← Κύπρος

ΜΑΡΙΝΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ν. ACIMON TRADING HOUSE LTD, Αρ. Υπόθεσης: 41/2010, 27/1/2015

ΜΑΡΙΝΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ν. ACIMON TRADING HOUSE LTD, Αρ. Υπόθεσης: 41/2010, 27/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Πέτσα και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 41/2010 Μεταξύ: ΜΑΡΙΝΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ, από την Έγκωμη Αιτητή -και- ACIMON TRADING HOUSE LTD, από την Αγλαντζιά Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα. Ι. Παπαμιλτιάδους Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα. Μ. Α. Στυλιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αξιώσεις του Αιτητή, όπως προσδιορίζονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, πηγάζουν από την κατ' ισχυρισμό απασχόληση του στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για την περίοδο από Μάρτιο 2005 μέχρι 2.11.2009 που τερματίστηκε η απασχόληση του, περιλαμβανομένων αποζημιώσεων για παράνομο και ή αδικαιολό-γητο τερματισμό της απασχόλησης του, μισθό για τον μήνα Οκτώβριο του 2009 ήτοι €1300, αναλογία 13ου μισθού, πληρωμή αντί προειδοποίησης, εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για όλη την περίοδο της απασχόλησης του, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και ή εύλογη υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο, έξοδα συν ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αμφισβητούν τις εναντίον τους αξιώσεις, ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής ουδέποτε υπήρξε εργοδοτούμενος τους. Ο Αιτητής, καθώς ισχυρίζονται, είναι αδελφός της αποβιωσάσης στις 25.8.2009 Μόνικας Επαμεινώνδα η οποία υπήρξε διευθύντρια και ιδιοκτήτρια των Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής είχε πιστωτές και ή ήταν πτωχεύσας και η αδελφή του από μόνη της του έδιδε από καιρού διάφορα ποσά και τον συντηρούσε με μηνιαίο επίδομα γιατί ο ίδιος δεν επιθυμούσε να εργασθεί πουθενά. Όταν η αδελφή του απεβίωσε η νέα διεύθυνση του έδωσε κάποια ποσά τα οποία στη συνέχεια σταμάτησαν. Ο Αιτητής δεν προσέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρεσίες στους Καθ' ων η αίτηση και προσπαθεί να δημιουργήσει απαίτηση εναντίον τους. Εν πάση περιπτώσει και αν αποδείξει σχέση εργοδότησης εμποδίζεται, λόγω παρανομίας και παράνομης σύμβασης εφόσον συμφώνησε να παραμείνει αδήλωτος με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια/διεύθυνση, από του να εγείρει απαίτηση. Ως εκ τούτου αιτούνται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες, ο Αιτητής, η Σκεύη Κλεάνθους τραπεζική υπάλληλος της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και νυν Τράπεζας Κύπρου και η Χριστίνα Πραστίτη, διευθύντρια των Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα αναγράφονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του οι Καθ' ων η αίτηση ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή και πώληση μπογιάς αλουμινίου (power point) και άλλων συναφών προϊόντων. Ο ίδιος προσλήφθηκε στην υπηρεσία τους τον Μάρτιο 2005 και εργάστηκε ως υπάλληλος χωρίς διακοπή, μέχρι τις 2.11.2009 που απολύθηκε «παράνομα και μονομερώς». Οι απολαβές του ανέρχονταν αρχικά στα ΛΚ600 μηνιαίως και κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης στα €1300 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Κατά την εκεί εργοδότηση του, τόνισε ότι ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή εμπορευμάτων από το λιμάνι Λεμεσού και τις αποθήκες των ναυτιλιακών εταιρειών Cargoline και G.A.P. Vassilopoulos, ως και για τη διεκπεραίωση εγγράφων με τις εν λόγω εταιρείες. Ήταν επίσης υπεύθυνος για τις πωλήσεις, εισπράξεις και παραδώσεις εμπορευμάτων καθώς και για την τακτοποίηση και καταγραφή του stock αποθήκης. Οδηγούσε το φορτηγό της Εταιρείας και χειριζόταν το fork-lift. Άρχιζε δουλειά στις 7:00πμ και τελείωνε στις 2:30μμ. Αρκετές φορές εργαζόταν και πέραν του καθορισμένου ωραρίου πηγαίνοντας δουλειά και Σαββατοκύριακα. Εκτός από τον ίδιο και την αδελφή του που ήταν και μέτοχος, δεν υπήρχαν άλλοι υπάλληλοι. Στις 2.11.2009 οι Καθ' ων η αίτηση άλλαξαν τις κλειδαριές του υποστατικού όπου εργαζόταν με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εισέλθει στο χώρο εργασίας του. Προσπαθώντας να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τη διευθύντρια της Εταιρείας Χρ. Πραστίτη, που ανέλαβε μετά το θάνατο της αδελφής του, δεν βρήκε ανταπόκριση. Σημείωσε ότι ο μισθός για τον μήνα Σεπτέμβριο 2009 του καταβλήθηκε από τη Χρ. Πραστίτη με δική της επιταγή. Μετά την απόλυση του πληροφορήθηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση, ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία τους, δεν του κατέβαλλαν εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω, καθώς ισχυρίζεται, παρέλειψαν να του καταβάλουν τον μισθό του μηνός Οκτωβρίου 2009. Προς ενίσχυση των θέσεων του παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφα επιταγών που εκδίδονταν επ' ονόματι του από τους Καθ' ων η αίτηση για την περίοδο από 29.6.2007 μέχρι 28.7.2009, καθώς και επιστολή του δικηγόρου του προς τους Καθ' ων η αίτηση ημερ. 21.12.2009 με αίτημα την καταβολή των δικαιωμάτων του. Παρέθεσε επίσης αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης στην Αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας με αρ. 1549/2010 που καταχώρησε εναντίον του η Χρ. Πραστίτη, με σκοπό να καταδείξει την ιδιότητα του ως εργοδοτούμενου των Καθ' ων η αίτηση, βάσει των όσων αναφέρονται στο συγκεκριμένο δικόγραφο, όπως και διάφορα έντυπα των Καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα μπλοκ αποδείξεων είσπραξης, δελτίων αποστολής και τιμολογίων επί των οποίων εμφαίνεται η υπογραφή του και τα οποία, καθώς ισχυρίστηκε, παρέμειναν στην κατοχή του μετά την αλλαγή των κλειδαριών αφού δεν μπορούσε να εισέλθει στο χώρο εργασίας. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε στους Καθ' ων η αίτηση από την αδελφή του τον Μάρτιο 2005, όταν η τελευταία είχε αρρωστήσει και μετέβαινε συχνά στο εξωτερικό για διάγνωση. Ο ίδιος, καθώς είπε, ασχολείτο με την εισαγωγή και πώληση υποδημάτων και μέχρι τον Μάρτιο 2005 είχε πληρωμένες όλες τις εισφορές του στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η μονή δουλειά που έκανε η αδελφή του ήταν να πηγαίνει στην Αγγλία, στο εργοστάσιο που αντιπροσώπευε και να μεριμνά για την είσπραξη των οφειλών από κάποιους πελάτες. Με την πρόσληψη του η δουλειά διπλασιάστηκε με επακόλουθο η Εταιρεία να προβεί στην αγορά μεγάλου fork-lift και φορτηγού τα οποία διαχειριζόταν αποκλειστικά ο ίδιος. Σε υποβολή ότι την εργασία αυτή την έκανε και η αδελφή του, στάθηκε κατηγο-ρηματικός λέγοντας ότι η αδελφή του δεν μπορούσε να διαχειριστεί κανένα απ' αυτά τα οχήματα. Επίσης ότι πριν το 2007 επισκεπτόταν συχνά το ογκολογικό και υπόφερε με τον σπόνδυλο της. Σε νέα υποβολή ότι εργαζόταν κατ' υπόδειξη της αδελφής του ανέφερε ότι είχε και τη δική του δουλειά και ότι εργαζόταν εκεί καθημερινώς από το πρωί με πάθος και ζήλο. Ήταν η θέση του ότι ο απολαβές του ανέρχονταν στα €1300 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Αφού του υποδειχτήκαν διάφορες επιταγές που έφεραν χαμηλότερο ποσό απ' αυτό που ισχυρίζεται ότι λάμβανε μηνιαίως, ισχυρίστηκε ότι αρκετές φορές ζητούσε και έπαιρνε έναντι του μισθού του κάποια ποσά που του καταβάλλονταν σε μετρητά. Για τη Χρ. Πραστίτη ανέφερε ότι ήλθε στην Εταιρεία πολύ μετά από τον ίδιο και ότι αρχικά οι μόνοι που εργάζονταν στην Εταιρεία ήταν αυτός και η αδελφή του. Η Σκεύη Κλεάνθους κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφα επιταγών που πιθανόν να εκδόθηκαν επ' ονόματι του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση για την περίοδο από Μάρτιο 2005 μέχρι Αύγουστο 2009. Η μάρτυς επιβεβαίωσε την ύπαρξη λογαριασμού που διατηρούσαν οι Καθ' ων η αίτηση στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Ανάφερε ωστόσο ότι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει οποιεσδήποτε επιταγές που πιθανόν να είχαν εκδοθεί επ' ονόματι του Αιτητή, για να τις παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς την προσκόμιση στοιχείων όπως αριθμό επιταγής και ημερομηνία έκδοσης. Η Χρ. Πραστίτη, καταθέτοντας, επανέλαβε τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Αιτητής δεν προσελήφθη ποτέ από τους Καθ' ων η αίτηση και ούτε υπήρξε μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Επειδή ο Αιτητής βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση η αποβιώσασα αδελφή του αποφάσισε να τον βοηθά οικονομικά, δίνοντας του ένα επίδομα τον μήνα ή και πιο συχνά μέσα σε ένα μήνα. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν άτομα που ήθελε να εργαστεί ή να δεσμευτεί με την τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου ή όρων εργασίας. Γι' αυτό το λόγο η αδελφή του από μόνη της του έδινε από καιρού εις καιρό διάφορα ποσά και τον συντηρούσε γιατί ο ίδιος δεν επιθυμούσε να εργαστεί πουθενά. Ενισχύοντας τον οικονομικά, του είπε όπως τη βοηθά περιστασιακά σε κάποιες δουλειές της χωρίς αντάλλαγμα ή υποχρέωση εκτός της βοήθειας που του έδινε. Η βοήθεια από μέρους του δεν ήταν καθημερινή και ούτε είχε συγκεκριμένες ώρες εργασίας ενόψει της άρνησης του να εργοδοτηθεί. Ο Αιτητής, σύμφωνα με τη μάρτυρα, άρχισε να λαμβάνει επίδομα από την αδελφή του περίπου από τον Μάρτιο 2005. Η μορφή αυτού του βοηθήματος δεν ήταν μισθός αφού δεν ήταν σταθερό ποσό. Κάποιες φορές του έδινε χρήματα σε μετρητά και άλλοτε με επιταγές της Εταιρείας επ' ονόματι του, τα οποία, όπως φαίνεται από τα βιβλία της Εταιρείας χρέωνε ως δικά της έξοδα. Η ίδια αγόρασε μετοχές των Καθ' ων η αίτηση γύρω στο 2007 και λίγο αργότερα έγινε διευθύντρια. Με την προσκόμιση σχετικών στοιχείων, ισχυρίστηκε ότι μόνοι υπάλληλοι των Καθ' ων η αίτηση ήταν η ίδια και η Μόνικα Επαμεινώνδα και μετά τον θάνατο της τελευταίας, μόνο η ίδια. Για τον Αιτητή δεν καταβάλλονταν εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις γιατί ουδέποτε υπήρξε εργοδοτούμενος τους. Επίσης ούτε ο ίδιος απαίτησε να του καταβάλλονται εισφορές αφού δεν θεωρούσε τον εαυτό του εργοδοτούμενο τους. Μετά τον θάνατο της αδελφής του, από εκτίμηση στην ίδια και γνωρίζοντας τις προθέσεις της αλλά και τις οικονομικές δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Αιτητής με το φόρο και τα δάνεια, αποφάσισε να του δώσει από δικά της λεφτά και όχι από την Εταιρεία το βοήθημα που του παρείχε η αδελφή του για κανένα μήνα ώσπου αν βρει τα πόδια του. Ανάφερε τέλος ότι κατά το διάστημα των πρώτων έξι μηνών του 2009, η Μόνικα Επαμεινώνδα επειδή απουσίαζε συχνά από την Εταιρεία λόγω της θεραπείας που υποβαλλόταν, ζήτησε από τον αδελφό της με την άδεια της ιδίας να βοηθά περισσότερο στην Εταιρεία τις ώρες που απουσίαζε. Και όντως, αφού του έδωσαν κλειδιά της αποθήκης παράδιδε πιο συχνά εμπορεύματα σε πελάτες και μετέφερε εμπορεύματα από το λιμάνι στις αποθήκες, συμπλήρωνε way bills, κάποτε συνέτασσε χειρόγραφα τιμολόγια και κρατούσε όχημα της Εταιρείας για σκοπούς μεταφοράς των εμπορευμάτων και τούτο προσωρινά λόγω της ασθένειας της αδελφής του χωρίς καμία συμφωνία εργοδότησης από την Εταιρεία αφού δεν ήθελε. Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι η Εταιρεία διέθετε φορτηγό 3,5 τόνων το οποίο οδηγούσε ο Αιτητής και κάποτε η αδελφή του. Κατά το διάστημα δε που η τελευταία ήταν άρρωστη το οδηγούσε ο Αιτητής, όπως και το fork-lift. Επίσης κάθε Τετάρτη υπήρχε παραλαβή εμπορευμάτων 3 με 5 τόνων, για τη μεταφορά των οποίων ο Αιτητής μετέβαινε στο λιμάνι Λεμεσού 2 ή και 3 φορές την ημέρα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, με την αδελφή του Αιτητή γνωρίστηκαν το 2001 με 2002. Η ασθένεια της ισχυρίστηκε ότι διαγνώστηκε το 2007 και ότι προηγουμένως δεν παρουσίαζε ενοχλήσεις. Η μάρτυς αρνήθηκε τη θέση του Αιτητή ότι ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση λέγοντας ότι δεν έπαιρνε μισθό αλλά βοήθημα από την αδελφή του. Για τις κλειδαριές της αποθήκης παραδέχθηκε ότι τις άλλαξε τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο 2009, λέγοντας ότι ήταν δικαίωμα της να κάνει ότι θέλει αφού ο Αιτητής δεν είχε καμία σχέση μαζί της. Παραδέχθηκε επίσης ότι στο διάστημα που η αδελφή του Αιτητή ήταν άρρωστη μετέβη μαζί της στην Αμερική για δύο μήνες και ότι ολόκληρη τη δουλειά την έκανε ο Αιτητής κατόπιν εντολής της αδελφής του. Το ίδιο παραδέχθηκε ότι έπραττε καθ' όλο το διάστημα του τελευταίου χρόνου που η αδελφή του ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να πάει γραφείο. Τέλος απέρριψε μία προς μία τις αξιώσεις του Αιτητή ισχυριζόμενη ότι δεν υπήρξε ποτέ εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση. Ανάλυση Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του, το Δικαστήριο καλείται κατ' αρχάς να αποφασίσει κατά πόσο έχει συναχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση. Εάν η απάντηση επί του εγειρόμενου αυτού ζητήματος είναι καταφατική, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά ποσό ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητος ή όχι. Ως τελικό ζήτημα τίθενται οι αυτοτελείς αξιώσεις του Αιτητή. (
  2. i)Η ύπαρξη ή μη σχέσης Εργοδότη και Εργοδοτούμενου Η έννοια του εργοδοτούμενου καθορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου ως ακολούθως: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Δικαστικό προηγούμενο επί του συγκεκριμένου θέματος είναι η υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund

(1988)1 C.L.R. 363 όπου το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου αποτελεί πραγματικό ζήτημα και τα γεγονότα που αφορούν την κάθε υπόθεση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Η καταβολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Το άλλο δικαστικό προηγούμενο είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, που μνημονεύει και υιοθετεί την υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433. Η τελευταία αυτή υπόθεση επικροτεί και επαναλαμβάνει τη θέση ότι ακόμη και αυτή η έκφραση της πρόθεσης των μερών για το χαρακτήρα της συμφωνίας τους, αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι παράγων αποφασιστικής σημασίας για να προσδιοριστεί η αληθινή της φύση. Από την ίδια υπόθεση ο δικαστής παραθέτει στη συνέχεια περικοπή που επεξηγεί τους όρους που συγκροτούν τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση κυρίου - υπηρέτη με προεξάρχον συστατικό στοιχείο το δικαίωμα του εργοδότη να εποπτεύει και ελέγχει το μισθωτό αποτελεσματικά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα ίδια κριτήρια ακολουθήθηκαν και στην απόφαση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Παρόμοιες είναι οι αντιλήψεις που επικρατούν και στην Ελλάδα όπου στο σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο» 1967 σελ. 35, για το οποίο γίνεται αναφορά στην Prousi διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας», 2002, σελ.247, «σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες δεσμευτικές για τον εργαζόμενο αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο κατά την εκτέλεση της προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς τις οδηγίες του. Αντίθετα δεν έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μεν να παράσχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το έργο που θα εκτελέσει, χωρίς όμως το στοιχείο της εξάρτησης, όταν δηλαδή διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από τον εργοδότη. Επειδή και στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν αποκλείεται μια χαλαρή εξάρτηση, δεδομένου ότι - παρά την αντίθετη εντύπωση που δημιουργεί ο παραπάνω ορισμός - οδηγίες και έλεγχος μπορεί να υπάρχουν και στις συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών, τελικά κρίσιμος είναι ο βαθμός της προσωπικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται το πρόσωπο που παρέχει την εργασία του. Εφόσον δε η προσωπική εξάρτηση εκφράζεται με το δικαίωμα του ενός μέρους να δίνει οδηγίες στο άλλο μέρος ως προς τους όρους παροχής της εργασίας και με την αντίστοιχη υποχρέωση συμμόρφωσης προς αυτές (διευθυντικό δικαίωμα), κρίσιμη είναι η έκταση του δικαιώματος αυτού. Τούτο σημαίνει ότι η προσωπική εξάρτηση είναι κριτήριο «σχετικό». Όσο εντονότερη είναι η δέσμευση από τις οδηγίες τόσο περισσότερο συνηγορεί το στοιχείο αυτό για την αποδοχή σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Ο αναγκαίος για την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας βαθμός προσωπικής εξάρτησης προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση όλων των συνθηκών και εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης δραστηριότητας». Εξετάζοντας το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που άπτεται του υπό εξέταση εγειρομένου ζητήματος, παρατηρούμε ότι η μαρτυρία της Χρ. Πραστίτη απάδει των γενικών λόγων εμφάνισης. Ενώ οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αδελφή του Αιτητή κατά καιρούς του έδινε διαφορά ποσά και τον συντηρούσε με μηνιαίο επίδομα γιατί ο ίδιος δεν επιθυμούσε να εργαστεί, θέση στην οποία επέμεινε και η μάρτυς κατά την κυρίως εξέταση της, εν τούτοις κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι ο Αιτητής προσέφερε σημαντικές και ουσιαστικές υπηρεσίες προς την Εταιρεία αφού σε τελικό στάδιο απεδείχθη ότι ήταν το άτομο που διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα να οδηγεί το φορτηγό των 3,5 τόνων και το fork-lift που ήταν τα αποκλειστικά μέσα μεταφοράς, εκφόρτωσης και τακτοποίησης των προϊόντων. Η συμβολή του μάλιστα κατέστη ακόμη σημαντικότερη κατά το διάστημα της πολύχρονης απουσίας της αδελφής του, όπου ανέλαβε να διεκπεραιώσει και ένα σημαντικό κομμάτι των δικών της καθηκόντων. Έτι σημαντικότερος και καθοριστικός ήταν ο ρόλος του στην Εταιρεία κατά τον χρόνο που η αδελφή του και η Χρ. Πραστίτου απουσίαζαν μαζί στο εξωτερικό, όπου ανέλαβε τη διεκπεραίωση όλων των εργασιών. Οι παραδοχές στις οποίες προέβη η μάρτυς κατά την αντεξέταση της προσδίδουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα στο πρόσωπο του Αιτητή τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση θέλησαν να παρουσιάσουν ως άτομο με πολλά οικονομικά προβλήματα και χωρίς ενδιαφέρον για εργασία. Η συμπεριφορά ωστόσο των αξιωματούχων της Εταιρείας και δη, τόσο της αδελφής του όσο και της Χρ. Πραστίτου, τείνουν να καταδείξουν ότι επρόκειτο για πρόσωπο της δικής τους εμπιστοσύνης, ικανό και πρόθυμο να αναλάβει τα της Εταιρείας, κάτι που και ο ίδιος απέδειξε με την όλη προσφορά του τόσο πριν όσο και κατά το τελευταίο διάστημα της παρουσίας του στην Εταιρεία. Η καταβολή μηνιαίου ποσού από την Εταιρεία προς τον Αιτητή δεν αμφισβητήθηκε από την Χρ. Πραστίτη, η οποία στην κατάθεση της το παρουσίασε ως βοήθημα που του παρείχε η αδελφή του, περίπου από τον Μάρτιο 2005. Ενώ ισχυρίστηκε ότι κάποιες φορές του έδινε χρήματα σε μετρητά και άλλοτε με επιταγές της Εταιρείας που εξέδιδε επ' ονόματι του και τα οποία με βάση τα βιβλία της Εταιρείας χρέωνε ως δικά της έξοδα, εν τούτοις δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη θέση της, η οποία σε τελικό στάδιο παρέμεινε μετέωρη. Αντίθετα ο Αιτητής παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφα επιταγών που η Εταιρεία εξέδιδε επ' ονόματι του από τον Ιούνιο 2007 μέχρι και τον Ιούλιο 2009. Πρόκειται για συγκεκριμένα σταθερά ποσά, που καταβάλλονταν στον Αιτητή στο τέλος κάθε μήνα, κυμαινόμενα κατά το 2007 στις ΛΚ600, τους τρεις πρώτους μήνες 2008 στα €1100 και τους υπόλοιπους μήνες μέχρι και τον Ιούλιο 2009 στα €1300. Για κάποια μικρότερα ποσά που έλαβε ο Αιτητή κατά τον μήνα Ιούνιο 2009, διευκρίνισε ότι κάποιες φορές ζητούσε και έπαιρνε έναντι του μισθού του είτε με επιταγή ή σε μετρητά, χωρίς ωστόσο να αμφισβητηθεί. Σημειωτέον ότι κατά τον μήνα Δεκέμβριο του 2007 και 2008, εκδόθηκαν επ' ονόματι του Αιτητή δύο επιταγές με το ίδιο ποσό, γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι τα καταβαλλόμενα προς τον Αιτητή ποσά περιελάμβαναν και 13ο μισθό και ότι δεν αποτελούσαν μηνιαίο επίδομα για τη συντήρηση του, καθώς ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω ο Αιτητής παρέθεσε ενώπιον μας στελέχη αποδείξεων είσπραξης, δελτίων αποστολής και τιμολογίων που ο ίδιος εξέδωσε και υπέγραψε κατά την εκτέλεση της εργασίας του και τα οποία καθώς είπε παρέμειναν στην κατοχή του, μετά που οι Καθ' ων η αίτηση άλλαξαν τις κλειδαριές της αποθήκης. Εν ολίγοις, πέραν των εργασιών που διεκπεραίωνε ο Αιτητής σε σχέση με τη μεταφορά, εκφόρτωση και τακτοποίηση των προϊόντων, φαίνεται ότι επί καθημερινής βάσεως εξέδιδε τιμολόγια, δελτία αποστολής και εισέπραττε για λογαριασμό της Εταιρείας διάφορα ποσά. Και τούτο καθώς παραδέχθηκε η Χρ. Πραστίτου, υπό τις εντολές και τον έλεγχο της αδελφής του, μετόχου και διευθυντού της Εταιρείας. Για όλα τα πιο πάνω δεν έχουμε ίχνος αμφιβολίας ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως επακόλουθο, θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης επί των αρχών της νομολογίας κρίνουμε ότι με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεχτή, έχει συναχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση. Συνάγεται, ότι ο Αιτητής τελώντας υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες της αδελφής του, προσέφερε επί σειρά ετών και επί καθημερινής βάσεως τις υπηρεσίες του στους Καθ' ων η αίτηση, με αντάλλαγμα ένα σταθερό μισθό που κυμαινόταν κατά το τελευταίο διάστημα της απασχόλησης του στα €1300 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. (ii) Ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»), προβλέπει ότι «Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Η ανατροπή του καθιερωμένου από τον Νόμο μαχητού Τεκμηρίου του αδικαιολόγητου της απασχόλησης του Αιτητή βαρύνει τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν τη συνδρομή ενός εκ των λόγων των προβλεπομένων στο άρθρο 5 του Νόμου, είτε αυτοί αφορούν το πρόσωπο ή τη συμπεριφορά του Αιτητή, γιατί δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του ή γιατί επέδειξε τέτοια διαγωγή που καθίστατο αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής σχέση, είτε αφορούν τους Καθ' ων η αίτηση όπως οικονομικοτεχνικοί λόγοι. Μελετώντας τη μοναδική μαρτυρία που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Καθ' ων η αίτηση, δεν διαπιστώνουμε οποιοσδήποτε λόγος που θα δικαιολογούσε την απόλυση του Αιτητή. Η Χρ. Πραστίτου θεώρησε ότι ήταν δικαίωμα της να αλλάξει τις κλειδαριές της αποθήκης και να κρατήσει τον Αιτητή μακριά από την εργασία του και τούτο, γιατί ποτέ δεν τον θεώρησε εργοδοτούμενο των Καθ' ων η αίτηση, θέση που αντιβαίνει της κατάληξης του Δικαστηρίου. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. (iii) Αυτοτελείς αξιώσεις Σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις, ισχυρίζεται κατ' αρχάς ο Αιτητής ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να του καταβάλουν τον μισθό του μηνός Οκτωβρίου 2009, κατά τη διάρκεια του οποίου προσέφερε τις υπηρεσίες του, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που είναι οι αποδείξεις είσπραξης και τα δελτία αποστολής. Η Χρ. Πραστίτου με τη μαρτυρία της επιβεβαιώνει ότι μετά το θάνατο της αδελφής του Αιτητή, που συνέβη στις 25.8.2009, του παρείχε ένα μηνιαίο μισθό που λογικά κάλυπτε τον μήνα Σεπτέμβριο 2009. Από τα έντυπα αποδείξεων και αποστολών που επικαλέστηκε ο Αιτητής, επιβεβαιώνεται η θέση του ότι και μετά τον θάνατο της αδελφής του συνέχισε να προσφέρει κανονικά τις υπηρεσίες του στους Καθ' ων η αίτηση μέχρι τις 2.11.2009 που η Χρ. Πραστίτη προέβη σε αλλαγή των κλειδαριών και τον εμπόδισε με τον τρόπο αυτό να εισέρχεται στο χώρο εργασίας. Από την κατάθεση της καθίσταται φανερό ότι εκτός από τον μήνα Σεπτέμβριο 2009 στον Αιτητή δεν κατεβλήθη άλλο ποσό. Ως επακόλουθο καταλήγουμε ότι στον Αιτητή δεν κατεβλήθη μισθός για τον μήνα Οκτώβριο 2009, τον οποίον δικαιούται. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας, στον Αιτητή καταβαλλόταν επίσης και 13ος μισθός. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις επιταγές που οι Καθ' ων η αίτηση εξέδωσαν επ' ονόματι του, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά τον μήνα Δεκέμβριο των ετών που προηγήθηκαν της απόλυσης του, του καταβαλλόταν ένας επιπλέον μισθός. Ως επακόλουθο κρίνουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται αναλογία 13ου μισθού για το 2009 που δεν του κατεβλήθη. Τέλος, εξαιτείται ο Αιτητής την καταβολή εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για όλη την περίοδο της απασχόλησης του στους Καθ' ων η αίτηση ήτοι από Μάρτιο 2005 μέχρι Οκτώβριο 2009, καθόσον δεν τον είχαν δηλώσει ως εργοδοτούμενο τους και δεν του κατέβαλλαν εισφορές. Σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου [Ν.59(Ι)/2010], αρμόδιο πρόσωπο να επιλύσει τέτοια ζητήματα καθίσταται ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η αρμοδιότητα του Διευθυντή ως και τα ζητήματα που καλείται να επιλύσει προβλέπονται στο άρθρο 81
(1)του πιο πάνω νομοθετήματος, ως ακολούθως: 81.-
(1)Σε περίπτωση που προκύπτει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ζητήματα, αυτό επιλύεται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, από το Διευθυντή- (α) εάν οποιαδήποτε απασχόληση ή κατηγορία απασχόλησης είναι ή πρόκειται να καταστεί ασφαλιστέα, (β) εάν πρόσωπο είναι ή ήταν μισθωτό ή αυτοτελώς εργαζόμενο, (γ) ως προς το ποιος είναι ή ήταν ο εργοδότης μισθωτού, (δ) εάν είναι καταβλητέες εισφορές από ή αναφορικά με πρόσωπο, δυνάμει των άρθρων 4, 11 ή 14, (ε) ως προς τις ασφαλιστέες αποδοχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, (στ) εάν έχουν καταβληθεί εισφορές από ή αναφορικά με πρόσωπο για οποιαδήποτε περίοδο εισφοράς ή εάν πρόσωπο έχει σε πίστη του εξομοιούμενες ασφαλιστέες αποδοχές για οποιαδήποτε περίοδο, (ζ) ως προς την ορθή ημερομηνία γέννησης προσώπου, (η) ως προς την κατάταξη αυτοτελώς εργαζομένου σε επαγγελματική κατηγορία ή τον τόπο απασχόλησής του Σύμφωνα με το άρθρο 82 του εν λόγω νομοθετήματος, η απόφαση του Διευθυντή καθίσταται τελεσίδικη για σκοπούς της διαδικασίας, εάν εναντίον της δεν εκκρεμεί ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, του οποίου η απόφαση επίσης καθίσταται τελεσίδική εάν δεν εκκρεμεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εν τοιαύτη λοιπόν περιπτώσει ο Αιτητής όφειλε να ακολουθήσει την προβλεπομένη στην νόμο διαδικασία. Πρόκειται για ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιλύσει τέτοια ζητήματα. Σε σχέση με την πληρωμή ετήσιας άδειας οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία προς απόδειξη της συγκεκριμένης αξίωσης. Υπολογισμός αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Εκτός από τα όσα προνοούνται στις παραγράφους 2 και 3 του Πίνακα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό που θα επιδικάσει. Για τον υπολογισμό όμως του εν λόγω ποσού, δέον να λάβει υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενο (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου (γ ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου» Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για πέντε σχεδόν έτη και λάμβανε για σκοπούς του Νόμου €325,00 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του, σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €3412,50 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 10,5 βδομάδων. Επίσης, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 4 βδομάδων, ήτοι ποσό €1300. Περαιτέρω, ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας δικαιούται πληρωμή μισθού για τον μήνα Οκτώβριο 2009 ήτοι ποσό €1300 και αναλογία 13ου μισθού για το 2009 ήτοι ποσό €1083. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €7092,50 νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι αξιώσεις του Αιτητή για εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως και για αναλογία ετήσιας άδειας απορρίπτονται. (υπ)................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Πέτσα, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.