα τέλη Μαρτίου του

  1. Η περίοδος που μεσολάβησε ήταν δοκιμαστική και με την ολοκλήρωση της ο Αιτητής θα υπέγραφε ατομικό συμβόλαιο. Σημείωσε ότι ο Αιτητής επί καθημερινής βάσεως δεν συμπλήρωνε τις απαιτούμενες ώρες εργασίας και ότι τερμάτισε την απασχόληση του από μόνος του χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση ή επαφή με τους υπεύθυνους των Καθ'ων η αίτηση. Επίσης ότι το μοναδικό ποσό που η Εταιρεία όφειλε και κατέβαλε στον Αιτητή ήταν €1.765,00 για την περίοδο που εργάστηκε στην υπηρεσία τους για τη συμπλήρωση 203 ωρών από τις 10.2.
  2. Για την αναλυτική κατάσταση που παρέθεσε ο Αιτητής για τους μήνες Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του 2011, ισχυρίζεται ότι αφορά άλλο εργοδότη και όχι τους Καθ'ων η αίτηση. Σε σχέση με την αξίωση για το ποσό των €449, ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε προϊόντα για χρήση από τους Καθ'ων η αίτηση αγοράζονταν από επιλεγμένους και εγγεγραμμένους προμηθευτές και οποιαδήποτε αγορά έπρεπε να εγκριθεί από το λογιστήριο και ως εκ τούτου καμία δαπάνη με βάση κατά την ταχτική /κανονισμούς της Εταιρείας δεν βάρυνε τους εργοδοτούμενους, καθώς μια τέτοια ενέργεια ήταν και εκτός των καθηκόντων του Αιτητή. Ούτε η αξίωση του Αιτητή για 13ο και 14ο μισθό μπορεί να στοιχειοθετηθεί καθώς δεν συμπεριλαμβανόταν στα συμβόλαια η καταβολή μιας τέτοιας παροχής. Ως επακόλουθο εξαιτείται τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του και χωρίς ποτέ να ακουστεί, κρίνοντας ότι είναι προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης για να μπορέσει να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αντίθετη θέση προβάλλεται μέσα από την σχετική ένσταση και τη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Αιτητή. Με την ένσταση του ο Αιτητής προβάλλει τους ακόλουθους υποστηρικτικούς λόγους:
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νόμω και/ή ουσία και/ή δικονομικώς αβάσιμη.
  4. Η καταχωρηθείσα αίτηση και/ή πρωτογενής αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο έχει λανθασμένο τίτλο και/ή δεν φέρει τον απαραίτητο εκ του Νόμου και/ή Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τύπο.
  5. Δεν προβάλλονται ικανοποιητικοί και/ή σοβαροί και/ή εύλογοι λόγοι και/ή δεν πληρούνται σωρευτικά οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 29.1.2013 καθότι: α) Έγινε ορθή και σύμφωνη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς επίδοση του Κλητηρίου της μονομερής αίτησης επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση β) Οι Καθ' ων η αίτηση, καθυστέρησαν αδικαιολόγητα και/ή υπέρμετρα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης γ) Οι προβαλλόμενοι λόγοι ουδόλως μπορούν να παρουσιάσουν λογικοφανή και καλόπιστη υπεράσπιση.
  6. Η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη των Καθ'ων η αίτηση να εμφανιστούν στην παρούσα υπόθεση εντός του καθορισμένου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνου και/ή η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της να αποταθεί για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελούν λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης.
  7. Η αδιαφορία των Καθ' ων η αίτηση για την παρούσα υπόθεση και/ή η αργοπορία και/ή καθυστέρηση της σχετικά με την υποβολή της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Αιτητή, ώστε να μην είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση και να στερηθεί ο Αιτητής των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός του την 29.1.
  8. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχει καλή και/ή εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη και/ή βάσιμη υπεράσπιση και/ή ο μοναδικός σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η καθυστέρηση αποδόσεως στον Αιτητή των καρπών της επιτυχίας του στην παρούσα υπόθεση.
  9. Οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση που περιέχονται στην αίτηση και στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του κ. Αχιλλέα Σταύρου ημερομηνίας 26.9.2013 είναι παραπλανητικοί και/ή δευτέρας σκέψης γενόμενοι και/ή άσχετοι με τα επίδικα θέματα και/ή αβάσιμοι και/ή εκδικητικοί και/ή ενοχλητικοί και/ή σκαναλώδεις και/ή περιέχουν ψευδή και/ή αναληθή και/ή παραπλανητικά στοιχεία και/ή προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό τη παρακώλυση της διαδικασίας και/ή για να επηρεάσουν δυσμενώς και/ή καθυστερήσουν τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης και/ή άλλως πως δεν αποτελούν καλόπιστη και/ή λογική και/ή σχετική υπεράσπιση και/ή η Ένορκη Δήλωση στην οποία στηρίζεται η αίτηση ημερομηνίας 26.9.2013 δεν αποκαλύπτει συζητήσιμη και/ή βάσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση της Καθ΄ης η Αίτηση.
  10. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια καθότι διαστρεβλώνει και/ή αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα, με σκοπό να της αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  11. Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα είναι αντίθετος με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και διασφάλισης τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Περαιτέρω ο Αιτητής με την ένορκη δήλωση του αρνείται και απορρίπτει τις θέσεις του κ. Σταύρου, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα προβάλλει για υποστήριξη της απαίτησης του. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η επίσκεψη του δικαστικού επιδότη πραγματοποιήθηκε στις 11.4.2013 και όχι στις 14.5.2013 που ισχυρίζεται ο κ. Σταύρου. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ' αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δυνάμει του Κ.17 των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου (Καθ' ου η αίτηση). Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον παραμερισμό απόφασης λόγω μη καταχωρήσεως εμφανίσεως έχουν εκτεθεί επανειλημμένως σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τις οποίες υιοθετείται η ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί. Στην απόφαση Ανδρέας Γιάγκου κ.α ν. Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009 ημερ. 24.1.2014, το Δικαστήριο ανεφέρθη εκτενώς στα κριτήρια που η νομολογία έχει εδραίωση για τον παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην του εναγόμενου (Καθ' ου η αίτηση): «.Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin

(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικα-στήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1Α.Α.Δ. 204. επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύ-νης. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «...απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω. .» Προτού εξεταστούν τα γεγονότα της υπό κρίσιν αίτησης, υπό το φως των πιο πάνω αρχών, σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο αυτοδικαίως είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει απόφαση αφ' ης στιγμής υπάρχει κακή επίδοση. Εν τοιαύτη περιπτώσει δεν υπεισέρχεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Για να κριθεί νομότυπη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, απαραιτήτως θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 σε συνδυασμό με τους Κανονισμούς του Δικαστηρίου τούτου και τη Δ.5 Θ.7 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 372 του Κεφ.113 προβλέπει ότι: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.» Ο Κ.4
(2)των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999 όπως έχει διαμορφωθεί με τον Τροποποιητικό Κανονισμό του 2010 και ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προβλέπει ότι: «................................ Αντίγραφο της αίτησης αποστέλλεται στον καθ' ου η αίτηση μέσω ιδιώτη επιδότη σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996. Το αντίγραφο το οποίο αποστέλλεται στο καθ' ου η αίτηση συνοδεύεται από γνωστοποίηση με τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στο Τύπο 2.» Σύμφωνα με τη Δ.5 θ.7: «Εάν δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια, η οποία να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικής κλήσης σε νομικό πρόσωπο, η επίδοση επίσημου αντίγραφου του κλητηρίου εντάλματος ή άλλης δικαστικής κλήσης στον πρόεδρο ή σε άλλο ανώτερο αξιωματούχο, ή στον ταμία ή το γραμματέα του νομικού προσώπου ή παράδοση τέτοιου αντιγράφου στα γραφεία του νομικού προσώπου, θα θεωρείται καλή επίδοση.» Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 43, το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας εταιρείας. Το Εφετείο επεσήμανε κατ' αρχήν ότι: Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ιδωμένο υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρ. 30.1 και 30.3 (α) του Συντάγματος, αποτελεί τη λυδία λίθο της υπόθεσης. Το δικονομικό δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια της χώρας, που κατοχυρώνει το άρθρ. 30.1, περιλαμβάνει το δικαίωμα του διαδίκου: (α) να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους τον εγκαλούν στο δικαστήριο. και (β) να αναπτύξει σ' αυτό τους ισχυρισμούς του [(άρθρ. 30.3 (α) και (β)]. Το άμεσα εγειρόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η επίδοση που έγινε, του ειδικά οπισθογραφημένου με την απαίτηση κλητηρίου εντάλματος, στην εφεσίβλητη-εναγόμενη, είναι έγκυρη. Ακολούθως το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες εκφράστηκε η άποψη πως οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα αυτοί που θεσπίστηκαν πριν από το Σύνταγμα και ισχύουν, δέον να εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάδουν με τις διατάξεις του άρθρου 30.3.(α) και (β) του Συντάγματος, που διασφαλίζουν πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλλει την υπόθεση του. Το ουσιαστικό μέρος της απόφασης, που εξέδωσε ο Νικήτας, Δ., έχει ως εξής: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.3
(1)και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των «θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών» του Συντάγματος. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης επισημάνουμε ότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με βάση την ένορκο δήλωση του επιδότη αφέθηκε «στο εγγεγραμμένο γραφείο των Καθ' ων η αίτηση και χώρο λειτουργίας της Εταιρείας, στην παρουσία τριών ατόμων αρνούμενοι να παραλάβουν και να πουν την ιδιότητα τους». Ο κ. Αχ. Σταύρου ισχυρίζεται ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση ότι υπήρχε υπόθεση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση όταν δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας για να εκτελέσει το ένταλμα κινητών και ότι εκ των υστέρων μετά από έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου ενημερώθηκε για τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του επιδότη. Το γεγονός ότι αντίγραφο της Αίτησης αφέθηκε στο γραφείο των Καθ' ων η αίτηση παρουσία τριών προσώπων που αρνήθηκαν να υπογράψουν και να αποκαλύψουν την ιδιότητα τους, δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που αμφισβητείται από τον κ. Σταύρου είναι ότι ο ίδιος δεν έλαβε γνώση για την υπόθεση, γιατί το αντίγραφο της Αίτησης, πιθανότητα να αφέθηκε στην παρουσία ατόμων που δεν έφεραν την ιδιότητα αξιωματούχου της Εταιρείας. Σε τελική ανάλυση, μελετώντας τις θέσεις και των δύο πλευρών, το μόνο που δεν αμφισβητείται είναι αυτό που αναφέρει ο επιδότης στην ένορκη δήλωση του. Η θέση του κ. Σταύρου ότι ο ίδιος δεν έλαβε γνώση της επίδοσης δεν αποκλείει το γεγονός ότι κάποιος άλλος αξιωματούχος της Εταιρείας να έλαβε γνώση. Ως επακόλουθο, δεν βρίσκουμε η επίδοση να ήταν παράτυπη. Υπό τις περιστάσεις θεωρούμε ότι υπήρξε καλή επίδοση. Είναι επομένως εύρημα μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση για την εναντίον τους υπόθεση στις 2.10.2012 που τους επιδόθηκε η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, το Δικαστήριο μπορεί βάσιμα να απορρίψει αίτηση παραμερισμού της απόφασης όταν διαπιστώσει την «.άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης .» Στην υπόθεση Έλλη Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 1179 η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους / εφεσίβλητους δύο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και προέβη σε εύρημα ότι δεν υπήρξε διαγωγή των εφεσίβλητων που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Το Εφετείο επικρότησε την πρωτόδικη κρίση. Αναφορικά με το τελευταίο προσμέτρησαν στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου: (α) το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν εμφάνιση αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης (β) οι εφεσίβλητοι δεν έλαβαν γνώση για την καταχώρηση αίτησης για απόφαση καθότι υπεβλήθη μονομερώς από την ενάγουσα / εφεσείουσα και (γ) η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης. Η πιο πάνω υπόθεση διαφοροποιήθηκε από την υπόθεση Μilouca (ανωτέρω), όπου υπήρξε καθυστέρηση εννέα μηνών για τη λήψη μέτρων εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και είχε αγνοηθεί η αίτηση για απόφαση που είχε ήδη επιδοθεί στους εναγόμενους. Στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339, ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης μετά από 16 ολόκληρους μήνες, και τότε μόνον όταν οι εφεσείοντες προχώρησαν σε εκτέλεση της εναντίον του απόφασης με ένταλμα κατασχέσεως κινητής περιουσίας. Κρίθηκε πρόδηλο ότι η αίτησή του για παραμερισμό στόχευε αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλε-σης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κρίθηκε πως ο εναγόμενος είχε επιδείξει πλήρη αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλάμβανε τη μορφή καταφρό-νησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Κατ' επέκταση, αν και είχε καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση λανθασμένα η απόφαση είχε με την πρωτόδικη απόφαση παραμερισθεί. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδη, καθυστέρηση δυόμισι μηνών κρίθηκε να ήταν χωρίς δικαιολογία και συνεπώς δεν μπορούσε να στηρίξει το αίτημα παραμερισμού. Επίσης στην Γεωργίου ν. Minico House
(2006)1Α.Α.Δ 550 όπου υπήρξε μία υπέρμετρη καθυστέρηση 19 μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως το Δικαστήριο σημείωσε συγκεκριμένα: «ο εφεσείων δεν αντέδρασε ούτε και μετά την επιστροφή ως ανεκτέλεστου εντάλματος κινητών, αλλά μετά από 19 περίπου μήνες από την έκδοση της απόφασης, όταν του επιδόθηκε αίτηση έρευνας». Στην Steven Bush κ.α. ν. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1 ΑΑΔ 1342 το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη μακρά καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού (ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης) απέρριψε την έφεση, προσθέτοντας ότι ο χρόνος καταχώρησης αίτησης παραμερισμού δεν πρέπει να απέχει πολύ από την έκδοση της απόφασης. Τέλος στην Ανδρέου ν. Severis
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1694, το Εφετείο υιοθέτησε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε αίτηση παραμερισμού απόφασης που καταχωρήθηκε έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτή την καθυστέρηση. Στην παρούσα υπόθεση η επίδοση της Αίτησης έγινε στις 2.10.2012 και απόφαση εκδόθηκε εν τη απουσία των Καθ' ων η αίτηση στις 29.1.
  1. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση, γνώση έλαβαν στις 14.5.2013 που επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο των Καθ' ων η αίτηση δικαστικός επιδότης για να εκτελέσει το ένταλμα κινητών. Όπως φαίνεται όμως από την ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη, η επίσκεψη από μέρους του έγινε στις 11.4.2013 και όχι στις 14.5.2013 που δηλώνουν οι Καθ' ων η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.9.
  2. Είναι φανερό ότι από της επιδόσεως της Αίτησης και μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης μεσολάβησε διάστημα 12 σχεδόν μηνών και από τις εκδόσεως της αποφάσεως διάστημα 8 μηνών. Και ενώ ο κ. Σταύρου διατείνεται ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση για την εναντίον της Εταιρείας υπόθεση όταν δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας για να εκτελέσει το ένταλμα κινητών, εν τούτοις οι Καθ' ων η αίτηση ούτε και σ' αυτή την περίπτωση αντέδρασαν άμεσα, αφήνοντας να διαρρεύσει διάστημα 5 και πλέον μηνών μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν έδωσαν καμία δικαιολογία γι' αυτή τους την καθυστέρηση. Έτι περισσότερο από του γεγονότος που ο κ. Σταύρου παραδέχεται ότι περιήλθε εις γνώσιν του. Κρίνουμε υπό τις περιστάσεις ότι οι Καθ' ων η αίτηση επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση τους, που σε τελικό βαθμό προσέλαβε τον βαθμό της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Αιτητή. Το δεύτερο σημείο που καλούμαστε να εξετάσουμε είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία για τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (βλ. Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδ.) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101 υιοθετώντας το Δικαστήριο την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων που είχε το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του, δεν κατάφερε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού δεν παρουσίασε στοιχεία αναφορικά με το ποιος, πως και πότε εξόφλησε το χρέος. Ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, πράγμα που απέτυχε να πράξει. Η αοριστία του ισχυρισμού ότι απλά εξόφλησε το χρέος του, αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης. Επίσης στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτι-κών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζει την εκδοχή του. Διαπίστωσε ωστόσο ότι τα μόνα στοιχεία που ο εφεσείων παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η δική του εκδοχή, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, ότι για τη ζημιά που υπέστη η οικία της μητέρας του, την οποία επιδιόρθωσε ο εφεσίβλητος Δήμος και αξιούσε από την ιδιοκτήτρια αποζημίωση, οφειλόταν σε ενέργειες του ιδίου του Δήμου, οι οποίες, κατ' ισχυρισμό του εφεσείοντα είχαν γίνει πριν μερικά χρόνια. Κατέληξε ότι με βάση τη μαρτυρία που ο εφεσείων έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου απέτυχε να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή του εφεσίβλητου Δήμου για αποζημίωση καθότι οι θέσεις του παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα και δεν τεκμηριώ-θηκαν, στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, με συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που τις υποστηρίζουν. Εκτιμούμε ότι και στην κρινόμενη υπόθεση οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρέθεσαν οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που θα επέτρεπαν τη θεμελίωση εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Συγκεκριμένα δεν έθεσαν ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία που να σχετίζονται με την περίοδο απασχόληση του Αιτητή και να θέτουν σε αμφιβολία αυτά που ο ίδιος ο Αιτητής επικαλείται. Επίσης, ότι ο Αιτητής εργαζόταν δοκιμαστικά σε αντίθεση με τη συμφωνία που ο ίδιος παρέθεσε, ως επίσης και για τη μη οφειλή δεδουλευμένων μισθών. Έχοντας υπόψη τα όσα παραθέτουμε πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο για εξάσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση. Η αίτηση απορρίπτεται με €250 έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. (υπ)............. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Μυλωνά, Μέλος Δ. Ηρακλέους, Μελος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.