← Κύπρος

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΙΚΡΑΚΗΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 962/2012, 30/11/2015

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΙΚΡΑΚΗΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 962/2012, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:48 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Π. Κούμα, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 962/2012 Μεταξύ: ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΙΚΡΑΚΗΣ Αιτητής -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 30η Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Ν. Χριστοφόρου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του από την Κυπριακή Δημοκρατία ήταν αυθαίρετος, παράνομος και εκτός των προνοιών της μεταξύ τους συμφωνίας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του επήλθε λόγω της εθνικότητας του, γεγονός που αποτελεί δυσμενή διάκριση. Έτσι με την Αίτηση του αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και ή (β) Αποζημιώσεις ισάξιες με το υπόλοιπο της διάρκειας της Συμφωνίας Απασχόλησης (γ) Αποζημιώσεις για την εις βάρος του διάκριση (δ) Πληρωμή αντί προειδοποίησης (ε) Αναλογία Άδειας. (ζ) Αναλογία 13ου μισθού (η) Νόμιμο Τόκο (θ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ Ο Καθ' ου η αίτηση απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις, ισχυριζόμενος ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε ως αρχαιολόγος από την Προεδρία για τις ανάγκες του Γραφείου του Εκπροσώπου της Ε/κ πλευράς στη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ). Όταν άρχισαν οι διεργασίες για τοποθέτηση των Επιστημόνων στα διάφορα συνεργεία εκταφών και στο Ανθρωπολογικό Εργαστήριο της ΔΕΑ, η Τ/κ Εκπρόσωπος επικαλούμενη την αρχή της ομοφωνίας στις αποφάσεις της ΔΕΑ και τον δικοινοτικό χαρακτήρα του προγράμματος εκταφών δεν αποδέχθηκε τη συμμετοχή των Ελλαδιτών Επιστημόνων, ένας εκ των οποίων ήταν ο Αιτητής. Ως επακόλουθο στο μεσοδιάστημα μέχρι να γίνουν οι πιο πάνω διαβουλεύσεις ο Αιτητής δεν μπορούσε να απασχοληθεί σε καμία εργασία της ΔΕΑ. Δεν μπορούσε επίσης να απασχοληθεί ούτε σε άλλες υπηρεσίες, διότι η έγκριση για πρόσληψη του ήταν ειδικά για τον συγκεκριμένο σκοπό. Μη έχοντας άλλη επιλογή τερματίστηκε το συμβόλαιο του, βάσει της παρ. 1 των βασικών όρων απασχόλησης του. Ισχυρίζεται δε ότι ήταν ρητός και ή εξυπακουόμενος όρος της σύμβασης εργασίας του Αιτητή ότι η απασχόλησης του θα ήταν ορισμένης διάρκειας και θα μπορούσε να τερματιστεί οποτεδήποτε. Επίσης ότι έχει λάβει όλα τα ωφελήματα που προβλέπονται στον συμβόλαιο του και στις σχετικές νομοθεσίες. Ως επακόλουθο αρνείται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Αιτητή και ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Μαρτυρία Ο Αιτητής με την κατάθεση του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Καθ' ου η αίτηση, τη θέση και τα καθήκοντα του καθώς και στις συνθήκες απόλυσης του. Ήταν η θέση του ότι απασχολήθηκε για πρώτη φορά από την Κυπριακή Δημοκρατία στις 30/11/2009 ως έκτακτος Αρχαιολογικός Λειτουργός στο Τμήμα Αρχαιοτήτων και παρείχε τις υπηρεσίες του αρχικά στη Λευκωσία και ακολούθως, κατά ή περί τον Ιούλιο του 2010, στο Επαρχιακό Μουσείο Πάφου. Σημειώνει ότι η συμφωνία απασχόλησης του είχε λήξει από τις 31/12/2011 και ότι συνέχισε να απασχολείται στην εν λόγω θέση μέχρι τις 30/4/2012. Στις 18/11/2011 είχε προκηρυχθεί θέση για την πρόσληψη εργοδοτουμένων καθορισμένης διάρκειας για τις ανάγκες της Προεδρίας και του Προεδρικού Μεγάρου. Αφού υπέβαλε αίτηση, στις 27/4/2012 ενημερώθηκε για την πρόσληψη του ως εργοδοτούμενος καθορισμένης διάρκειας για κάλυψη ανάγκης προσωρινής φύσεως που αφορούσε την εκτέλεση καθηκόντων Αρχαιολόγου στο Γραφείο του Εκπροσώπου της Ε/κ πλευράς στη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους (ΔΕΑ) με ισχύ από 2/5/2012 μέχρι 31/12/2012 (Τεκ.1-2). Στις 2.5.2012 αφού παρουσιάστηκε στην εργασία του και ανέλαβε καθήκοντα, εκεί γνώρισε και τους άλλους Ελλαδίτες που είχαν προσληφθεί μαζί του. Σημείωσε ότι εκτός από τον ίδιο και τους τρεις άλλους Ελλαδίτες η Υπηρεσία προσέλαβε και άλλους δέκα Κύπριους Αρχαιολόγους που θα εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα. Αφού τους έγινε μια πρώτη ενημέρωση για τα καθήκοντα τους από τον κ. Ξενοφώντα Καλλή, Σύμβουλο του Ε/κ Εκπροσώπου στην Ε/κ Επιτροπή για τους Αγνοούμενους, τις επόμενες μέρες πήγαν στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου τους καλωσόρισε ο τότε Επίτροπος Προεδρίας κ. Γιώργος Ιακώβου και τους εξέφρασε τη χαρά του για τη συνεργασία τους, ειδικότερα λόγω του ότι προέρχονται από την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης τους δόθηκε και εμπιστευτικό υλικό σχετικό με την άσκηση των καθηκόντων τους. Λίγες μέρες μετά την έναρξη της απασχόλησης τους, το Γραφείο του Εκπροσώπου και συγκεκριμένα ο κ. Ξενοφών Καλλής τους ενημέρωσε προφορικά αφενός ότι η Τ/κ πλευρά δεν δεχόταν τη συμμετοχή εργαζομένων από την Ελλάδα στη ΔΕΑ, και αφετέρου ότι, παρά τις αντιρρήσεις της Τ/κ πλευράς, οι συμβάσεις τους θα ίσχυαν κανονικά ως την προγραμματισμένη λήξη τους, ήτοι έως 31/12/2012. Περίπου δύο εβδομάδες μετά, ο κ. Καλλής προφορικά τους ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να πηγαίνουν στην εργασία τους καθημερινά, τους διευκρίνισε όμως ότι δεν έπρεπε να φύγουν από τη Λευκωσία γιατί ανά πάσα στιγμή το θέμα που αφορούσε την ένσταση της Τ/κ πλευράς θα διευθετείτο. Ακολουθώντας τις οδηγίες του κ. Καλλή παρέμειναν στην Κύπρο αναμένοντας τα νεότερα. Εν τω μεταξύ οι Κύπριοι συνάδελφοι τους τοποθετήθηκαν στα συνεργεία εκταφής και άρχισε η εργασία πεδίου. Ο ίδιος και οι άλλοι Ελλαδίτες προσληφθέντες από την Υπηρεσία παρέμειναν στη διάθεση του Γραφείου Ε/κ Εκπροσώπου στη ΔΕΑ. Στις 14/9/2012, του κοινοποιήθηκε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος επιστολή ημερ. 6.9.2012 (Τεκ.3), με την οποία τον ενημέρωναν ετεροχρονισμένα, πως η απασχόληση του θα τερματιζόταν στις 14/9/2012 και ότι η εν λόγω επιστολή θα αποτελούσε και την προειδοποίηση που δικαιούταν βάσει του συμβολαίου απασχόλησης. Ισχυρίστηκε ο Αιτητής ότι με την παραλαβή της επιστολής απόλυσης αισθάνθηκε απογοήτευση για τη διακοπή της εργασίας του, οργή για τον εμπαιγμό που τόσο αυτός όσο και οι Ελλαδίτες συνάδελφοι του είχαν υποστεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, ειδικά μετά από τις εγγυήσεις του κ. Καλλή πως σε κάθε περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία θα τιμούσε τις υποχρεώσεις της και αγανάκτηση για τον τρόπο με τον οποίο τερμάτισαν τις υπηρεσίες του. Εκτός από τα πιο πάνω είχε άγχος για την επιβίωση του μέχρι την εξεύρεση νέας εργασίας, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη ότι είχε αναλάβει υποχρέωση ενοικίασης του διαμερίσματος που διέμενε μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 2012, ότι βρισκόταν σε ξένη χώρα χωρίς εισοδήματα και επειδή σταμάτησε από την προηγούμενη εργασία στο Τμήμα Αρχαιοτήτων στην Πάφο για να αναλάβει τα συγκεκριμένα καθήκοντα, όπου αν δε το έκανε ενδεχομένως να είχε απασχόληση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αισθάνθηκε επίσης εκτεθειμένος και ανυπεράσπιστος απέναντι στην αυθαιρεσία της Τ/κ πλευράς και την ανικανότητα της Ε/κ πλευράς να τον προστατεύσει. Επικοινωνώντας μάλιστα με την κ. Τασούλα Ταπακκούδη, η οποία υπέγραφε την επιστολή, εντελώς ψυχρά και επιθετικά του ανέφερε επί λέξει ότι αρκετά τους πληρώνανε τόσους μήνες χωρίς να δουλεύουν και ότι θα έπρεπε να περιμένουν την απόλυση τους. Σημείωσε δε, ότι στις 12/10/2012 απέστειλαν από κοινού επιστολή όλοι οι Ελλαδίτες συνάδελφοι του που εργοδοτήθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την οποία περιέγραφαν τα γεγονότα και εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους ενώ παράλληλα ζητούσαν την ανάμειξή του. Πέραν του παραπόνου του προς την Κυπριακή Δημοκρατία για τον τρόπο που εξελίχθηκε η απασχόληση του αναφέρθηκε και σε χάσιμο πολύτιμου χρόνου που μπορούσε να είχε αναλώσει για εξεύρεση νέας εργασία, γεγονός που έκανε κακό στην επαγγελματική του πορεία. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής επέμενε ότι κατά τον χρόνο που του κοινοποιήθηκε η επιστολή απόλυσης ήταν στην Κύπρο και ότι η κοινοποίηση της με e/mail ήταν απόφαση της προϊσταμένης Διοίκησης Προεδρίας. Επίσης ότι είχε και τηλέφωνο και μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του. Σημείωσε μάλιστα ότι το ίδιο συνέβη και με τους υπόλοιπους Ελλαδίτες που προσελήφθηκαν και απολύθηκαν μαζί του. Σε υποβολή ότι γνώριζε από τις 2.5.2012, που ανέλαβε καθήκοντα, ότι η Τ/κ πλευρά δεν επιθυμούσε την απασχόληση Ελλαδιτών, ανέφερε ότι για το πρόβλημα που υπήρχε με την Τ/κ πλευρά ενημερωθήκαν από τον κ. Καλλή 15 μέρες μετά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η Υπηρεσία θα προχωρούσε στην ακύρωση του συμβολαίου του, μετά μάλιστα που ο κ. Καλλής τους είχε διαβεβαιώσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα τιμούσε το συμβόλαιο τους. Αναφορικά με τους μισθούς σημείωσε ότι πληρώθηκε μέχρι τις 14.9.2012 που του ανακοινώθηκε η απόλυση του. Ο κ. Θεοφάνης Θεοφάνους είναι Προϊστάμενος Διοίκησης Προεδρίας. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του, που αποτελεί ουσιαστικά επανάληψη των γενικών λόγων εμφάνισης, ο Αιτητής προσλήφθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με συμβόλαιο καθορισμένης διάρκειας από 2.6.2012 μέχρι 31.12.2012 (Τεκ.2), μετά από διαδικασία που διενεργήθηκε με βάση τον «περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Εργοδοτουμένων Καθορισμένης Διάρκειας στη Δημόσια Υπηρεσία και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμο του 2011, (Ν.25(Ι)/2011)». Η διαδικασία ήταν ανοικτή για όλους τους Κύπριους και Ευρωπαίους πολίτες. Ο Αιτητής προσλήφθηκε ως Αρχαιολόγος από την Προεδρία για τις ανάγκες του Γραφείου του Εκπροσώπου της Ε/κ πλευράς στη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ). Όταν άρχισαν οι διεργασίες για τοποθέτηση των επιστημόνων στα διάφορα συνεργεία εκταφών και στο Ανθρωπολογικό Εργαστήριο της ΔΕΑ, λήφθηκε μήνυμα από την Τ/κ Εκπρόσωπο ότι δεν αποδέχεται τη συμμετοχή Ελλαδιτών επιστημόνων στις δραστηριότητες της ΔΕΑ. Καταβλήθηκαν αρκετές προσπάθειες από τον τότε Ε/κ Εκπρόσωπο στη ΔΕΑ, κ. Άριστο Αριστοτέλους, για να μεταπεισθεί η Τ/κ Εκπρόσωπος. Δυστυχώς, η Τ/κ Εκπρόσωπος, επικαλούμενη την αρχή της ομοφωνίας στις αποφάσεις της ΔΕΑ, καθώς και τον δικοινοτικό χαρακτήρα του προγράμματος εκταφών, αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή της. Ο τότε Επίτροπος Προεδρίας, κ. Γιώργος Ιακώβου, συζήτησε το θέμα με το Τρίτο Μέλος της ΔΕΑ, (Εκπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών), ο οποίος είπε ότι, παρά τις εκτιμήσεις του περί του αντιθέτου, η Τ/κ Εκπρόσωπος ενεργούσε εντός των αρμοδιοτήτων της. Ο Επίτροπος Προεδρίας συνέχισε τις προσπάθειές του και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου έθεσε το θέμα στον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή Διερεύνησης κ. Kortes, με στόχο να πείσει την Τ/κ Εκπρόσωπο στη ΔΕΑ να αποδεχθεί την απασχόληση των Ευρωπαίων (Ελλαδιτών) πολιτών, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η κυριότερη δωρήτρια στο Πρόγραμμα της ΔΕΑ. Εν αναμονή των απαντήσεων, το θέμα έμεινε εκκρεμές για κάποιο χρονικό διάστημα. Τελικά, ο κ. Kortes απάντησε ότι η Τ/κ Εκπρόσωπος ήταν ανένδοτη, επικαλούμενη τον δικοινοτικό χαρακτήρα του προγράμματος της ΔΕΑ. Στο διάστημα που μεσολάβησε, μέχρι να γίνουν οι πιο πάνω διαβουλεύσεις, ο Αιτητής δεν μπορούσε να απασχοληθεί σε καμία εργασία της ΔΕΑ, τόσο στις ελεύθερες όσο και στις κατεχόμενες περιοχές. Για το λόγο αυτό δεν προσέρχετο ούτε καν στο γραφείο. Ο Αιτητής δεν μπορούσε να απασχοληθεί ούτε σε άλλες Υπηρεσίες, διότι η έγκριση για πρόσληψή του ήταν ειδικά για το συγκεκριμένο σκοπό. Η πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού είχε απαγορευθεί στη Δημόσια Υπηρεσία, με εξαίρεση την Προεδρία και ορισμένες άλλες ουσιώδεις Υπηρεσίες, είχε δε περιληφθεί και σχετική σημείωση στον Προϋπολογισμό. Επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή τερματίστηκε το συμβόλαιό του Αιτητή, με βάση την παρ.1 των Βασικών Όρων Απασχόλησής του και τις πρόνοιες του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά την υπό συζήτηση περίοδο, ο Αιτητής επέστρεψε στην Ελλάδα, χωρίς να ενημερώσει κανένα, γεγονός το οποίο διαπιστώθηκε όταν αναζητήθηκε για να του επιδοθεί η επιστολή τερματισμού του συμβολαίου του. Για το λόγο αυτό και για επίσπευση της ενημέρωσής του, η εν λόγω επιστολή στάλθηκε στα γραφεία της ΔΕΑ και, παράλληλα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκ.3Α). Τέλος ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής έχει λάβει όλα τα ωφελήματα που προβλέπονται στο συμβόλαιό του και στις σχετικές νομοθεσίες. Προς επιβεβαίωση της θέσεως του παρέθεσε σχετική κατάσταση με τις απολαβές όλων των Ελλαδιτών που απασχο-λήθηκαν τη συγκεκριμένη περίοδο περιλαμβανομένου του Αιτητή (Τεκ.4). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων της υπόθεσης τα οποία ενημερώθηκε από τους φακέλους γιατί τότε εργαζόταν αλλού και στην Προεδρία πήγε στις 2.5.2013. Σε υποβολή ότι υπήρξαν προσλήψεις Ελλαδιτών και πριν την πρόσληψη των Αιτητών και συγκεκριμένα της Μαρίας Μηνά της οποίας η απασχόληση τερματίστηκε για τον ίδιο λόγο, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Σε νέα υποβολή ότι η ΔΕΑ γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι υπήρχε πρόβλημα με την Τ/κ πλευρά ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι σεβόταν τη θέση της πλευράς του Αιτητή. Σε υποβολή επίσης ότι η Δημοκρατία μπορούσε να απασχολήσει τον Αιτητή σε άλλη υπηρεσία παρέπεμψε στο συμβόλαιο εργοδότησης του λέγοντας ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε για συγκεκριμένο σκοπό. Τέλος, σε ερώτηση αν στον φάκελο υπήρχε απόδειξη για αποστολή της επιστολής απόλυσης στη διεύθυνση του Αιτητή, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι δεν γνωρίζει. Ανάλυση Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των πιο κάτω βασικών σημείων: (
  2. i)Κατά πόσο μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των αξιώσεων του Αιτητή για αποζημίωση και πληρωμή αντί προειδοποίησης, (
  3. ii)Κατά πόσο οφείλονται στον Αιτητή αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδειας, και (iii) Κατά πόσο υπήρξε δυσμενής διάκριση εις βάρος του Αιτητή. Προτού όμως προχωρήσουμε στην εξέταση των πιο πάνω σημείων, θα πρέπει να αξιολογήσουμε τη σχετική μαρτυρία ώστε η νομική ανάλυση να τεθεί σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Αιτητή όσο και τον μάρτυρα του Καθ' ου η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον το Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχομε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής, ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο, η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε και παρέμεινε σταθερή και αξιόπιστη μέχρι τέλους. Σε αντίθεση με τον Αιτητή, ο κ. Θεοφάνους ομολόγησε στο Δικαστήριο ότι δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων και ότι τα όσα κατέθεσε ήταν μέσα από τους φακέλους των υποθέσεων. Η μη εμπλοκή του στα γεγονότα της υπόθεσης κατέστη πιο έντονη στο στάδιο της αντεξέτασης όπου φάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί ουσιαστικών σημείων. Ως επακόλουθο αποδεχόμαστε ότι η μαρτυρία του Αιτητή αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τη μαρτυρία του κ. Θεοφάνους την αποδεχόμαστε στο βαθμό που δεν είναι αντίθετη με αυτή του Αιτητή και με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία. (
  4. i)Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος και οι σχετιζόμενες αξιώσεις του Αιτητή Από το περιεχόμενο της επιστολής πρόσληψης ημερ. 27.4.2012 (Τεκ.2) φαίνεται ότι ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία της Δημοκρατίας ως Εργοδοτούμενος Καθορισμένης Διάρκειας, για κάλυψη ανάγκης προσωρινής φύσεως που αφορούσε την εκτέλεση καθηκόντων Αρχαιολόγου στο Γραφείο του Εκπροσώπου της Ε/κ πλευράς στη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ), από 2.5.2012 μέχρι 31.12.2012. Στα επισυναπτόμενα επ' αυτής Παραρτήματα αναγράφονται τα καθήκοντα και οι ευθύνες του Αιτητή από τη θέση που είχε αναλάβει καθώς και οι Βασικοί Όροι Απασχολήσεως του. Σύμφωνα με την επιστολή πρόσληψης, η μισθοδοσία του Αιτητή θα υπολογίζετο επί της αρχικής βαθμίδας της Κλίμακας Α8, της οποίας ο βασικός ετήσιος μισθός ανερχόταν στα €16.151-. Επίσης με βάση την παράγραφο 1 των Βασικών Όρων Απασχολήσεως, η απασχόληση του θα μπορούσε να τερματιστεί οποτεδήποτε είτε από τη Δημοκρατία είτε από τον Αιτητή αφού δινόταν η αναγκαία προειδοποίηση που προβλέπεται στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο. Η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε τελικά πρόωρα και δη στις 14.9.2012 με σχετική επιστολή ημερ. 6.9.2012 (Τεκ.3) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε: «.παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για άρση των γνωστών αντικειμενικών δυσκολιών που προέκυψαν, για πολιτικούς λόγους, που αφορούσαν την απασχόληση σας στο έργο της ΔΕΑ, δεν κατέστη δυνατή η άρση τους. Ως εκ τούτου, μετά λύπης μου, σας πληροφορώ ότι με βάση την παράγραφο 1 των Βασικών Όρων Απασχολήσεως που επισυνάπτονται στην επιστολή διορισμού σας η απασχόληση σας τερματίζεται, με ισχύ από την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012. ..» Τασούλα Ταπακούδη Προϊσταμένη Διοίκησης Προεδρίας Σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου: 3.-
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: Νοείται ότι ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος δύνανται δι' εγγράφου συμβάσεως συναφθείσης κατά τον χρόνον της προσλήψεως του εργοδοτουμένου να παρατείνωσι την υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένην περίοδον συνεχούς απασχολήσεως μέχρις ανωτάτου ορίου εκατόν τεσσάρων εβδομάδων. Από το γράμμα της πιο πάνω διάταξης καθίσταται φανερό ότι ένας εργοδοτούμενος αποκτά δικαίωμα για διεκδίκηση αποζημιώσεων, εάν η απασχόληση του τερματίστηκε για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 5 του Νόμου και η απασχόληση του να διάρκεσε τουλάχιστον για εικοσιέξι εβδομάδες. Με άλλα λόγια ένας εργοδοτούμενος που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για περίοδο λιγότερη των εικοσιέξι βδομάδων, δεν δικαιούται να διεκδικήσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, με βάση τις διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση η απασχόληση του Αιτητή ήταν μικρότερη των εικοσιέξι βδομάδων και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, με βάση τον συγκεκριμένο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(α) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 9.-
(1)Κατά ή μετά την ορισθείσαν ημέραν η ελαχίστη περίοδος προειδοποιήσεως η δοθησομένη υπό του εργοδότου εις τον εργοδοτούμενον είναι ως ακολούθως: (α)όταν ο εργοδοτούμενος απησχολήθη συνεχώς δι' εικοσιέξ ή πλείονας εβδομάδας αλλ' ολιγωτέρας των πεντήκοντα δύο, περίοδος μιας εβδομάδος· Με βάση τους Βασικούς Όρους Απασχόλησης του Αιτητή σε συνάρτηση με τις πρόνοιες τις πιο πάνω διάταξης, η περίοδος προειδοποίησης που έπρεπε να δοθεί στον Αιτητή για τερματισμό της απασχόλησης του ήταν μια βδομάδα. Από τα όσα ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι ο ίδιος έλαβε γνώση για την απόλυση του με τη σχετική επιστολή ημερ. 6.9.2012 που του απεστάλη με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 14.9.
  1. Ο κ. Θ. Θεοφάνους, θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκ.3Α ισχυρίστηκε ότι δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ο Αιτητής κι αυτός ήταν ο λόγος που η επιστολή του απεστάλη μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η θέση του Αιτητή μας φάνηκε πιο πειστική ενόψει και του γεγονότος ότι ο κ. Θεοφάνους δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων και δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει τα όσα παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που ο Αιτητής δεν προσερχόταν στην εργασία του για λόγους που δεν έχουν αμφισβητηθεί, η Δημοκρατία είχε κάθε λόγο να καλέσει τηλεφωνικώς ή μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος τον Αιτητή να προσέλθει στον τόπο εργασίας του για να του παραδοθεί η επιστολή απόλυσης. Το μόνο ωστόσο ουσιαστικό γεγονός που υπάρχει ενώπιον μας είναι ότι αυτό έπραξε η Δημοκρατία στις 14.9.2012, που με βάση το περιεχόμενο του Τεκ.3 ήταν η τελευταία ημέρα απασχόληση του. Ως επακόλουθο, κρίνουμε ότι στον Αιτητή δεν δόθηκε η προβλεπομένη στο Νόμο προειδοποίηση για τον τερματισμό της απασχόλησης του την οποία δικαιούται και υπολογίζεται στο ποσό των €459,
  2. (ii) Αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδειας Με βάση την κατάσταση απολαβών των Ελλαδιτών που απασχολήθηκαν στις εκταφές για την περίοδο από 2.5.2012 μέχρι 14.9.2012 (Τεκ. 4) και την οποία δεν έχει αμφισβητήσει η πλευρά του Αιτητή, φαίνεται ότι για τον μήνα Σεπτέμβριο καταβλήθηκε στον Αιτητή αναλογία μισθού και 13ος μισθός. Συνεπώς η αξίωση του Αιτητή για μη καταβολή 13ου μισθού δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Από την εν λόγω κατάσταση ωστόσο, δεν φαίνεται να κατεβλήθη στον Αιτητή πληρωμή για αναλογία ετήσιας άδειας. Σύμφωνα με τον όρο 5 των Βασικών Όρων Απασχόλησης, για κάθε συμπληρωμένο μήνα απασχόλησης, ο Αιτητής δικαιούται άδεια ίση με το 1/12 της συνολικής άδειας που λαμβάνει Εργοδοτούμενος Καθορισμένης Διάρκειας που συμπληρώνει συνεχή απασχόληση ενός έτους, δηλαδή 20 εργασίμων ημερών για κάθε χρόνο απασχόλησης, σε περίπτωση πενθήμερης εβδομάδας. Από τα γεγονότα της υπόθεσης φαίνεται ότι ο Αιτητής συμπλήρωσε τέσσερεις μήνες απασχόλησης και συνεπώς δικαιούται άδεια ίση με τα 4/12 της συνολικής ετήσιας άδειας, δηλαδή 6½ ημέρες αδείας που υπολογίζονται στο ποσό των €597,12 το οποίο του επιδικάζουμε. (iii) Η αξίωση για δυσμενή διάκριση εις βάρος του Αιτητή Η νομική διάσταση του όλου θέματος περί δυσμενούς διακρίσεως του Αιτητή αποτελεί ο περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμος του 2004 (58(Ι)/2004) ως έχει τροποποιηθεί από τους Ν.50(Ι)/2007και 86(Ι)/
  3. Ο Νόμος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.3.2004 και τέθηκε σε ισχύ, με βάση το άρθρο 20 την 1η Μαΐου
  4. Σκοπός της ψήφισης του ήταν η μερική εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα με τις Οδηγίες 2000/78/ΕΚ και 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου. Ο Νόμος εισάγει αυτούσιες τις ρυθμίσεις των παραπάνω Οδηγιών, αναφερόμενος, μεταξύ άλλων, στο πεδίο εφαρμογής, στη διάκριση μεταξύ άμεσων και έμμεσων διακρίσεων, στις επιτρεπόμενες αποκλίσεις και τη δυνατότητα λήψης θετικών μέτρων. Σκοπός του Νόμου, είναι η θέσπιση πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 3 του Νόμου). Εξαιρούμενων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 5, ο Νόμος εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των οργανισμών δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου όσον αφορά, μεταξύ άλλων, «(γ) τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων απολύσεων και των αμοιβών» (άρθρο 4 του Νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου, Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 7 και 8, απαγορεύεται οποιαδήποτε: (α) άμεση διάκριση (β) έμμεση διάκριση (γ) παρενόχληση ή (δ) εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής στους τομείς που καλύπτει το άρθρο
  5. Η ερμηνεία των εννοιών «άμεση διάκριση» και «έμμεση διάκριση» περιέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου ως ακολούθως: «άμεση διάκριση» σημαίνει τη λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση που υφίσταται ένα πρόσωπο για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3, από αυτήν που υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο. «έμμεση διάκριση» σημαίνει κάθε εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτι-κή που πρόκειται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 σε σχέση με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Ως προς τις έννοιες αυτές, της άμεσης και έμμεσης διάκρισης, οι Οδηγίες 2000/78 και 2000/43 υιοθετούν τις θέσεις και τις αρχές που είχε διαμορφώσει η νομολογία του ΔΕΚ σχετικά με τις άμεσες και έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, αφού η προβληματική είναι η ίδια. Οι θέσεις μάλιστα και οι αρχές αυτές αποτυπώθηκαν και στην Οδηγία 2002/73 με την οποία αναθεωρήθηκε η Οδηγία 76/207 για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, ώστε, ως προς τις έννοιες αυτές, να υπάρξει πλήρης ευθυγράμμιση με τις Οδηγίες 2000/78 και 2000/
  6. Σημειώνουμε ότι κατά την ερμηνεία των διατάξεων της εναρμονιστικής νομοθεσίας και δη του Νόμου 58(Ι)/2004, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις των Οδηγιών, ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων αυτών. Μεταξύ δε περισσοτέρων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας. Σημειώνουμε ότι το καθήκον σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας αφορά όλη την εθνική νομοθεσία και όχι μόνον τις διατάξεις που θεσπίσθηκαν ειδικά για τη συμμόρφωση προς το περιεχόμενο της Οδηγίας. Από τον ορισμό της άμεσης διάκρισης προκύπτουν τα εξής κρίσιμα στοιχεία: (α) Η διαπίστωση της άμεσης διάκρισης προϋποθέτει τη σύγκριση μ' ένα άλλο πρόσωπο σε σχέση με το οποίο, το πρόσωπο που ασκεί αξιώσεις από την παράβαση της απαγόρευσης, υφίσταται μια λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση οφειλόμενη σ' έναν από τους λόγους που δεν επιτρέπεται να αποτελέσουν κριτήρια διάκρισης. (β) Για να είναι το πρόσωπο αυτό συγκρίσιμο πρέπει να βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση με το πρόσωπο που ασκεί αξιώσεις από την παράβαση της απαγόρευσης. (γ) Το συγκρινόμενο πρόσωπο δεν απαιτείται να απασχολείται στο ίδιο χρονικό διάστημα με το πρόσωπο που υφίσταται τη διάκριση, καθόσον από τη διατύπωση του νόμου προκύπτει ότι η σύγκριση γίνεται και με ένα πρόσωπο που στο παρελθόν έτυχε ευνοϊκότερης μεταχείρισης και το οποίο βρισκόταν σε ανάλογη κατάσταση. Περαιτέρω από τη διατύπωση του Νόμου «θα υφίστατο» προκύπτει ότι η σύγκριση μπορεί να γίνει και μ' ένα υποθετικό πρόσωπο. Σκοπός της προβλεπόμενης από το Νόμο δυνατότητας σύγκρισης με ένα υποθετικό πρόσωπο είναι η παροχή προστασίας στο θύμα της διάκρισης σε περίπτωση που δεν υπάρχει ούτε υπήρξε στο παρελθόν εργαζόμενος (ή υποψήφιος) στην επιχείρηση σε ανάλογη κατάσταση, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία σε τομείς επαγγελματικής δραστηριότητας που παραδοσιακά καλύπτονται κυρίως από πρόσωπα του ενός φύλου ή από πρόσωπα ορισμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής κλπ. Η προσφυγή σ' αυτήν επιτρέπεται μόνον όταν δεν είναι δυνατή η διαπίστωση της διάκρισης με άλλο τρόπο. Από τη διατύπωση του Νόμου προκύπτει ότι το πραγματικό της άμεσης διάκρισης πληρούται όταν ένα πρόσωπο, για ένα από τους λόγους που δεν επιτρέπεται να αποτελέσουν κριτήριο διάκρισης, υφίσταται μια δυσμενέστερη μεταχείριση και όχι όταν απλώς είναι εκτεθειμένος σ' έναν, λιγότερο ή περισσότερο, συγκεκριμένο κίνδυνο να υποστεί μια τέτοια μεταχείριση[1]. Η Δικαστική προστασία και το βάρος απόδειξης προβλέπονται στο άρθρο 11 του Νόμου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του παρόντος Νόμου, δικαιούται να διεκδικεί τα δικαιώματά του ενώπιον κάθε αρμόδιου δικαστηρίου και να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για την απόδειξη της παράβασης και της πάσης φύσεως υλικής ή ηθικής ζημιάς που υπέστη λόγω αυτής: Νοείται ότι, σε κάθε δικαστική διαδικασία εκτός από ποινική, αν ο διάδικος που ισχυρίζε-ται ότι θίγεται από παράβαση διατάξεων του παρόντος Νόμου, στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το Δικαστήριο υποχρεώνει τον αντίδικό του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του παρόντος Νόμου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αποδεικτική διευκόλυνση που ισχύει για το θύμα της διάκρισης συνίσταται σ' ένα συνδυασμό μείωσης του μέτρου της απόδειξης και αντιστροφής του βάρους απόδειξης. Η αποδεικτική αυτή διευκόλυνση προκύπτει από τις Οδηγίας 2000/43 και 2000/78 (άρθρα 8 και 10 αντίστοιχα) και αποτυπώνεται και στις αιτιολογικές σκέψεις των δύο αυτών Οδηγιών όπου αναφέρεται ότι «όταν πιθανολογείται διακριτική μεταχείριση, οι κανόνες περί βάρους της απόδειξης πρέπει να προσαρμόζονται και, προκειμένου να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η αρχή της ίσης μεταχείρισης, το βάρος της απόδειξης πρέπει να αντιστρέφεται στον εναγόμενο, εφόσον προσάγονται αποδείξεις μιας τέτοιας διακριτικής μεταχείρισης (αιτιολογικές σκέψεις 21 και 31 αντίστοιχα)». Έτσι, το βάρος απόδειξης δεν το επωμίζεται αποκλειστικά κάποιος από τους δύο διαδίκους, αλλά κατανέμεται αναλογικά. Ο αιτητής και φερόμενος ως θύμα της διάκρισης, οφείλει να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να πιθανολογείται η ύπαρξη διάκρισης λόγω εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής του σε σχέση με άλλο πρόσωπο, διαφορετικής καταγωγής, σε ανάλογη κατάσταση (άμεση διάκριση) ή ότι μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική του εργοδότη μπορεί γενικά να θέσει πρόσωπα της δικής του φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα (έμμεση διάκριση) οπότε στην περίπτωση αυτή το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον καθ' ου η αίτηση. Ο τελευταίος οφείλει πλέον να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, με την επίκληση και προσκόμιση στοιχείων, που αποδεικνύουν ότι η διαφοροποίηση στην οποία προέβη δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού[2]. Στην Teresa Mitchell v Southern Health Board [2001] ELR 201 καθορίστηκαν τα ακόλουθα κριτήρια σε σχέση με τη μετατόπιση του βάρους της απόδειξης από τον αιτητή στον καθ' ου η αίτηση (Ελεύθερη μετάφραση) «Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τα κύρια γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται για να εγείρει το τεκμήριο της απαγορευμένης δυσμενούς διάκρισης. Αν αυτά τα κύρια γεγονότα ικανοποιήσουν το Δικαστήριο και θεωρηθούν επαρκούς σημασίας για να εγερθεί το τεκμήριο της διάκρισης, τότε το βάρος μετατίθεται στον καθ' ου η αίτηση για να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης». Με βάση τον Νόμο και τη νομολογία το ερώτημα που τίθεται και καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι εάν ο Αιτητής, έχει στοιχειοθετήσει γεγονότα από τα οποία να πιθανολογείται η παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης λόγω εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής, δηλαδή γεγονότα από τα οποία να πιθανολογείται (α) ότι ο Αιτητής υπέστη δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με άλλα πρόσωπα διαφορετικής καταγωγής, σε ανάλογη κατάσταση, και (β) ότι η δυσμενής αυτή μεταχείριση που υπέστη οφείλετο στην εθνοτική ή φυλετική καταγωγή του. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι Ελλαδίτης (Έλληνας κάτοικος της Ελλάδας). Στις 18.11.2011 προκηρύχθηκε θέση για πρόσληψη εργοδοτουμένων καθορισμένης διάρκειας για τις ανάγκες της Προεδρίας και του Προεδρικού Μεγάρου. Ο Αιτητής ήταν μεταξύ των ατόμων που υπέβαλαν αίτηση για τη συγκεκριμένη θέση και που τελικά προσελήφθη με συμβόλαιο καθορισμένης διάρκειας από 2.5.2012 μέχρι 31.12.2012 μετά από διαδικασία που διενεργήθηκε με βάση τον περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Εργοδοτουμένων Καθορισμένης Διάρκειας στη Δημόσια Υπηρεσία και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμο του
  7. Η διαδικασία ήταν ανοικτή για όλους τους Κύπριους και Ευρωπαίους πολίτες. Ο Αιτητής προσελήφθη ως Αρχαιολόγος για τις ανάγκες του Γραφείου του Εκπροσώπου της Ε/κ πλευράς στη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ). Εκτός από τον Αιτητή προσελήφθηκαν ακόμα τρεις Ελλαδίτες και δέκα Κύπριοι. Λίγες μέρες μετά την πρόσληψη του ενημερώθηκε μαζί με τους άλλους Ελλαδίτες ότι η Τ/κ πλευρά δεν αποδεχόταν τη συμμετοχή εργαζομένων από την Ελλάδα στη ΔΕΑ. Δυο περίπου βδομάδες μετά ο Σύμβουλος του Ε/κ Εκπροσώπου κ. Καλλής τους ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να πηγαίνουν καθημερινώς στην εργασία τους και ότι το θέμα με την Τ/κ πλευρά θα διευθετείτο. Εν τω μεταξύ οι Κύπριοι συνάδελφοι τους είχαν ήδη τοποθετηθεί στα συνεργεία εκταφής και άρχισαν εργασία πεδίου. Στις 14.9.2012 η Κυπριακή Δημοκρατία τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή καθώς και των τριών άλλων Ελλαδιτών επικαλούμενη αντικειμενικές δυσκολίες που προέκυψαν, για πολιτικούς λόγους αναφορικά με την απασχόληση τους στο έργο της ΔΕΑ και των οποίων η άρση δεν κατέστη δυνατή. Συγκεκριμένα οι αντικειμενικές δυσκολίες αφορούσαν την άρνηση της Τ/κ Εκπροσώπου να αποδεχθεί τη συμμετοχή Ελλαδιτών Επιστημόνων στις δραστηριότητες της ΔΕΑ. Προκειμένου περί αλλοδαπών υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να σημειώσουμε ότι θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου είναι η ελευθερία κυκλοφορίας και εγκατάστασης των προσώπων (άρθρο 3 περ. γ' και 18 ΣΕΚ) και δη των εργαζομένων (αρθρο 39 ΣΕΚ - πρώην άρθρο 48). Η εξασφάλιση της ελεύθερης μετακίνησης των εργαζομένων προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διάκρισης λόγω της ιθαγένειας τους όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας (άρθρο 39§2 ΣΕΚ) και την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους να εξασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση τους τόσο από τον νομοθέτη και την κρατική εξουσία όσο και από τους εργοδότες τους, δημόσιο ή ιδιώτες. Στηριζόμενοι στο Νόμο και τη νομολογία κρίνουμε ότι το συγκρινόμενο με τον Αιτητή πρόσωπο που βρισκόταν στην ανάλογη κατάσταση τόσο μαζί του όσο και τους υπόλοιπούς Ελλαδίτες ήταν οι Κύπριοι συνάδελφοι τους, που προσλήφθηκαν στην Υπηρεσία με το ίδιο ακριβώς καθεστώς, στην ίδια θέση, με τους ίδιους όρους απασχόλησης και για τα ίδια καθήκοντα, ή στη βάση της υποθετικής σύγκρισης, ένας Ευρωπαίος πολίτης, διαφορετικής εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής, που θα βρισκόταν σε ανάλογη κατάσταση με τον Αιτητή. Είναι φανερό μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι λόγω της στάσης που τήρησε η Τ/κ πλευρά ο Αιτητής και οι άλλοι Ελλαδίτες δεν έγιναν αποδεκτοί στις δραστη-ριότητες του ΔΕΑ με επακόλουθο, ενόσω βρίσκονταν στη διάθεση της Υπηρεσίας να μην τους ανατεθούν οποιαδήποτε καθήκοντα σε αντίθεση με τους Κύπριους συναδέλφους τους οι οποίοι ανέλαβαν κανονικά καθήκοντα. Επίσης λόγω της στάσης της Τ/κ πλευράς εν τέλει η Δημοκρατία απεφάσισε να τερματίσει πρόωρα την απασχόληση του Αιτητή και των τριών άλλων Ελλαδιτών. Είναι λοιπόν φανερό ότι η εθνοτική ή φυλετική καταγωγή του Αιτητή ήταν ένας από τους παράγοντες που διαμόρφωσαν την τελική απόφαση της Δημοκρατίας να τερματίσει πρόωρα την απασχόληση του, σε αντίθεση με τους Κύπριους συναδέλφους του που συνέχισαν κανονικά την απασχόληση τους. Ως επακόλουθο, κρίνουμε ότι ο Αιτητής έχει στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως γεγονότα από τα οποία πιθανολογείται ότι ο λόγος που οδήγησε στον πρόωρο τερματισμό της απασχόλησης του σχετίζετο με την εθνοτική ή φυλετική καταγωγή του. Τεκμαίρεται λοιπόν ότι ο Αιτητής υπέστη δυσμενή μεταχείριση, που οφείλεται σε απαγορευμένη από την Οδηγία και τον Νόμο διάκριση σε σχέση με τους Κύπριους συναδέλφους του που βρίσκονταν σε ανάλογη κατάσταση ή με ένα Ευρωπαίο πολίτη, διαφορετικής εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής, που επίσης θα βρισκόταν σε ανάλογη κατάσταση μαζί του. Με τη στοιχειοθέτηση πραγματικών περιστατικών από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο Καθ' ου η αίτηση κατάφερε μέσα από τη μαρτυρία του να ανατρέψει το πιο πάνω μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δεν παραβίασε την αρχή, αλλά ότι η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείτο αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και ήταν πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Σημειώνουμε κατ' αρχήν ότι το άρθρο 2 της Οδηγίας προνοεί ότι «η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής». Είναι λοιπόν απαραίτητο για τον Καθ' ου η αίτηση όπως αποδείξει με τη μαρτυρία του ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν ήταν αποτέλεσμα άμεσης διάκρισης λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Πιο συγκεκριμένα ο Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να αποδείξει ότι ο παράγοντας καταγωγή δεν διαδραμάτισε κανένα ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής απόφασης για τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Σημειωτέον ότι ο λόγος διάκρισης δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τον αποκλειστικό ή κύριο λόγο της διαφορετικής μεταχείρισης. Είναι αρκετή η συνδρομή και επίδραση του στη διαμόρφωση της τελικής απόφασης. (Βλ. Negarajan v London Regional Transport [1999] 4 All ER 65 [1999] I.R.L.R 572). Επίσης, όπως έχει αναφερθεί στην πιο πάνω υπόθεση: «. Σε κάθε υπόθεση είναι αναγκαίο να αναρωτηθεί κανείς γιατί ο παραπονούμενος έτυχε λιγότερης ευνοϊκής μεταχείρισης. Αυτή είναι η σημαντική ερώτηση. Ήταν για φυλετικούς λόγους, ή ήταν για κάποιο άλλο λόγο, για παράδειγμα, επειδή ο παραπονούμενος δεν ήταν αρκετά ειδικευμένος για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας; . Η μεταχείριση, ευνοϊκή ή μη, αποτελεί συνέπεια που αναφύεται από κάποια απόφαση. . Η σημαντική ερώτηση που μόλις έχει τεθεί πιο πάνω, θα πρέπει απόλυτα να διαχωριστεί από κάποια δεύτερη και διαφορετική ερώτηση: εάν ο θήτης της διάκρισης διαχειρίστηκε τον παραπονούμενο λιγότερο ευνοϊκά για φυλετικούς λόγους, γιατί το έπραξε; Αυτή η τελευταία ερώτηση είναι αυστηρώς παράπλευρη με το προκείμενο όταν βρίσκεσαι στη διαδικασία να αποφασίσεις το κατά πόσο υπήρξε μια πράξη φυλετικής διάκρισης. Για τους σκοπούς της άμεσης διάκρισης, υπό το Άρθρο 1
(1)(α) όπως διαχωρίζεται από την έμμεση διάκριση υπό το Άρθρο 1
(1)(β), ο λόγος για τον οποίο ο υποτιθέμενος θήτης ενήργησε είναι άσχετος. Η διάκριση για φυλετικούς λόγους δεν αναιρείται ούτε από το κίνητρο, ούτε από την πρόθεση, ούτε από το λόγο αλλά ούτε και από τον σκοπό του θήτη της διάκρισης (οι λέξεις είναι εναλλάξιμες στα συμφραζόμενα) όταν μεταχειρίζεται κάποιον άλλο άτομο λιγότερο ευνοϊκά για φυλετικούς λόγους.» Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εξήγηση που δόθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναιρέσει την εις βάρος του Αιτητή δυσμενή διάκριση. Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύεται ότι η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση να τερματίσει πρόωρα την απασχόληση του Αιτητή ήταν «μολυσμένη» από το στοιχείο της δυσμενούς μεταχείρισης του Αιτητή λόγω της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής του. Ο λόγος, το κίνητρο ή η πρόθεση του Καθ' ου η αίτηση που οδήγησε στην τελική του απόφαση είναι άνευ σημασίας αφ' ης στιγμής άφησε να εμφιλοχωρήσει στην απόφαση του το στοιχείο της δυσμενούς διάκρισης. Με βάση τα πιο πάνω, είναι κατάληξη μας ότι ο Αιτητής υπέστη άμεση διάκριση λόγω της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής του κατά παράβαση των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.58(Ι)/2004. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του Νόμου, «Το Δικαστήριο εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά και στο επιδικαζόμενο ποσό προστίθεται νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημίωσης» Στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891[3], ερμηνεύοντας το ΔΕΕ τις διατάξεις της Οδηγίας 76/207/ΕΚ τόνισε ότι για κράτη μέλη που επιλέγουν ως κύρωση για την παράβαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, η επιδικαζόμενη αποζημίωση θα πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, και λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνουμε ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη ο Αιτητής λόγω της εις βάρος του διάκρισης το ποσό των €6.430,55 που αντιπροσωπεύει τα απολεσθέντα ημερομίσθια του μέχρι την ημερομηνία λήξης της σύμβασης εργοδότησης του, πλέον νόμιμο τόκο από 14.9.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του μέχρι τελικής εξόφλησης. Ως αποτέλεσμα: Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ως ακολούθως: (α) Ποσό €6.430,55 ως αποζημίωση για την εις βάρος του διάκριση με νόμιμο τόκο από 14.9.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. (β) Ποσό €459,32 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης με νόμιμο τόκο από 13.12.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. (γ) Ποσό €597,12 ως αναλογία ετήσιας άδειας με νόμιμο τόκο από 13.12.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)................ Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Π. Κούμας, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο , σ.228 κ.α [2] Βλ. Γιαννακούρου, η ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών κατά το κοινοτικό και το ελληνικό δίκαιο, σ.209 και Δ. Ζερδελής σ.296. [3] Την εν λόγω απόφαση επικαλέστηκε το Δικαστήριο στην Α. Χατζηαβραάμ ν. ΣΠΕ Μόρφου
(2011)Α.Α.Δ. όπου επιδίκασε αποζημιώσεις για διάκριση λόγω ηλικίας με βάση τον Ν.58(Ι)/2004. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.