← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΣΙΝΙΔΗΣ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 571/2011, 27/2/2015

ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΣΙΝΙΔΗΣ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 571/2011, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:8 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Στ. Δρυμιώτη και Χ. Ηρακλείδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 571/2011 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Αιτητή -και- ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΣΙΝΙΔΗΣ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Ο κ. Μ. Μεναλάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Κ. Κνώφος ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή ότι στις 31.3.2011 παραπονέθηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν εκπλήρωναν τις νόμιμες υποχρεώσεις τους απέναντι του και ιδιαίτερα αναφορικά με τα ένσημα, τα οποία καθυστερούσαν να του καταβάλουν από τον Νοέμβριο 2010. Αποτέλεσμα αυτού του παραπόνου ήταν να ενημερωθεί με υβριστικό τρόπο για τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του. Στις 4.4.2011, που ήταν η επόμενη εργάσιμη μέρα, ενώ παρουσιάστηκε στην εργασία του στην παρουσία ενός συντεχνιακού της ΔΕΟΚ και ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, οι Καθ' ων η αίτηση τον εξύβρισαν για ακόμη μία φορά και τον απείλησαν εμμένοντας στον τερματισμό της απασχόλησης του. Έτσι με την Αίτηση του αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, νόμιμο τόκο, έξοδα συν ΦΠΑ. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.3.2003 και εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής μέχρι την 31.3.2011 που τερματίστηκε η απασχόληση του. Οι ακαθάριστες απολαβές του κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης ανέρχονταν στα €1700 μηνιαίως. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις, ισχυριζόμενοι ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος, λόγω της παράνομης, αντιεπαγγελματικής, απρεπούς, άκρως προσβλητικής και μειωτικής συμπεριφοράς και διαγωγής που επέδειξε στις 31.3.2011, τόσο για τους Καθ' ων η αίτηση όσο και για τον διευθυντή τους Κωστάκη Κασινίδη. Με τη συμπεριφορά του, ο Αιτητής, από μόνος του τέθηκε εκτός εργασίας και ή κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης παρέχοντας το δικαίωμα στους Καθ' ων η αίτηση να τερματίσουν άμεσα και χωρίς προειδοποίηση την απασχόληση του. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»), προβλέπει ότι «Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. Προς υποστήριξη των θέσεων τους κατέθεσαν συνολικά οκτώ μάρτυρας, ενώ για τον Αιτητή εκτός από τον ίδιο δύο ακόμη μάρτυρες. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Η Μέλανη Παρασκευά είναι η γυναίκα αστυφύλακας με αριθμό
  1. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση της, στις 31.3.2011, ενώ υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου, γύρω στις 2:00μμ δέχθηκε παράπονο από τον Κ. Κασινίδη ότι ο Αιτητής του απέσπασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ένα μπλοκ αποδείξεων της Εταιρείας. Επικοινωνώντας με τον Αιτητή, της παρέδωσε πρώτα τα κλειδιά και ακολούθως το μπλοκ αποδείξεων τα οποία με τη σειρά της παρέδωσε στον Κ. Κασινίδη. Ο τελευταίος δεν ήθελε να προχωρήσει σε ποινική δίωξη εναντίον του Αιτητή αλλά ούτε και επιθυμούσε την επιστροφή του στην Εταιρεία, κάτι που η ίδια ανέλαβε και μετέφερε στον Αιτητή. Σύμφωνα με τη μάρτυρα το παράπονο του Κ. Κασινίδη, καταχωρήθηκε στο βιβλίο παραπόνων που η Αστυνομία τηρεί σε ηλεκτρονική μορφή, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι παρήχθη μέσα από το συγκεκριμένο σύστημα. Υποστήριξε δε ότι ο Κ. Κασινίδης επισκέφτηκε τον σταθμό συνοδευόμενος από κάποιο κύριο. Αντεξεταζόμενη δεν θυμόταν εάν το παράπονο αφορούσε κλειδί ή κλειδιά. Σε υποβολή ότι επρόκειτο για ένα κλειδί αυτοκινήτου μάρκας Peugeot, η μάρτυς αναφέρθη στο όχημα KHA184, που ήταν καταχωρημένο στο ημερολόγιο παραπόνων. Μιλώντας με τον Αιτητή δεν αρνήθηκε τα όσα του καταλόγισαν και παρέδωσε τα κλειδιά. Επίσης ενημερώθηκε από τον Κ. Κασινίδη ότι μετά το περιστατικό προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Αιτητή χωρίς ωστόσο να βρει ανταπόκριση και ότι ζήτησε από την ίδια όπως του μεταβιβάσουν την απόφαση της απόλυσης του. Ο Κωστάκης Κασινίδης είναι ο ιδρυτής, μέτοχος και διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση. Με τη γραπτή κατάθεση του επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις θέσεις που οι Καθ' ων η αίτηση διατυπώνουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Πιο συγκεκριμένα, τον Μάρτιο 2011 οι Καθ' ων η αίτηση εκτελούσαν εργασίες στο σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» στο Στρόβολο. Εκεί απασχολούσαν και τον Αιτητή. Προϊστάμενος του Αιτητή και αρμόδιο πρόσωπο να δίδει εντολές και οδηγίες ήταν ο ίδιος. Στις 31.3.2011 πηγαίνοντας να πληρώσει τους εκεί εργαζόμενους, ο Αιτητής αξίωσε την άμεση πληρωμή κάποιων ενσήμων (φίσιες). Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι οι Καθ'ων η αίτηση δεν αρνήθηκαν ποτέ να πληρώσουν στον Αιτητή τα εν λόγω δικαιώματα του και ότι ο ίδιος απλώς του ανέφερε ότι θα του καταβάλλονταν από βδομάδας. Τότε ο Αιτητής αντέδρασε με τρόπο βίαιο και προκλητικό, ύβρισε τον μάρτυρα με ακατονόμαστες λέξεις και φράσεις και αφού πήρε από το αυτοκίνητο τα κλειδιά και του αφαίρεσε ένα μπλοκ αποδείξεων της Εταιρείας, εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας και ως μαινόμενος ταύρος άρχισε να εκτοξεύει ύβρεις και απειλές εναντίον του ιδίου και της Εταιρείας. Το εν λόγω περιστατικό ο μάρτυρας κατήγγειλε στην Αστυνομία και ζήτησε από την επί καθήκοντι αστυνομικό να ειδοποιήσει τον Αιτητή να μην εμφανιστεί ξανά στην εργασία του. Με την παρέμβαση της αστυνομίας ο Αιτητής επέστρεψε τόσο τα κλειδιά του αυτοκινήτου όσο και το μπλοκ αποδείξεων. Μετά από λίγες μέρες ο Αιτητής εμφανίστηκε στο χώρο εργασίας μαζί με κάποιο λειτουργό της ΔΕΟΚ, ο οποίος επικοινωνώντας τηλεφωνικώς μαζί του, του ανάφερε ότι ο Αιτητής μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του, αναγνώριζε το λάθος του και επιθυμούσε να επιστρέψει στην εργασία του. Ο ίδιος ωστόσο, αφού ενημέρωσε τον εν λόγω λειτουργό για το τι είχε συμβεί, του ανέφερε ότι ο Αιτητής δεν ήταν πλέον επιθυμητός στην Εταιρεία λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που δέχθηκε κατά την κυρίως εξέταση, διευκρίνισε ότι οι υπάλληλοι της Εταιρείας πληρώνονταν σε μετρητά και υπέγραφαν σχετική απόδειξη πληρωμής. Επίσης, τη συγκεκριμένη μέρα, καταβλήθηκε στον Αιτητή πληρωμή και αρνήθηκε να υπογράψει απόδειξη. Ο Αιτητής, καθώς είπε, αξιώνοντας την πληρωμή των ενσήμων, άρχισε να τον βρίζει αποκαλώντας τον «ποστομπεζέβεγκε, γιε της πουτάνας, εγώ θα σε σκοτώσω, θα έχεις να κάμεις μαζί μου, εγώ εννά σε κάμω να φοβάσαι να περπατάς». Επίσης, άρπαξε από τα χέρια του το μπλοκ αποδείξεων, τράβηξε και αφαίρεσε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο του και ενώ συνέχιζε να φωνάζει και να βρίζει, εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας. Αποτέλεσμα ήταν να μείνει χωρίς όχημα και να μη μπορεί να επισκεφθεί τα υπόλοιπα εργοτάξια για να πληρώσει το εκεί απασχολούμενο προσωπικό. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες και μη ανταποκρινόμενος ο Αιτητής στα τηλεφωνήματα του, κάλεσε τον Ανδρέα Δημητρίου και μαζί επισκέφτηκαν τον Αστυνομικό σταθμό Στροβόλου όπου κατήγγειλε το περιστατικό. Ο Αιτητής, καθώς είπε, ως τεχνικός ήταν εξαιρετικός, ωστόσο νευρίαζε εύκολα και αρκετές φορές ερχόταν σε ρήξη με συναδέλφους αλλά κυρίως με εργολάβους, σε βαθμό που κάποιοι του είπαν ότι ήταν ανεπιθύμητος στη δουλειά τους λόγω της συμπεριφοράς του. Σημείωσε μάλιστα ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας με την καρδιά του που δεν του επιτρέπει να αντέξει σε τέτοιου είδους συμπεριφορές. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» μετέβη με το αυτοκίνητο ΚΗΑ184 μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, για την πληρωμή των εκεί εργοδοτουμένων που ήταν ο Αιτητής και ένας ακόμη υπάλληλος ονόματι Σαλίπ. Αφού επανέλαβε τις βρισιές που του εξεστόμισε ο Αιτητής και αρνήθηκε τις υποβολές που του υποβλήθηκαν περί του αντιθέτου, ανέφερε ότι τα πράγματα θα είχαν χειρότερη κατάληξη εάν ο ίδιος δεν είχε το πρόβλημα με την καρδία του. Αφού του υπεβλήθη ότι τα κλειδιά που του απέσπασε ο Αιτητής δεν ήταν του αυτοκινήτου με το οποίο μετέβη στο εργοτάξιο αλλά ενός άλλου αυτοκινήτου μάρκας Peugeot, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω όχημα ενεπλέκη σε σοβαρό δυστύχημα και βρισκόταν σε γκαράζ για επιδιόρθωση. Αφού επανέλαβε ότι ο Αιτητής ήταν ένα πολύ καλός τεχνίτης τον οποίον η Εταιρεία είχε ανάγκη, σημείωσε ότι ο λόγος που τον απόλυσε ήταν γιατί τον ύβρισε, του αφαίρεσε τα κλειδιά και το μπλοκ αποδείξεων. Ο Αιτητής ήταν επίσης οξύθυμος χαρακτήρας, δεν δεχόταν εύκολα παρατηρήσεις και ερχόταν σε ρήξη με εργολάβου και συναδέλφους του. Ανέφερε συγκεκριμένα τον εργολάβο Γρηγόρη Κωνσταντινίδη ο οποίος δεν ήθελε τον Αιτητή να εργαστεί ξανά στο εργοτάξιο του και τον υπάλληλο Ανδρέα Ερωτοκρίτου με τον οποίο είχε τσακωθεί και κληθεί η Αστυνομία στο εργοτάξιο. Σε υποβολή ότι ήταν ο ίδιος που απείλησε και εξύβρισε τον Αιτητή και ότι ο συντεχνιακός τον πήρε τηλέφωνο απλώς και μόνο για να του μεταφέρει το παράπονο του Αιτητή, ο μάρτυρας αρνήθηκε επαναλαμβά-νοντας τις δικές του θέσεις. Σε παρόμοιες γραμμές κινήθηκε και η μαρτυρία του Ανδρέα Δημητρίου ελαιοχρω-ματιστή και συνεργάτη των Καθ'ων η αίτηση. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι στις 31.3.2011 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον Κ. Κασινίδη ότι ο Αιτητής τον εξύβρισε, του πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και δεν μπορούσε να διακινηθεί. Μεταβαίνοντας με το όχημα του στο δημοτικό σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» πήρε και μετέφερε τον Κ. Κασινίδη στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας όπου κατήγγειλε τον Αιτητή και ακολούθως μετέβησαν μαζί στα διάφορα εργοτάξια για να πληρώσει το εκεί εργαζόμενο προσωπικό. Ο Γρηγόρης Κωνσταντινίδης είναι εργολάβος οικοδομών. Για τη διεκπεραίωση των εργασιών του διατηρεί δική του Εταιρεία. Καθώς ανέφερε, σε οικοδομή που ανέθεσε υπεργολαβικά τα μπογιαντίσματα στους Καθ' ων η αίτηση, εργαζόταν και ο Αιτητής. Σε παρατήρηση που του έκανε να μη χρησιμοποιεί τριπόδι χωρίς βάση πλαισίου γιατί υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσει ζημιές στο παρκέ, ο τελευταίος αντέδρασε και άρχισε να φωνάζει και να τον απειλεί ότι θα τον κτυπήσει. Ο μάρτυρας επικοινώνησε αμέσως με τον Κ. Κασινίδη και του ζήτησε όπως απομακρύνει αμέσως τον Αιτητή και ότι δεν τον ήθελε να εργαστεί ξανά σε δική του οικοδομή. Σύμφωνα με τον Κώστα Σκίτσα το 2009 ή 2010 εργαζόταν μαζί με τον Αιτητή σε δουλειά που τον είχε στείλει ο Κ. Κασινίδης στην περιοχή Αγλαντζιάς. Ο Αιτητής άρχισε να σχολιάζει τη δουλειά του με αποτέλεσμα η κατάσταση να φουντώσει. Ανάφερε επίσης ότι στις 31.3.2011 τον Κ. Κασινίδη μετέφερε στο εργοτάξιο όπου αυτός εργαζόταν, ο Α. Δημητρίου με δικό του όχημα. Του ανέφερε ότι ο Αιτητής του είχε αποσπάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και δεν μπορούσε να πάει νωρίτερα. Ο Ανδρέας Ερωτοκρίτου είναι ελαιοχρωματιστής και υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι σε εργοτάξιο που εργάστηκε μαζί με τον Αιτητή, δέχτηκε απειλές από τον τελευταίο ότι θα τον σκότωνε με ένα σιδερένιο κοντάρι. Κλήθηκε και ήρθε η αστυνομία. Παρών ήταν και ο συνάδελφος του Μουσταφά Κουκλής (Στέφανος). Το περιστατικό επιβεβαίωσε ο τελευταίος με τη μαρτυρία του λέγοντας ότι για τρεις μέρες ο Αιτητής ενοχλούσε τον Ερωτοκρίτου λέγοντας του ότι ο μάστρος θα τον διώξει και του έριξε το κοντάρι που μπογιάτιζε. Κλήθηκε η αστυνομία και ήρθε στο εργοτάξιο. Ο τελευταίος μάρτυρας για τους Καθ' ων η αίτηση Ανδρέας Κασινίδης, κατέθεσε στο Δικαστήριο την αστυνομική έκθεση και την απόδειξη επιδιόρθωσης του οχήματος με αρ. εγγρ. ΗΤΒ972, επιβεβαιώνοντας ότι στις 31.3.2011 το εν λόγω όχημα βρισκόταν στον μηχανικό για επιδιόρθωση μετά από δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί. Ο Σαλίπ Νισίμ άλλως Σίμος είναι από την Αίγυπτο. Στις 31.3.2011 εργαζόταν μαζί με τον Αιτητή στο δημοτικό σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» στο Στρόβολο. Όταν ήλθε ο Κ. Κασινίδης για να τους πληρώσει, ο Αιτητής απαίτησε όπως του καταβάλει τις φίσιες γιατί διαφορετικά δεν θα υπέγραφε. Ο Κ. Κασινίδης του είπε ότι αν δεν υπέγραφε θα έφευγε και δεν θα τους πλήρωνε. Ξεκίνησε το αυτοκίνητο για να φύγει και τότε ο Αιτητής προσπαθώντας να τον εμποδίσει κράτησε το κλειδί το οποίο όμως δεν μπόρεσε να αποσπάσει γιατί το αυτοκίνητο ήταν αυτόματο και είχε μέσα ταχύτητα. Ανάφερε επίσης ότι ο Κ. Κασινίδης εγκατέλειψε το χώρο με το δικό του αυτοκίνητο και ότι ο Α. Δημητρίου δεν εμφανίστηκε καθόλου στο εργοτάξιο τη συγκεκριμένη μέρα. Ο Αιτητής αφού πήρε το μπλοκ αποδείξεων εγκατέλειψε το χώρο. Κατά τη συζήτηση φώναζαν και οι δύο χωρίς να ανταλλάξουν μεταξύ τους βαριές κουβέντες. Κατά την αντεξέταση επέμενε ότι στις 31.3.2011 ο Κ. Κασινίδης, μετά τη συζήτηση που είχε με τον Αιτητή, δεν κατέβαλε ούτε στον ίδιο πληρωμή. Συμφώνησε ότι ο Αιτητής πήρε το μπλοκ αποδείξεων και απέσπασε κάποια κλειδιά από το αυτοκίνητο του Κ. Κασινίδη τα οποία φεύγοντας πήρε μαζί του. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής ύβρισε τον Κ. Κασινίδη ο μάρτυρας επέμενε ότι δεν άκουσε τέτοιες κουβέντες. Ισχυρίστηκε ότι φώναζαν για τις φίσιες και τα λεφτά. Ανάφερε επίσης ότι κατά τη συζήτηση ο ίδιος βρισκόταν σε απόσταση 20-25 μέτρα μακριά. Στο μαρτύρα υποδείχθηκε η απόδειξη (Τεκ. 4) που αφορούσε τη δική του πληρωμή, την οποία αναγνώρισε επιμένοντας ότι τη συγκεκριμένη μέρα δεν του έγινε καμία πληρωμή. Τέλος δεν αρνήθηκε ότι οι σχέσεις του με τον Κ. Κασινίδη δεν ήταν και οι καλύτερες και ότι υπήρχε μεταξύ τους αντιδικία για απλήρωτους μισθούς. Ο Αιτητής με τη γραπτή του κατάθεση ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι πέραν των καθηκόντων του ως ελαιοχρωματιστής ήταν και η ευθύνη διεξαγωγής όλων των εργασιών του εργοταξίου όπως του ανατέθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση. Η διεξαγωγή της εργασίας του, καθώς ανέφερε, γινόταν με υπέρμετρο ζήλο, σε σημείο επιβαρυντικό για τον εαυτό του, με στόχο την έγκαιρη και σωστή αποπεράτωση των εργασιών στα διάφορα εργοτάξια. Ουδέποτε δέχτηκε προειδοποίηση γραπτή ή προφορική για τυχόν πρόβλημα στην εργασία του ή ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν η αρμόζουσα. Αναφορικά με τις απολαβές του ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση καθυστερούσαν την καταβολή των ενσήμων, των συνδρομών στη συντεχνία και των απολαβών ετήσιας άδειας, καθώς και τις εισφορές του στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Στις 31.3.2011 ενώ εργαζόταν μαζί με τον συνάδελφο του τον Σαλίπ στο σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» στο Στρόβολο, επισκέφτηκε το χώρο ο Κ. Κασινίδης οδηγώ-ντας το όχημα KHA184, για να προβεί στις πληρωμές του μηνός Μαρτίου. Κατ' εκείνη τη μέρα ο ίδιος ανέφερε στον Κ. Κασινίδη ότι ως Εργοδότες δεν εκπλήρωναν τις νόμιμες υποχρεώσεις τους απέναντι του και ειδικά τα ένσημα του τα οποία καθυστερούσαν από το
  2. Του ανέφερε επίσης ότι τα οφειλόμενα λεφτά προς τον ίδιο ήταν άκρως απαραίτητα καθότι τα είχε άμεση ανάγκη για έξοδα των παιδιών του. Ο Κ. Κασινίδης αρνήθηκε την καταβολή τους και του ανέφερε ότι θα τα τακτοποιούσε αργότερα. Συζήτησαν το θέμα χωρίς κανένα αποτέλεσμα και σε κάποια φάση απέσπασε από τον Κ. Κασινίδη ένα μπλοκ αποδείξεων πληρωμών και ένα κλειδί του οχήματος Peugeot και εγκατέλειψε το χώρο στεναχωρημένος και εκνευρισμένος από τη στάση του Κ. Κασινίδη. Ισχυρίστηκε δε, ότι κατά τη συζήτηση δεν ειπώθηκε καμία υβριστική φράση και δεν υπήρξε καμία απειλή από τον ίδιο εναντίον του Κ. Κασινίδη και γενικά των Εργοδοτών του. Μετά πάροδο λίγου χρόνου κλήθηκε από τον αστυνομικό σταθμό Στροβόλου για να παραδώσει το κλειδί και το μπλοκ αποδείξεων, πράγμα που έκανε χωρίς καμία καταγγελία εναντίον του. Του αναφέρθηκε επίσης από την επί καθήκοντι αστυνομικό να μην επιστρέψει στην εργασία του, ως της ειπώθηκε από τον Κ. Κασινίδη. Φεύγοντας από την Αστυνομία επέστρεψε στην εργασίας του και για τα ανωτέρω συμβάντα ενημέρωσε τη συντεχνία του και σχόλασε κανονικά. Στις 4.4.2011 που ήταν η επόμενη εργάσιμη μέρα, παρουσιάστηκε στο χώρο εργασίας μαζί με συντεχνιακό υπάλληλο της ΔΕΟΚ και δήλωσε έτοιμος να συνεχίσει την εργασία του. Αποτέλεσμα ήταν να τύχει εξύβρισης, απειλής και ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση δηλώνοντας του ότι οι υπηρεσίες του είχαν τερματιστεί. Διευκρινίσε επίσης ότι στις 31.3.2011 όταν ήλθε ο Κ. Κασινίδης να τους πληρώσει του χρωστούσε τις φίσιες της συντεχνίας που ανέρχονταν στα €1300 - €1400 και τα οποία του πλήρωσε μετά την απόλυση του, μέσω της συντεχνίας. Τη συγκεκριμένη μέρα του ζητήθηκε όπως υπογράψει απόδειξη για να του πληρώσει τον μισθό. Ο ίδιος ζήτησε όπως του πληρώσει τις φίσιες που είχε απόλυτη ανάγκη για τα σχολικά έξοδα των παιδιών του και αντί αυτού ο Κ. Κασινίδης άρχισε να φωνάζει με τρόπο αγενή προχωρώντας την ίδια στιγμή στην απόλυση του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ενημέρωσε αμέσως τον συντεχνιακό του ο οποίος αυθημερόν επικοινώνησε με τον Κ. Κασινίδη. Στις 4.4.2011, που ήταν η επόμενη εργάσιμη μέρα, ο συντεχνιακός επικοινώνησε ξανά με τον Κ. Κασινίδη και αφού του είπε ότι δεν τον ήθελε στη δουλειά πήγαν μαζί στο Υπουργείο Εργασίας όπου υπέγραψε άνεργος. Τον Γρ. Κωνσταντινίδη ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε και ούτε εργάστηκε σε δική του οικοδομή. Για τους συναδέλφους του Σκίτσα και Ερωτοκρίτου ισχυρίστηκε ότι ως υπεύθυνος του εργοταξίου είχε την απαίτηση να βγαίνει η δουλειά και ότι ουδέποτε τους συμπεριφέρθηκε απρεπώς. Σε υποβολή ότι στις 31.3.2011 ο Κ. Κασινίδης πλήρωσε πρώτα τον Σαλίπ και μετά αυτόν, ο Αιτητής διαφώνησε λέγοντας ότι πήγε να πληρώσει τον ίδιο και τότε απαίτησε όπως του καταβάλει τις φίσιες. Επίσης ότι τηλεφώνησε στον συντεχνιακό ο οποίος τον συμβούλεψε να μην υπογράψει εάν δεν έπαιρνε τις φίσιες. Ερωτηθείς εάν πληρώθηκε στις 31.3.2011 αρνήθηκε αρχικά λέγοντας ότι πληρώθηκε ο Σαλίπ και ακολούθως ερωτηθείς εκ νέου είπε ότι έλαβε σε μετρητά το ποσό που του αναλογούσε χωρίς να υπογράψει απόδειξη. Επίσης ότι πήρε από το ταμπλό του αυτοκινήτου το μπλοκ αποδείξεων και ένα κλειδί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου Peugeot. Ισχυρίστηκε δε, ότι το αυτοκίνητο ήταν ξεκινημένο με οπίσθια κίνηση και ήταν αδύνατο να του αφαιρέσει το κλειδί. Αρνήθηκε ότι ύβρισε τον Κ. Κασινίδη και ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε τον χώρο με το δικό του αυτοκίνητο. Ακολούθως ισχυρίστηκε ότι στις 31.3.2011 έδωσε το τηλέφωνο του Κ. Κασινίδη στον συντεχνιακό και μίλησαν. Επίσης την ίδια μέρα συναντήθηκαν μαζί στα γραφεία της ΔΕΟΚ σε μια προσπάθεια να τα βρουν, χωρίς ωστόσο να υπάρξει αποτέλεσμα. Αντίθετα με όσα παρέθεσε στην κυρίως εξέταση του, στις 31.3.2011 φεύγοντας από την αστυνομία δεν πήγε ξανά στη δουλειά του. Καθώς είπε, από τη στιγμή που τον είχε σταματήσει δεν ήθελε να πάει αλλά ούτε και δικαίωμα είχε να επιστρέψει από μόνος του. Τελευταίος μάρτυρας για τον Αιτητή ήταν ο συνδικαλιστής της ΔΕΟΚ Ρένος Σάββα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Αιτητής ήταν ένα από τα μελή της συντεχνίας για τον οποίο μεριμνούσε ο ίδιος. Μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση υπήρχε μια διαφορά σε σχέση με οφειλόμενες φίσιες που αφορούσαν 13ο μισθό και αργίες. Ο ίδιος πριν τις 31.3.2011, αφού μίλησε με τον Αιτητή επιδίωξε μια συνάντηση με τον Κ. Κασινίδη για διευθέτηση του όλου θέματος. Πάρα τις υποσχέσεις του τελευταίου ότι θα περνούσε από το γραφείο του δεν το έπραξε. Στις 31.3.2011 τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ο Αιτητής ότι υπήρξε μια παρεξήγηση με τον Κ. Κασινίδη επί του συγκεκριμένου θέματος. Δίνοντας του τον Κ. Κασινίδη στο τηλέφωνο αυτός του είπε ότι δεν ήθελε τον Αιτητή στη δουλειά του. Ακολούθως αφού κάλεσε και τους δύο και πήγαν στο γραφείο του δεν βρήκαν λύση. Στις 4.4.2011, που ήταν η επόμενη εργάσιμη μέρα, πήγε μαζί με τον Αιτητή στο χώρο εργασίας και αφού επικοινώνησε με το Κ. Κασινίδη και του είπε ότι ο Αιτητής ήταν πρόθυμος να εργαστεί, ο τελευταίος αντέδρασε και ζήτησε όπως φύγει γιατί θα καλούσε την αστυνομία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από τα λεγόμενα του Αιτητή οι λόγοι που οδήγησαν στην απόλυση του ήταν οι φίσιες και το γεγονός ότι δεν υπέγραψε μια απόδειξη. Από τον Κ. Κασινίδη έμαθε ότι τον ύβρισε ο Αιτητής. Επίσης ότι του άρπαξε το μπλοκ αποδείξεων και το κλειδί του αυτοκινήτου χωρίς να είναι σίγουρος εάν τον ενημέρωσε επί τούτου και ο Αιτητής. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής απολύθηκε λόγω αυτής της συμπεριφοράς του, δηλαδή γιατί ύβρισε και άρπαξε από τον Αιτητή τα κλειδιά και το μπλοκ αποδείξεων, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει καμία εξήγηση γιατί καθώς είπε δεν ήταν στο χώρο για να γνωρίζει. Ανάλυση - Συμπεράσματα Από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εντοπίζουμε καταρχάς τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα: Στις 31.3.2011 οι Καθ' ων η αίτηση εκτελούσαν εργασίες ελαιοχρωματισμού στο σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» στο Στρόβολο. Εκεί απασχολούσαν τον Αιτητή και τον Σαλίπ. Τη συγκεκριμένη μέρα επισκέφθηκε τον χώρο, ο διευθυντής και μέτοχος των Καθ' ων η αίτηση Κ. Κασινίδης, οδηγώντας το αυτοκίνητο ΚΗΑ184 μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, με σκοπό την πληρωμή των εκεί εργοδοτουμένων. Ο Αιτητής απαίτησε την άμεση καταβολή των ενσήμων τα οποία η Εταιρεία καθυστερούσε να του καταβάλει. Ως επακόλουθο, ο Αιτητής απέσπασε από τον Κ. Κασινίδη ένα μπλοκ αποδείξεων και ένα κλειδί ή κλειδιά αυτοκινήτου και εγκατέλειψε το χώρο. Ακολούθως ο Κ. Κασινίδης μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου όπου κατήγγειλε το περιστατικό. Ο Αιτητής, μετά από τηλεφώνημα της επί καθήκοντι αστυνομικού, της παρέδωσε τόσο τα κλειδιά όσο και το μπλοκ αποδείξεων τα οποία με τη σειρά της παρέδωσε στον Κ. Κασινίδη. Η επί καθήκοντι αστυνομικός ενημέρωσε επίσης τον Αιτητή ότι δεν ήταν επιθυμητός πλέον στην εργασία του, ως της ειπώθηκε από τον Κ. Κασινίδη. Οι συνθήκες ωστόσο κάτω από τις οποίες ο Αιτητής απέσπασε από τον Κ. Κασινίδη το μπλοκ αποδείξεων και τα κλειδιά αμφισβητούνται, όπως επίσης αμφισβητείται κατά πόσο τα κλειδιά που απέσπασε ο Αιτητής ήταν του αυτοκινήτου ΚΗΑ184, με το οποίο ο Κ. Κασινίδης επισκέφθηκε τον χώρο, ή άλλου ακινητοποιημένου αυτοκινήτου ως ισχυρίζεται η πλευρά του Αιτητή. Αμφισβητούνται επίσης τα όσα λέχθηκαν μεταξύ Αιτητή και Κ. Κασινίδη κατά την εκεί συνάντηση τους. Ενώ ο Κ. Κασινίδης ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής τον εξύβρισε με ακατονόμαστες λέξεις και φράσεις, ο Αιτητής προβάλλει τη δική του αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή ζήτησε να του πληρωθούν τα ένσημα και αντί αυτού ο Κ. Κασινίδης άρχισε να φωνάζει με τρόπο αγενή, τερματίζοντας την ίδια στιγμή την απασχόληση του. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια, σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε ο Αιτητής και οι μάρτυρες του. Πέραν της καλής εικόνας που άφησαν στο Δικαστήριο, στη μαρτυρία τους δεν εντοπίζουμε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν ή αλλοιώσουν τη θέση της Εταιρείας. Τόσο ο Αιτητής όσο και ο Σαλίπ δεν αφήσαν τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους περιέχει ουσιαστικές αντιφάσεις και ανακρίβειες που θέτουν σοβαρές αμφιβολίες στην αξιοπιστίας τους. Συγκεκριμένα, η θέση του Κ. Κασινίδη ότι το κλειδί που του απέσπασε ο Αιτητής ήταν το κλειδί του αυτοκινήτου με το οποίο επισκέφθηκε τον χώρο, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της αστυνομικού και από το σχετικό τεκμήριο του καταχωρημένου παραπόνου που συνετάχθη κατά τον ουσιώδη, όπου ρητά αναφέρεται ότι επρόκειτο για «τα κλειδιά του οχήματος ΚΗΑ184». Επιβεβαιώνεται επίσης και από τη μαρτυρία του Ανδρέα Δημητρίου ο οποίος, καθώς ανέφερε, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον Κ. Κασινίδη ότι ο Αιτητής τον εξύβρισε, του πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και δεν μπορούσε να διακινηθεί. Ο ίδιος μάλιστα τον πήρε από το σχολείο και τον μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου, όπου κατήγγειλε το περιστατικό και ακολούθως στα άλλα εργοτάξια των Καθ' ων η αίτηση, όπου πλήρωσε το εκεί εργαζόμενο προσωπικό. Το γεγονός δε ότι ο Κ. Κασινίδης μετέβη στο Σταθμό με άλλο άτομο επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της επί καθήκοντι αστυνομικού. Η αντίθετη εκδοχή που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά του Αιτητή δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο Σαλίπ δεν μας έδωσε την εντύπωση μάρτυρα που ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Από την άλλη οι λεπτομέρειες που έθεσε με τη μαρτυρία του σε σχέση με τις κινήσεις που έκανε ο Αιτητής για να αποσπάσει από τον Κ. Κασινίδη τα κλειδιά και το μπλοκ αποδείξεων, ήταν αδύνατο να γίνουν αντιληπτές από τον ίδιο, αφού με βάση τη μαρτυρία του, ο ίδιος βρισκόταν μακριά από τη σκηνή σε απόσταση 20 -25 μέτρων. Περαιτέρω, οι ενέργειες του Αιτητή να αποσπάσει από τον Κ. Κασινίδη περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της Εταιρείας, τείνει επίσης να καταδείξει το έντονο κλίμα και τη ρήξη που επήλθε στη μεταξύ τους σχέση. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δεν πιστεύουμε ότι τα πράγματα κύλισαν τόσο ομαλά όπως θέλησε να τα παρουσιάσει ο Σαλίπ, ο όποιος ισχυρίστηκε ότι φώναζαν και οι δύο χωρίς να ανταλλάξουν βαριές κουβέντες. Αντίθετα ο Κ. Κασινίδης ισχυρίστηκε ότι κατά τη συνάντηση ο Αιτητής τον ύβρισε με ακατονόμαστες λέξεις και φράσεις για τις οποίες γίνεται λόγος πιο πάνω. Επί του εν λόγω ισχυρισμού αναφέρθηκε τόσο ο Α. Δημητρίου όσο και ο συντεχνιακός Ρένος Σάββα λέγοντας και οι δύο ότι ενημερώθηκαν από τον Κ. Κασινίδη ότι ο Αιτητής τον εξύβρισε. Καθώς προκύπτει από τη μαρτυρία του συντεχνιακού, από τον Κ. Κασινίδη ενημερώθηκε επίσης ότι ο Αιτητής του άρπαξε το κλειδί και το μπλοκ αποδείξεων, χωρίς να είναι σίγουρος αν τον ενημέρωσε επί τούτου και ο Αιτητής. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Αιτητής δεν ομολόγησε στον συντεχνιακό την αλήθεια. Ο τελευταίος δεν ήταν σίγουρος αν ο Αιτητής τον ενημέρωσε για γεγονότα που καταγγέλθηκαν στην αστυνομία και έγιναν παραδεκτά, πόσο μάλλον για απρεπή, υβριστική συμπεριφορά που επέδειξε απέναντι στον Εργοδότη του. Παρακολουθώντας επίσης τον Αιτητή να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου μας έδωσε την εικόνα δύσκολου και ευέξαπτου χαρακτήρα που δύσκολα μπορούσε να συμβιβαστεί. Αυτό επιβεβαιώνεται και μέσα από την παρελθούσα συμπεριφορά του επί της οποίας έγινε λόγος στη μαρτυρία. Ως επακόλουθο των πιο πάνω είμεθα πεπεισμένοι ότι ο Αιτητής εξύβρισε τον Κ. Κασινίδη με τις λέξεις και φράσεις στις οποίες αυτός αναφέρθηκε. Από τη μαρτυρία του Αιτητή προβάλλεται επίσης σειρά αντιφατικών ισχυρισμών που τείνει να καταδείξει ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα πιο κάτω: Ενώ κατά την κυρίως εξέταση συμφώνησε ότι η επί καθήκοντι αστυνομικός του ανέφερε να μην επιστρέψει στην εργασία του, ως της ειπώθηκε από τον Κ. Κασινίδη, ακολούθως ισχυρίστηκε ότι ο Κ. Κασινίδης στη συζήτηση που είχε μαζί του, άρχισε να φωνάζει με τρόπο αγενή και την ίδια στιγμή προχώρησε στην απόλυση του. Επίσης, ενώ ισχυρίστηκε ότι φεύγοντας από την αστυνομία επέστρεψε στη δουλειά του και για τα ανωτέρω συμβάντα ενημέρωσε τη συντεχνία και σχόλασε κανονικά, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι φεύγοντας από την αστυνομία δεν πήγε ξανά στη δουλειά του, γιατί από τη στιγμή που τον είχε σταματήσει δεν ήθελε να πάει αλλά ούτε και δικαίωμα είχε να επιστρέψει από μόνος του. Περαιτέρω, ενώ ισχυρίζεται ότι στις 4.4.2011 παρουσιάστηκε στην εργασία του μαζί με τον συντεχνιακό και έτυχε εξύβρισης, απειλής και ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, δηλώνοντας του ότι οι υπηρεσίες του είχαν τερματιστεί, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται μέσα από τη μαρτυρία του συντεχνιακού ο οποίος ανέφερε απλώς ότι ο Κ. Κασινίδης αντέδρασε και ζήτησε όπως ο Αιτητής φύγει γιατί θα καλούσε την αστυνομία. Ενώ επίσης, τόσο ο Αιτητής όσο και ο Σαλίπ ισχυρίστηκαν ότι ο Κ. Κασινίδης δεν τους πλήρωσε τη συγκεκριμένη μέρα, ακολούθως ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι πληρώθηκαν και οι δύο και ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει απόδειξη. Πρόσθετα, η πλευρά του Αιτητή προέβαλε για πρώτη φορά διάφορες εκδοχές ενώπιον του Δικαστηρίου, επί των οποίων δεν δόθηκε η ευκαιρία στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση να τοποθετηθούν. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη θέση του Αιτητή ότι κατά τη συνάντηση ο Κ. Κασινίδης άρχισε να φωνάζει με τρόπο αγενή και την ίδια στιγμή προχώρησε στην απόλυση του. Αναφέρουμε επίσης τη θέση του Σαλίπ ότι ο Κ. Κασινίδης ξεκίνησε το αυτοκίνητο για να φύγει και τότε ο Αιτητής προσπαθώντας να τον εμποδίσει κράτησε το κλειδί το οποίο όμως δεν μπόρεσε να αποσπάσει γιατί το αυτοκίνητο ήταν αυτόματο και είχε μέσα ταχύτητα. Περαιτέρω σημειώνουμε τη θέση ότι ο Κ. Κασινίδης εγκατέλειψε το χώρο με το δικό του αυτοκίνητο και ότι ο Α. Δημητρίου δεν εμφανίστηκε καθόλου στο εργοτάξιο τη συγκεκριμένη μέρα. Επίσης καμία αναφορά δεν έγινε κατά την αντεξέταση του Κ. Κασινίδη ή των υπολοίπων μαρτύρων που κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση, για τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Κ. Κασινίδη και συντεχνιακού στις 31.3.2011 και για συνάντηση που ακολούθησε κατά τη συγκεκριμένη μέρα στα γραφεία της συντεχνίας Είναι γνωστές οι νομολογιακές αρχές, ότι η παράλειψη ενός διαδίκου να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς τη θέση του πάνω σε πολύ ζωτικά ζητήματα, για να τους δοθεί η ευκαιρία να δώσουν τη δική τους εξήγηση, όπως στην παρούσα περίπτωση, εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της μαρτυρίας του. Καθοριστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Aquac v. Fredericou Schools Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 152, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης... Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. ...Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» Βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παράγρ.
  1. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση κρίνεται στο σύνολο της αξιόπιστη, ενώ η μαρτυρία της πλευράς του Αιτητή, εκεί που δεν συγκλίνει μ' αυτή της άλλης πλευράς, αναξιόπιστη. Αποδεχόμαστε επομένως ότι η μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
  2. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α)........................................................................................................................ (β)........................................................................................................................ (γ)........................................................................................................................ (δ)........................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Το σωστό κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχω-ρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. (βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπρ. Αερογραμμές Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1482), Galatariotis v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318 (σ.325) και Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550). Όπως, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη [βλ. Galatariotis (ανωτέρω)] Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103 το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, το Δικαστήριο έχοντας να δοκιμάσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου στον εξ αντικείμενου χαρακτηρισμό ενός εγγράφου ως εμπιστευτικού ή μη σημείωσε τα ακόλουθα: «Διέφυγε του πρωτόδικου Δικαστηρίου η ουσία του πράγματος. Οι εργασιακές σχέσεις βασίζονται, και έτσι πρέπει, στην αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου. Ο κλονισμός της αναγκαίας αυτής εμπιστοσύνης δε συναρτάται, όπως λανθασμένα τίθεται στην πρωτόδικη απόφαση, από τον εξ' αντικειμένου χαρακτηρισμό ενός εγγράφου ως εμπιστευτικού ή μη. Στην υπό κρίση περίπτωση, το παραδεκτό γεγονός ότι η Εφεσίβλητη προχώρησε στην αφαίρεση του επίδικου εγγράφου από το γραφείο του άμεσα προϊστάμενού της και συνεταίρου των Εφεσειόντων, στην εξέτασή του, αφού προηγουμένως το άνοιξε, και ακολούθως, και παρά το γεγονός ότι δεν την αφορούσε, στη φωτοτύπηση και κατακράτηση αντιγράφου, εκθεμελίωνε κάθε πυλώνα εμπιστοσύνης. Συνεπώς, είναι η ίδια η πράξη και όχι η φύση του εγγράφου που οδήγησε στον κλονισμό της εργασιακής σχέσης.» Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52 τονίστηκε ότι η σημασία της πειθαρχίας και σωστής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτουμέ-νων είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης. Συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Το ερώτημα δε, μπορεί να τεθεί ως εξής: Αν γνώριζε ο εργοδότης ότι αυτή θα ήταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, θα συμφωνούσε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του; Όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), η υποχρέωση του λογικού εργοδότη είναι να διερευνήσει τα γεγονότα και να ακολουθήσει μια λογική διαδικασία δίνοντας την ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να προβάλει τη θέση του, εκεί που λογικά επιβάλλεται μια τέτοια συζήτηση (βλ. Papaphilippou [ανωτέρω]). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Είναι η κατάληξη μας ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ευρήματα που έχουν προκύψει από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, έχει καταδειχτεί ότι ήταν εύλογο και λογικό για τους Καθ' ων η αίτηση να καταλήξουν στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Η εν γένει απρεπής συμπεριφορά του Αιτητή δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως άκρως απαράδεκτη. Με τις ενέργειες του αλλά και τις ακατονόμαστες λέξεις και φράσεις που εξαπέλυσε εναντίον του μετόχου και διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση εκθεμελίωσε κάθε πυλώνα εμπιστοσύνης στη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, καταδεικνύοντας έλλειψη πειθαρχίας και σεβασμού προς τους Εργοδότες και συναδέλφους του ως και πλήρη υποτίμηση και παραγνώριση τους. Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τερματίσουν άμεσα την απασχόληση του. Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση με βάση τα ενώπιον τους στοιχεία ενέργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικοί εργοδότες και ότι νόμιμα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5 (ε) και (στ) του Νόμου. Ως επακόλουθο η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (υπ).............. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Στ. Δρυμιώτης, Μέλος Χ. Ηρακλείδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.