← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΗ ΣΤΑΦΥΛΙΔΗ ν. ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 101/2011, 5/5/2015

ΑΝΤΩΝΗ ΣΤΑΦΥΛΙΔΗ ν. ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 101/2011, 5/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Στ. Δρυμιώτη και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 101/2011 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗ ΣΤΑΦΥΛΙΔΗ Αιτητή -και- ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5η Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Ο κ. Α. Αρτεμίου Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Α. Χατζησέργης ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, ότι οι Καθ' ων η αίτηση απροειδοποίητα ή/και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ή/και χωρίς να του δοθεί εύλογος χρόνος να συμμορφωθεί με υποδείξεις τους, παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του. Στη βάση αυτή αξιώνει αποζημιώσεις, πληρωμή αντί προειδοποίησης, επαναπρόσληψη και καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά που υπέστη συνεπεία της απόλυσης, οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο ως συσσω-ρευμένη ετήσια άδεια που δεν έκανε χρήση, οποιαδήποτε άλλη ή και περαιτέρω θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη ή και εύλογη υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο, έξοδα συν ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν παράνομος ή αδικαιολόγητος και επομένως ότι δικαιούται στις αιτούμενες αποζημιώσεις ή ποσά. Είναι η θέση τους ότι επανειλημμένες φορές στο παρελθόν, γραπτώς και προφορικώς, προειδοποίησαν και υπέδειξαν στον Αιτητή ότι δεν ασκεί τα καθήκοντα του με εύλογο ικανοποιητικό τρόπο. Επίσης με την επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του ημερ. 15.3.2010 του δόθηκε προειδοποίηση οκτώ βδομάδων την οποία εργάστηκε. Ως εκ τούτου, καθώς ισχυρίζονται, σε καμία απολύτως περίπτωση δεν αποδέχονται τις θέσεις του Αιτητή. Ο τερματισμός της απασχόλησης του, διατείνονται, ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος καθότι δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του με εύλογο ικανοποιητικό τρόπο, ήταν ασυνεπής στην εργασία του και επεδείκνυε νωχέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν εργαζόταν σωστά, παραγωγικά και ποιοτικά, ηρνείτο να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των Εργοδοτών του και απουσίαζε συχνά και αδικαιολόγητα από την εργασία του. Να σημειωθεί, ότι κατά την ημέρα της ακρόασης και κατόπιν σχετικών δηλώσεων που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής εγκατέλειψε τις αξιώσεις για επαναπρόσληψη, πληρωμή αντί προειδοποίησης και συσσωρευμέ-νη άδεια, περιορίζοντας έτσι την αξίωση του αποκλειστικά στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για παράνομο ή και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχό-λησης του πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»), προβλέπει ότι «Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογη-μένα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. Προς απόδειξη των θέσεων τους κατάθεσαν τρεις μάρτυρες. Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με τη δική του μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τις έγγραφες προτάσεις και τις δηλώσεις των μερών προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι Δημόσια Εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία, η οποία ασχολείται με την εκτέλεση οικοδομικών, οδικών και άλλων συναφών εργασιών. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση στις 11.3.2002 και εργάστηκε ως εργάτης μέχρι τις 11.5.2010 που τερματίστηκε η απασχόληση του, με σχετική επιστολή ημερομηνίας 15.3.
  1. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, που κατατέθηκε ως Τεκ.4, παραθέτουμε αυτούσιο: «Με λύπη μας, σας πληροφορούμε ότι είμαστε αναγκασμένοι να τερματίσουμε την υπηρεσία σας στην Εταιρεία:
  2. Παρ' όλες τις γραπτές και προφορικές προειδοποιήσεις για έλλειψη ενδιαφέροντος και μη ικανοποιητική απόδοση στην εργασίας σας, δεν έγινε καμία βελτίωση.
  3. Συχνές και μακρές απουσίες που φαίνονται αδικαιολόγητες γιατί πάντα συνέπιπταν μετά από παρατηρήσεις.
  4. Λόγω μείωσης του όγκου εργασίας του εργοταξίου στο οποίο εργάζεστε. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης σας στην εταιρεία, έχετε μεταφερθεί από εργοτάξιο σε εργοτάξιο και σε διάφορες συγγενικές εταιρείες του συγκροτήματος με αποτέλεσμα σήμερα να μην έχουμε συνεργείο που να θέλει να εργαστείτε μαζί τους. Η περίοδος απασχόλησης σας λήγει σε οκτώ εβδομάδες. Με εκτίμηση ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Κυριάκος Χρυσοχός» Οι τελευταίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €378,85 εβδομαδιαίως, χωρίς δικαίωμα 13ου μισθού. Μαρτυρία Η Βίκυ Νέμιτσα - Ξήτα εργάζεται στο συγκρότημα Nemesis από 1.1.2007 ως υπεύθυνη marketing και ανθρώπινου δυναμικού. Προσωπικά δεν γνωρίζει τον Αιτητή. Τον γνώρισε όμως μέσα από διάφορα έγγραφα που περιήλθαν στην αντίληψη της και από πληροφορίες που έλαβε από συναδέλφους ότι απουσίαζε συχνά από την εργασία του και δημιουργούσε αναστάτωση στο εργοτάξιο όπου απασχολείτο. Για να επιβεβαιώσει τις θέσεις της, παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου εβδομαδιαίες καταστάσεις μισθοδοσίας του Αιτητή για την περίοδο από 1.1.2009 μέχρι 11.5.2010 που απολύθηκε, υποδεικνύοντας τις ημέρες και βδομάδες που δεν εμφανίστηκε στην εργασία του. Παρουσίασε επίσης ιατρικές βεβαιώσεις για την περίοδο από το 2006 μέχρι 12.3.2010, τις οποίες ο Αιτητής παρέδιδε στους μηχανικούς και κατέληγαν στο λογιστήριο των Καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίστηκε, ότι εκτός από τις περιόδους απουσίας που αναφέρονται στις ιατρικές βεβαιώσεις, για τις υπόλοιπες απουσίες του, όπως εμφαίνονται στις καταστάσεις μισθοδοσίας, ο Αιτητής δεν προσκόμισε δικαιολογητικά. Αναφέρθηκε, επίσης, σε διάφορα παράπονα που έφθαναν στα αυτιά της, από μηχανικούς και επιστάτες, για μειωμένη απόδοση του Αιτητή, ασυνέπεια, έλλειψη παραγωγικότητας και γενικά αδιαφορία ως προς τον τρόπο και χρόνο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Ισχυρίστηκε ότι στον Αιτητή έγιναν αρκετές προφορικές παρατηρήσεις και μία γραπτή παρατήρηση ημερ. 30.9.2008, την οποία παράθεσε στο Δικαστήριο. Παρόλα αυτά, η εν γένει συμπεριφορά του δεν άλλαξε. Αφού της υποδείχτηκε η επιστολή απόλυσης, ισχυρίστηκε ότι η αναφορά σε μείωση του κύκλου εργασιών τέθηκε εκ παραδρομής, αφού τη συγκεκριμένη περίοδο οι Καθ' ων η αίτηση είχαν να περατώσουν αρκετά έργα και δεν τίθετο θέμα πλεονασμού. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στη διαδικασία που η Εταιρεία ακολουθεί για την παραχώρηση αδείας στο προσωπικό της, σημειώνοντας ότι θα πρέπει να ζητηθεί άδεια μέσω νενομισμένων διαδικασιών και να εγκριθεί από το αρμόδιο τμήμα. Για άδεια ασθενείας, ο εργοδοτούμενος ενημερώνει τηλεφωνικώς το τμήμα και ακολούθως προσκομίζει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Επί των προφορικών παρατηρήσεων, που έκανε λόγο ότι δέχθηκε ο Αιτητής, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Ισχυρίστηκε ότι η τελευταία φορά που άκουσε για μια τέτοια παρατήρηση ήταν στο τέλος του
  5. Τον Αιτητή επίσης δεν παρέ-πεμψαν σε άλλο γιατρό και ούτε η ίδια ως υπεύθυνη προσωπικού ζήτησε εξηγήσεις για το είδος των ιατρικών πιστοποιητικών που προσκόμιζε ο Αιτητής ή για την απουσία του. Ισχυρίστηκε ότι τέτοιες εξηγήσεις ζητήθηκαν από τους μηχανικούς και τελευταία από τον Ν. Νικολάου χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει τον χρόνο ή να παράσχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ο Νικόλας Νικολάου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως μηχανικός εργοταξίου. Στα καθήκοντα του περιλαμβάνετο η επίβλεψη και ο προγραμματισμός της κατασκευής μέρους του αποχετευτικού συστήματος Λευκωσίας. Ο Αιτητής, τον οποίο γνώριζε πολύ καλά, κατά τον τελευταίο ενάμισι χρόνο της απασχόλησης του εργαζόταν, υπό τη δική του επίβλεψη, σε συνεργείο τοποθέτησης σωλήνων στο υπό κατασκευή έργο. Ως υπάλληλο τον χαρακτήρισε ασυνεπή στην εργασία και στην τήρηση του ωραρίου του, μη παραγωγικό με πάρα πολλές συχνές απουσίες ως συνήθως αδικαιολόγητες για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι κατά το έτος 2009, ο Αιτητής απουσίαζε από την εργασία του για δύο ολόκληρους μήνες χωρίς να ενημερώσει κανένα από τους προϊσταμένους του, προφασι-ζόμενος οικογενειακά προβλήματα. Απουσίαζε επίσης την 31η, 35η και 36η βδομάδα του 2009, την 6η και 7η βδομάδα του 2010 και δύο βδομάδες τον Μάρτιο. Στην εργασία του ήταν νωχελικός και καθόλου παραγωγικός. Επίσης ενόσω βρίσκονταν μπροστά, τόσο ο ίδιος όσο και ο επιστάτης, έκανε ότι δού-λευε για να τους ξεγελάσει και ακολούθως αφού απομακρύνονταν ακουμπούσε στον τοίχο γυρεύοντας σκιά. Επίσης με την όλη συμπεριφορά του επηρέαζε και το υπόλοιπο προσωπικό, αφού ανέμενε απ' αυτούς να περατώσουν τη δική του δουλειά. Ισχυρίστηκε ότι στον Αιτητή γίνονταν συχνά προφορικές παρατηρήσεις, τόσο από τον ίδιο όσο και από τον επιστάτη. Για την τελευταία του απουσία, προκλητικά προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό, αφού στο μεσοδιάστημα ο ίδιος του είχε ανακοινώσει την απόλυση του, λέγοντας του ότι δεν βελτιωνόταν, συνέχισε να κάνει απουσίες και ότι ήταν αναγκασμένοι να το σταματήσουν. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι ο Αιτητής δεν δέχθηκε καμία γραπτή παρατήρηση από τον ίδιο. Για δικαιολογημένες απουσίες, ανέφερε, ότι οι εργοδοτούμενοι πληρώνονταν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για αδικαιολόγητες δεν δικαιούνταν πληρωμή. Το συνεργείο όπου εργαζόταν ο Αιτητής, καθώς είπε, αποτελείτο συνήθως από τρία άτομα. Σε υποβολή ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την απόλυση του Αιτητή αποχώρησαν από την Εταιρεία αλλά οκτώ άτομα, ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε λέγοντας ότι από την Εταιρεία μπορεί να αποχώρησαν όχι όμως από την ομάδα τους. Επέμενε στον ισχυρισμό του, ότι ο Αιτητής ήταν προκλητικός και ότι κατά την τελευταία απουσία του, μετά από παρατήρηση που δέχθηκε από τον ίδιο, ανέφερε στον εργοδηγό ότι θα έφερνε χαρτί του γιατρού με αποτέλεσμα να απουσιάσει μία επιπλέον βδομάδα. Δεν αρνήθηκε ότι ο Αιτητής προσέφερε υπερωριακή εργασία. Αφού του υποδείχτηκε ο τρίτος λόγος απόλυσης που η Εταιρεία επικα-λέστηκε με τη σχετική επιστολή, ισχυρίστηκε ότι μείωση του όγκου εργασιών δεν υπήρξε και ότι εκ παραδρομής έγινε τέτοια αναφορά. Την επιστολή απόλυσης, καθώς είπε την έλεγξε ο ίδιος και ο κ. Χρυσοχός που την υπέγραψε. Τρίτος μάρτυρας για τους Καθ' ων η αίτηση ήταν ο Χρίστος Χρίστου. Καθώς ανέφερε, εργάζεται στην Cyfield Development Ltd ως τεχνικός διευθυντής. Πρόκειται για αδελφή εταιρεία των Καθ' ων η αίτηση που ανήκει στον ίδιο Όμιλο. Τον Αιτητή, καθώς είπε, έτυχε να γνωρίσει προσωπικά από την άσχημη ωστόσο πλευρά, κατά την περίοδο που εργάστηκαν μαζί. Συγκεκριμένα, πάρα τις προσπάθειες που είχαν καταβάλει, δεν κατάφεραν να κρατήσουν τον Αιτητή στις τάξεις της εταιρείας αφού δεν μπορούσε να παρακολουθήσει και να ακολου-θήσει τις σωστές διαδικασίες που σχετίζονταν με την ποιότητα της εργασίας και την απόδοση του. Προσωπικά αναγκάστηκε να κάνει αρκετές προφορικές παρατηρήσεις στον Αιτητή και μία γραπτή. Όταν του γίνονταν παρατηρήσεις έδινε πάντοτε την εικόνα ότι είχε την καλή διάθεση να συμμορφωθεί και εν τέλει αντί αυτού προσκόμιζε χαρτί του γιατρού απουσιάζοντας μία με δύο μέρες. Λόγω της συμπεριφοράς του δεν μπορούσε να τον κρατήσει στην εταιρεία και πέντε μήνες αργότερα μεταφέρθηκε στους Καθ' ων η αίτηση. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι τα όσα ανέφερε αφορούσαν την απασχόληση του Αιτητή στην Cyfield για την περίοδο από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο
  6. Καταθέτοντας ο Αιτητής αρνήθηκε όλα όσα του καταλόγισαν οι Καθ' ων η αίτηση. Αναγνωρίζοντας την επιστολή απόλυσης, ισχυρίστηκε ότι εκτελούσε την εργασία του πάντοτε ποιοτικά και σύμφωνα με τις οδηγίες των προϊσταμένων του. Επίσης ουδέποτε απουσίασε από την εργασία του χωρίς άδεια. Δεν αρνήθηκε ότι κατά καιρούς μετακινήθηκε και εργάστηκε στην υπηρεσία άλλων εταιρειών του Ομίλου, με απόφαση των εργοδοτών του. Ο Ν. Νικολάου, καθώς είπε, ήταν ο μηχανικός του έργου όπου απασχολείτο. Ουδέποτε δέχθηκε παρατήρηση για τη δουλειά του είτε από τον μηχανικό είτε από τον επιστάτη του έργου που ήταν ο άμεσα προϊστάμενο του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γεννήθηκε στη Γεωργία και ήρθε στην Κύπρο μετά που έζησε στην Ελλάδα. Επέμενε, ότι ο Ν. Νικολάου επισκεπτόταν σταδιακά το έργο και ουδέποτε του έκανε παρατήρηση. Το ίδιο και ο επιστάτης, που ήταν πάντοτε καλός μαζί του. Η δουλειά του ήταν η τοποθέτηση κεντρικών σωλήνων στο αποχετευτικό σύστημα Αγλαντζιάς. Μαζί του εργάζονταν ακόμη δύο άτομα. Απορρίπτοντας τις θέσεις της άλλης πλευράς ότι ήταν νωχελικός και δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του, ισχυρίστηκε ότι παρόλο που επρόκειτο για δύσκολη δουλειά, ήταν πάντοτε παραγωγικός και εκτελούσε με ικανοποιητικό τρόπο κάθε εργασία που του ανάθεταν. Αφού του υποδείχθηκε με βάση τα τεθέντα Τεκμήρια, ότι απουσίαζε συχνά από την εργασία του, ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με την πλάτη του και ότι ουδέποτε απουσίασε αδικαι-ολόγητα και χωρίς την άδεια των Εργοδοτών του. Επίσης με την άδεια των προϊσταμένων του, απουσίασε το διάστημα που πέθανε η μητέρα του και όταν ήταν άρρωστος ο πατέρας του, τον οποίον θα έπρεπε να φροντίζει. Επίσης για κάποιες μέρες απουσίας, ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ άρρωστος και ζήτησε άδεια από τον επιστάτη. Ανάλυση - Συμπεράσματα Πέραν των παραδεκτών γεγονότων που παραθέτουμε ανωτέρω, από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτουν ως κοινή συνισταμένη τα ακόλουθα: Ο Αιτητής, κατά την περίοδο της απασχόλησης του, εργάστηκε κατά καιρούς σε διάφορες εταιρείες του Ομίλου όπου ανήκαν οι Καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα από 11.3.2002 μέχρι 2.5.2003 εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, από 3.5.2003 μέχρι 4.7.2008 στην Nemesis Development και από 5.7.2008 μέχρι 7.12.2008 στην Cyfield Development. Στις 8.12.2008 επαναφέρθηκε στους Καθ' ων η αίτηση, όπου εργάστηκε μέχρι τις 11.5.2010 που απολύθηκε. Είναι γεγονός ότι από τον Ιανουάριο 2009 ο Αιτητής απουσίασε από την εργασία του σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Συγκεκριμένα, καθώς προκύπτει από το Τεκ.1, απουσίαζε από την 22η μέχρι και την 28η βδομάδα, την 31η, 35η και 36η βδομάδα του 2009, την 6η και 7η βδομάδα του 2010 και 10 μέρες κατά τον Μάρτιο του ιδίου έτους. Υπάρχουν επίσης βδομάδες στη διάρκεια των οποίων φαίνεται ότι ο Αιτητής προσέφερε την υπηρεσία του για λιγότερες από 38 ώρες, που ήταν το κανονικό ωράριο εργασίας του. Ταυτόχρονα όμως φαίνεται ότι τακτικά προσέφερε και υπερωριακή εργασία. Για να δικαιολογήσει τις απουσίες του, ο Αιτητής προσκόμισε δύο ιατρικές βεβαιώσεις ημερ. 1.9.2009 και 1.3.2010 (Τεκ.2). Και των δύο το περιεχόμενο είναι το ίδιο και προέρχονται από τον ίδιο γιατρό. Βεβαιώνεται ότι ο Αιτητής έπασχε από οσφυαλγία και λόγω της κατάστασης του συστήνετο να έμενε κλινήρης από 1.9.2009 μέχρι 15.9.2009 και από 1.3.2010 μέχρι 12.3.2010 αντίστοιχα. Δύο από τις βδομάδες απουσίας του Αιτητή συνέπιπταν με την ετήσια άδεια του. Για τις υπόλοιπες βδομάδες απουσίας, που δεν προσκόμισε κανένα δικαιολογητικό, ισχυρίστηκε ότι απουσίαζε με την άδεια των Εργοδοτών του λόγω θανάτου της μητέρας του και ασθένειας του πατέρα του, τον οποίον θα έπρεπε να φροντίζει. Ενόσω ο Αιτητής βρισκόταν στην υπηρεσία της Cyfield Development δέχθηκε μια γραπτή παρατήρηση ημερ. 30.9.2008 (Τεκ.3), για τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του, που αποτελούσε και τη μοναδική γραπτή παρατήρηση που δέχθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης. Η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθεί-σας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Από τη μαρτυρία της Β. Ξήτα καθίσταται φανερό ότι η ίδια δεν είχε καμία ανάμειξη στην υπόθεση του Αιτητή. Τα όσα κατέθεσε περιήλθαν σε γνώση της είτε από τα έγγραφα που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστηρίου, είτε από πληρο-φορίες που έλαβε από συναδέλφους, τους οποίους ωστόσο δεν κατονόμασε. Ενώ αναφέρθηκε σε παράπονα που έφθαναν στα αυτιά της, από μηχανικούς και επιστάτες, για ασυνέπεια, αδιαφορία και μειωμένη απόδοση του Αιτητή στην εργασία του, εν τούτοις δεν ήταν σε θέση να τοποθετεί επί των ισχυρισμών της και να παράσχει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Ενώ επίσης αναφέ-ρθηκε σε αρκετές προφορικές παρατηρήσεις που έγιναν στον Αιτητή, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι η τελευταία φορά που άκουσε για μια τέτοια παρατήρηση ήταν στο τέλος του 2009 χωρίς ωστόσο να δώσει άλλη εξήγηση. Για το είδος των ιατρικών βεβαιώσεων που προσκόμιζε ο Αιτητής ή για τις απουσίες του, παραδέχθηκε ότι ως υπεύθυνη προσωπικού ποτέ δεν ζήτησε οποιεσδήποτε εξηγήσεις και ποτέ δεν τέθηκε θέμα παραπομπής του Αιτητή σε άλλο γιατρό για επιβεβαίωση της ασθένειας του. Η θέση της, ότι τέτοιες εξηγήσεις ζητήθηκαν από τους μηχανικούς και τελευταία από τον Ν. Νικολάου, δεν επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του τελευταίου. Σαφώς έχουμε την εντύπωση και αποτελεί εύρημα μας ότι η εν λόγω μάρτυς δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή μαρτυρία επί των γεγονότων που οδήγησαν στην απόλυση του Αιτητή. Εκτός από τα έγγραφα που έθεσε ενώπιον μας και των γεγονότων που ήταν σε θέση να γνωρίζει ως υπεύθυνου προσωπικού - και αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην μη αμφισβήτηση των ιατρικών βεβαιώσεων που προσκόμιζε ο Αιτητής και τη μη παραπομπή του σε άλλο γιατρό - η μαρτυρία της ήταν γενική και αόριστη και ως τέτοια δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει τη βάση εξαγωγής συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Ο Χρίστος Χρίστου, καθώς προκύπτει από τη μαρτυρία του, γνώρισε τον Αιτητή ενόσω εργάζονταν μαζί στη Cyfield Development Ltd, την περίοδο από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο
  7. Η όλη μαρτυρία του περιορίστηκε σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά την εν λόγω περίοδο, στη διάρκεια της οποίας παρέδωσε στον Αιτητή την γραπτή παρατήρηση (Τεκ.3). Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και την αποδεχόμαστε. Ο Νικόλας Νικολάου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο μηχανικός του εργοταξίου όπου απασχολείτο ο Αιτητής. Παρατηρούμε ότι ούτε και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα έριξε ιδιαίτερο φώς στους λόγους που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν για να απολύσουν τον Αιτητή. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος σε συχνές προφορικές παρατηρήσεις που γίνονταν στον Αιτητή, λόγω μη ικανοποι-ητικής εκτέλεσης των καθηκόντων του, σε καμία περίπτωση δεν προσδιόρισε τον χρόνο που έγιναν οι εν λόγω παρατηρήσεις. Επίσης δεν έδωσε οποια-δήποτε συγκεκριμένα δείγματα που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε με εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του ή ήταν νωχελικός και μη παραγωγικός. Ενώ ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής στην παρουσία του ιδίου και του επιστάτη έκανε ότι εργαζόταν για να τους ξεγελάσει και ακολούθως αφού απομακρύνονταν ακουμπούσε στον τοίχο γυρεύοντας σκιά, εν τούτοις ο χρόνος του συμβάντος παρέμεινε απροσδιόριστος και στον Αιτητή δεν φάνηκε να έγινε παρατήρηση ή να δόθηκε προειδοποίηση για την κατ' ισχυρισμό αντεργατική συμπεριφορά του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Αιτητής απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του χωρίς να ενημερώσει ή να εξασφαλίσει εκ των προτέρων την άδεια των προϊσταμένων του και ότι προκλητικά προσκόμιζε ιατρικά πιστο-ποιητικά για να δικαιολογήσει τις απουσίες του. Οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκόμιζε ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επίσης η αναφορά σε αδικαιολόγητες απουσίες του Αιτητή δεν συνάδει με τη συμπεριφορά των Εργοδοτών, οι οποίοι ουδέποτε αρνήθηκαν να δεχθούν τον Αιτητή στην εργασία του, μετά από κάθε απουσία του και ουδέποτε του έδωσαν οποιαδήποτε γραπτή προειδοποίηση για σκοπούς συμμόρφωσης. Ουσιαστική είναι η θέση του μάρτυρα ότι για δικαιολογημένες απουσίες οι εργοδοτούμενοι της Εταιρείας δικαιούνταν πληρωμή από το Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για αδικαιολόγητες απουσίες δεν δικαιούνταν καμία πληρωμή. Και διερωτόμαστε, εάν ο Αιτητής είχε όντως την ευχέρεια να εξασφαλίζει όποτε ήθελε ιατρικές βεβαιώσεις και προκλητικά να τις παρουσιάζει στους Εργοδότες του, τότε γιατί δεν το έπραξε και για τις περιόδους που αυτοί ισχυρίζονται ότι απουσίαζε αδικαιολόγητα, αφού ήταν ο μόνος τρόπος που θα τους εξασφάλιζε πληρωμή από το Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεως; Είναι λογικό να διερωτηθεί κάποιος γιατί ο Αιτητής να μην ενεργήσει με αυτό τον τρόπο εάν πράγματι τα γεγονότα είχαν όπως τα κατέθεσε ο μάρτυρας. Από την άλλη όμως, η μη προσκόμιση ιατρικών βεβαιώσεων που θα εξασφάλιζαν στον Αιτητή ένα τέτοιο δικαίωμα, για το διάστημα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι απουσίαζε για οικογενειακούς λόγους, τείνει να επιβεβαιώσει τα όσα ο ίδιος υποστήριξε, ότι ουδέποτε απουσίασε χωρίς άδεια και ότι χωρίς την ύπαρξη ιατρικού προβλή-ματος δεν ήταν εύκολο να εξασφαλίζει όποτε ήθελε ιατρικές βεβαιώσεις. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας, ότι κατά την τελευταία απουσία του, ο Αιτητής προκλητικά προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό, αφού στο μεσοδιάστημα ό ίδιος του ανακοίνωσε την απόλυση του, λέγοντας του ότι δεν βελτιωνόταν, συνέχιζε να κάνει απουσίες και ότι ήταν αναγκασμένοι να τον σταματήσουν. Είναι γεγονός ότι ο Αιτητής απουσίασε από την εργασία του την 6η και 7η βδομάδα του 2010 χωρίς να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό. Επιστρέφοντας στην εργασία του εργάστηκε ολόκληρη την 8η βδομάδα προσφέροντας μάλιστα και υπερωριακή εργασία και για τις επόμενες δέκα μέρες από 1.3.2010 μέχρι 12.3.2010 ημέρα Παρασκευή, απουσίασε με άδεια του γιατρού. Τη Δευτέρα 15.3.2010, επιστρέφοντας στην εργασία του, του δόθηκε η επιστολή απόλυσης. Σε αντίθεση με τη θέση του μάρτυρα στην εν λόγω επιστολή δεν γίνεται καμία αναφορά σε συζήτηση ή σε προηγηθείσα προφορική απόλυση του Αιτητή. Επίσης ούτε και από τους γενικούς λόγους εμφάνισης προκύπτει μια τέτοια εκδοχή. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση περιλαμβάνεται και συνοψίζεται ως εξής στην παράγραφο 7 των γενικών λόγων εμφάνισης. «
  8. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας, ότι η Καθ' ης η αίτηση προτού τερματίσει τις υπηρεσίες του Αιτητή, επανειλημμένες φορές τόσο με γραπτή της επιστολή προς τον Αιτητή ημερομηνίας 30.9.2008, όσο και με προφορικές υποδείξεις της σε αυτό, η Καθ' ης η αίτηση είχε προειδοποιήσει προηγουμένως τον Αιτητή και υπέδειξε σε αυτόν επανειλημμένες φορές, ότι δεν ασκεί τα καθήκοντα του κατ' ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι με την επιστολή που δόθηκε στον Αιτητή για τερματισμό των υπηρεσιών του ημερομηνίας 15.3.2010, η Καθ' ης η αίτηση έδωσε οκτώ εβδομάδες προειδοποίηση στον Αιτητή. Ως εκ τούτου σε καμία απολύτως περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση τερμάτισε τις υπηρεσίες του Αιτητή απροειδοποίητα και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση και χωρίς να δοθεί στον Αιτητή εύλογος χρόνος για να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της Καθ' ης η αίτηση όπως αναληθώς αναφέρει ο Αιτητής στην παράγραφο 5 των γενικών λόγων της Αίτησης του». Τέλος, αναφερόμενος ο μάρτυρας στον τρίτο λόγο απόλυσης του Αιτητή όπως προκύπτει από τη σχετική επιστολή ήτοι «λόγω μείωσης του όγκου εργασίας του εργοταξίου στο οποίο εργάζεστε», ισχυρίστηκε ότι τέθηκε εκ παραδρομής, καθότι δεν υπήρξε καμία μείωση. Από την άλλη όμως κατά την αντεξέταση δεν αρνήθηκε ότι σε σύντομο διάστημα από την απόλυση του Αιτητή απολύθηκαν από την Εταιρεία άλλα οκτώ άτομα. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης μας, κρίνουμε ότι ούτε και η μαρτυρία του Ν. Νικολάου θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Μέσα από τη μαρτυρία του Αιτητή εντοπίζουμε κάποιες αντιφάσεις οι οποίες ωστόσο δεν είναι ουσιαστικές. Σε γενικές γραμμές ούτε και ο Αιτητής παρέθεσε οποιαδήποτε στοιχεία, πέραν των ισχυρισμών του, που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τις θέσεις του. Κυρίαρχο στοιχείο της μαρτυρίας του ήταν η γενική άρνηση του σε όσα οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να αποδείξουν ως έχοντες το βάρος απόδειξης. Στην Demil Imports Exports v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Μαρσέλ ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858)». Ως επακόλουθο της πιο πάνω αξιολόγησης μας το ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι Καθ' ων η αίτηση κατάφεραν να αποδείξουν τους λόγους απόλυσης που επικαλούνται. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)........................................................................................................................ (γ)........................................................................................................................ (δ)........................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
  1. i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
  2. ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (
  3. iv)απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (
  4. v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Το σωστό κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστά-σεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. (βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1482, Galatariotis v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, 325 και Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, που το Δικαστήριο τούτο ακολούθησε και σε παλαιότερες αποφάσεις του, η νομιμότητα μιας απόλυσης που οφείλεται στην παράλειψη του εργοδοτούμενου να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο και λόγω διαγωγής, εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας. Ειδικότερα όταν ο εργοδότης κάνει χρήση του άρθρου 5(α) του Νόμου θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η εφαρμογή της πρόνοιας αυτής απαιτεί λογική αποτελεσματικότητα (reasonable efficiency) και όχι μεγίστη αποτελεσματικότητα (utmost efficiency). Τι είναι λογική αποτελεσματικότητα είναι θέμα βαθμού εξαρτώμενο από τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Συνεπώς, θα πρέπει κατ' αρχάς ο εργοδότης να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμε-νος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως θα πρέπει να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προέβη σε λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτούμενου δεν ήταν η λογικά αναμενόμενη, ότι έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του και επίσης να του δώσει τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και να τον προειδοποιήσει (worn him) για τις τυχόν συνέπειες πριν του δώσει προειδοποίηση (notice) για απόλυση. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Στην απόφαση Winterhalter Gastronom Limited v. Webb [1973] ICR 245 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: "[.] there are many situations in which a man's apparent capabilities may be stretched when he knows what is demanded of him; many do not know they are capable of jumping the five-barred gate until the bull is close behind them". Η προειδοποίηση, κατά ένα λόγο, αποτρέπει τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης υπέρ του εργοδοτούμενου. Πράγματι, από το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδοτούμενου, αντίθε-τες προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις (π.χ. ολιγόλεπτη καθυστέρηση στην έναρξη της εργασίας, πλημμελής εκπλήρωση καθηκόντων) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντίδρασης ή αποδοκιμασίας από τον εργοδότη είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο πρόσωπο του εργοδοτούμενου η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι ο εργοδότης είναι ικανοποιημένος ή τουλάχιστον ανέχεται τον τρόπο με τον οποίο αυτός εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η προσφυγή του εργοδότη αιφνιδιαστικά στον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, χωρίς να δώσει στον εργοδοτούμενο προηγουμένως την ευκαιρία να μεταβάλει τη συμπεριφορά του, ώστε αυτή να είναι σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις του, συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές της καλής πίστης. Δεν πρέπει να αναμένει κανείς από τον εργοδοτούμενο ότι θα μεταβάλει τη συμπεριφορά του, όταν αυτός δικαιο-λογημένα, εν όψει της για μεγάλο χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητης αποδοχής από τον εργοδότη της πλημμελώς εκπληρούμενης υποχρέωσης για παροχή εργασίας, θεωρεί ότι ο τελευταίος ανέχεται τη συμπεριφορά αυτή. (Δ. Ζερδελής, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2η έκδοση σ.130 επ.) Από την αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, είναι φανερό και αυτό αποτελεί εύρημα μας, ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσία-σαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του. Αντίθετα το γεγονός και μόνο ότι ο Αιτητής παρείχε τις υπηρεσίες του και πέραν του κανονικού ωραρίου, συνιστά θετική ένδειξη της αποδοτικότητας του. Προκύπτει επίσης ότι η μοναδική γραπτή προειδοποίηση που δόθηκε στον Αιτητή ήταν η επιστολή ημερ. 30.9.2008 (Τεκ.3). Από τις 8.12.2008 που ο Αιτητής επανήλθε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση μέχρι και την ημέρα της απόλυσης του δεν δέχθηκε άλλη γραπτή προειδοποίηση. Και ενώ οι Καθ' ων η αίτηση έκαναν λόγο για συχνές προφορικές παρατηρήσεις καμία σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει ή να επιβεβαιώνει ένα τέτοιο γεγονός ή ότι έφεραν εις γνώσιν του Αιτητή με σαφή τρόπο τυχόν παράπονα που είχαν εναντίον του σε σχέση με την αποδοτικότητα του, έτσι ώστε να λάβει γνώση των αδυναμιών του και να καταβάλει τη μεγίστη δυνατή προσπάθεια βελτίωσης του. Η προειδοποιητική επιστολή που δόθηκε στον Αιτητή δεκαοκτώ και πλέον μήνες πριν την απόλυση του, είμεθα της γνώμης, ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία πρόγνωσης ή ενημέρωσης για μη ικανοποιητι-κή εκτέλεση των καθηκόντων του. Τουναντίον, θέτοντας ως βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, κρίνουμε ότι η αδιαμαρτύρητη αποδοχή των υπηρεσιών του από τους Καθ' ων η αίτηση για μεγάλο χρονικό διάστημα από της κοινο-ποιήσεως του Τεκ.3, χωρίς άλλη αποδεδειγμένη τουλάχιστον προειδοποίηση, ήταν λογικό να δημιουργηθεί στο πρόσωπο του Αιτητή η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι τελευταίοι ήταν ικανοποιημένοι από την αποδοτικότητα του και τον τρόπο που εκπλήρωνε τα καθήκοντα του. Κατά δεύτερο λόγο, φαίνεται ότι ο Αιτητής κατά το 2009 και αρχές του 2010 απουσίασε αρκετές φορές από την εργασία του. Φαίνεται επίσης ότι δικαιολογούσε τις απουσίες του με την προσκόμιση ιατρικών βεβαιώσεων, των οποίων το περιεχόμενο σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε. Για κάποια χρονικά διαστήματα απουσίας του, ενώ δεν προσκόμισε οποιαδήποτε δικαιολογητικά, έδωσε τις δικές του εξηγήσεις, δικαιολογώντας έτσι τη θέση του ότι ουδέποτε απουσίασε χωρίς την άδεια των Εργοδοτών του. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι πάρα τη μακρά απουσία του δεν έγινε ποτέ δέκτης παρατηρήσεων και ούτε τέθηκε θέμα μη αποδοχής των υπηρεσιών του κάθε φορά που επέστρεφε στην εργασία του. Οι Καθ' ων η αίτηση ωστόσο προχώρησαν στην απόλυση του, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ως λόγο «συχνές και μακρές απουσίες που φαίνονται αδικαιολόγητες γιατί πάντα συνέπιπταν μετά από παρατηρήσεις», όταν επέστρεψε από άδεια ασθενείας προσκομίζοντας ιατρική βεβαίωση. Από τη στιγμή όμως που ο Αιτητής προσκόμισε ιατρική βεβαίωση για να δικαιολογήσει την απουσία του, είμεθα της γνώμης ότι οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν, προτού λάβουν οποιαδήποτε επαχθή απόφαση για τον Αιτητή, να διενεργήσουν τις απαιτούμενες έρευνες προκειμένου να ενημερωθούν και να αποκτήσουν σαφή εικόνα σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, την εξέλιξη της ασθένειας του και την πιθανή διάρκεια της[1]. Μέρος των ερευνών αυτών θεωρείτο και η συζήτηση με τον ίδιο τον Αιτητή[2] ή αν χρειαζόταν με τον θεράποντα ιατρό του[3] ή και με άλλα πρόσωπα[4], αν έκριναν ότι αυτό επιβαλλόταν από τις περιστάσεις. Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα του St. Anderman, (ανωτέρω), όπου κάτω από τον υπότιτλο [I] Consultation with a Physician διαβάζουμε τα ακόλουθα: Σε ελεύθερη μετάφραση Διαβούλευση με γιατρό. Η διαβούλευση με γιατρό γενικά θεωρείται ως κατάλληλη σε μια εύλογη προσπάθεια εξακρίβωσης της αληθινής ιατρικής κατάστασης του εργοδοτούμενου που πρόκειται να απολυθεί. Βεβαίως σε οποιαδήποτε αμφίβολη περίπτωση ένας εργοδότης που απολύει ένα εργοδοτούμενο χωρίς προηγουμένως να λάβει ιατρική συμβουλή διατρέχει τον κίνδυνο η απόλυση να θεωρηθεί παράνομη για τον πιο πάνω λόγο. Στην υπόθεση David Sherratt Ltd. v. Williams
(1976)EAT 573/76, ένας εργοδοτούμενος αρρώστησε με την ασθένεια Meniere's και μεταφέρθηκε εκτός εργασίας. Για περίοδο τριών ετών απουσίαζε σε διάφορες περιόδους από την εργασία του ως αποτέλεσμα της ασθένειας. Ο εργοδότης αποφάσισε να τον απολύσει λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζε να βρει γι' αυτόν εργασία. Υπήρξε μερική μαρτυρία ότι οι εργοδότες είχαν κάποια συζήτηση με τον εργοδοτούμενο προηγουμένως αλλά ότι η απόλυση «ήταν ουρανοκατέβατη». Δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε διαβούλευση ή προειδοποίηση. Ούτε είχε εξασφαλισθεί ιατρική έκθεση πριν από την απόφαση για απόλυση. Το Εφετείο Εργατικών Διαφορών επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφέροντας: «Όπου είναι αναγκαίο - και στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αναγκαίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο - ο εργοδότης πρέπει να αναζητήσει με τη βοήθεια του εργοδοτούμενου και τη συνεργασία του, όπου αυτό είναι αναγκαίο, να εξακριβώσει ποια είναι η αληθινή ιατρική κατάσταση. Μπορεί να προκύψει ότι ο εργοδοτούμενος γνωρίζει γιατί έχει ήδη συμβουλευτεί το γιατρό του και μπορεί να το αναφέρει στους εργοδότες. Ή μπορεί να δώσει άδεια στον εργοδότη να μιλήσει με το γιατρό του και ούτω καθεξής». Φαίνεται όμως ότι οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στην απόλυση του Αιτητή την ίδια μέρα που επέστρεψε στην εργασία του από άδεια ασθενείας χωρίς καν να του δώσουν το δικαίωμα να τοποθετηθεί επί των λόγων της απόλυσης του ή να του ζητηθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία του. Παραλείποντας λοιπόν οι Καθ' ων η αίτηση να ακολουθήσουν την πιο πάνω διαδικασία στέρησαν τον Αιτητή από το δικαίωμα ακρόασης όπως αυτό διασφαλίζεται στο άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού της Απασχόλησης του 1982 (Ν.45/85). Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «Άρθρο 7: Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα». Από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Κατ' εξαίρεση η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί εάν τα υπάρχοντα στοιχεία εις βάρος του, ομολογούνται από τον ίδιο, ή είναι τόσο πρόδηλα και οφθαλμοφανή ώστε δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητη-θούν. Πάντως η νομολογία, δεν παραλείπει να επισημάνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης, συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας (a fair procedure), όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί η απόφαση απόλυσης του. Αυτό φαίνεται εναργέστατα στις απολύσεις που οφείλονται στη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου. (Βλέπε απόφαση House of Lords στην υπόθεση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην απόφαση Pritchett and Dyjocsek v. Mclntyre Ltd [1986] IRLR το Employment Appeal Tribunal δέχθηκε ότι η διαδικασία της ακρόασης πρέπει να τηρείται ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρότατα στοιχεία σε βάρος του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Όπως έχει τονιστεί στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω): «Στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον εργοδοτούμενο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθηκε το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης, σημειώνουμε, ότι ενώ ο Αιτητής απουσίασε από την εργασία του την 6η και 7η εβδομάδα του 2010, επιστρέ-φοντας εργάστηκε κανονικά την 8η εβδομάδα και ακολούθως απουσίασε ξανά με άδεια του γιατρού από 1.10.2010 μέχρι 12.10.2010 ήμερα Παρασκευή. Επιστρέφοντας στις 15.3.2010, αυθημερόν του δόθηκε η επιστολή απόλυσης με οκτώ βδομάδες προειδοποίηση τις οποίες ο Αιτητής εργάστηκε. Η θέση του Ν. Νικολάου ότι για την τελευταία απουσία του, ο Αιτητής προκλητικά προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό, αφού στο μεσοδιάστημα του είχε ανακοινώσει την απόλυση του, δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης αλλά ούτε και υποστηρίζεται από τους γενικούς λόγους της Αίτησης. Σε καμία περίπτωση δεν έχει διαφανή ότι τα εις βάρος του Αιτητή στοιχεία ομολογήθηκαν από τον ίδιο ή ήταν τόσο πρόδηλα και οφθαλμοφανή που δεν μπορούσαν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Επομένως, με όλα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω, λογικά αναμενόταν από τους Καθ' ων η αίτηση ότι θα παρείχαν στον Αιτητή το δικαίωμα ακρόασης προτού λάβουν την τελική τους απόφαση. Παραλείποντας όμως να πράξουν τούτο, άφησαν τους ισχυρισμούς τους να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Να σημειώσουμε ότι στο βρετανικό σύστημα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί νομοθετικά και νομολογιακά, η μη παραχώρηση του δικαιώματος στον υπό απόλυση εργοδοτούμενο να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του -και μάλιστα όχι μόνο όταν απολύεται για πειθαρχικές αιτίες-, καθιστά την απόλυση κατ' ουσία παράνομη και όχι απλώς παράτυπη. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τα όσα έχουμε επισημάνει ανωτέρω, απέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που έφερε σε σχέση με τους ισχυρισμούς που επικαλέστηκε. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγη-τα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Με την επιφύλαξη του εδαφίου
(1)του εν λόγω άρθρου προσφέρεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος επαναπρόσληψης «αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν» και κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης «ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος». Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου:
  1. Πάσα αποζημίωσις επιδικαζόμενη εις εργοδοτούμενον υπό του Δικαστηρίου εργατικών Διαφορών δυνάμει του άρθρου 3 υπολογίζεται ως εκτίθεται εις τον παρόντα Πίνακα.
  2. Εν ουδεμία περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανε εάν είχε κηρυχθεί υπό του εργοδότη του ως πλεονάζον και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τέταρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου
  3. Εν ουδεμία περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.
  4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για οκτώ συναπτά έτη. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του, σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, την οικογενειακή του κατάσταση και το γεγονός ότι δεν εξηύρε νέα εργασία από της απολύσεως κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή δίκαιης αποζημίωσης, το ποσό που θα δικαιούταν εάν κηρυσσόταν πλεονάζων προσωπικό ήτοι ποσό €6819,30 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €6819,30 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €1300 ως δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α. (υπ)............... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Στ. Δρυμιώτης, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] East Lindsey District Council v. Daubney [1977] I.C.R. 566 Williamson v. Acan (uk) Ltd [1978] I.C.R.104 [2] Patterson v. Messrs Bracketts [1977] IRLR 137 [3] David Sherratt Ltd v. Williams [1976] EAT 573/76 [4] Ross Foods v. Lamb [1977] EAT 83/77 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.