← Κύπρος

ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 642/2011, 22/12/2015

ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 642/2011, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:54 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Αντωνίου και Κ. Σκαρπάρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 642/2011 Μεταξύ: ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ Αιτήτρια -και- ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 22α Δεκεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ε. Φλουρέντζος με κα Μ. Τζιανή και κα Μ. Χαραλαμπίδου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Πολυβίου με κα Μ. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως αποκαλύπτεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της από τους Καθ' ων η αίτηση είναι παράνομος και ή αδικαιολόγητος. Έτσι, διεκδικεί εναντίον τους αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή αντί προειδοποίησης, αναλογία 13ου μισθού, νόμιμο τόκο, έξοδα συν ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις και θεωρούν ότι η εργοδοτική σχέση των μερών τερματίστηκε και θα πρέπει να θεωρηθεί τερματισθεί-σα, ως αποτέλεσμα της εκλογής της Αιτήτριας στο αξίωμα του βουλευτή. Ισχυρίζονται ότι υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της εργοδοτικής σχέσης των μερών αφενός και της εκλογής της Αιτήτριας στο βουλευτικό αξίωμα αφετέρου. Ως επακόλουθο αιτούνται την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Για την Αιτήτρια κατέθεσε εκτός από την ίδια η κα Χριστίνα Αβραμίδου, λειτουργός δημόσιας διοίκησης και προσωπικού στο αντίστοιχο Τμήμα του Υπουργείου Οικονομικών. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσίασαν μαρτυρία. Προ της ενάρξεως της ακροαματικής διαδικασίας οι διάδικοι συμφώνησαν και κατάθεσαν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων. Επίσης σε μεταγενέστερο στάδιο πληρώθηκε στην Αιτήτρια το ποσό των €9.051,50 με το οποίο διευθετήθηκαν όλες οι εκατέρωθεν διαφορές και ή δικαιώματα, εκτός των δύο αμφισβητούμενων θεμάτων που εκκρεμούν στην παρούσα διαδικασία και αφορούν το θέμα της ενδεχόμενης αποζημίωσης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης εάν υπάρχει. Κοινό έδαφος αποτέλεσε επίσης ένας μεγάλος αριθμός τεκμηρίων που κατέθεσαν οι συνήγοροι προς διευκόλυνση της διαδικασίας. Πριν καταγραφεί η μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο να προηγηθεί η καταγραφή των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, κάτι που θα δώσει και το πλαίσιο της υπόθεσης: Η Αιτήτρια προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση κατά τον Μάρτιο 2002, ως συνεργάτιδα υπό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου, βάσει ετήσιων συμφωνητικών εγγράφων (Τεκ.1-6), από τα οποία φαίνονται, μεταξύ άλλων, οι εκπομπές που παρουσίαζε στο Ρ.Ι.Κ. Τον Νοέμβριο 2009 κατέστη συνεργάτιδα αορίστου χρόνου (Τακτική Συνεργάτης) υπό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου. Οι Καθ' ων η αίτηση είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, το οποίο λειτουργεί με βάση το Κεφ.300Α και τους εκάστοτε ισχύοντας Νόμους και Κανονισμούς. Με επιστολή ημερομηνίας 30.10.2009, που οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν στην Αιτήτρια (Τεκ. 7), την ενημέρωναν για την ένταξη της στο καθεστώς συνεργάτη αόριστου χρόνου με ταυτόχρονη ένταξη της, εάν το επιθυμούσε, στην αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα. Σε απαντητική επιστολή ημερομηνίας 10.11.2009 (Τεκ. 8) η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την ένταξη της στην αντίστοιχη βαθμίδα της μισθολογικής κλίμακας και ότι θα δήλωνε την ένταξη της κατά τη χρονική στιγμή που η ίδια θα το επέλεγε. Κατά τα πρώτα χρόνια της εργοδότησης της η Αιτήτρια απασχολήθηκε με την επιμέλεια και παρουσίαση διαφόρων εκπομπών κοινωνικού, πολιτιστικού, ψυχαγω-γικού, οικονομικού και πολιτικού περιεχομένου. Τα τελευταία έξι χρόνια προ του τερματισμού της συνεργασίας της με τους Καθ' ων η αίτηση ασχολείτο με την εκπομπή «ΤΟ ΣΥΖΗΤΑΜΕ» η οποία κάλυπτε γενική θεματολογία κατά τα πρώτα τρία χρόνια και κατέστη κυρίως εκπομπή επικαιρότητας τα τελευταία τρία χρόνια. Κατά ή περί την 22.5.2011 η Αιτήτρια εξελέγη Βουλευτής του ΑΚΕΛ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΝΕΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. Με επιστολή της ημερομηνίας 25.5.2011 (Τεκ. 9) ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση άδεια άνευ απολαβών διάρκειας πέντε ετών, αρχομένης την 1.6.

  1. Με νέα επιστολή ημερομηνίας 20.6.2011 (Τεκ. 16) η Αιτήτρια ανέφερε ότι σε περίπτωση που το αίτημα της για άδεια άνευ απολαβών δεν γινόταν αποδεκτό ήταν έτοιμη να επιστρέψει και να αναλάβει τα καθήκοντα της, στο ΡΙΚ. Στις 29.7.2011 και πάλι μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκ. 20) ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση να τοποθετηθούν επί της επιστολής της ημερ.25.5.
  2. Οι Καθ' ων η αίτηση απάντησαν στην Αιτήτρια μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 3.8.2011 (Τεκ. 12), ότι το αίτημα της για άδεια άνευ απολαβών δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ρ.Ι.Κ. έκρινε ότι η συνεργασία της Αιτήτριας με το ΡΙΚ δεν θα μπορούσε να είναι εφικτή και ή ορθή και ή ενδεδειγμένη μετά την εκλογή της στο βουλευτικό αξίωμα. Ως εκ τούτου «η συνεργασία της με το Ίδρυμα θεωρείται τερμα-τισθείσα με την εκλογή της στο βουλευτικό αξίωμα». Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 4.8.2011 μέσω των δικηγόρων της (Τεκ. 13) διαμαρτυρήθηκε για την απόλυση της την οποία θεώρησε παράνομη και κάλεσε τους Καθ' ων η αίτηση όπως της καταβάλουν όλες τις νόμιμες αποζημιώσεις. Οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή ημερομηνίας 10.8.2011, μέσω των δικηγόρων τους (Τεκ.14), απέρριψαν τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι είχε λάβει χώρα παράνομος τερματισμός υπηρεσιών και ότι θα πρέπει να της καταβάλουν αποζημιώσεις «για παράνομη απόλυση». Ο τελευταίος ακαθάριστος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν στα €3.085,94.- μηνιαίως. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, προσληφθείσα στους Καθ' ων η αίτηση ασχολήθηκε αρχικά με μια πολιτιστική εκπομπή που έφερε την ονομασία «Γλυκιά Χώρα» που σκοπό είχε να αναδείξει την κουλτούρα της Κύπρου και γενικότερα να προάγει τον πολιτισμό. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με κοινωνική εκπομπή η οποία από κάποιο στάδιο και μετά μετατράπηκε σε επικαιρική που περιλάμβανε και θέματα πολιτικής επικαιρότητας. Τα τελευταία τρία χρόνια πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της παρουσίαζε εκπομπή πολιτικής επικαιρότητας. Αναφέρθηκε επίσης στις επιστολές που απέστειλε στους Καθ' ων η αίτηση αμέσως μετά την εκλογή της στο βουλευτικό αξίωμα, σημειώ-νοντας ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση στα όσα κατέγραφε. Αντίθετα, αντί αυτού, πληροφορήθηκε το γεγονός της απόλυσης της από τις εφημερίδες «Φιλελεύθερος» και «Αλήθεια», παρά το γεγονός ότι είχε αποστείλει στους Καθ' ων η αίτηση τέσσερεις επιστολές με τις οποίες δήλωνε έτοιμη να επιστρέψει στην εργασία της σε περίπτωση που το αίτημα της για άδεια άνευ απολαβών δεν γινόταν αποδεκτό. Περαιτέρω ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν ζήτησαν τη γνώμη της για το θέμα του ασυμβιβάστου και ούτε της δόθηκε η ευκαιρία να εκφράσει απόψεις, ούτε να συζητήσει οτιδήποτε με τη διεύθυνση ή τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση. Στους Καθ' ων η αίτηση, καθώς είπε, προσλήφθηκε με συμβόλαιο στη βάση του ιδιωτικού δικαίου και δεν είχε κανένα δικαίωμα απ' αυτά που έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι παρά μόνο τον μισθό της και Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ούτε η θέση που κατείχε απεικονίζετο στην οργανική δομή του Ρ.Ι.Κ. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι ενώπιον των επιτροπών της Βουλής έρχονταν και συζητούνταν θέματα που αφορούσαν τους Καθ' ων η αίτηση όπως και όλους τους ημικρατικούς οργανισμούς. Επίσης ως βουλευτής είχε δικαίωμα να συμμετέχει σε οποιεσδήποτε επιτροπές της Βουλής, βεβαιώνοντας ότι μέχρι σήμερα δε το έχει πράξει και ότι επαφή με το Ρ.Ι.Κ. στο διάστημα της παρουσίας της είχε η Επιτροπή Ελέγχου. Συμφώνησε επίσης ότι ο προϋπολογισμός του Ρ.Ι.Κ. ψηφίζεται σε νόμο από την Ολομέλεια της Βουλής. Περαιτέρω η Αιτήτρια συμφώνησε ότι ως εργοδοτούμενη του Ρ.Ι.Κ. που είχε υπό την ευθύνη της ένα σοβαρό και επιτυχές πρόγραμμα που απασχολείτο με πολιτική επικαιρότητα έπρεπε να κρατάει αποστάσεις και ισορροπίες μεταξύ όλων των κομμάτων κάτι που η ίδια έκανε. Γι' αυτό επίσης ενημέρωσε τους Καθ' ων η αίτηση ότι μπορούσαν να την επαναφέρουν στις πολιτιστικές εκπομπές απ' όπου ξεκίνησε αλλά δεν της έδωσαν ευκαιρία ούτε διαλόγου ούτε συζήτησης. Σε σχέση με τη δήλωση στον «Φιλελεύθερο» συμφώνησε ότι με βάση τα γραφόμενα, αποδίδεται στον τότε Πρόεδρο του Ρ.Ι.Κ. κ. Συμεού. Η κα Αβραμίδου προσλήφθηκε στη δημόσια υπηρεσία το
  3. Μέχρι πρόσφατα τα καθήκοντα της σχετίζονταν με θέματα που αφορούν τη διαδικασία πρόσληψης και τους όρους απασχόλησης των εκτάκτων υπαλλήλων στο δημόσιο. Σύμφωνα με τη μάρτυρα η απασχόληση των μόνιμων υπαλλήλων στο δημόσιο καλύπτεται από σχέδια υπηρεσίας τα οποία εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για τους έκτακτους υπαλ-λήλους που έχουν τα ίδια καθήκοντα με την αντίστοιχη μόνιμη θέση, ίδια μισθοδοτική κλίμακα και τα ίδια ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα για πρόσληψη. Αναφερόμενη στη διαδικασία πρόσληψης των μονίμων και εκτάκτων υπαλλήλων σημείωσε ότι στην περίπτωση των εκτάκτων η διαδικασία είναι πιο ευέλικτη και λιγότερο χρονοβόρα, στα δε ωφελήματα που απολαμβάνουν παρουσιάζουν διαφορές, η σημαντικότερη των οποίων έγκειται στο συνταξιοδοτικό που πλέον δεν εφαρμόζεται για κανένα, οπότε εξαλείφθηκε. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε εισέτι στη διαφορά που υπάρχει μεταξύ ενός μόνιμου και ενός έκτακτου υπαλλήλου που αποτελεί ευρύτερη κατηγορία στη οποία εμπίπτουν και οι αορίστου χρόνου. Αναφέρθηκε επίσης στη διαδικασία που ακολουθείται όταν ένας μόνιμος δημόσιος υπάλληλος διεκδικεί θέση βουλευτή που σε τελικό στάδιο εάν εκλεγεί, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως. Ισχυρίστη-κε μάλιστα ότι το ίδιο ισχύει και για τον έκτακτο υπάλληλο με τον οποίο η υπαλληλική σχέση λύεται με την εκλογή του. Επανεξεταζόμενη εάν υπήρξε περίπτωση που έκτακτος εξελέγη βουλευτής ή διορίστηκε σε οποιοδήποτε αξίωμα με επακόλουθο να λυθεί η σχέση αυτοδικαίως, η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με βεβαιότητα εάν παρουσιάστηκε τέτοια περίπτωση στο παρελθόν. Ερωτηθείσα επίσης εάν κάποι-ος ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο δημόσιο εκλεγεί βουλευτής τερματίζεται η σχέση του χωρίς να ρωτηθεί, ανέφερε ότι δεν υπάρχει ειδική αλλά γενική πρόνοια. Παρέπεμψε στο άρθρο 71 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου για να προσθέσει ότι δεν προνοεί για τους υπαλλήλου ιδιωτικού δικαίου, εφαρμόζεται ωστόσο κατ' αναλογία, αφού το προβλέπουν και οι όροι απασχόλησης. Οι συνήγοροι στις διαμετρικά αντίθετες αγορεύσεις τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο στο νομικό πλαίσιο που αφορά το υπό εξέταση επίδικο θέμα του ασυμβίβαστου, εισηγήθηκαν την εξαγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων. Είναι η εισήγηση του κ. Φλουρέντζου ότι υπό το νομικό καθεστώς που εργοδοτείτο η Αιτήτρια ως εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου δεν κατείχε μόνιμη θέση στην υπηρεσία και συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν κανένα δικαίωμα να τερματίσουν την απασχόληση της χωρίς προηγουμένως να της δοθεί το δικαίωμα ακρόασης, η νόμιμη προειδοποίηση και αποζημίωση. Σύμφωνα με τον κ. Πολυβίου, ανεξάρτητα από το καθεστώς εργοδότησης της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και οι ενέργειες τους θα πρέπει να συμβαδίζουν, όπου είναι δυνατό, με τις ενέργειες του δημοσίου. Επικαλούμενος σχετική νομολογία αναφέρθηκε σε διάκριση και ασυμβίβαστο μεταξύ πολιτικής και διοικητικής εξουσίας για να καταλήξει ότι στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ θέσης και απασχό-λησης από το Ίδρυμα, από τη μια και το αξίωμα του βουλευτή από την άλλη. Ανάλυση Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασισθεί με την εξέταση ενός και μόνο σημείου. Δηλαδή, κατά πόσο η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να θεωρήσουν ως τερματισθεί-σα την απασχόληση της Αιτήτριας μετά την εκλογή της στο βουλευτικό αξίωμα ήταν δικαιολογημένη. Με άλλα λόγια κατά πόσο υπήρχε ασυμβίβαστο μεταξύ του βουλευ-τικού αξιώματος από τη μια και της συμβατικής σχέσης εργασίας που διατηρούσε η Αιτήτρια με το Ρ.Ι.Κ. ως εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου από την άλλη. Προτού εξετασθεί το πιο πάνω σημείο θα πρέπει να γίνει η σχετική αξιολόγηση της μαρτυρίας ώστε να τεθεί η νομική ανάλυση σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο γεγονότων. Αναφορικά με την Αιτήτρια δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Πέραν της καλής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο, η μαρτυρία της συνάδει πλήρως τόσο με τα παραδεκτά γεγονότα όσο και με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία. Περαιτέρω τα όσα ανέφερε δεν φαίνεται να έχουν αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. Αναφορικά με τη μαρτυρία της κας Αβραμίδου παρατηρούμε ότι δεν περιβάλλεται από γεγονότα αλλά από νομικά σημεία τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Ως επακόλουθο αποδεχόμαστε ότι η μαρτυρία της Αιτήτριας αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου που αποτελούν μαζί με τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 70 του Συντάγματος: Η ιδιότης του βουλευτού είναι ασυμβίβαστος προς το αξίωμα του υπουργού ή του μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως ή δημοτικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου και του δημάρχου, ή προς την ιδιότητα του ανήκοντος εις τας ενόπλους δυνάμεις ή τας δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας ή προς οιονδήποτε έτερον δημόσιον ή δημοτικόν αξίωμα ή θέσιν, προκειμένου δε περί βουλευτού εκλεγομένου υπό της τουρκικής κοινότητος και προς το του θρησκευτικού λειτουργού. Ο όρος «δημόσιον αξίωμα ή θέσις» εν τω παρόντι άρθρω περιλαμβάνει οιονδήποτε αξίωμα ή θέσιν επ' αμοιβή εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας ή Κοινοτικής Συνελεύσεως, η αμοιβή της οποίας τελεί υπό τον έλεγχον είτε της Δημοκρατίας είτε Κοινοτικής Συνελεύσεως συμπεριλαμβανομένου παντός αξιώματος ή θέσεως εις οιονδήποτε νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου ή οργανισμόν δημοσίας ωφελείας. Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Συντάγματος: Eν τω κεφαλαίω οι κάτωθι όροι, εκτός εάν εκ της εν δεδομένη αλληλουχία χρήσεως όρου τίνος προκύπτει άλλο τι, σημαίνουσι: O όρος «δημόσια θέσις ή αξίωμα» σημαίνει θέσιν ή αξίωμα εν τη δημόσια υπηρεσία. O όρος «δημόσιος υπάλληλος» δηλοί τον κατέχοντα μονίμως ή προσωρινώς δημοσίαν θέσιν ή αξίωμα ή τον αναπληρούντα τον μόνιμον κάτοχον. O όρος «δημόσια υπηρεσία» σημαίνει υπηρεσίαν υπαγομένην εις την Δημοκρατίαν, πλην της υπηρεσίας εν τω στρατώ ή εν τοις σώμασιν ασφαλείας της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει υπηρεσίαν παρά τω Oργανισμώ Eσωτερικών Τηλεπικοινωνιών Kύπρου, τω Pαδιοφωνικώ Iδρύματι Kύπρου και τω Oργανισμώ Ηλεκτρισμού Kύπρου και παρ' οιωδήποτε ετέρω νομικώ προσώπω δημοσίου δικαίου ή παρ' οιωδήποτε ετέρω οργανισμώ δημοσίου δικαίου άνευ νομικής προσωπικότητος, ιδρυομένοις προς το δημόσιον συμφέρον υπό νόμου, των οποίων τα κεφάλαια είτε παρέχονται είτε είναι ηγγυημένα υπό της Δημοκρατίας, εν ή δε περιπτώσει η επιχείρησις ασκείται αποκλειστικώς υπό τοιούτου νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφ' όσον η διοίκησις αυτού τελεί υπό τον έλεγχον της Δημοκρατίας. O εν αρχή όρος δεν περιλαμβάνει όμως υπηρεσίαν εις θέσιν ή αξίωμα ου ο διορισμός ή η πλήρωσις δυνάμει του Συντάγματος ενεργείται από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, ουδέ υπηρεσίαν εργατών, εκτός εάν ούτοι απασχολώνται τακτικώς ως εργάται εις μόνιμα έργα της Δημοκρατίας ή οιουδήποτε εκ των ειρημένων νομικών προσώπων ή οργανισμών. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του περί Ραδιοφωνικού ιδρύματος Κύπρου Νόμου (ΚΕΦ.300Α): 1.-

(1)Ο Πρόεδρος, Γενικός Διευθυντής, όλα τα μέλη και υπάλληλοι του Ιδρύματος θεωρούνται ότι εργοδοτούνται στη δημόσια υπηρεσία εντός της έννοιας του Ποινικού Κώδικα ή οποιουδήποτε νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν.
(2)Το Ίδρυμα θεωρείται ως δημόσιο σώμα για τους σκοπούς του περί Δημοσίων Σωμάτων και Δημοσίων Θέσεων (Διορισμοί) Νόμου ή οποιουδήποτε νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν και ο Πρόεδρος, Γενικός Διευθυντής, μέλη και υπάλληλοι του Ιδρύματος θεωρούνται ότι κατέχουν δημόσια θέση για τους σκοπούς του Νόμου εκείνου. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90): «δημόσιος υπάλληλος» σημαίνει αυτόν που κατέχει δημόσια θέση είτε μόνιμα είτε προσωρινά είτε με αναπλήρωση· «δημόσια θέση» σημαίνει θέση στη δημόσια υπηρεσία· «δημόσια υπηρεσία» σημαίνει κάθε υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία εκτός από τη δικαστική υπηρεσία της Δημοκρατίας, την υπηρεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις της Δημοκρατίας ή τις Δυνάμεις Ασφάλειας της Δημοκρατίας, την υπηρεσία στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή του Γενικού Ελεγκτή ή των Βοηθών τους ή, τηρουμένων των παραγράφων 3 και 4 του Άρθρου 126 του Συντάγματος, του Γενικού Λογιστή ή των Βοηθών του ή υπηρεσία σ' οποιαδήποτε θέση αναφορικά με την οποία γίνεται διαφορετική πρόνοια με νόμο ή την υπηρεσία εργατών ή την υπηρεσία από πρόσωπα των οποίων η αμοιβή υπολογίζεται πάνω σε ημερήσια βάση ή την υπηρεσία από πρόσωπα τα οποία προσλαμβάνονται πάνω σε έκτακτη βάση δυνάμει των περί Προσλήψεως Έκτακτων Υπαλλήλων (Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία) Νόμων." Στο άρθρο 71
(6)του ιδίου Νόμου προνοείται η διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση υποψηφιότητας για αξίωμα ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου. Σε μια τέτοια περίπτωση χορηγείται άδεια στον υπάλληλο και σε περίπτωση επιτυχίας του στις εκλογές, αυτός αφυπηρετεί αυτοδικαίως από τη θέση που κατέχει, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του εκάστοτε σε ισχύ περί Συντάξεως Νόμου που αφορά τα ωφελήματα αφυπηρέτησης για τον τερματισμό υπηρεσίας προς το δημόσιο συμφέρον[1]. Από το γράμμα των πιο πάνω διατάξεων καθίσταται φανερό ότι στην έννοια του όρου «δημόσια υπηρεσία» περιλαμβάνεται και το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, οι υπάλληλοι του οποίου κατέχουν «δημόσια θέση» που σημαίνει θέση στη δημόσια υπηρεσία. Εν τη εννοία ωστόσο του όρου «δημόσια υπηρεσία» όπως προκύπτει από τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου, δεν περιλαμβάνονται πρόσωπα των οποίων η αμοιβή υπολογίζεται σε ημερήσια βάση ή προσλαμβάνονται σε έκτακτη βάση σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσλήψεως Εκτάκτων Υπαλλήλων (Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία) Νόμων. Συνεπώς, εν τη εννοία του Νόμου τα πρόσωπα αυτά δεν κατέχουν δημόσια θέση και δεν θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι. Επίσης, από το γράμμα του άρθρου 71
(6)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου διαφαίνεται ότι στη διαδικασία υποβολής υποψηφιότητας για αξίωμα ασυμβίβαστο περιλαμβάνονται αποκλειστικά οι μόνιμοι υπάλληλοι, οι οποίοι επωφελούνται και των σχετικών ωφελημάτων αφυπηρέτησης και όχι οποιαδήποτε άλλη κατηγορία υπαλλήλων. Η Αιτήτρια, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως συνεργάτιδα αορίστου χρόνου (Τακτική Συνεργάτης) υπό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου. Στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 49, κρίθηκε ότι οι υπάλληλοι αορίστου διαρκείας δεν έλκουν δικαιώματα στο δημόσιο δίκαιο, αλλά η διαφορά που μπορεί να προκύψει με τον εργοδότη τους παραπέμπει σε διαφορά ιδιωτικού δικαίου εκφεύγοντας έτσι από την αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Σε εκείνη την υπόθεση η αιτήτρια είχε προσληφθεί ως έκτακτη διοικητική λειτουργός στο Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με την πρόσληψη της να είχε γίνει δυνάμει του Νόμου αρ. 108(Ι)/95, ως είχε τροποποιηθεί τότε μέχρι το
  1. Στο Νόμο προνοείτο ότι οι υπηρεσίες εκτάκτων υπαλλήλων τερματίζονται οποτεδήποτε εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες για την κάλυψη των οποίων έχουν προσληφθεί παύουν να υφίστανται είτε λόγω πλήρωσης κενών θέσεων, είτε άλλως πως. Η σύμβαση της αιτήτριας τερματίσθηκε γιατί στη θέση της διορίστηκε μόνιμος διοικητικός λειτουργός με βάση τη διαδικασία του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου (1/1990). Η μετατροπή των εκτάκτων υπαλλήλων σε αορίστου διαρκείας, έγινε στη βάση του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 98(Ι)/2003, ο οποίος είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου ημερ. 28.6.
  2. Η Πλήρης Ολομέλεια στην Αβραάμ έκρινε ότι ο Νόμος 98(Ι)/2003 εφαρμόζονται δυνάμει και της Οδηγίας σε όλους τους συμβασιούχους είτε στον δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα, αρμόδιο δε Δικαστήριο ορίζεται για επίλυση διαφορών το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Μετά από επιβεβαίωση της νομολογίας ότι η διενέργεια προσλήψεων στη δημόσια υπηρεσία σε μόνιμη ή προσωρινή θέση γίνεται μόνο από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας και ότι καμιά θέση στο δημόσιο δεν πληρούται χωρίς να προηγηθεί η δημόσια προκήρυξη της και ότι για πρόσληψη είναι απαραίτητη η κατοχή των προβλεπομένων από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας προσόντων, (Δημοκρατία ν. Γιάλλουρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 363, Μενελάου ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 370 και Ηλία ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 884), η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι η θεραπεία που προβλέπεται και δίδεται από Δικαστήριο σε περίπτωση παρανομίας σε συμβασιούχο αορίστου διαρκείας εκ μέρους εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δώσει το Ανώτατο Δικαστήριο εφόσον η δικαιοδοσία του είναι ακυρωτική και ασκείται μόνο στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα καθορίζονται από τη σύμβαση τους και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός των υπηρεσιών τους ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και τη σχετική Οδηγία, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματος, ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν.127(Ι)/06, έχει αυξημένη ισχύ και έναντι των προνοιών του Συντάγματος. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι δυνάμει Νόμου διορισθέντες έκτακτοι υπάλληλοι, έστω κι αν μετατρέπονται σε αόριστου χρόνου, δεν υπόκεινται στον Νόμο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Ν.1/1990)που αφορά τους υπαλλήλους ή λειτουργούς εκείνους που προσλαμβάνονται προσωρινά ή μόνιμα στο δημόσιο από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, που είναι και η μόνη θεσμοθετημένη αρχή δυνάμει των σχετικών προνοιών του Συντάγματος για να διενεργεί αυτές τις προσλήψεις (Ειρήνη Μουζούρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:D983, υπόθεση αρ. 1199/2014, ημερ. 22.12.2014). Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια δεν ενέπιπτε στην έννοια του όρου «δημόσιος υπάλληλος». Σύμφωνα με τους βασικούς όρους απασχολήσεως της ως συνεργάτης αορίστου χρόνου δεν κατείχε μόνιμη θέση και δεν μπορούσε να αποκτή-σει πλεονέκτημα ούτε για διεκδίκηση μόνιμης θέσης και ή αντίστοιχης μισθοδοτικής κλίμακας ούτε για αναγνώριση της υπηρεσίας της ως συνεργάτης αορίστου χρόνου στο ΡΙΚ για σκοπούς του Ταμείου Συντάξεως των μονίμων υπαλλήλων. Η αρχική εργοδότηση της ήταν για έξι μήνες και θα μπορούσε να τερματισθεί οποτεδήποτε αφού της δινόταν η αναγκαία προειδοποίηση με βάση τον περί Τερματισμού Απασχο-λήσεως Νόμο (Ν.24/67). Από τη στιγμή, επομένως, που η Αιτήτρια δεν ενέπιπτε στον όρο του «δημοσίου υπαλλήλου» και δεν κατείχε δημόσια θέση στη δημόσια υπηρεσία, το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του βουλευτή δεν ίσχυε στην περίπτωση της ως συνεργάτιδα αορίστου χρόνου υπό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου[2]. Ως επακόλουθο μπορεί να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση λανθασμένα θεώρησαν ως τερματισθείσα την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω της εκλογής της στο βουλευτικό αξίωμα. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλ-λάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67). Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του εν λόγω Νομοθετήματος, «Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων». Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχό-ληση της Αιτήτριας. Από τα γεγονότα ωστόσο της υπόθεσης ο μοναδικός λόγος που θεώρησαν οι Καθ' ων η αίτηση τερματισθείσα τη συνεργασία τους με την Αιτήτρια ήταν η εκλογή της στο βουλευτικό αξίωμα. Κανένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου δεν επικαλέστηκαν και κατά συνέπεια ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτρια κρίνεται αδικαιολόγητος. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχο-ληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου:
  1. Πάσα αποζημίωσις επιδικαζόμενη εις εργοδοτούμενον υπό του Δικαστηρίου εργατικών Διαφορών δυνάμει του άρθρου 3 υπολογίζεται ως εκτίθεται εις τον παρόντα Πίνακα.
  2. Εν ουδεμία περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανε εάν είχε κηρυχθεί υπό του εργοδότη του ως πλεονάζον και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τέταρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου
  3. Εν ουδεμία περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.
  4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Να τονίσουμε, ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Από τα ενώπιον μας γεγονότα προκύπτει ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για εννέα συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης το εβδομαδιαίο ποσό των €771,
  5. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της, τις εβδομαδιαίες απολαβές της, την περίοδο απασχόληση της στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, τη θέση που κατείχε, ως και όλους τους παράγοντες που προβλέπονται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να της επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €15.815,45 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 20,5 βδομάδων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €6.171,
  6. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €21.987,30 με νόμιμο τόκο. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)............... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Αντωνίου, Μέλος Κ. Σκαρπάρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο 71 καταργήθηκε και αντικαταστήθηκε από τον Ν. 102(Ι)/
  7. [2] Σύμφωνα με το άρθρο 56 του Ελληνικού Συντάγματος, καταλαμβάνονται από το κώλυμα να υποβάλουν υποψηφιότητα και να εκλεγούν βουλευτές, όλοι οι έμμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι, δηλαδή όλοι οι έμμισθοι πολιτικοί υπάλληλοι του νομικού προσώπου του Κράτους. Καταλαμβάνονται από το κώλυμα κατά τη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, όλα τα πρόσωπα γενικά που καταλαμβάνονται από το Κράτος και παρέχουν τις υπηρεσίες τους σ' αυτό σύμφωνα με τους κανόνες του δημοσίου δικαίου. Αντίθετα, δεν εμπίπτουν στο κώλυμα τα πρόσωπα, που συνδέονται με το κράτος με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Πρόκειται για έμμισθους υπαλλήλους, όπως ακριβώς και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μη εκλόγιμοι είναι όλοι οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 1
(2)του Υπαλληλικού Κώδικα, ανεξάρτητα αν είναι δόκιμοι, μόνιμοι ή μετακλητοί. Κατά τη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου «κωλύονται γενικά όλα τα πρόσωπα, που συνδέονται με το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με μια σχέση δημοσίου και όχι ιδιωτικού δικαίου» (Ράϊκος Γ.Α. Συνταγματικό Δίκαιο, τ.α 1989 σελ. 304, 306) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.